Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ

Φωτιές ανάβει ο πειρατής
και κάποτε μες το μυαλό σου
παίρνει ότι φύλαγες – δεν ξέρεις
ποτέ σου αν θα τον ξαναδείς

Έρωτας ήταν ; αμφιβάλλεις
σε φόβιζε το ένα του μάτι
τα κατακόκκινα μαλλιά του
το γένι που έσταζε τ’ αλάτι

Κουρσάρος και κρατά μαχαίρι
πρώτα κτυπά κι ύστερα βλέπει
δεν τονε νοιάζει τι θα γίνει
αυτός ν’ αρπάξει μόνο πρέπει

Αλύπητος στη δυστυχία
τον πόνο δεν καταλαβαίνει
βλέπει τ’αστέρια και σαλπάρει
κουράζεται να περιμένει

Ποτέ δεν θα ριζώσει πάντα
θ ‘αλλάζει τόπους και λημέρια
σπίτι δεν έχει καιμ πατρίδα
το δίκιο του κρατά στα χέρια

ualorh-0060

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *