Η ΚΙΘΑΡΑ ΠΟΥ ΣΙΓΟΚΛΑΙΕΙ ΚΑΙ Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Μια κιθάρα στην 'ακρη του δρόμου(λεωφόρος καλοκαιρινού)
Μια κιθάρα στην ‘ακρη του δρόμου(λεωφόρος Καλοκαιρινού) 8 Ιουνίου 2015

Η ΚΙΘΑΡΑ ΠΟΥ ΣΙΓΟΚΛΑΙΕΙ ΚΑΙ Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Αφιέρωση: σ΄αυτούς που αγαπούν το εξαιρετικό αυτό όργανο

Η κιθάρα ήταν πεταμένη στη άκρη του δρόμου της λεωφόρου Καλοκαιρινού, άγγιζε το πεζοδρόμιο.

Δεν ήταν χτυπημένη σπασμένη, απλώς παρατημένη στο ρείθρο του πεζοδρομίου, στα βρωμόνερα και τα σκουπίδια.

Λες κι ο ιδιοκτήτης της την άφησε, έτσι χωρίς καμιά βία, φοβήθηκε να την τραυματίσει, την σεβάστηκε κάπως, ίσως είχε κάποιο φιλότιμο .

Μια κιθάρα που θα βρέθηκε σε χέρια μουσικών, που έπαιξε εύθυμα και νοσταλγικά τραγούδια, που συνόδευσε λύπες και χαρές.

Προκαλούσε στεναχώρια η εικόνα, σαν να μην ήταν ένα άψυχο αντικείμενο, ακoυγόταν το τrαγούδι των Βeatles

“Σαν σας κοιτώ,

βλέπω η αγάπη κοιμάται
σαν

η κιθάρα μου σιγοκλαίει
Το δάπεδο,

θέλει σκούπα να βάλτε

και η κιθάρα να σιγοκλαίει”(1)

Παρατηρούσα το άχρηστο κουφάρι της, ο χρόνος της τέλειωσε και πετάχτηκε στο δρόμο, αυτός που την (κατ) είχε δεν την

έριξε στον κάδο των σκουπιδιών, την πέταξε σαν άδειο κουτί τσιγάρων όπου έτυχε, δεν μπήκε στον κόπο να ψάξει .

Δεν ήξερε ότι σήμερα κάποια αντικείμενα που έχουν σημασία αλλά και τρόφιμα, τα αφήνουμε κοντά στους κάδους,

ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Η κιθάρα ήταν ακίνητη, ήσυχη και σιωπηλή, δεν αξιώθηκε ούτε σκουπιδοτενεκέ,

ντράπηκα που σιχάθηκα να την αγγίξω, να της αλλάξω τουλάχιστον θέση. Δεν σιγόκλαιγε, όπως στο τραγούδι, ακολουθούσε

χωρίς παράπονα της μοίρα της, υποτιμημένη, λερωμένη αλλά αξιοπρεπής. … Ήταν αδύνατον να μην γυρίσω πίσω στο μακρινό παρελθόν,

ξύπνησαν λαχτάρες και πόθοι, φίλοι και συντροφιές , αισθήματα και εξομολογήσεις…

Μα ένα πρόσωπο ξεχώριζε, ιδανικός εραστής της κιθάρας, σύντροφος της αχώριστος , ο Νόελ – όπως τον λέγαμε, κατά την ταυτότητα

Μανόλης Λιναρδάκης (αν δεν κάνω λάθος). Λίγο μεγαλύτερος από μας, αχώριστος στις νεανικές συντροφιές μας, από τις Τρεις καμάρες ως τα πάρτι ,

συνόδευε με την κιθάρα του τα ρομαντικά τραγούδια της εποχής. Λίγο αλλοπαρμένος, καλόκαρδος,

δεν αντιδρούσε όταν τα αστεία μας γινόταν κακόγουστα ή σχεδόν βάρβαρα. Συνήθιζε να ακολουθεί

μια σειρά τραγουδιών με τα ρεφρέν τους, γιαυτό το παρανόμι του ήταν “Ρεπερτόριο”, ίσως να του άρεσε.

Κι όταν μεγαλώσαμε, γίναμε “κύριοι”, επαγγελματίες με τα σέα και τα μέα μας, όπως θα΄λεγε ο Νόελ,

αυτός απομονώθηκε σιγά σιγά οι καθωσπρεπικές(έτσι έγιναν)συντροφιές μας δεν τον “χωρούσαν” πια,

έμεινε χωρίς παρέες , να συνοδεύει την πασίγνωστη αδελφή του. Κι η αδελφή, έμοιαζε με φιγούρα

από τα λευκώματα του Μποστ, η Μαμά Ελλάς, ίδια κι απαράλλακτη – έδινε ευκαιρίες στους καλοθελητές

να σχολιάζουν με όλην επαρχιώτικη “εξυπνάδα” μας. Η δουλειά του , μόνιμος υπάλληλος του Δήμου Ηρακλείου,

ήταν εξαιρετική δίπλα στο διαμέρισμα του και την αδερφή του. Όμως ενέσκυψε η επάρατος (δικτατορία),

που δεν ανέχτηκε την ιδιοτυπία του και τα ανθρώπινα δικαιώματα ήταν γι αυτήν terra incognita, τον

μετέθεσε δυσμενώς, ελεγκτή των σκουπιδιάρηδων, το έκανε να τρέχει απ άκρου εις άκρον την ευρείας περιφέρειας του Ηρακλείου.

 

Η κιθάρα  είναι στην καρδιά των νέων, έχει γίνει ηλεκτρική-σκίτσο σε τετράδιο της 3ης Λυκείου (του Σπύρου Ζ.)
Η κιθάρα είναι στην καρδιά των νέων, έχει γίνει ηλεκτρική-σκίτσο σε τετράδιο της 3ης Λυκείου (του Σπύρου Ζ.)

Δεν παραπονιόταν, σε ποιον άλλωστε, περίμενε τη σύνταξη που ήρθε κάποτε κι ανάσανε. Πρώτη φορά ήταν ελεύθερος,

να ντυθεί και να κινηθεί όπως ήθελε. Και φόρεσε παράξενα ρούχα, περιποιήθηκε πιο πολύ τον εαυτό του, μίλησε σ όποιον

τον αποδεχόταν πιο άνετα. Και επειδή οι ντόπιοι παλιοί φίλοι του τον αποφεύγαμε, δεν πλησίαζε το τραπέζι μας καθόταν δίπλα,

και μιλούσε πάντα με συμπάθεια και καλοσύνη. Το χιούμορ του αθώο και παιδικό, δεν τον εγκατέλειπε και έβρισκε νέους φίλους

στους ξένους που δεν λείπουν από την πόλη μας. … Κι όταν του έκανα κοπλιμέντα για την επιδερμίδα του, που τον έκανε να φαίνεται νεότερος,

χαμογελούσε ντροπαλά και πονηρά, πότε πα πάμε βόλτα με το αυτοκίνητο σου ρωτούσε, κοροϊδευτικά – ήξερε ότι δεν θα γινοταν.

Κι έφυγε μια μέρα, χωρίς να το μάθουμε, μόνος πια (είχε χάσει την αδερφή του) αξιοπρεπής και τίμιος, όπως ήταν πάντα,

το μάθαμε  από τα ψιλά μιας τοπικής εφημερίδας, “έφυγε ο πρίγκιπας της μοναξιάς” έγραψε μια νεαρή , δημοσιογράφος. ..

 

Η κιθάρα δεν μισόκλαιγε...
Η κιθάρα δεν μισόκλαιγε…

 

Ίσως είναι η κιθάρα του Νόελ, σκεφτόμουν πολύ μετά. Θα ‘πεσε σε άσχετα χέρια, που να ξέρουν…

Μπορεί να μην ενδιαφέρθηκε κανείς, μα ίσως στιγματίζουν το παρελθόν και το μέλλον αυτή της πόλης.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

(1)=μπορει να ακούσει κανείς το τραγούδι στο Yu tube  στίχοι αγγλικά:

While My Guitar Gently Weeps
I look at you all see the love there that’s sleeping
While my guitar gently weeps
I look at the floor and I see it need sweeping
Still my guitar gently weeps

I don’t know why nobody told you
how to unfold your love
I don’t know how someone controlled you
they bought and sold you

I look at the world and I notice it’s turning
While my guitar gently weeps
With every mistake we must surely be learning
Still my guitar gently weeps

I don’t know how you were diverted
you were perverted too
I don’t know how you were inverted
no one alerted you

I look at you all see the love there that’s sleeping
While my guitar gently weeps
I look at you all
Still my guitar gently weeps

Taken from http://lyricstranslate.com/el/while-my-guitar-gently-weeps-σαν-η-κιθάρα-μου-σιγοκλαίει.html#ixzz3cs4EeM78

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *