Ο ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ (ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ)

Σκίτσο της Helen Hatherley, London 1969

Η Πρωτοχρονιά του 196.. μας βρήκε πανί με πανί. Τι είχε συμβεί; Μετά από ολονύκτια ζαροπαιξία στο υμιυπόγειο του Νίκου Β. όλοι -δεν ήταν σύμπτωση-τα χάσαμε όλα, μέχρι την τελευταία μας δεκάρα. Μόλις είχε χαράξει, (δεν γινόταν τότε αλλαγές ώρας)ήταν σχεδόν 7 π.μ.και η πόλη (Αθήνα)κοιμόταν ακόμα, τα πάντα ήταν κλειστά. Περιορισμένη η στεναχώρια για την χασούρα γιατί είχαν περισέψει τσιγάρα που αρκούσαν για την απόλαυση των πρωινών καφέδων που ετοίμαζε χωρίς να γκρινιάζει (καθόλου) ο πιο κατάλληλος γι αυτό (“στον Γιώργο τούρκικο καφέ όπως θες” – έγραφε σε χαρτί κολλημένο στον τοίχο). Οι συζητήσεις δεν σταματούσαν η ατυχία μπορούσε κάπως να εξηγηθεί, αφού κανένας δεν θεωρούσε τον εαυτό του τυχερό μα η γκαντεμιά δεν ήταν βέβαια κάτι καλοδεχούμενo. Τα θέματα ήταν ατέλειωτα και μόνο το μεσημέρι καταλάβαμε ότι υπήρχε πρόβλημα, από την πείνα που άρχισε να ενοχλεί τους πιο καλομαθημένους και δεν άργησε να μας θερίζει όλους.

Στις γιορτές, αφήναμε τις μεγάλες διαδηλώσεις της εποχής, για τις πιο ανόητες “διασκεδάσεις”

Ψάξαμε στην πιάτσα, τα καφενεία και τα εστιατόρια ήταν κλειστά, δεν υπήρχαν όμως και χρήματα για καμιά προμήθεια. Μαύρα φίδια άρχισαν να μας ζώνουν, κι όταν ο πιο ευτραφής από όλους μας Κώστας Α. κόντευε να βάλει τα κλάματα από την πείνα, ο ψυχραιμότερος Μονόλης Χρ. είπε πολύ δυνατά:
“όταν η τύχη δεν βοηθά
ο νους ίντα θα κάνει
αν τρέχεις φτάνεις τον καζά (1)
κι ανέ σταθείς σε φτάνει”
Η μαντινάδα λειτούργησε σαν καταπραϋντικό, αν και δεν ήταν αισιόδοξη μας έδωσε κουράγιο.

Μετά από πολλές προσπάθειες (και χιλιόμετρα) φτάσαμε στο κέντρο, άνοιξε αργά μετά τις 2 μ.μ. το εστιατόριο του ΝΤΟΒΑ έτσι νομίζω λεγόταν και σ΄ αυτό είχε βιβλιαράκι (δηλαδή τεφτέρι για πίστωση) ο Μανόλης Χ. κι έτσι βολευτήκαμε όλοι.

Πέρασε καιρός, ο Μανόλης Χρ. που είχαμε συνηθίσει να μας βγάζει από δύσκολες περιστάσεις, απομακρύνθηκε από την παρέα, εγκατέλειψε τις σπουδές του και προσπάθησε να μπει στο χώρο των επιχειρήσεων, χωρίς επιτυχία. Ήταν πανέξυπνος ευπροσάρμοστος, αισιόδοξος και πειστικός τίποτα δεν μπορούσε να τον κάμψει. Όταν η πρώτη προσπάθεια απέτυχε, αντί να υποχωρήσει παντρεύτηκε και προχώρησε στο δεύτερο μεγαλύτερο βήμα. Νέα εταιρεία, γραφεία πολυτελή στην ακριβή περιοχή της πόλης, διαφημίσεις και προβολή. Πριν σταθεροποιηθεί τον κτύπησε μια επάρατη ασθένεια. Η είδηση έπεσε σαν βόμβα στον κύκλο μας, οι”γιατροί”(φοιτητές ιατρικών και παραϊατρικών σχολών) μας εξήγησαν την τρομερή πάθηση : νόσος Μπέργκερ (Buerger)- ανίατη (αποφρακτική) θρομβοπάθεια. Η επιχειρηματική του προσπάθεια φυσικά έληξε άδοξα, μόνο κάπου στην Αγγλία υπήρχε νοσοκομείο ειδικευμένο στην τρομερή πάθηση, που οδηγούσε αναπόφευκτα σε συνεχείς ακρωτηριασμούς .
Το κρητικό του δίστιχο ερχόταν στο νου μου :
“…αν τρέχεις φτάνεις τον καζά
κι ανέ σταθείς σε φτάνει”

Λαβύρινθος, στη σύγχρονη εποχή επηρέασε λογοτέχνες όπως ο Μπόρχες (επισκλεφτηκε την Κρήτη τυφλός, αναζητώντας το μύθο του)

Ο Μανόλης Χρ. πήγε στο εξωτερικό, χωρίς χρήματα (το μυαλό του πήρε άπειρες στροφές) βρήκε και όχι μόνο αυτό, στο κρεβάτι του πόνου, εκεί που του αφαίρεσαν το ένα του πόδι, δεν γονάτισε, κράτησε όλο το κουράγιο του. Στη διπλανή κλίνη θεραπευόταν κάποια κοπέλα από ένα ατύχημα, της έδινε κουράγιο και δεν άργησε να τον ερωτευθεί. Μας την έστειλε στην Ελλάδα για φιλοξενία ήταν η Ηelen Hath., ακόμα παίρνουμε κάρτες και ευχαριστίες. Μετακόμισε λίγο αργότερα στην Αμερική( ΗΠΑ), εκεί ήταν και το πιο μεγάλο ειδικευμένο ίδρυμα για την αρρώστια του. Πήρε μαζί την οικογένεια του, τη γυναίκα και τα δυο παιδιά του και δημιούργησε μιαν επιτυχημένη αυτήν τη φορά επιχείρηση, την εφημερίδα (περιοδικό)”ΕΛΛΗΝΙΚA NEA”(Greek News) που γρήγορα έγινε το όργανο των απανταχού Αποδήμων (Ελλήνων). Ήξερε το δρόμο της απαίσιας πάθησης του, όταν οδηγήθηκε ξανά στο χειρουργικό τραπέζι για την αποκοπή του άλλου ποδιού του, άντεξε πάλι την πιο τρομερή(αυτήν τη φορά) δοκιμασία. Ήταν τόσο δυνατός; Σίγουρο είναι ότι ήταν ατρόμητος, άνθρωπος από ατσάλι, μπορούσε να σπάσει μα δε λύγιζε με τίποτα. Χρησιμοποίησε την αναπηρία του σαν εφόδιο στη νέα δουλειά του(δημοσιογραφία), με το καροτσάκι γύριζε τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, από αεροπλάνο σε ελικόπτερο από πλοίο σε σιδηρόδρομο, έτρεχε ακούραστος, συνάντησε όλους τους επίσημους και επιφανείς της γης (κανείς δεν μπορούσε να του αρνηθεί μια συνέντευξη). Κάποτε ενώ έβγαινε από τα γραφεία του στη Νέα Υόρκη με το αναπηρικό καροτσάκι που το έσπρωχνε ένα νέος συνοδός του, τον σταμάτησε ένοπλος ληστής: “τα λεφτά σου(το πορτοφόλι σου) ή τη ζωή σου”, ο Μανόλης πρότεινε το στήθος του “ρίξε” είπε, ο ένοπλος πυροβόλησε ενοχλημένος τον νέο που έσπρωχνε το καρότσι.
….
Επισκέφτηκε επισήμως την Αθήνα και τους παλιούς του φίλους στη δεκαετία του 1980, είχε αγοράσει και ένα κεντρικό διαμέρισμα για την οικογένειά του, κατάφερνε να κινείται μόνος του, να περνάει όλα τα εμπόδια της αφιλόξενης (για ανάπηρους τουλάχιστον ) πόλη και της δύσκολες εισόδους (λόγω πολλών σκαλοπατιών) των πολυκατοικιών. Η αισιοδοξία του ήταν φανερή, αν και ήξερε το ζοφερό του μέλλον, μόνο το τσιγάρο δεν έλεγε να κόψει, δεν είχε καμιά σημασία να καθυστερήσει λίγο την εξέλιξη της νόσου.
Γύριζε συνεχώς στο μυαλό μου
“όταν η τύχη δεν βοηθά
ο νους ίντα θα κάνει…”

Τον Δεκέμβριο του 1989 έφτασε στην ιδιαίτερη πατρίδα του την Κρήτη και το χωριό του. Με επισκέφτηκε και μου ζήτησε λόγω των επαγγελματικών μου δυνατοτήτων βοήθεια. Ήθελε χάρτες και στοιχεία μιας περιοχής της Μεσσαράς κοντά στο Χωριό Χουστουλιανά, μου εξήγησε ότι επιχειρούσε μιας μεγάλης κλίμακας δημοσιογραφική έρευνα που χρηματοδοτούσε και το αμερικανικό περιοδικό το NAΤΙONAL GEΟGRAFIC. Έμεινα έκπληκτος όταν κατάλαβα ότι συνδεόταν με την πιο ενδιαφέρουσα υπόθεση όλων των εποχών, τον Μινωϊκό Λαβύρινθο. Ίσως είμαστε κοντά στην πιο συνταρακτική ανακάλυψη των αιώνων, είπε ο Μανόλης Χρ. Σαν να βρισκόταν σε πυρετό, η μεγάλη αναπηρία του δεν υπήρχε πια, ήταν ένας ερευνητής που πλησίαζε το εκπληκτικό, το πιο φανταστικό εύρημα όλων των αιώνων.
Προσπάθησα να εκφράσω επιφυλάξεις μα ήταν αδύνατο, είχε έλθει σε επαφή με του πιο σημαντικούς αρχαιοκάπηλους που λυμαίνονται το νησί μας, είχε προσφέρει ένα τεράστιο ποσό (το είχε συγκεντρώσει από προσφορές Αμερικανών και αρχαιοφίλων από παντού)για να έχει την δημοσιογραφική αποκλειστικότητα της πληροφορίας. Μου εξήγησε ότι δεν τον ενδιέφεραν καθόλου τα τυχόν πολύτιμα αρχαιολογικά ευρήματα και αυτό το είχε καταστήσει σαφές στους παράνομους ανασκαφείς(και το είχαν καταλάβει) ούτε οι δάφνες της αρχαιολογίας, του αρκούσε να είναι ο πρώτος στον κόσμο που θα δημοσιοποιούσε την πρωτοφανή είδηση. Ήξερα τους θρύλους και τις λαϊκές παραδόσεις που μιλούν για κρυμμένους θησαυρούς στον μεγάλο κάμπο, περιγραφές για απίθανα χρυσά αγάλματα και ταύρους και αμύθητης αξίας κοσμήματα και σκεύη.

Ιωσήφ Χατζηδάκης, ερευνητής της περιοχής Μεσσαράς, από λεύκωμα της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολ’ης

Ο αρχαιολόγος Ιωσήφ Χατζηδάκης (“Περιήγησις της Κρήτης”)από τον 19ο αιώνα ανέφερε τοποθεσίες με την ονομασία “χατζινέδες, τουτέστιν Θησαυρούς”. Μα ότι μου έλεγε δεν μπορούσα να το πιστέψω. Μήπως είχε πέσει θύμα απατεώνων, αυτός ο πανέξυπνος άντρας, που έπιανε πουλιά στον αγέρα και ποτέ δεν μπόρεσε να τον γελάσει (κοροϊδέψει) κανείς. Έθεσα πλήθος προφανών ερωτημάτων, μου εξήγησε αρκετά αλλά όχι πλήρως το τι συνέβη. Είχε καλές συνδέσεις για πληροφορίες ( επαγγελματικοί λόγοι) με κύκλους του υποκόσμου της Μεγαλούπολης (Νέας Υόρκης) και από εκεί ήρθε σε επαφή με τους εμπόρους αρχαίων αντικειμένων, νόμιμους και μη. Ο ίδιος ήταν γνωστός ως άνθρωπος εμπιστοσύνης, τον είχαν εγγυηθεί πολλοί και διάφοροι κάθε κατεύθυνσης “παραβατικοί”, άσπροι μαύροι και κάθε φυλής τύποι. Η συμφωνία ήταν να επισκεφτεί μόνος και να φωτογραφήσει το σπήλαιο (Λαβύρινθο) να αντλήσει τα απαραίτητα στοιχεία και να κάνει ανακοινώσεις σχετικές, σε χρόνο που θα συμφωνούσαν – πριν(2) Ο τρόπος πληρωμής μου φάνηκε επικίνδυνος, μα δεν έλαβε υπ όψη τις εκτιμήσεις μου: “δεν έχω πολλά να χάσω, σε κάθε περίπτωση”παρατήρησε. Το ραντεβού είχε κλειστεί για την τρίτη μέρα μετά τα Χριστούγεννα. Φορτώθηκε Χάρτες και φωτογραφικές μηχανές και ξεκίνησε το πρωϊ της Τετάρτης, 28 Δεκεμβρίου. Αν δεν γυρίσω σε δυο μέρες, μην ανησυχήσετε μου είπε, θέλω οπωσδήποτε η είδηση να δημοσιευθείτην Τρίτη την Πρωτοχρονιά. Ίσως φύγω λοιπόν αμέσως, αν είναι καλά τα αποτελέσματα. Δεν δέχθηκε αντιρρήσεις. Το ότι υποτιμούσε τους κινδύνους της μαφίας των αρχαιοκαπήλων ήταν φανερό, μα και κάθε επιμονή έμοιαζε μάταια, ήταν πολύ έμπειρος σε δύσκολες δουλειές για να δεχθεί συμβουλές από άσχετους.

H εμφάνιση του λαβυρίνθου στο έργο του Μπόρχες έγινε σε μια σχετικά όψιμη περίοδο της ζωής του, αν και η ιδέα υπήρχε πίσω από πολλά μυθοπλαστικά δημιουργήματά του. Στο «υποθετικό ποίημά» του το 1942 διαπιστώνει ότι ο λαβύρινθος οδηγούσε τα βήματά του από κάποια ημέρα της παιδικής του ηλικίας (NEA 28.7.2007


Δεν ήρθε την επομένη, χάθηκε για μέρες. Τηλεφωνήσαμε στη γυναίκα του, στην εφημερίδα του στις ΗΠΑ. Δεν ήταν εκεί αυτός, μα δεν φάνηκε να ανησυχεί.” Μου έστειλε τηλεγράφημα ότι βρίσκεται καθ΄οδόν προς Νέο Δελχί” είπε πολύ βέβαιη ότι δεν υπάρχει κάτι έκτακτο. Ρώτησα πλαγίως για την υπόθεση του Λαβυρίνθου, μα δεν ήξερε κάτι, δεν θέλησε να την ανακατέψει σκεφτήκαμε. Όταν μετά από 20 μέρες έφτασε μια κάρτα από τις Ινδίες, ησυχάσαμε τελείως ”σας φιλώ, από τη χώρα των Μαχαραγιάδων και των ελεφάντων έγραφε- Ο Λαβύρινθος απέτυχε, αλλά πάντα υπάρχουν περιθώρια – θα ξανάρθω”.
Σε μένα υπήρχαν αμφιβολίες ακόμα και όταν έφτασε η επόμενη κάρτα του από την Νορβηγία : “καθ’ οδόν προς Βόρρειον Πόλον, πρέπει να σταματήσουμε την καταστροφή” σημείωνε με έμφαση.

Οι ευχέ ςγια το 2012 συνοδευόταν από την έκκληση για προσπασία του περιβάλλοντος

Οι πληροφορίες από τους δικούς του (από Αμερική) ήταν καλές, γυρίζει στους πάγους, σε αποστολές απίθανες με παγοθραυστικά , έλεγαν, αλλά κανένα στοιχείο δεν αποδείκνυε πλήρως αυτόν τον ισχυρισμό, οι συγγενεις του στο χωριό δεν ήξεραν κάτι περισσότερο.
Έχουν περάσει είκοσι χρόνια (και περισσότερα )από τις γιοτρές του 1990, η Πρωτοχρονιά “έπεφτε” Τρίτη τότε που προγραμμάτιζε ο Μανόλης Χρ. την ανακοίνωση της μεγάλης είδησης – δεν υπήρξε μέχρι σήμερα κανένα απτό ίχνος του.
Το έντυπο της Νέας Υόρκης με την διεύθυνση των παιδιών του υπάρχει ακόμα, ο ίδιος έχει ξεχαστεί- κάποιες εξηγήσεις από τους δικούς του δεν ήταν (σε μένα) πειστικές. Όταν έφτασε η οικολογική κάρτα του Σπ. και της Σαρ.από το Λονδίνο, η μορφή του ήρθε μπροστα μου, το ανοικτόκαρδο πρόσωπό του και τα γαλάζια σπινθηροβόλα μάτια του, σαν να τον άκουγα να λέει :” Προσέξτε οι πάγοι λειώνουν, ο κόσμος θα χαθεί…”
Αυτός σκηνοθέτησε τα πάντα σκεφτόμουν, σαν να τραγουδούσε κάποιος κοροϊδευτικά :
“..αν τρέχεις δεν σε φτάνει ο καζάς
μ΄ανε σταθείς σε φτάνει”

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
(1)Καζάς=διοικητική διαίρεση επί Τουρκοκρατίας-αραβική λέξη, σημαίνει και την φασαρία, ταλαιπωρία , μπλέξιμο, ατύχημα,συμφορά “Ωφου καζάς” =κρητική έκφραση = Ώφου μπελάδες
Ίσως προέρχεται( άλλη εκδοχή) από την τουρκική λέξη
kazah=τρομακτικό
Δεν αποκκλείεται να έχει ιταλικη προέλευση,καζάς= κάζο (συμβάν)
(2)Είναι γνωστό ότι πολλές σπουδαίες αρχαιολογικές ανακαλύψεις είχαν υποδειχθεί με έμμεσο τρόπο από αρχαιοκάπηλους – που άφηναν εντελώς ακάλυπτες τις τομές του εδάφους και τα υπόλοιπα των “εργασιών” τους ( άχρηστα γι αυτούς κομμάτια)

ΕΠΙΜΕΤΡΟ:
Φίλος του Μ.Π. μας έστειλε ποίημα του που έιχε δημοσιευθεί, σε φοιτητικό περιοδικό, ξερπενάει το μέσο πνευματικό επίπεδο των νέων εκείνης της εποχής.

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΟΥ ΣΗΦΗ

Όταν άρχισε η κατεδάφιση του ερειπωμένου γειτονικού σπιτιού του μακαρίτη ΣήΦη Μ., βρέθηκαν πεταμένα στα σκουπίδια μερικά τεφτέρια, λογαριασμοί και αποδείξεις και εφημερίδες. Έψαξα σαν καλός ρακοσύλεκτης, ας με κοίταζαν περίεργα-στα πιο ευτελή χαρτιά που περιείχαν καταχωρίσεις πληρωμών και εισπράξεων υπήρχαν και ημερολογιακές σημειώσεις. Σας αντιγράφω, διορθώνοντας μόνο σημαντικά ορθογραφικά λάθη.

Τεφτέρι 17Χ10.5 εκατοστά, βρέθηλε πεταμένο...

ΑΝΗΣΥΧΑΣΤΙΚΟΝ ΟΝΕΙΡΟΝ 24.3.1958

Ονειρεύθην ότι το επάνω μέρος του σπιθιού μου ήταν μισογκρεμισμένον από από μια γωνία και κατέπεσεν από το επάνω μερος ένα σκυλάκι και μια γάτα. Το σκυλάκι αναρριχόμενο δεν κατόρθωσε να μην πέσει από το απάνω μέρος η δε γάτα πολύ εξυπνη είδε ένα σκοινί να κρέμεται παραπλεύρως από την γκρεμιζόμενη γωνία και πηδώντας με δύναμη κατόρθωσε και έπιασε το σκοινί και με το σκοινί πήδησε στο απέναντι μέρος-Σαν να ήταν πυρκαϊά και ετινάχθη μακριά να μην πέσει στη φωθιά και έτσι γλύτωσε από το γκρέμισμα μόνο η γάτα ο σκύλος σκοτώθηκε το σπίτι μισογκρέμισε και μετά έσωσαν να βρέθηκα – εκεί και σαν να ήταν φούρνος το μέρος και έβγαινε ψωμί και ήμουν με τον πεθερόν μου καιήλθεν και ο Δεσίπρης ψαράς και μας έκανε αστεία και ψήναμε πατάτες και τρώγαμε και σε μια στιγμή ο πεθερός μου ξαπλωμένος χάμω με το Μύρο το σωφέρ -του λέει ο Μύρος μα Κύριε Γιωργάκη το επώνυμον σας το λέγουν Ασκορδουλάκη; του απαντά ο πεθερός μου με έκπληξη (γνώριζε ότι το ήξερε πολύ καλά) : Ναι-και ξύπνησα.

Χωριό της Κρήτης στη δεκαετία του 1950-60, σχέδιο Μαρίας Φιοράκη.

ΟΝΕΙΡΟΝ 6-10-1959

Ονειρεύτηκα εις το κρεβάτι που πέθανεν ο πατέρας μου ότι τον είδα ντυμένο σεβαστά και γερασμένον με αγαθά χαρακτηριστικά και σαν να είμεθα εις τις Ασίτες και γινόταν στο καφενείο γλέντι και πηγαίναμε και τον παρακρατούσα από το χέρι και μου ήλεγεν ότι αγαπούσε το παγωτό πάρα πολύ και ήθελε να γάγει γιατί είχεν πολύ καιρόν να φάγει αλλά τον καιρόν που πηγαίναμε εις το καφενείον σα να μπήκαμε σε ένα σπίτι συγγενών και παρουσιάστηκαν μια κοπέλα με τα κάτασπρα σαν και με χαιρέτησεν και μετά άλλη μια πιο μικρή και αυτή κάτασπρα και με χαιρέτησεν και αυτή και μου είπαν δεν μας γνωρίζεις-λέει είμεθα εγώ εγώ όχι είμεθα άγγελοι και εν τω μεταξύ εξαφανίσθηκαν διότι εν τω μεταξύ στο καφενείον είχαν βάλει τραβάγιες η πάρτη που γλεντούσε και με τη φασαρία φύγαν οι αγγέλοι
(επόμενη σελίδα)
και μου λέγει ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου – παιδί μου έλα να φύγωνεν ναπάμεν στο σπίτι της συμπεθέρας μόνον έλα να με κρατάς από το χέρι και τον πήγα στο σπίτι και μετά πάλι γύρισα και μου λέγαν γιατί έφυγα λέγω πήγα τον γέρον στο σπίτι με την πεθερά μου να κάνουν παρέα γιατί δεν του άρεσεν εδώ.
Η ενδυμασία του γέρο, ήταν μεϊντανογέλεκο όχι από τσόχα αλλά από μάλλινον ύφασμα και η βράκα και μανδύλι σαρίκι κάλτσες γυναικείες μέχρι τα γόνατα κια παπούτσια από ελαστικό λίνα

Εσωτερικό κρητικού σπιτιού, φωτογραφία του αρχιτεέκτονος Γιάννη Περτσελάκη

9 Νοεμβρίου 1965 Εορτή του Αγίου Νεκταρίου (…)

Όνειρον

Είδον τον Άγιον ως ψάρι να βγαίνει από την θάλασσαν και μετά εμεταμφιέσθη εις Δούρειος ίππος και μετά εις βασιλεύς με περικεφαλαίαν εισερχόμενος να μιλήσει εις την λεωφόρον Καλοκαιρινού από Χανιών Πύλην. Έτρεξε ο κόσμος να ακούσει την ομιλίαν του και ομίλησεν εις τον κόσμον να αγαπά αλλήλους ως χριστιανοί και να κάμνετε έργα αγάπης και θα σας θεραπέψω και τότε ένας τον επλησίασεν και του λέγει ότι υποφέρει εις την λεκάνη και να τον θεραπέψει. Τον εγύρισεν άνω κάτω και τον έπίασεν από τους δυο του πόδας και του είπεν “τώρα να σηκωθείς και θα είσαι αύριο καλά” αυτός όμως δεν επίστεψε και του λέγει να μου το δώσεις γραφτόν και του δίνει ένα σημείωμα με την υπογαφήν του και μετά ανεβηκεν σκάλα και εκάθισεν σε ένα μπαλκόνι και πλησίαζα και εγώ και μου λέγει “Σήφη κάθισεν” και του λέγω “με γνωρίζεις;”-Πως ο Σήφης δεν είσαι που έχεις παρακάτω το μαγαζί” και με παίρνει από τη χέρα και με ανέβασεν σε ένα σαν μιναρέ για να ομιλήσει στον κόσμον και όπως πατήσαμεν εις τον τρούλον έσπασεν ο μιναρές και τσουρλούσαμεν εις το κενόν του μιναρέ και έτσι ξύπνησα και τον έχασα με βασιλική ενδυμασία και με περικεφαλαίαν .
Προσκυνώ και δοξάζω το όνομα του αγίου Νεκταρίου

Άγιος Νεκτάριος, παλιά μεταλλική εικονίτσα 5.7Χ8.6 εκ.

ΤΑΣΙΑ ΚΟΚΟΤΣΗ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΚΑΡΑΜΑΡΙΑ – ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ

Αριστερά η Τασία Κοκότση, δεξιά η Ειρήνη Ζεβελάκη, σε χαρούμενη στιγμή

ΤΑΣΙΑ ΚΟΚΟΤΣΗ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΚΑΡΑΜΑΡΙΑ – ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ

Κάποτε συμπληρώνεται ο καιρός, τα γεγονότα σαν να κλείνουν τον κύκλο, καθώς φτάνει ένα ακόμα μήνυμα. Η θεία μας , η Τάσα Κοκότση, τo γένος Καραμαρία, ξεκίνησε για το μεγάλο ταξίδι, αφού συμπλήρωσε τα 96 χρόνια της.
Ήταν το τελευταίο από τα παιδιά του Στέλιου Καραμαρία, που έφτασε στα Χανιά από την Ρόδο – στις αρχές του περασμένου αιώνα, όταν η Κρήτη είχε αποτινάξει το ζυγό των Οθωμανών και έμπαινε στο δρόμο της εθνικής και κοινωνικής της ολοκλήρωσης. Γιατί ο δωδεκανήσιος εγκατέλειψε τη Ρόδο είναι άγνωστο, μπορούμε όμως να υποθέσουμε ότι η αυτονομία της Κρήτης τον συγκίνησε, και καθώς ήταν στενός ο χώρος των νησιών, θέλησε βρει έναν ελεύθερο και ευρύτερο επαγγελματικό ορίζοντα. Και τα κατάφερε να ενσωματωθεί εύκολα στη νέα χανιώτικη κοινωνία και να πετύχει, σε ένα περιβάλλον, που αναπτυσσόταν με γρήγορα βήματα. Τα παιδιά του,δυο αγόρια και 4 κόρες ανατράφηκαν υποδειγματικά, όπως δείχνει η κατοπινή τους εξέλιξη. Από τα δυο αγόρια το πρώτο, ο Δημήτρης που είχε τη “σφραγίδα της δωρεάς”(1) σπούδασε σε Πανεπιστήμιο της Ιταλίας, τα κορίτσια τέλειωσαν τις εγκύκλιες σπουδές και ένα από αυτά, το τελευταίο, που ήταν η Ειρήνη, είχε εξαιρετικές επιδόσεις τέλειωσε την Σχολή Καλογραιών, αλλά δεν συνέχισε σε ανώτατες σπουδές. Η τύχη του πατέρα είχε τελειώσει, ένα σοβαρό ατύχημα επαγγελματικό καθήλωσε την εξέλιξη του. Ο δεύτερος γιος του εγκαταστάθηκε στα Χανιά, όπου δημιούργησε οικογένεια και η Ειρήνη, επιμελής και δημιουργική, ακολούθησε τον μεγάλο αδελφό στην Αμφισσα και ακολούθως στην Αθήνα, πρώτα ελεύθερο και ακολούθως στην οικογένεια που είχε δημιουργήσει και στα δυο παιδιά του. Η μεγαλύτερη από τα κορίτσια η Ευαγγελία, παντρεύτηκε πρώτη, αλλά ήταν άτυχη- πέθανε μόλις απέκτησε το γιο της. Η Τασία και η Αθηνά “αποκαταστάθηκαν”(έτσι λέγανε τότε)με εξαιρετικούς συντρόφους, τον Αντώνη Κοκότση η πρώτη και το Στέλιο Σαλβαράκη η δεύτερη, αλλά δεν αξιώθηκαν τέκνα. Ο Γιάννης ο δεύτερος αδελφός, σταδιοδρόμησε στα Χανιά και απέκτησε τρία κορίτσια και ένα αγόρι. Η Ειρήνη Καραμαρία άργησε να επιλέξει σύντροφο κι όταν έφτασε η ώρα, έκανε μια απολύτως παρακινδυνευμένη επιλογή. Ο υποψήφιος σύζυγος, είχε μόλις και ξαφνικά χάσει την γυναίκα του και είχε και τρία αγόρια σε ηλικίες πολύ προβληματικές (εφηβεία). Πως το έκανε αυτή η πανέξυπνη γυναίκα, ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω. Μα δίπλα της ήταν η Τάσα και η Αθηνά, σύμβουλοι και συμπαραστάτες σημαντικοί. Πέρασε καιρός να ξαναρυθμιστεί η βαριά πληγωμένη οικογένεια του Σπύρου Ζεβελακη. Χρειάστηκε η εξαιρετική συμπεριφορά της Ειρήνης η μεγάλη (εξοντωτική πολλές φορές) προσφορά και ανιδιοτέλεια, η σοφία του συζύγου της και η βοήθεια της Τάσας και του Αντώνη Κοκότση (όλοι βέβαια από την ευρύτερη οικογένεια των Καραμαρία πρόσφεραν). Η Ειρήνη έγινε αληθινή μάνα των ορφανών παιδιών και απέκτησε και ένα ακόμα αγόρι, δημιούργησε μια υποδειγματική νέα οικογένεια, με ευγένεια και τρυφερότητα και η Τάσα έγινε η πρώτη “τη τάξει” θεία για όλα (και τα τέσσερα) παιδιά της. Με τον καιρό και αφού πέρασαν τα σκοτεινά χρόνια της δεκαετίας 1963-73, που δοκίμασαν πολύ σοβαρά την αντοχή μα δεν ράγισαν την συνοχή της οικογένειας της, η Ειρήνη και η Τάσα που είχαν πλησιάσει περισσότερο δημιούργησαν ένα δίδυμο (δίπολο) που ένωνε. Τα Χανιά και το Ηράκλειο πλησίασαν για την οικογένεια, και για τα παιδιά του Σπύρου και της Ειρήνης, η πολύ όμορφη κατοικία των Κοκότσηδων,

Το σπίτι των Κοκότσηδων, με θέα τη θάλασσα-διακρίνεται η Τασία με κάποιον ανιψιό της στη βεράντα(1999)

ήταν πάντα ανοικτή και πάρα πολύ φιλόξενη. Συλλογίζομαι ότι οι τρεις αδελφές η Τάσα, η Αθηνά και η Ειρήνη, που δεν έμοιαζαν πολύ εξωτερικά, ήταν παρα πολύ όμοιες στο ήθος και τον χαρακτήρα, σαν να ταν τρίδυμες. Ήπιες και —καλοσυνάτες και καλόγνωμες, με γνώσεις και δεξιότητες και εμπειρίες. Καλλιεργημένες, “διαβαστερές”, η νηφαλιότητα και ηρεμία χαρακτήριζε την συμπεριφορά τους. Όταν αρρώστησε η Αθηνά, την επισκέφτηκα στο σπίτι της, αντιμετώπιζε μια από τις πιο επώδυνες προσβολές της ασθένειάς της. Ήταν τόσο ήρεμη και ήσυχη που έμεινα άναυδος, μα πως αντέχει ; Τα λόγια της απέπνεαν γλύκα και αισιοδοξία, ένοιωσα ντροπή για τη λύπη μου. Εφυγα με πιο σταθερά βήματα ,πιο σταθμισμένος. Όταν έφτασε η σειρά της Ειρήνης, όταν η υγεία της έγινε προβληματική, δεν θέλησε να αποδεχθεί ( να συμβιβασθεί) με την ιδέα της μόνιμης βοηθού των ηλικιωμένων. Όταν οι γιοι της της το επέβαλαν – από αστάθμητη αγάπη κινούμενοι – εύκολα οδηγήθηκε στο πρώτο και τελευταίο ατύχημα και το εγκεφαλικό και (γρήγορα) στο τέλος. Η Τάσα αν και μεγαλύτερη έμεινε τελευταία, στη φωλιά της πάνω απ΄ τη θάλασσα, δίπλα στη “Χονολουλού” σύμβολο της αναψυχής και του μπάνιου, μέτρησε πολλά χρόνια μέχρι τα πολύ βαθιά γεράματα. Είχε πλούτο αναμνήσεων για να συντηρηθεί και την αγάπη όσων την γνωριζαν. Ο μικρότερος γιος της Ειρήνης, αγαπημένος της ανιψιός, είχε μεγαλώσει και με την δική της φροντίδα και μετά το θάνατο της μάνας του στάθηκε αληθινός γιος της κι ας ήταν στην άλλη άκρη της γης, λόγω επαγγέλματος.
Η θεία η Τάσα κοιμάται για πάντα στην αγκαλιά της Χαλέπας, δίπλα σε αγαπημένους της συντρόφους. Για έναν περίπου αιώνα πήρε ότι της προσφέρθηκε και έδωσε (κι από το υστέρημά της)ότι μπορούσε, χωρίς να υπολογίσει κέρδη και ζημιές. Ευπροσήγορη, ευγενική και ανοικτή και προσφερόμενη – σοβαρή και καθόλου αυστηρή, ευλόγησε με την ύπαρξη και την παρουσία της τον τόπο που έζησε. Όσοι βρέθηκαν κοντά της και όσοι την γνώρισαν θα την θυμούνται με αγάπη.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: (1)απόφθεγμα, χαρακτηρισμός των παιδιών που έχουν έφεση στα γράμματα ( Γ.Παπανδρέου 1964)

ΜΑΝΤΙΝΑΔEΣ ΠEΡΙΠΑΙΚΤΙΚΕΣ Κ.Α.

Από το λεύκωμα του μεσοπολέμου της NELLY'S, έκδοση "ΝΗΣΟΣ"

Σαν τη χαρχάλα του καβρού που πάει μπρος και πίσω
ετσά μου φαίνεται κι εσύ και θα σε παραιτήσω

Τρεις πήχες όφης θα γενώ τη μέση σου να δώσω
ότινα πεις να μ΄αρνηθείς θα να σε θανατώσω

Όμορφα παν τα πρόβατα με τα ψιλά λεράκια (3)
όμορφα παν οι κοπελιές με ντελικανιδάκια(4)

(3)=μικρά κουδούνια, (4)=παλικαράκια

Η πέρδικα κι η κοπελιά κάνει κακό κυνήγι
σαν είν΄ο κυνηγός καλός μπορεί να μην του φύγει

Σαν είν ο κυνηγός καλός κι ο σκύλος να κατέχει
δεν τον αφήνει το λαγό στο ζάλο τον ξετρέχει

Τα μάθια σου ναι σαν τ΄αβγά τ΄αφθιά σου σαν τζη λουτας(5)
το μπόι σου κοντό κοντό σαν τζη κρασοκουρούπας

(5)=γουρουνας

Επήγα να σ αγκαλιαστώ κι αγκάλιασα τον κάτη
κι ετσάφισέ(7) με στο μερί και με΄ καμε μπερμπάτι(6)

(7)γρατζούνισε, (6) σε κακά χάλια

Μωρή αρκούδα με τ΄ αφθιά καμήλα με τη ράχη
ότι είπανε τ΄αχείλια σου η μούρη σ΄ όλα τάχει

Δεν πάω μπλιο στο γάιδαρο μαγάρι κι ας ψοφήσω
κι ο καθανείς βουκόλισσα δεν πάει ν αγαπήσει

Πότε να πάμε στο χωριό να πάμε στο μιτάτο
να βάλω το μαντζόρο (9)μου να φέρει τσ αίγες κάτω

(9)=όνομα σκύλου

Ωσάν τ΄αρνάκι προπατώ σαν την προβάτα μύσσω
κι ωσάν το ψωροκάτσικο πομένω πίσω πίσω

Ο κάτης(*)παίζει το βιολί κι ο μποντικός σφυρίχτρα
κι εδά να πηαίνομε και μεις κι έχετε καλλη νύχτα

(*)= γάτος

Ξύπνα λιβαδοπέρδικα τίναξε τα φτερά σου
διώξε το νυχτοκόρακα που΄χεις στην κάμαρά σου

Σαράντα λίρες ήδωκα στσοι ζεύλες(8) και τα λούρα (*)
για να ζευλώσω τον ντανά(+) απου ναι στη κουντούρα

(*)= εξαρτήματα του ζυγού, για το όργωμα
(+)=ταύρος

Άσπρα πουλιά στη θάλασσας που χαμηλοπετάτε
α(ν) δείτε την αγάπη μου να μου τη χαιρετάτε

Με τ΄αγριοπερίστερα που πάνε στον αέρα
σου΄πεψα γω χαιρετισμό μα δε σου τον εφέρα

Να’ μουν πουλί και συ δεντρό σ΄’ενα μεγάλο δάσο
και στα χρυσά σου τα κλαδιά να΄ρχομαι να κοιτάσσω

Να΄μουνε κι ίντα να μουνε ένα πουλί γαρδέλι
να πήγαινα τσ΄αγάπης μου την ώρα που με θέλει

Να΄ μουνε πετροκοτσιφός να ΄μουνε χελιδόνι
να ΄ρχόμουνα να σε΄βλεπα να δω ποιος σε μαλώνει

Δυο περιστέρια κάθουνται στην άκρα του δωμάτου
μα επεράσαν οι καιροί μικρή μου που σ΄ αγάπου
___

Δ.ΞΥΡΙΤΑΚΗΣ: ΛΟΓΩ ΤΙΜHΣ (ΙΣΤΟΡΙEΣ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΒEΝΤΕΤΑΣ)

Την Πέμπτη το βράδυ στην φιλόξενη αίθουσα του Επιμελητηρίου, παρουσιάσθηκε ένα ακόμα βιβλίο του ακούραστου νομομαθούς και έγκριτου ποινικολόγου αλλά και γλαφυρότατου συγγραφέα Δημήτρη Ξυριτάκη. Και βέβαια ο γνωστός δικηγόρος, δεν έχει ανάγκη παρουσίασης , στο κρητικό τουλάχιστον κοινό, που τον ξέρει και ως πολιτικό και ως αντιστασιακό αγωνιστή, αλλά και μελετητή της ιστορίας της Κρήτης των νεότερων χρόνων και θυμούνται οι περισσότεροι την απονομή στα 1998, του βραβείου Νίκου Καζαντζάκη για το βιβλίο του “ΞΑΝΑΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ”.

Δημήτρης Ξυριτάκης, πρόσφατη φωτογραφία(alkman.gr)
Συνεχίστε την ανάγνωση Δ.ΞΥΡΙΤΑΚΗΣ: ΛΟΓΩ ΤΙΜHΣ (ΙΣΤΟΡΙEΣ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΒEΝΤΕΤΑΣ)

ΟΙ ΔΙΑΚEΚΡΙΜEΝΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ – ΤΟ ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ ΤΩΝ ΔΟΛΟΦΟΝΩΝ

ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΑΨΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ…

Μοιάζει η ζωή ψεύτικη ή όλα συμβαίνουν σε μένα;(όπως λέει ο Γιάννης Ανδρεαδάκης) έχετε γνωρίσει από κοντά κανέναν αληθινό (καταδικασμένο η όχι) δολοφόνο; ρώτησα προ ημερών 10 ηλικιωμένους (άνω των 50 ) γνωστούς μου. Ούτε από κοντά ούτε από χιλιόμετρα απάντησαν όλοι, χωρίς εξαίρεση. Έμεινα έκπληκτος, η καταγωγή μου από το Κ…. της ορεινής Κρήτης με είχε φέρει εξ απαλών ονύχων -κυριολεξία- σε επαφή με φονιάδες και αγρίους πλην γενναίους άντρες. Πριν παρακολουθήσω (διδαχθώ) την αλφαβήτα είχα μάθει να πυροβολώ με ντουφέκι κατά τι ψηλότερο από το μπόι μου και οι μάχες μετά την κατοχή και τον εμφύλιο, ποτέ δεν είχαν σταματήσει στις απόμερες απρόσιτες περιοχές της Κρήτης. Οι λεγόμενες οικογενειακές διαφορές ήσαν επαρκείς συνήθεις αιτίες και αφορμές δεν έλειπαν.
Έμεινα έκπληκτος με τις απαντήσεις,όχι βέβαια γιατί έπρεπε σώνει και καλά να έχουν ανέβει στα βουνά οι γνωστοί και συνάδελφοι, αλλά γιατί στην φιλειρηνική πόλη μας είχα συναντήσει περισσότερους δολοφόνους, απ ότι στις κορυφές των ορέων . Και όχι μόνον αυτό, μερικοί είχαν γίνει και φίλοι μου. Ξανασκεφτόμουν μα δεν άργησα να καταλάβω, πως δεν ήταν όπως φάνηκαν τα πράγματα. Πολλοί και διακεκριμένοι φονιάδες, έχουν “αποχρωματισθεί”(κυριολεκτικά) στην πόλη, είναι μεγαλο νοικοκύρηδες και κανείς δεν ξέρει ή δεν θυμάται πράξεις παλιές και στυγερές-που δεν πληρώθηκαν(τιμωρήθηκαν) και όλες. Η υπερ ανεκτική πόλη μας, εύκολα συγχωρεί και πολύ άνετα επαν εντάσσει άτακτους και απείθαρχους συμπολίτες μας. Καλά οι άλλοι, μα εγώ που γνωρίζω καλά; Πως απέκτησα φιλίες πως δέθηκα με τόσους υπερ παραβατικούς ανθρώπους. Δεν ξέρω, ήταν όλοι ειλικρινείς και προσφερόμενοι και φιλότιμοι. Ενώ κανείς τους δεν είχε ανώτατη παιδεία, δεν ήταν χαμηλού επιπέδου, διέθεταν όλοι αξιόλογη “κοινωνική μόρφωση” και δείκτη νοημοσύνης πάνω απ το μέσο όρο (αν υπάρχει κάτι τέτοιο βέβαια).

Οι μαμάδες των παιδικών χρόνων...

ΠΡΙΝ ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ

Μέσα στη κάψα του καλοκαιριού γύριζα πίσω αιώνες, στα θρανία του Δημοτικού και τους πρώτους αληθινούς φίλους, οι εντυπώσεις δε έχουν σβήσει ακόμα, τα παιδιά παίζουν αμέριμνα στα στενά της παλιάς πόλης, το Πρότυπο σχολείο στην άκρη της κακόφημης συνοικίας του “Λάκκου” δεν έχει καμιά ιδιαιτερότητα, οι δάσκαλοι χωρίς ειδίκευση πλην ενός, που έχει και το βαρύτερο χέρι (είναι ο Διευθυντής). Η πρώτη παιδική κοινότητα ήταν τυχερή, το κοινωνικό χαρμάνι, είχε πετύχει, μικρο επαγγελματίες, τεχνίτες και υπάλληλοι οι γονείς, δεν δημιουργούσαν διαχωρισμούς και ανταγωνισμούς στα παιδιά και η αγία ράβδος, καθιερωμένη και στο Πειραματικό, εξίσωνε σκληρά βέβαια αλλά δίκαια. Στην πέμπτη τάξη είχαμε δημιουργήσει μια στοιχειώδη δανειστική βιβλιοθήκη, και οι έρευνες μας στο μεγάλο χαντάκι του Γεωπονικού, έφερναν στο φως σπάνια απολιθώματα αλλά και συμπαθητικά σαλιγκάρια και απαίσιους γυμνοχοχλιούς και εντόπιζαν φυτά άγνωστα που έπρεπε να ονοματίσουμε.

Παρατηρούσαμε τα πάντα και κρατούσαμε σημειώσεις...

Η φιλία ήταν αποτέλεσμα των κοινών απασχολήσεων των ατέλειωτων παιγνιδιών και του διαβάσματος. Με τα βιβλία ο κόσμος άνοιγε, μπορούσαμε να πάμε παντού, τα οικονομικά δεν έμπαιναν εμπόδιο, το Παρίσι φαινόταν πιο κοντά από την Αθήνα και το Λονδίνο από τη Θεσσαλονίκη. Γιατί βέβαια η λογοτεχνία που άρχισε να μας συγκινεί, δεν είχε σχέση με την Ελλάδα και το Κλεινόν Άστυ, αλλά με τους μεγάλους συγγραφείς …..
Η φιλία άνθιζε σαν συγκινητικό λουλούδι του αγρού-δεν σχετιζόταν με κοινωνικές σχέσεις και επαφές σαλονιών, δεν είχε ανάγκη οικονομικών ενισχύσεων και δεν επηρεαζόταν από το επίπεδο των οικογενειών μας.

Λαϊκές εκδόσεις και διασκευές μεγάλων έργων, από τα σπίτια μας

Έτσι έφτασα στο Γυμνάσιο, τελείως απροετοίμαστος. Η πρώτη επαφή τραυματική, εξετάσεις μέσα σε καύσωνα εξοντωτικό, ηλίαση και κρεβάτι. Η πρώτη τάξη είχε άλλα πρόσωπα, οι στενοί φίλοι είχαν χαθεί λόγω ονομάτων (άλλα τμήματα) ή λόγω κατεύθυνσης, αφού υπήρχαν δυο διαφορετικά γυμνάσια (Πρακτικό-Κλασικό). Είχα μείνει μόνος, το κατάλαβα αργά, η νέα μαθητική μου κοινότητα ήταν διαφορετική, κανένας δεν ενδιαφερόταν για βιβλία και ανακαλύψεις – το ποδόσφαιρο και ο αθλητισμός ήταν πια τα κυρίαρχα καθημερινά θέματα. Τα γυαλιά που φορούσα – ο μόνος σ όλο το σχολείο- δημιουργούσαν αξεπέραστα εμπόδια για την μπάλα και σχέση μου με τα βιβλία δεν βοηθούσε καθόλου – άρχισα να κλείνομαι επικίνδυνα, μοναχικός από τη φύση μου, αγωνιζόμουν να βρω κάποια επαφή με τους συμμαθητές μου, μάταια. Πέρασαν δυο σχεδόν χρόνια στο απωθητικό περιβάλλον, τα αδέλφια μου δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα, οι σχέσεις και μ’ αυτά δεν είχαν έκταση και βάθος – το ποδόσφαιρο και ο αθλητισμός ήταν το άπαν τους.
Μα όταν η εφηβεία άρχισε να με αλλάζει, οι δυνάμεις μέσα μου δεν μπορούσαν να βρουν κάποια έξοδο, η φαντασία και η λογική έδειχναν τον αναγκαστικό δρόμο, προς τα έξω. Βρήκα μεθόδους επαφών, ανακάλυψα απασχολήσεις που μου ήταν άγνωστες…

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ

Το ερώτημα ήταν τι ενδιαφέρει τους άλλους; Η απάντηση δεν ήταν πολύ δύσκολη, η καθημερινότητα, η διασκέδαση, ο χαβαλές, το φουτ μπώλ και τα κορίτσια βέβαια-αν και δεν δηλωνόταν πρώτο το θέμα και κατηγορηματικά. Δεν άργησα να διαισθανθώ και άγνωστες μέχρι τότε διαφορές. Υπήρχαν εύποροι και μη μαθητές. Υπήρχαν και ιδιωτικά σχολεία, μα κανένας δεν τα είχε σε εκτίμηση. Μπερδευόμουν μα δεν πολυνοιαζόμουν, ήταν τόσο λίγοι οι εύποροι τότε και τόσο ανυπόληπτα τα σχολεία των ευπόρων. Μα η μάλλον μοναχική τάση μου, η χαμηλή οικονομική κατάσταση της οικογένειάς μου και το ψηλό πνευματικό επίπεδο της, με απομάκρυναν από τα βουτυρόπαιδα και με έφερναν κοντά στην πλεμπάγια, τους μάγκες και τους κακούς μαθητές (τους μη επιμελείς για την ακρίβεια). Βρήκα εύκολα απήχηση, έγινα ο αρχηγός των τελευταίων θρανίων. Έγινε μια φυσική και τελείως αυθόρμητη ανταλλαγή, πρόσφερα βοήθεια στα μαθήματα (φροντιστήριο) και μου άνοιξαν τον κόσμο γύρω μου. Εντάχθηκα όσο μπορούσα, ας έμοιαζα σαν τη μύγα μες το γάλα- ήμουν πιο κάτω σε πολλά και υπερείχα σε λίγα. Όμως βρήκα πάλι φίλους, αληθινούς, η απόλυτη μόνωση είχε τελειώσει πια.

Το Πανεπιστήμιο - εδώ Πολυτεχνείο- πριν τα τανκς και την αποτέφρωση της βιβλιοθήκης του

ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

Η νέα φάση με απομάκρυνε από την επαρχιακή πόλη μου, με έφερε στο κέντρο. Πάλι ανάγκη νέων φίλων πριν καλά καλά μάθω τους παλιούς. Στο φροντιστήριο δεν υπήρχαν πολλοί, τα μαθήματα σε μεγάλη ένταση, δεν άφηναν και περιθώρια. Όμως η ανάγκη επαφής έφερε κοντά του γείτονες στην Οδό Αρματολών και Κλεφτών (αλήθεια έτσι) που ήταν άλλων σχολών. Τώρα το θέμα ήταν τζόγος και σεξ, οι απασχολήσεις της επαρχίας έμοιαζαν πολύ μακρινές. Τα έμαθα εύκολα και τα δυο. Όχι φυσικά δωρεάν και χωρίς απώλειες (όχι μόνο οικονομικές). Μα δεν τέλειωναν όλα εύκολα, εδώ η μάθηση ήταν χρονοβόρα και ακριβή. Κόλλησα αρκετά, βρέθηκα σε παγίδα που δεν μπορούσα να βγω. Περνούσε ο καιρός κι όταν ξεμπέρδεψα με όλα αυτά, ξανά στην επαρχία μου, χωρίς φίλους πάλι.

Η ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΦΑΣΗ

Η επιστροφή στην πατρίδα που δεν φαινόταν ανέφελη, συνδυάστηκε με κάποιο γνωστό συμμαθητή, που με μεγάλη ανιδιοτέλεια πρόσφερε απασχόληση, δουλειά δηλαδή, σε καλές συνθήκες. Δεν άργησε να γίνει φίλος και καλός, όμως στον επαγγελματικό κύκλο άρχισαν να προστίθενται πελάτες που γρήγορα γινόταν φίλοι. Ήμουν εκπαιδευμένος πια στις διαπροσωπικές επαφές και σχέσεις, αφήνοντας κατά μέρος τα πολύ προσωπικά μου ενδιαφέροντα, “τις ενδιάθετες τάσεις μου” , αποκτούσα αν όχι πολλές, αρκετές φιλίες. Δεν έκανα διαχωρισμούς και εκλεκτικές επιλογές, ήταν αρκετό να ναι προσφερόμενοι και ειλικρινείς οι άνθρωποι. Μου άρεσαν περισσότερο οι αυθόρμητοι και ανοικτοί χαρακτήρες, που διέφεραν πολύ από μένα. Ο πρώτος που έγινε γρήγορα κοντινός και οικείος ήταν ο συνεργάτης-βοηθός του “συμμαθητή” μου, που έγινε και δικό μου δεξί χέρι στις γραφειοκρατικές υποθέσεις, Γιώργος Μ. Πως είχε προσληφθεί δεν ξέρω ήταν συνταξιούχος του Δημοσίου, ευγενικός και χαμογελαστός ήξερε τον δυσπρόσιτο τομέα των Υπηρεσιών και των Υπαλλήλων καλά, μας βοηθούσε να διεκπεραιώσουμε δουλειές σημαντικές χωρίς φακελάκια πολλά και μπαξίσια. Η εκτίμηση μας στο καλό ποτό και τον καλό μεζέ, μας οδηγούσε μετά την εργασία σε “στέκια” που συχνάζουν τύποι της πιάτσας, απολαμβάναμε τα διαλείμματα και μαθαίναμε τι γίνεται κάτω από την ήρεμη ακίνητη επιφάνεια της κοινωνίας μας. Το οινόπνευμα φέρνει εξομολογητικές διαθέσεις, ο ηλικιωμένος ο φίλος μου δεν άργησε να διηγηθεί τη ζωή του. Ήξερα ότι ήταν ορεινός δεν παραξενεύτηκα που ήταν αυτουργός φόνων. Μα μου έκανε εντύπωση ότι μιλούσε με πολλή ψυχραιμία όχι για ένα αλλά για πολλά εγκλήματα , η “αποστασιοποίηση” έμοιαζε σε μένα αφύσικη. Κόλλησε μόνο σε ένα φονικό, ήταν η ηλικία του θύματος – δεκαοκτώ χρόνων – “δεν μπορώ να το ξεχάσω” σημείωσε και το προσπέρασε. Όλα ήταν παλιά κρίματα, που έμοιαζαν σαν ανήκουν σε έναν κόσμο που πέρασε χωρίς να αφήσει ίχνη. Είχα μάθει ότι ο καλοστεκούμενος Γιώργος Μ. είχε χωρίσει από την πρώτη σύζυγό του λόγω απάτης – τον είχε εγκαταλείψει χάριν ενός εραστή (νεοτέρου) – δεν είχε αντιδράσει, δεν έσφαξε κανέναν. Κάποτε παρατήρησα ενώ δεν με πρόσεχε- ότι οπλοφορούσε, πολύ διακριτικά. Χαθήκαμε όταν αποσύρθηκε από την εργασία του. Την ίδια εποχή, μια επαγγελματική ιστορία, με έκανε να επισκεφθώ τον Κώστα Τ. στις φυλακές της Αγιάς. Ήταν καταδικασμένος για τον φόνο ενός δικηγόρου και τον βαρύτατο τραυματισμό ενός άλλου και έπρεπε να γίνει συμφωνία μ έναν πελάτη μας που είχαν προβλήματα ορίων, ήταν “σεφήδες”. Στην αγροτική φυλακή του φερόταν με σεβασμό, έμοιαζε με αργεντινό ιδιοκτήτη μεγάλων εκτάσεων. Δεν έμεινε πολύ “μέσα”, συναντηθήκαμε πια όταν ήταν ελεύθερος και ιδιοκτήτης μεγάλου ξενοδοχείου. Επιβλητικός και σοβαρός, ήξερε να διηγείται, το αγροτόπαιδο είχε γίνει πιλότος της ΡΑΦ στον πόλεμο, μετά τσιφλικάς στη Ροδεσία και αργότερα μεγαλο ξενοδόχος στην Κρήτη.

Ο φίλος Κ.Τ. επίσημος και σοβαρός, από το χωριό του στην ΡΑΦ...

Πάντα αυτοκυριαρχημένος ήρεμος, καλοντυμένος, ένας ευπατρίδης που ωστόσο είχε βάψει τα χέρια του με αίμα. Γίναμε φίλοι, μα κάτι με ξένιζε πάντα, η ατσαλάκωτη εμφάνιση, ο επίπεδος (ουδέτερος) χωρίς αίσθημα λόγος του, η λιτότητα που πλησίαζε την τσιγκουνιά. Η αδυναμία εκμυστηρίευσης, η έλλειψη κάποιας ανάγκης μεταμέλειας, η ευγένεια που είχε πολλή τυπικότητα και λίγο βάθος. Σπανιότατα, τον ένοιωθα να έχει (να δείχνει)κάποια ανησυχία, ήξερα όμως ότι μπορεί να έκανα λάθος – ας λένε ότι ο φονιάς πάντα φοβάται, μια σκιά που μπορεί να τον πλήξει. Μετά από πολλά χρόνια, απομακρυνθήκαμε, για ασήμαντη αφορμή. Πριν λίγο έμαθα για τον Θάνατό του (και της γυναίκας του) και την διαθήκη του (ήταν Άγγλος υπήκοος) : άφησε την μεγάλη περιουσία του σ ένα ίδρυμα για την προστασία των άγριων πτηνών.

Ο ΤΡΙΤΟΣ ΦΙΛΟΣ

Ο τρίτος δολοφόνος που έγινε φίλος μου, δεν μοιάζει με τους άλλους δυο. Αυτός δεν σκότωσε επειδή είχε αντιδικίες οικογενειακές (όπως ο Γιώργος Μ.) η συμφέροντα οικονομικά μεγάλα (΄0πως ο Κ. Τ.),έδρασε κάτω από την θυελλώδη πίεση αισθημάτων και παραλογισμών . Σκότωσε την αγαπημένη του σύζυγο, πλήττοντας και την ίδια του τη ζωή.

Ο τρίτος φίλος ήταν πιο ειλικρινής και αυθόρμητος...

Όταν το γνώρισα ήταν 15 χρόνια στη φυλακή, ανταποκρίθηκα σε μιαν έκκληση του, επειδή ήταν στο επαγγελματικό μου συνδικάτο, πέρασα τους άθλιους χώρους επισκεπτηρίου της φυλακής του, του έφερα δυο βιβλία και λίγα γλυκά. Κρατήσαμε επαφή, με γράμματα και επισκέψεις, με τρομοκρατούσε η ιδέα της προσέγγισης στο “αναμορφωτικό” ίδρυμα, έσερνα δύσκολα τα βήματα μου εκεί. Όταν άρχισε να παίρνει “΄άδειες” ήταν δυνατόν να συναντηθούμε εκτός φυλακής, να μιλάμε με άνεση. Ήταν ευπαρουσίαστος, νέος ακόμα, είχε μια κόρη που ζούσε στο εξωτερικό με την αδελφή του αλλά όχι άλλες ισχυρές οικογενειακές διασυνδέσεις. Η φιλία δεν ήταν σταθμισμένη, ήταν ετεροβαρής, είχε ανάγκη μεγάλη κι εγώ μπορούσα να προσφέρω μιαν ελάχιστη συνδρομή, μα η φιλία δεν έχει ανάγκη τύπους και ισορροπίες, είναι υπόθεση αισθημάτων και διάθεσης. Ο τρίτος ( βαρυποινίτης) φίλος, δεν μου πρόσφερε ιστορίες και διηγήσεις του παρελθόντος, δεν έμαθα ποτέ καν το αδίκημά του. δεν ήπιαμε ποτέ ένα ποτό μαζί. Κι όμως ήταν ο πιο αισθαντικός και ηλικρινής από όλους, έδειχνε με τη στάση του, με το σώμα και το πρόσωπό του, τα αποτέλεσματα του μεγάλου κρίματος. Η φυλακή δεν είχε μειώσει την ελευθερία και την άνεση του για 18 χρόνια, ο ίδιος περιόριζε τη ζωή και τον εαυτό του, ίσα ίσα στα αναγκαία, για να βρει κάτι η κόρη του. Ο νέος και ωραίος που έκοψε το νήμα της ζωής της γυναίκας του, έκοβε σταδιακά τον εαυτό του και το βίο του, ο φόνος δεν έχει εξιλασμό, η τιμωρία δεν έχει έλεος – μου το έλεγε με τη στάση του χωρίς κανέναν περιττό λόγο. Όταν ολοκληρώθηκε η ποινή του, έφυγε για την πατρίδα του. Δεν ξανασυναντηθήκαμε.

Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΟΥ ΤΕΤΑΡΤΟΥ ΦΙΛΟΥ

Όταν μου τηλεφώνησε ο “συμμαθητής” και συνεργάτης που είχε γίνει πια ο στενότερος φίλος μου με ζώσανε φίδια, “έλα …ανάγκη”, είπε ασθμαίνων. Τον βρήκα στο διώροφο διαμέρισμα του καταματωμένο, πάνω από άψυχο σώμα της γυναίκας του. Ήταν αδύνατον να αρθρώσει πια λέξη, έδειχνε απεγνωσμένα τη σκάλα. Τραγικό ατύχημα, ήταν ολοφάνερο. Ακολούθησε η συνήθης διαδικασία, νοσοκομειακό, σειρήνες, ιατροδικαστές και αστυνομίες. Ανέλαβα όλες τις υποχρεώσεις που ακολουθούν τέτοια γεγονότα, ο φίλος μου είχε πλήρη ανικανότητα για οτιδήποτε, δεν μπορούσε να συνέλθει από το σοκ, τον άφησα στα χέρια των γιατρών και τω νοσοκόμων, ιδιωτικής ψυχιατρικής κλινικής. Το μοναδικό τέκνο του το ανέλαβε ο ετεροθαλής αδελφός του που ζούσε σε κοντινή περιοχή – τέλειωνε το Λύκειο και βέβαια είχε κι αυτό υποστεί μεγάλο ψυχικό πλήγμα.
Η αναστάτωση στη ζωή μου ήταν μεγάλη, συγκέντρωνα τις δυνάμεις μου να αντιμετωπίσω τα προβλήματα, ο ψυχαναλυτής μου έκανε αγωνιώδεις προσπάθειες να με συνεφέρει, δεν απέφυγε (αν και ήταν εναντίον κάθε φαρμακευτικής αγωγής) ένα υπνωτικό για τις ανήσυχες βραδιές. Όταν πέρασαν οι πρώτοι καθόλου εύκολοι μήνες, η ζωή γύριζε σε πιο κανονικό ρυθμό, ο φίλος μου επέστρεφε από το ταραγμένο ψυχικό του ταξίδι, φαινόταν πια φως. Σε έξι μήνες αφού οι κλιικοί ψυχολόγοι και οι νευρολόγοι έκαναν συμβούλιο, απεφάνθησαν ότι είχε αποκατασταθεί η (ψυχική) υγεία του (ισορροπία), τον έστειλαν πίσω στο κόσμο των λογικών, δηλαδή στο γραφείο του (δουλειά) και σε μένα. Η απερίγραπτη χαρά μου δεν κράτησε πολύ. Ανακάλυπτα καθημερινά μικρές διαφορές στη συμπεριφορά του ανθρώπου που γνώριζα πολύ καλά. Αφηρημάδα ξαφνική, επιμονή σε λεπτομέρειες ασήμαντες, φράσεις περίεργες που δε είχαν πολύ ειρμό. Το βλέμμα του σκοτείνιαζε εύκολα – αυτός ο τόσο ανοικτόκαρδος, δεν γελούσε πια. Όταν κατάλαβα ότι είχε συμβεί μια αλλαγή που δεν είχε επιστροφή, προσπάθησα να προσαρμοστώ στον “άλλο” φίλο μου. Τα πηγαίναμε πάλι καλά, μα κάτι είχε ραγίσει στις σχέσεις μας. Είχα την ελπίδα ότι δεν μπορεί, θα συνέλθει πιο πολύ, θα επιστρέψει ο παλιός εγκάρδιος και εκδηλωτικός σύντροφος. Όμως ένα βράδυ, μου ζήτησε μια απόλυτα στεγανή και προσωπική συζήτηση. Είχε ανάγκη εξομολόγησης, το καταλάβαινα όταν ένοιωθα πάνω μου το τρομαγμένο βλέμμα του, φοβόμουν περισσότερο από ότι αυτός.

Η σύζυγος, από την εκθεση "ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΟΧΘΗ" Δημοτική Πινακοθήκη Αθηνών 004

-”Πρέπει να σου πω κάτι που με βασανίζει πολύ”δήλωσε σχεδόν επίσημα, “νομίζω ότι ο θάνατος της συζύγου μου δεν ήταν ατύχημα!”συνέχισε χωρίς καμιά βιασύνη.

Μα πως αντέτεινα έκπληκτος, αφού το βεβαίωσαν με απόλυτη σιγουρια η αστυνομία και ο ιατροδικαστής – έγινε και αναπαράσταση, ήμουν εκεί.
“Δεν την έσπρωξε κανείς με το χέρι του”, μα δεν έπεσε μόνη της , δεν ήταν ατύχημα , ήταν έγκλημα “ έμεινα ενεός, όπως λέγανε παλιά.
“Και το χειρότερο είναι ότι εγώ είμαι ο ένοχος ! ”
. Παραλογίζεται σκέφτηκα, μετά από όσα πέρασε…
“Μην νομίζεις πως τρελάθηκα, με θεράπευσαν οι τρελογιατροί, είμαι μια χαρά- δεν έχω καμιά μανία. δεν ακούω φωνές δεν νοιώθω οσμές ανύπαρκτες.
Μα διέπραξα κάτι αποτρόπαιο, έκανα κάτι απαίσιο, που δεν πίστευα ότι θα μπορούσα. Άκου λοιπόν τι συνέβη. Το βράδυ εκείνο, η Τζένη (σύζυγος) είχε τα συνήθη νευράκια της. Από λόγο σε λόγο δεν άργησε να εκτραχυνθεί η κατάσταση, ήμουν κακόκεφος, δεν άντεχα τις ατέλειωτες στριγκλιές της, στα λόγια της δεν έδινα ούτως ή άλλως σημασία. Η παθολογική ζήλεια της την έκανε επιθετική, αναζητούσε μια ομολογία μου, που δεν μπορούσα να κάνω- αφού είμαι μονογαμικός και πεντακάθαρος. Όταν άρχισε να σπάει τα πάντα, της έπιασα το χέρι, με δάγκωσε σαν τίγρη, μάτωσα μα δεν έδωσα σημασία. Να, έδειξε σημάδι από δόντια στο μπράτσο του.
Ανέβηκε την εσωτερική ξύλινη σκάλα, στάθηκε στο κεφαλόσκαλο και συνέχισε το επεισόδιο. Την παρατηρούσα σαν να ταν άγνωστη ενοχλητική κάμπια. Μου προκαλούσε απέχθεια, δεν ήθελα να την αγγίξω για όλο το χρυσάφι της γης…
‘Τότε πως (γιατί) ευθύνεσαι;” ρώτησα αμήχανα
‘Όσο την παρατηρούσα τόσο ανέβαινε ένας πρωτόγνωρος απίθανος θυμός μέσα μου , συνέχισε χωρίς να με ακούει, ξεχείλιζα από αγανάκτηση από πρωτοφανή για μένα μανία. Ήθελα να πατήσω την άθλια κάμπια, να την εξαφανίσω από το πρόσωπο της γης. Η όμορφη ευγενική κοπέλα που αγάπησα, ήταν (έγινε) ένα τέρας, μόρφαζε άγρια στην άκρη του σκαλοπατιού, κινιόταν σαν πολύσπαστο. Ένα πρωτόγνωρο μίσος πολλαπλασίαζε κάθε αρνητικό αίσθημα, κάθε κακή σκέψη γι αυτήν . Να χαθεί να καταστραφεί, να πάψει να υπάρχει, το ήθελα με όλη τη δύναμη του είναι μου. Δεν μπορούσα να την αγγίξω, μα πρέπει να χάσει την ισορροπία της, αφού το θέλω τόσο πολύ, είχα μια αίσθηση ότι μπορεί να γίνει. Έκανε βήματα σαν σχοινοβάτης, λίγο ήθελε να πέσει. Η τηλεόραση είχε δείξει τηλε- κινήσεις, υπάρχει δυνατότητα; ήθελα να γίνει, έπρεπε να τιμωρηθεί.
Όταν έχασε την ισορροπία της (επιτέλους) όταν κίνησε σπασμωδικά τα χέρια της να πιαστεί από κάπου, όταν τα πόδια της ακροβατούσαν στο κενό – πριν συντριβεί το κεφάλι της στο μάρμαρο – ήμουν βέβαιος ότι τα κατάφερα, την είχα σπρώξει με τη δύναμη της σκέψης μου, την είχα εκτελέσει, όπως της άξιζε”.

Ο φίλος μου ήταν ανακουφισμένος, ένα μεγάλο βάρος είχε φύγει κι εγώ προσπαθούσα να συγκεντρώσω την σκέψη μου. Δεν έκανα σχόλια, δεν είπα κάτι. Ας πάμε για μια μπύρα του πρότεινα, δεν ξαναμιλήσαμε γι αυτό.
Την επομένη πήρα ένα σημείωμα του:
“Αποφάσισα να ξενιτευτώ, ζήτησαν έναν εθελοντή τεχνικό για κατασκευή νοσοκομείου στην Όμποε (Αφρική)- θα ναι για 5 χρόνια, αν αντέξω, φεύγω το απόγευμα”

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Αποφάσισα να εργασθώ μόνος, αποφεύγοντας στενούς φίλους – η οικογένεια πρόσφερε ένα ασφαλές λιμάνι

EΡΩΤΙΚΟ ΗΜEΡΟΛΟΓΙΟ (ΜE EΙΚΟΝEΣ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΝEΜΟΓΙΑΝΝΗ)

Ο Αλκμάν ενδιαφέρεται για επιστολές, ημερολόγια λευκώματα και ντοκουμέντα του παρελθόντος. Έχει ήδη παρουσιάσει πολλά, αρκετές φορές, θα προσθέσει σελίδες ημερολογίου που μας παρέδωσε η κ. Χ.Χ. για να δημοσιευθούν, με την προϋπόθεση να κρατηθεί (θα τηρηθεί απολύτως) η ανωνυμία της.

Σχέδιο Γιώργου Ανεμογιάννη, δεκαετία 1980-90, από προγράμματα του ημερολογίου
Συνεχίστε την ανάγνωση EΡΩΤΙΚΟ ΗΜEΡΟΛΟΓΙΟ (ΜE EΙΚΟΝEΣ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΝEΜΟΓΙΑΝΝΗ)

ΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ (21 ΜΑΡΤΙΟΥ 2011)

Με δυο εκδηλώσεις γιορτάσθηκε στο Ηράκλειο η μέρα της ποίησης, οργανωμένες από διάφορους φορείς και γνωστά βιβλιοπωλεία. Η πρώτη στην Ανδρόγεω, για τον πιο σημαντικό ποιητή που έζησε στην Κρήτη στον 20ο αιωνα, τον Λευτέρη Αλεξίου η άλλη στην μουσική σκηνή “ΠΥΞΙΔΑ”( στην παλιά αγορά) αναφερόταν στον Αργύρη Χιόνη – που δεν ξέρουμε – αλλα δεν είναι άγνωστος στα ελληνικά γράμματα λογοτέχνης. Το μεγάλο κοινό αγνόησε τις καθόλου αδιάφορες τιμητικές συνάξεις , η βροχή και η κακοκαιρία βοήθησε αλλά και η συνήθεια μας να αποφεύγομε παρουσιάσεις που δεν έχουν έντονο κοινωνικό ή μουσικοχορευτικό (διασκεδαστικό) χαρακτήρα. Διαλέξαμε στίχους του Λευτέρη Αλεξίου, πολύ συναισθηματικούς, για να τιμήσουμε τη χθεσινή μέρα και τις εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν.

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΑΛΕΞΙΟΥ

(Από τις μπαλάντες στην Αμαλία(*)

ΤΟ ΤΥΠΙΚΟ ΦΙΛΙ

Ως ο τυφλός που διψάει μια στάλα φως θολή
ένα στην άκρη των χειλιών διψάω φιλί

Φιλί να πούμε χρέους καθημερινού,
που δίνεις στο λαιμό κι έχεις αλλού το νου.

Φιλί τρεχούμενο ως ψωμάκι αγαπητό,
που τρως κι ευτύς ξεχνάς/ κι όμως σε θρέφει αυτό

Σαν “κυριελέησον”, που λες μηχανικά,
μα αν δεν το πεις, θαρρείς ο δαίμονας νικά.

Το παίρnεις στο φτερό και σα ναμην το θες/
μα άμα σου λείψει, κλαις, ξεσκίζεσαι να κλαις.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1:
(*) Αμαλία σύζυγος του Λευτέρη Αλεξίου από τα 1916, μητέρα του Στέλιου πρόωρα χαμένη (1948)

Α.Roden 1886, το διασημότερο φιλί της ιστορίας, από λευκό μάρμαρο

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 2:
Σε νεώτερα χρόνια μετά το 2000, ο Μ.Φούμης που βεβαιωμένα δεν είχε διαβάσει τους παραπάνω στίχους, έγραψε ένα απλό τραγουδάκι-που δεν μπορεί φυσικά να συγκριθεί με το ποίημα του Αλεξίου

ΤΟ ΦΙΛΙ

Σαν τυφλός που θέλει
Μια σταγόνα φως
Θέλω το φιλί σου
Μα δεν ξέρω πως

Να σου το ζητήσω
Μήπως αρνηθείς
Φοβηθείς πως ίσως
Θα μας δει κανείς

Πεινασμένος είμαι
κι ένα σου φιλί
Θα ναι σαν κουλούρι
Σαν ζεστό ψωμί

Σαν τον διψασμένο
Μες την έρημο
Το φιλί σου θέλω
Δροσερό νερό

(Είναι εντυπωσιακή η ομοιότητα των εικόνων)


Μπρανκούζι (1907-8)ένα άλλο φιλί στην ιστορία της τέχνης (Τade Modern)