ΜΕΡEΣ ΣEΠΤEΜΒΡΙΟΥ

Μέρες Σεπτεμβρίου

αφιέρωση: σ αυτούς που επιμένουν, δεν μετρούν και  δεν υποχωρούν

 

Θα περνούσα μακριά

από κάθε συνάντηση

ψάχνοντας την ακινησία των αναστεναγμών

Ανέμη, διασκευασμένη σε παιδικό μύλο(Α.Νικολαος)
Ανέμη,  πρωινό (Α.Νικολαος)

θα περνούσα κοντά

στην καθημερινή απουσία  σου

γιατί  θα τρέχουν ποδήλατα

με πολλές ρόδες και  μηχανάκια

Πως όμως να ξεφύγω από τις ξεραμένες τύψεις

και τους ήχους των τυμπάνων της έλλειψης

 

Και το πρωί περιμένω πάντα τα ρόδα της αυγής

της άμμου τα κρινάκια  – αστεράκια

 

Μα κάθε αμφιβολία έχει το βέλος της

κάθε στόχος κύκλους ιπτάμενους

Μην – ήθελε να πει

μα τα δόντια είχαν συρματοπλέγματα

η καρδιά ποταμούς απλωμένους

με στροφές επικίνδυνες

 

Βρες το υπόλοιπο του δρόμου, υπάρχει σχέδιο στο GOOGLE

έπρεπε να πει

 

Το "φρύδι του Νότου"
Το “φρύδι του Νότου”

 

 

 

24 – 8- 2018 : ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Άγιος Νικόλαος, Κυτροπλατεία

 

Πανσεληνος στον Αγιο Νικόλαο
Πανσεληνος στον Αγιο Νικόλαο

Θα’ρθω με τ΄Αυγουστιάτικο φεγγάρι
για να σ΄αφήσω ένα φιλί στο μαξιλάρι

Κι αν δεν το δεις μη λυπηθείς
μι’ ανάσα στον αγέρα
θα διαλυθεί μέσα στο φως
μόλις θα φέξει η μέρα

Θα’ρθω με τ΄Αυγουστιάτικο φεγγάρι
για να σ΄αφήσω ένα φιλί στο μαξιλάρι

Αν θα σ’ άγγίξει στ΄όνειρο
πολύ μη σε φοβήσει
αχνός είναι και θα χαθεί
με την αυγή θα σβήσει

Θα’ρθω με τ΄Αυγουστιάτικο φεγγάρι
για να σ΄αφήσω ένα φιλί στο μαξιλάρι

Κι αν πέσει απ΄το κρεβάτι σου
έτσι ήτανε να γίνει
καινούρια αγάπη την παλιά
την καταλεί τη σβήνει

Θα’ρθω με τ΄Αυγουστιάτικο τ΄ολόγιομο φεγγάρι
για να σ’άφήσω ένα φιλί γλυκό στο μαξιλάρι

 
Σημείωση: πρώτη ανάρτηση 2009, δεύτερη 201-  φωτογραφιες από Άγιο Νικολαο και Αγία Ρουμέλη

ΣΤΗΝ ΚΑΨΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ: ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ – Ο ΤΣΟΥΛΗΣ Ο ΜΕΜΕΤΗΣ

Ο ΤΣΟΥΛΗΣ Ο ΜΕΜΕΤΗΣ

Ενθύμηση του Βάνια και του Δημήτρη Γιγουρτσή, της πιο εγκάρδιας φιλίας

ο Τσούλης ο Μεμέτης
ο Τσούλης ο Μεμέτης

Εζούσε πολύ φτωχικά ο Τσούλης Μεμέτης

πολλά παιδιά μικρή σοδιά και κουρασμένος μπέτης

όταν τελείωναν οι δουλειές

επήγαινε στο δάσος

να κυνηγήσει ή να βρεί ρίζες καρπούς – στά δέντρα αγριομέλια

πουλιά από τις ξόβεργες , λαγούς από τα τέλια (*)

Μια μέρα που δεν έβρισκε τίποτα για το σπίτι

ούτε λαγό ούτε καρπό ούτε φτερό σπουργίτη

πήγε σε κάμπους και βουνά και βρήκε ένα πηγάδι

πλησίασε να πιει νερό πριν πέσει το σκοτάδι

ακούστηκε κάποια φωνή

:
“Βοήθεια ρίχτε το σκοινί…

”
φοβήθηκε ο φτωχός πολύ

, έσκυψε μέσα για -να δει

άνθρωπος να ναι η πνεύμα κακό ή τελώνι ;

πειρατής , κουσάρος...
πειρατής , κουσάρος…

-”Γέρος κακόμοιρος φτωχός που στο πηγάδι λιώνει”

ακούστηκε και τον κουβά τον έριξε ο Μεμέτης

κι έναν γεράκο έβγαλε που ήτανε πασαλειμένος μέλι

-”Τους λουκουμάδες έφτιαχνα, επήρα το σκουτέλι

Κατάφερα να μην πνιγώ…τα ρούχα μου κολλάνε

αν δεν αλλάξω γρήγορα οι μύγιες θα με φάνε

Εκεί στα βάθη κρύβεται παλάτι στολισμένο

κανείς δεν το φαντάζεται…είναι καλά κρυμμένο

Έχει σαράντα κάμερες κι εικοσιδυό σαλόνια και 
κουζίνες,

και τάβλες αργυρές σ΄ανώγια και κατώγια

Τους θησαυρούς τους δεν μπορεί κανείς να τους μετρήσει

 

και τα κελάρια που έχουνε με τρόφιμα γεμίσει

-Παππού , τον ρώτησε αυτός,ποιοι φτιάξαν το παλάτι ;

μέσα στα έγκατα της γης κι ακόμα πες μου κάτι

εσύ πως βρέθηκες εκεί χωρίς σκοινί και σκάλα ;

-”Σαράντα κλέφτες το ΄κτισαν , που πλούτη έχουν μεγάλα

Αυτοί το κατασκεύασαν μ΄ανθρώπους σκλαβωμένους

κτιστάδες μα και ξυλουργούς τεχνίτες ξακουσμένους

Μα σαν τελειώσαν τις δουλειές , αντί να τους τιμήσουν

τους σκότωσαν, να μην μπορούν να βγουν και να μιλήσουν

 

Σαράντα χρόνια βρίσκομαι κι εγώ στη δούλεψή τους

μικρό παιδί με κλέψανε , να φτιάχνω το φαγί τους.

Ποτέ δεν μ΄άφησαν να βγω απ΄ το βαθύ πηγάδι

θαμμένο μ΄είχανε στη γη σαν να΄μουνα στον Άδη

Τραβούσαν πάνω το σκοινί, όταν μακριά πηγαίναν

σαράντα μέτρα μες τη γης ποιος να μ΄ακούσει εμέναν ;

 

Πες μου τι θες για το καλό που μου΄κανες και τι μπορώ να δώσω;

Το γεροντάκι ρώτησε, βαριανασαίνει τόσο…

ο Τσούλης τονε ρώτησε -” φτωχός πολύ δεν ήσουν ;

-Πες μου εσύ, τι θες οι κλέφτες πριν γυρίσουν

γιατί γνωρίζω θησαυρούς που κρύψαν στο πηγάδι

μπορώ να φέρω, είπε αυτός , το πιο ακριβό πετράδι΄,

μα μην μιλάς μην κάνεις και τον κόπο

σαν το πουλί πάω και γυρνώ, ξέρω καλά τον τόπο

κατέβηκε κι ανέβηκε ο γέρος σαν κοπέλι

και δυο τσουβάλια κράταγε το ένα στον Τσούλη θέλει να δώσει

-”τσέπωσα λίρες χρυσές , ατίμητα πετράδια

θα πάρεις τα μισά εσύ , χέρια μην έχεις άδεια !

Του είπε, κι ο φτωχός Μεμέτης τι να κάνει

απ΄ τη χαρά του την πολύ ζαλίζεται τα χάνει

-”Σε ευχαριστώ πάρα πολύ, θα θρέψω τα παιδιά μου”

ο Τσούλης είπε κι έτρεξε – “ας τα τσουβάλια χάμου

Του ΄πε ο γέρος και ξετύλιξε τη σβήγα

-”να ρίξουμε και τον κουβά, αμέσως

μην αρχίσουνε να ψάχνουνε που πήγα”

Είναι σκληροί κι απάνθρωποι, φιλότιμο

δεν έχουν
στην παραζάλη χαίρονται,

τα αίματα που τρέχουν

Έχουν ρημάξει τα χωριά, δεν κλέβουν πλούσιους μόνο

αρπάζουνε στάρια κι ελιές απ΄όλους κάθε χρόνο

Κι εμένανε να μην με κλαις, τα΄φαγα τα καρβέλια

τους χωρικούς μας να σκεφτείς που΄χουν μικρά κοπέλια”

Ο Τσούλης πονηρεύτηκε κι είπε στο γεροντάκι:

-”Ας πάμε τώρα γρήγορα θα πρέπει να κρυφτούμε

και σαν γυρίσουν βλέπουμε…
….και το σκοινί τραβούμε

και στο πηγάδι μένουνε σαν ποντικοί κλεισμένοι

έχουνε τρόφιμα πολλά να ζουν φυλακισμένοι

εγύρισαν κατέβηκαν στο σκοτεινό παλάτι

χωρίς να πάρουν μυρωδιά να καταλάβουν κάτι

κι εμείνανε κλεισμένοι σε φυλακή δική τους

μονάχοι τους να τρώνε θα πίνουν το κρασί τους

Θα ναι κλεισμένοι μέχρι να βάλουνε μυαλό

τα κύματα θα σπάσουν στα βράχια στο γιαλό

Ο Τσούλης παρατήρησε : – Θα μάθουνε κι ευγένεια

κι ας τα τραβούν με πάθος τα μαύρα τους τα γένια
…

 

Χωρίσανε και γύρισε με το σακί γεμάτο

και γλέντισαν χορέψανε, τα κάναν άνω κάτω

ρωτούσανε για τα λεφτά, τους έκανε τη χάρη

τους τα ΄κανε όλα ο Τσουλής χαρτί και καλαμάρι

Κι οι φίλοι μα κι οι συγγενείς θελήσαν το πηγάδι

να τους το δείξει και να πάνε όλοι μαζί, ομάδι

 

Σκεφτείτε λίγο πιο καλά, καθ΄ένας να γνωρίζει

θα κάνουν το μεγάλο σας κομμάτι σαν το ρύζι

τους είπε, μα δεν άκουσαν γυναίκες και κοπέλια

μαζεύτηκαν και πήρανε το λάδι στα βαρέλια

κι αυτός τους έδειξε που τους ληστές ετάπωσε

και φοβισμένος έτρεξε και απού φύγει φύγει

στο σπίτι του εγύρισε , μεγάλες φωνές μπήγει

 

-”Μαζέψτε τα να φύγουμε πολύ μακριά να πάμε

αν μας προλάβουν, ζωντανούς αμέσως θα μας φάνε”

και τρέχανε και φτάνανε στ΄ αυτιά τους οι πατούσες

και σπίθιζαν τα πόδια τους αν τους παρατηρούσες

και δεν σταμάτησαν πρωτού κάνουνε χίλια μίλια

κι οι άλλοι όλοι χάθηκαν μα σώθηκε η φαμίλια …

 

από εικονογράφιση, μεσαιωνικών βιβλίων
από εικονογράφιση, μεσαιωνικών βιβλίων

 

Γιατί οι ληστές εβγήκανε και στήσανε παγίδα

κι οι χωρικοί επέσανε …δεν είχανε ελπίδα…

….

Την Τύχη σου μην προκαλείς αν θέλεις να κερδίσεις

γλύφε μυαλουδάκι σου χρόνια πολλά να ζήσεις

αν δεν ιδρώσεις δεν μπορεί τον πλούτο αποκτήσεις

 

(*)= σύρματα-παγίδες(θυλιές)για τους λαγούς

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ: Ο ΤΣΙΡΤΣΩΝΗΣ – (ΑΦΙEΡΩΣΗ : Δ. ΞΗΡΙΤΑΚΗ)

Ο ΤΣΙΡΤΣΩΝΗΣ

Αφιέρωση: στον Δημήτρη Ξηριτάκη, των ξέγνοιαστων χρόνων

Scan 3

Καλησπέρα του παραμυθιού

Ο παππούς θα πάει άλλου

Κι η γιαγιά ψήνει κουκιά

Να χάφτει απού πεινά

Και μετά γνέθει μαλλί

Το τυλίγει για να πει…

 

Εζούσαν κάποτε σ΄ένα χωριό τα δώδεκα αδερφάκια

ήταν καλά κι εργατικά και το μικρότερό τους

Τσιρτσώνη το φωνάζανε και το΄χαν αρχηγό τους

Μικρό αλλά πανέξυπνο σαν σπίθα το κοπέλι

εγύριζε παντού να βρει κάποιον δουλειά να θέλει

 

Και βρήκε κάποιον τελικά να πάνε να τρυγίσουν

και να τους δώσει και ψωμάκι να δειπνήσουν

(όμως δεν καταλάβανε κακός πως ήταν Δράκος

και στην παγίδα πέσανε κι ήταν βαθύς ο λάκκος)

 

Μαζί και με τα δώδεκα δικά του κοριτσάκια

έβαλε να τρυγήσουνε και τα φτωχά τ΄αδερφάκια

σκεφτόταν όλα τα παιδιά το βράδυ να τα φάει

μα τον Τσιρσώνη σκέφτηκε στη Δράκαινα πάει:

-” Τσιρτσώνη για πλησίασε θέλω να πας τρεχάλα

στο σπίτι στη γυναίκα μου να δώσεις ένα γράμμα

για να μας φτιάξει ένα ψητό και να ΄ρθετε αντάμα”

Μα ο Δράκος έγραφε άλλα:

-” Πρόσεξε πολύ καλά τι θέλω να μου κάνει

ς αυτόνε το μικρούλικο, στον φούρνο να το βάνεις

και ψητό κάνε τον και βάλε και πατάτες

και φέρε το ταψί στ΄ αμπέλι με σαλάτες”

ότινος δεν έστειλε ο θιος
Ο πιο μικρός, ο τσιρτσώνης…

Ο μικρός πονηρεύτηκε άνοιξε στο δρόμο το γράμμα κατάλαβε και το΄σκισε και πήγε και είπε στην γυναίκα:

-” Τ’ αφεντικό παράγγειλε να πας και να διαλέξεις

το πιο παχύ τ΄αρνάκι σας και να το μαγειρέψεις

και να γυρίσουμε μαζί στ΄αμπέλι και στον τρύγο

να φάνε όσοι δουλεύουνε -πεινούσαν και πριν φύγω”

Η Δράκαινα κρατά το ταψί και γυρίζει στ΄ αμπέλι

Ο Δράκος βάζει τις φωνές, :”σου΄πα για το κοπέλι…

αυτά παράγγειλα γυναίκα να μου κάνεις;”

-”Αυτά που θέλεις έφτιαξα γι αυτό φωνές μην βάνεις”

Απάντησε η γυναίκα του -”εγώ σαλεύω (*)γειά σου”

(σιγά μιλά: άσε τα πολλά τρελά και τα καμώματά σου) …

Νύχτωσε πάνε όλοι για ύπνο…

Ο Δράκος σκέφτεται: αγόρασα κάπες για ύπνο στα δεντράκια

τ΄ αγόρια μαύρες θα ΄χουνε άσπρες τα κοριτσάκια

θα΄ρθω βαθιά μεσάνυχτα το σκότος σαν πυκνώνει

τρώγω τ΄αγόρια στη σειρά με πρώτο τον Τσιρτσώνη

Ο Τσιρτσώνης συλλογίζεται δεν κλείνει μάτι

τι να συμβαίνει δεν μπορεί να διαπιστώσει κάτι:

-Γιατί ο αφέντης έδωσε δυο χρώματα τις κάπες;

Αφού ναι Δράκος άνθρωπο γυρεύει μες τις στράτες

Πως δεν το σκέφτηκα πιο πριν, άργησε η σκέψη να’ μπει

το άσπρο χρώμα φαίνεται μέσα στη νύχτα λάμπει

Χωρίς ν΄ ανάψει τίποτα δίχως να μας ξυπνήσει

ένανε μ΄ έναν θα γευτεί μ΄αγόρια θα δειπνήσει …

Μόλις όλοι κοιμήθηκαν Ο μικρός : θα αλλάξει κάπες

τα παιδιά λευκές θα σκεπαστούνε κι

οι μαύρες για των κοριτσιών τις κοιμιθιές θα μπούνε

κι όλα τα αδέρφια ξύπνησε τους είπε:

-”σηκωθείτε και τρέξετε του ποταμού τις όχθες να διαβείτε

Ο Δράκος δύναμη πολλή δεν έχει στην πέρα μπάντα(1)

ίσως ποτέ κανείς δεν έμαθε το γιάντα (2)

Μα βάλετε πριν φύγετε πέτρες στην κάθε θέση

να μην φανεί πως λείπετε …

με μας δεν θα μπορέσει να εφρανθεί το δείπνο του…

 

Κι έφυγαν όλα τα παιδιά έμεινε ο Τσιρτσώνης

Κι ο Δράκος αφού έφαγε τις κόρες κατά λάθος

εχώνευε και φώναζε πως ήταν σαν το μέλι

το κρέας του μικρού -”εκείνο το κοπέλι

ούτε κατσίκι να΄τανε πρόβατο η ελάφι

οι κόποι του κι η πονηριά ίσως δεν πήγαν στράφι!

– Τι γλύκισμα λαχταριστό το κρέας του Τσιρτσώνη!

-”Το κρέας των παιδιών σου είπε ο μικρός το στόμα σε τυφλώνει

ποτέ δεν εξεχώρισες τα πρόβατα απ΄ τα ρίφια!

Ο Δράκος θυμώνει, τρέχει να τον πιάσει :

-”δεν είναι αλήθεια Τον πλησιάζει του λέει

-”μες την κοιλιά μου μπαίνεις”

-”Κι αν με φας (απαντά ) τρυπώ την κοιλιά πεθαίνεις!”

Ο Δράκος μιλά φωνάζει:-” Τι μου΄κανες Τσιρτσώνη

έφαγα τα κορίτσια μου που τανε σαν το χιόνι!”

Απαντά -”ακόμα πίσω η πληρωμή για τα πολλά σου λάθη

είναι τόσα τα κρίματα απ’ τα δικά σου πάθη

Η Δράκαινα
Η Δράκαινα

 

Και πήγανε σε τόπο κοντινό και τακτοποιημένο

που είχενε γέρο βασιλιά σοφό και τιμημένο

Κι ένας τελάλης φώναζε -”ακούσετε μικροί μα και μεγάλοι

“Άγγλοι Γάλλοι Πορτογάλοι Ακούσετε στην Ανατολή ακούστε και στη Δύση

του Δράκου όποιος ημπορεί το κάστρο να πατήσει

και πάρει το ποτήρι του που σαν τον ήλιο λάμπει

θ΄ανοίξει η τύχη του γιατί μες το παλάτι θα΄μπει

Ο βασιλιάς την κόρη του γυναίκα του την δίνει

κι αργότερα τη χώρα του παίρνει αυτός και κείνη!”

 

Ο Τσιρτσώνης αποφασίζει να μπει στον πύργο έχει ο Δράκος ξαπλώσει

αρπάζει το ποτήρι του πριν να το καλονοιώσει…

Ο Δράκος ξυπνάει-” ποιος μπήκε; άνθρωπος μου μυρίζει

τ ΄ολόχρυσο ποτήρι μου ποιος τόλμησε ν΄ αγγίζει;”

Τον βλέπει τον Τσιρτσώνη ο θυμός τονε κεντίζει

θέλει κάθε κομμάτι του να κάνει σαν το ρύζι

Τρέχει πλησιάζει τον μικρό, που πλησιάζει το ποτάμι να πηδήξει στην άλλην όχθη ο Τσιρτσώνης του λέει:

-”Κι αν με φας (απαντά ) τρυπώ την κοιλιά πεθαίνεις!”

Ο Δράκος μιλά φωνάζει:

-” Τι μου΄κανες Τσιρτσώνη έφαγα τα κορίτσια μου που τανε σαν το χιόνι

και τώρα πάλι μου΄κλεψες το πιο όμορφο στολίδι

που ΄φεγγε μες το κάστρο μου στης νύχτας το σκοτίδι!”

Απαντά -”ακόμα πίσω η πληρωμή για τα πολλά σου λάθη

είναι τόσα τα κρίματα απ’ τα δικά σου πάθη”

Και πάλι σταμάτησε ο Δράκος, ο μικρός πήδηξε το ποτάμι,

πήγε στο παλάτι Ο βασιλιάς τον φίλησε του ΄δωσε το πουγγί του

κι αρνήθηκε γυναίκα του να δώσει, το παιδί του.

Είπε πως είμαι μικρός γιαυτό κι άλλαξε γνώμη

και ζήτησε να του φέρει το χαλί του Δράκου ακόμη

Και ξανά ο Τσιρτσώνης στον πύργο θα φανεί

Δράκος κοιμάται πάνω στο χαλί

Αν θα τραβήξω το χαλί σκέφτεται θ΄αναποδογυρίσει

το παίρνω και πριν καλοξυπνήσει…

Κι έτσι το΄κανε…

ο Δράκος νομίζει πως τρέμει η γης κι ο κόσμος γυρίζει…

Όταν καταλαβαίνει λέει -”Μου κλέψαν το στολίδι

του πύργου το πιο μαλακό μεταξωτό στρωσίδι

Και τρέχει να προλάβει τον Τσιρτσώνη πριν τον πιάσει ενώ πολύ σιμώνει:

-”Κι αν με φας τρυπώ την κοιλιά σου και πεθαίνεις!”

Ο Δράκος μιλά φωνάζει:-” Τι μου΄κανες Τσιρτσώνη

έφαγα τα κορίτσια μου που τανε σαν το χιόνι

και τώρα πάλι μου΄κλεψες το πιο όμορφο στολίδι

που ΄φεγγε μες το κάστρο μου στης νύχτας το σκοτίδι

και τώρα πήρες το χαλί μου το πιο καλό στρωσίδι!”

Απαντά -”ακόμα πίσω η πληρωμή για τα πολλά σου λάθη

είναι τόσα τα κρίματα απ’ τα δικά σου πάθη”

Και πάλι σταμάτησε ο Δράκος, ο μικρός πήδηξε το ποτάμι, πήγε στο παλάτι μοναχός Μόλις του πήγε το χαλί στα διαμερίσματα του

ο βασιλιάς εχάρηκε γελούσαν και τ΄αυτιά του

Τον φίλησε και του δωσε φλουριά με το τσουβάλι

του είπε οι παρατρεχάμενοι κι οι βοηθοί του οι άλλοι

συμβούλεψαν να πάει τον Δράκο ζωντανό να φέρει

κι απάντησε ο μικρός θα βρει τον τρόπο που τον ξέρει

-”Μα είναι δυνατό θεριό κι όλους θας σασε φάει

και δεν θα βρίσκεται μετά κανείς να με ρωτάει”

Εθύμωσε ο βασιλιάς και του ΄τρεμε το χείλι

θα τον φυλούν σαν αστακοί στρατιώτες θα ναι χίλιοι

Και πήγε πάλι ο μικρός να κάνει το χατήρι

του βασιλιά η κεφαλή σίδερο και μπακίρι

Εσκέφτηκε σχεδίασε και βρήκε κάποια λύση

Ο Δράκος να παγιδευτεί, να τον να παραπλανήσει

Και μασκαρεύτηκε πολύ φαινότανε σαν γέρος

και πήγε και στον πύργο του – το ήξερε το μέρος

Στον κήπο του βρήκε κορμό που ήταν πολύ μεγάλος

και με μανάρι τον έκοβε σαν να΄ταν κάποιος άλλος…

-” Γκαπ Γκουπ ,εφώναζε ,παλιοΤσιρτσώνη πάρε

Γκαπ γκουπ βρε παλιοτόμαρο καλα΄του΄καμες Χάρε!

Ο Δράκος μόλις ξύπνησε βλέπει τον ξυλοκόπο

και θυμωμένος του μιλά , δεν ξέρει κι άλλο τρόπο

-” Τι κάνεις βρε παλιόγερε ποιος σου΄δωσε την άδεια;

Ο γέρος γρήγορ΄ απαντά τρέμει η φωνή του σαν μιλά:

-”Τι να σου πω αφού΄ψαξα στα δάση στα λιβάδια

δεν τα κατάφερα να δω κορμό που να μου κάνει

που να χωρά τον πιο κακό, που τώρα έχει πεθάνει.

Έναν της φύσης άχρηστο πολύ κακοτερένιο

απόβρασμα που΄χε κακό χέρι και σιδερένιο”

Ο Δράκος πάλι ρώτησε : -” Πως λεν το μακαρίτη;”

ο Γέρος τώρα ψύχραιμα: -” Τον άθλιο κοπρίτη Τσιρτσώνη

τον φωνάζανε κι ήτανε σαν μαϊμούνι

κοντός που τα κορδόνια του φτάνανε το πυγούνι …

Να φανταστείς πως κάποτε τον έφαγε ένας Δράκος

και την κοιλιά του τρύπησε σαν να ταν άδειος σάκος…”

… Πολλοί φοβούνται πως αυτός αν είναι γραντισμενος(3)

από τον τάφο του θα βγει κι ας είναι αποθαμένος

Γι αυτό το σιδερόδεντρο ευρήκα που φυτρώνει

στον κήπο σου και θα θελα κάποιος να μου συντράμει

μέσα στην κάσα τίποτα να μην μπορεί να κάμει”

-”Θα βοηθήσω τον κορμό θα τονε καθαρίσω

με το σκερπάνι σκάβω τον, μετά καπάκι αρχίζω

λέει ο Δράκος και πολύ γρήγορα το τελειώνει

κι ο γέρος μέσα βάζει τον και μετά το καρφώνει

“Άφησε το καπάκι πιο καλά να το καρφώσω

να δω αν είναι δυνατό πριν τον Τσιρτσώνη χώσω

στη δύναμή σου μοιάζει αυτός ας είναι και μπασμένος

στ΄ αθλήματα τα πιο σκληρά καλά ναι μαθημένος”

Ο Δράκος δεν κατάλαβε θέλει πολύ ακόμα

πως κλείστηκε οριστικά στο ξύλινο το στρώμα

-”Εμπήκα μέσα και καθόλου δεν φοβούμαι…

μά τέλειωσε το κάρφωμα να μην καθυστερούμε” …

…Μα βγάλε μου το σκέπασμα να πάρω μιαν ανάσα

πολύ στριμώχτηκα σ΄αυτήν τη νεκρική την κάσα..

Στην τρύπα σαν τον άρκαλο να μεχουν ταπωμένο…”

Ο γέρος αμέσως απαντά: “-σ έχω φυλακισμένο…”

ο κλεισμένος λέει του: “τελώνι ξυπασμένο

γιατί με φώναξες που μ΄είδες που με ξέρεις;

-” είμαι ο Τσιρσώνης τρυγητή θέλησες να με φέρεις “

ο γέρος συνεχίζει ” υπομονή στο παλάτι σε πηγαίνω

λίγο ακόμα στον κορμό θα σε έχω καρφωμένο”

Ο Δράκος παραπονιέται: -”…αλίμονο πνεύμα με κυνηγάει

πως να γλιτώσω τι να πω που δεν με παρατάει

Ώφου και κακοντόπαθα…

τι μου΄κανες Τσιρτσώνη

έφαγα τα κορίτσια μου

που τανε σαν το χιόνι

και πήρες το ποτήρι μου κι ύστερα το χαλί μου

τώρα στην κάσα μ΄έβαλες και θέλεις τη ζωή μου;”

-”Επλήρωσες για τα πολλά τ΄ απαίσιά σου λάθη

ήταν τόσα τα κρίματα και τα δικά σου πάθη

Μα το παιγνίδι τέλειωσε ξόφλησες τα σπα σμένα

τίποτα για να φοβηθείς δεν έχεις από μένα”

Ο Τσιρτσώνης τον ησύχασε τον πήγε στο παλάτι

Κι έσκυψε μπρος τον βασιλιά και του ΄πε και σπολάτι

Κι αυτός τον υποδέχθηκε -”Καλώς το παλικάρι

τον Δράκο , μας τον έπιασες – δεν σου κανε τη χάρη;”

-”Μπροστά σας είναι εδώ στην ξύλινη την κάσα

τον στρίμωξα τόσο πολύ δεν παίρνει μιαν ανάσα”

Απάντησε ήσυχα ο μικρός κι ο βασιλιάς σκερπάνι

διάταξε να φέρουνε να ν΄ανοιξουν μάνι μάνι…

Του΄πε ο μικρός -”σκέψου λίγο σταμάτα

να μην τ΄ ανοίξουνε και βγει στης αγορά τη στράτα

Γιατί θα τρώει στη σειρά μικρούς μα και μεγάλους…”

-”Ανοίξτε το λέει ο βασιλιάς αυτό δα παραπάει…”

Εμένα αφήστε με να φύγω αν και φοβάται να με φάει…

είπε ο μικρός και πήρε την πριγκίπισσα και πάει

Η μικρή πριγκιπέσα
Η μικρή πριγκιπέσα

Το παραμύθι μας αυτό εδώ λοιπόν τελειώνει

τα φώτα όλα κλείσανε το σκότος σαν σεντόνι

ετύλιξε τους άρχοντες τους παραγιούς την πόλη

δε ξέρουμε αν χαθήκανε ή αν σωθήκαν όλοι

Ο Δράκος ήταν ζωντανός ή πέθανε στην κάσα

αφού στριμώχτηκε πολύ δεν έπαιρνε μια ανάσα;

Κανένας δεν μπορεί να πει δεν έμαθε δεν ξέρει

το μόνο που έγινε γνωστό: βρήκε ο μικρός μας ταίρι

εφύγανε κι επήγανε μακριά απ το παλάτι

από τα πλούτη τσ΄αρχοντιές προτίμησαν αλάτι

να τρώνε και ξερό ψωμί και να χουν στην καρδιά τους

αγάπη μέχρι τα πολύ βαθιά γεράματά τους

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

Το παραμυθι αυτό γράφτηκε στην πενταετια 1990 -1995 σε μορφή θεατρικού διαλόγου, διορθώθηκε από τον Δημήτρη Ξηριτάκη και τυπώθηκε πρόχειρα σε 30 αντίτυπα. Περίληψη παρουσιάζεται στις 12.3.2018

Δημήτρης Ξηριτάκης, γείτονας και φίλος του Νίκου Βιδάκη
Δημήτρης Ξηριτάκης,Πλατεία διακστηρίων (Δασκαλογιάννη)2002(;)

 

ΕΙΚΟΝΕΣ: Σπύρος και Βασίλης Ζ.

ΕΥΧΕΣ ΓΙΑ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΚΑΘΕ ΑΡΡΩΣΤΙΑΣ ( ΔΕΗΣΙΣ ΑΓΙΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ)

Κρητική Σχολή 16/ος αιώνας, η ζωγραφική έχει βυζαντινή -αλλά τελείως ανανεωμένη- τεχνοτροπία. Η Αναγέννηση, σφραγίζει και την θρησκευτική ορθόδοξη τέχνη.
Κρητική Σχολή 16/ος αιώνας.

Ενα μικρό βιβλιαράκι του 1965( Ηράκλειο Βιβλιοχ. Φουντουλάκη), πεταμένο στα σκουπίδια, χαρτί ευτελές, σελιδες  15-τίτλος : ΔΕΗΣΙΣ ΑΓΙΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, το αντιγράψαμε προσεκτίκα – υπότιτλος ΠΡΟΣ ΙΑΣΙΝ ΠΑΣΗΣ ΝΟΣΟΥ.στη  θέση ονόματος, διαλέξαμε τον Μιχάλη, για τον φίλο που δέχεται τώρα την επίθεση μιας βάναυσης κι ανελέητης ασθένειας –

 

από αγιογραφία Κρητικής Σχολής
από αγιογραφία Κρητικής Σχολής

 

Δέσποτα Κύριε Παντοκράτωρ Άγιε Βασιλεύ ο παιδεύων και μη θανατών, ο υποστηρίζων τους καταπίπτοντας και Θεός πάσης παρακλήσεως, ο μη βουλόμενος είδε τον άνθρωπον νωθρόν και σκυθρωπόν αλλ΄ ιλαρόν αυτός και τον δούλον σου Μιχάλη τον εν ασθενεία περιπεσόντα και εν αθυμία πάση γενόμενον ανάστησον, οικτειρον και μη παρίδης αυτόν σβέσον τον πυρετόν, πράϋνον το άλγος και πέλλασον την αθυμίαν, ο την πενθεράν του Πέτρου παρέσσουσαν και δεινώς παάσχουσαν λυτροσάμενος, αυτός αθάνατος βασιλεύ , πάρεσο και επί τον δούλον σου Μιχάλη , πράυνον το άλγος και την νόσον, του σώματος ο τον κορυφαίον απόστολόν του Πέτρον , δι αγγέλων εξαγαγών των δεσμών της φθοράς, ο τον κήρυκα της αληθίας Παύλον τον Απόστολον ρυσάμενον εκ της του Νερωνος πανουργίας, αυτός και τον δούλον σου Μιχάλη της συνεχούς οδύνης απάλλαξον,ο τον επιστήθιον φίλον σου αγαπημένον Ιωάννην τον θεολόγον ρυσάμενον εκ της εν Πάτμω εξορίας, ο τον ταπεινόφρονα Νώε, εκ του φρικτού πανωλεθρίου κατακλυσμού διασώσας, ο τον δικαιότατον κα ξενοδόχον Αβραάμ ρυσάμενον εκ πάσης θλίψεως και οδύνης-

 

Scan 2

 

 

Ο τον μυρίαθλον Ιώβ εκ της κοπρίας αναστήσας – αυτός ανάστησον και τον δούλο σου Μιχάλη, εκ της περιεχούσης αυτόν σωματικής ασθενείας, ο τον δικαιότατον και νομοδότην Μωϋσήν καλέσας όπως λυτρώσει το Ισραήλ εκ της κακίστης πονηράς δουλείας του φαραώ, αυτός και τον δούλον σου Μιχάλη ελευθέρωσον, σβέσον τον πυρετόν, πράϋνον το άλγος, και πάσαν ασθένειαν πονηράν εκδίωξον απ΄αυτού και έγειρον αυτόν εκ της κλίνης οδυνηράς και εκ της στρωμνής κακώσεως, ο τον Ιακώβ εκ της εκδικήσεως του αδερφού του Ησαύ διασώσας ο τον τυφλόν ομματώσας και το φως αυτώ χαρισάμενος, ο τον Ιωσήφ Πάγκαλον εξ αδελφοκτόνων και πονηρών σχεδίων διασώσας, ο τον πάνσοφον και θαυμαστόν προφήτην του Δαυϊδ εκ των χειρών Σαούλ και Γολιάθ διαφυλάξας αυτός και τον δούλον σου Μιχάλη, τον εν ασθενεία κατακείμενον και το έλεος σου επικαλούμεν.

 

Scan 4
Εικόνα Κρητικης Σχολής

 

Κύριε,ελέησον οίκτηρον και μη παρίδης αυτόν α ν ά σ τ η σ ο ν και διαφύλξον από παντός κακού , ο τον δικαιότατον και θαυμαστόν Δανιήλ τον προφήτην εκ της φοβεράς οργηε των λεόντων δισφυλάξας ο τον Ιερεμίαν εκ του ζοφερού λάκκου αφαρπασας ο τους τρεις παίδας Ανανίαν Αζαρίαν και Μισαήλ εκ της επικαύστου και φοβεράς της καμίνου φλογός ρυσάμενον και το πυρ εις δρόσον μεταβαλώναυτός και τον δούλον σου Μιχάλη της συνελθούσης οδυνης απάλλαξονο του τυφλού τα όματα φωτίσας, ο τον λεπρόν ιάσας, αυτός ανάστησον ζωοποίησον και τον δούλον σου Μιχάλη και μη αποδόσεις αυτώ κατά τας αμαρτίας αυτού φιλάνθρωπε Κύριε ο τον παράλυτον δι ενός μόνου λόγου στηρίξας

 

Εκκλησάκι στην παραλία Αγιάς Ρουμέλης (Άγιος Παύλος;)7.6.2015
Εκκλησάκι στην παραλία Αγιάς Ρουμέλης (Άγιος Παύλος;)7.6.2015

 

0 την αιμορροούσαν ιασάμενος ο τον δαιμονιζόμενον θερααπεύσας εκδιώξας το δαιμόνιον λεγεών Αυτός Δέσποτα φιλάνθρωπε πάρεσο δυσωπήθητι κι ευσπλαχνίθητι, ως ελεήμων και μακρόθυμος και μη κατατάξεις αυτόν εις τους αδοξούντας. Άγιοι τρεις παίδες της καμίνου σβέσαντες και Άγιοι επτά παίδες εν Εφέσω εκ νεκρών αναστάντες , βοηθήσατε τον δούλον του Θεού Μιχάλη Άγιοι έννέα μάρτυρες οι εν Κυζίκο θαυματουργούντες , βοηθήσατε τον δούλον του Θεού Μιχάλη, Άγιοι Δέκα μάρτυρες οι εν Κρήτη τελειωθέντες , βοθήσατε τον δούλον υου Θεού Μιχάλη, Άγιοι τεσσαράκντα μάρτυρες οι εν Σεβαστεία τη λίμνη μαρτυρήσαντες βοηθήσατε τον δούλον του Θεού Μιχάλη, Άγιοι τριακόσιοι δέκα και οκτώ θεοφόροι πετέρες οι εν Νικαία τη πόλει θαυματουργούντες, βοηθήσατε τον δούλον του Θεου Μιχάλη, άγιοι μύριοι άνδρες οι εν θείω λόγω τελειωθέντες , βοηθήσατε τον δούλον του Θεού Μιχάλη, Άγιε Θεράπων ο εν Σμύρνη βοήθησον τον δούλον του Θεού Μιχάλη, Άγιε εν Κυρίω Ιουλιανέ, βοήθησον τον δούλον σου Μιχάλη, Άγιε Λαμψάκου Παρθένιε, βοήθησον τον δούλον του Θεού Μιχάλη , Άγιε εν Τριπόλει βοήθησον τον δούλον του Θεού Μιχάλη,Άγιε εν Θεσσαλονίκη Δημήτριε , βοήθησον τον δούλον του Θεου Μιχάλη, Άγιοι Ανάργυροι, Κοσμά και Δαμιανέ, Κύριε και Ιωάννη, Παντελεήμων Ερμόλαε, Σαμψών κια Διόληδες, Μώκιε κσι Ανίκητε, Θαλαλεέ και Τρύφων βοηθήσατε τον δούλον του Θεού Μιχάλη, Άγιοι οι εν τη Εδέσση τη πόλει ομολογηταί Γουρία και Ασμωνά κι  Άβυσε , οι την κόρην αφαρπάσαντες και προς την πατρίδα αναγαγόντας, βοηθήσατε τον δούλον του Θεού Μιχαλη, Άγιε Ακίνδυνε πρόφθασον και βοήθησον τον δούλον του θεού Μιχάλη,

 

 

Τωτογραφία από το εργαστήριο του Μιχάλη Βασιλάκη 2011
Εικόνα από το εργαστήριο του Μιχάλη Βασιλάκη 2011

 

Άγιε ΅Ελπιδοφόρε ανάστησον τον δούλον σου Μιχάλη και βοήθησον αυτόν. Άγιε ανεμπόδισε μη παρίδης αλλά βοήθησον τον δούλον σου Μιχάλη Αγιε εν Σινά τω όρει Αγαπητέ, βοήθησον τον δούλον του Θεού Άγιε Ανδρόνικε συν τη Αθανασία βοηθήσατε τον δούλον του Θεού Μιχάλη Άγιε ο εν τη Πάτμω Ιωάννη Θεολόγε βοήθησον τον δούλον του Θεού Μιχάλη άγιε ο εν Ρώμη Πέτρε, βοήθησον τον δούλον του Θεού Μιχάλη,Άγιε ο εν τη Δαμασκώ Παύλε βοήθησον τον δούλον του Θεού Μιχάλη,Άγιε Ανδρέα καιοι έτεροι δώδεκα και εβδομήκοντα Απόστολοι, προφθάσατε και βοηθήσατε τον δούλον του Θεού Μιχάλη, Άγιοι τέσσαρες ευαγγελισταί Ματθαίε, , Ιωάννη, Λουκά και Μάρκε προφθάσατε και βοηθήσατε τον δούλον του Θεού Μιχάλη,Άγιοι τέσσαρες μάρτυρες οι εν Ρεθ΄μνη μαρτυρήσαντες, βοηθήσατε τον δούλον του Θεού Μιχάλη,

 

Scan 5
Εσταυρωμένος, Κρητική Σχολή

 

Άγιε εν Μύροις Μέγα Νικόλαε βοήθησον τον δούλον του Θεού Μιχάλη, Άγιε εν Καισαρεία τη πόλει ουρανοφάντωρ Βασίλειε βοήθησον τον δούλον του Θεού Μιχάλη, ,Αγιε και θαυματουργέ Γρηγόριε ο της μεγάλης Αρμενίας βοήθησον τον δούλον του Θεού Μιχάλη, Άγιε εν Κύπρω Επιφάνειε πρόφθασον και βοήθησον τον δούλον του Θεού Μιχάλη,άγιε Ιω΄ννη Χρυσόστομε επισκίασον και βοήθησον τον δούλον του Θεού Μιχάλη, Άγιε Σπυρίδων Τριμυθούντος πρόφθασον και βοήθησον τον δούλον του Θεού Μιχάλη, Άγιοι Όσιοι Λούκιε , Φιλίμων και Καλλίνικε, πρόφθασον και βοηθήσατε , άγιοι μάρτυρες Ευστάθιε και Αγαθόνικε, βοηθήσατε άγιε Μηνά Βίκτωρ και Βικέντιε βοηθήσατε άγιε ιερομάρτυς του Χριστού Χαράλαμπος, πρόφθασον και βοήθησον, , άγιοι όσιοι Αντ΄βμιε, Ευθύμιε Σάββα ηγιασμεν Ονούφριε, Αρτέμιε, καθηγηταί της ερήμου προφθάσατε και βοηθήσατε, άγιοι όσιοι θαυματουργέ Τίτε και Νικήτα προφθάσατε και βοηθήσατε, άγιε προφήτα Ιερεμία βοήθησον. Άγιοι Αθανάσιε και Κύριλλε πατριαρχαι Αλεξανδρείας βηθήσατε Άγιε Ιακώβ βοήθησον,άγιε Ιγνάτιε και μακάριε βοηθήσατε , άγιε Γεράσιμε και Βενέδικτε βοηθήσατε , άγιοι Αμβρόσιε και Θεόφιλε βοηθήσατε άγιοι Γερμανέ και Μεθόδιε βοηθήσατε , άγιοι Σωφρόνιε και Φιλόθεε βοηθήσατε ,άγιοι Ευσέβιε και Πορφύριε βοηθήσατε , ‘αγιοι Μητροφάνες και Μαρτυμιανέ βοηθήσατε, άγιοι Μελέτιε και Νικηφόρε βοηθήσατε , άγιοι Αγάπιε και Επιφάιε βοηθήσατε , άγιοι Βαρνάβα και Αδελφόθεε και Ιακωβε βοηθήσατε άγιοι Βλάσιε και Κλήμη, Φιλήμων και Φιλάρετε , βοηθήσατε, άγιοι τρισχίλιοι και εξακόσιοι βοηθησατε , άγιοι Διονύσιε και Νεόφυτε βοηθήσατε , άγιοι Ελευθλεριε και Πατρίκιε βοηθήσατε, έγιοι Μάξιμε και Γερόνυτιε προφθλασατε και βοηθήσετε Άγιε Κωνσταντίνε συν τη μητρί Ελένη βοηθήσατε, Αγία Ανστασία φαρμακολύτρια , βοηθήσον, αγία Μεγαλομάρτυς Βαρβάρα, βοήθησον, αγία πρωτομάρτυς Θέλκα και Θεοφάνη εν Κωνσταντινουπόλει βοηθήσατε αγάι Ειρήνη και Κυριακή βοηθήσατε, αγία εν Σινά τω όρει Αικατερίνη βοήθησον,αγία Μαρία και Μάρθα αδελφαί του Λαζάρου βοηθήσατε, άγιε Ιωάννη Προφήτα και Πρόδρομε και Βαπτιστά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού βοήθησον, άγιοι Πατέρες Απόστολοι, Προφήτες και Μάρτυρες όσιοι και δίκαιοι προφθασατε και βοηθήσατε τον δούλον του Θεού Μιχάλη …

Κ.Παρθένης: Ανάσταση, η ζωγραφική γίνεται Θρησκευτική Τέχνη, χωρίς να μειώνεται η αισθητική της αξία
Κ.Παρθένης: Ανάσταση.

Πάσαι αι ουράνιαι δυνάμεις των αγίων αγγέλων, αρχαί, εξουσίαι, τα πολυόματα Χαιρουβίμ και εξαπτέρυγα Σεαρφείμ, οι ακατάλυτοι δυνάμεις του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, προσπέσατε και δυσωπίσατε τον μόνον υπεράγαθον Θεόν ημών όπως δω την ίασιν τω δούλω του Θεού Μιχάλη και η απ ΄ουρανού εξήλθεν η ασθένια αυτού ή απ αστέρων ή ζωφεράς νεφέλης, ή από αστραπή ή από σεισμού ή από συμπτώματος, ή από ορέων ή κοιλάδων, ή φάραγγο ή κλιτύος ή βουνού ή πεδιάδος, ή λαγκάδος ή λίθου, ή ύδατος ή αγρού ή κήπου, ή διόδου(διστράτου) ή τριόδου (τριστράτου) ή ‘ενδοθεν ή έξωθεν , ή απ΄αυλής φούρνου, ή τροχαλου ή θύρας ή θυρίδος ή ανωγείου ή κατωγείου, ή άλων, και ήλθε πειράσσοι τον δούλον του Θεου Μιχάλη,από φθονερών μάγων δι έριον φθόνου και καταλαλιάς, ή από φθορέων εχθρών, ή από οφθαλμών βασκανίας, ή από πάσης άλλης συμφοράςξαφνικά επερχομένη οίον πρίξιμον καρδιόπονος,κεφαλόπονος ή κουτσάγρα, ή από δαιμονίων φανταστικών ή πνευμάτων ακαθάρτων εν τοις όρεσιν κατοικουν των Νεράϊδων από εναερίων τελωνείων ελθόντων αδικαέισαι τον δούλον του Θεού  Μιχάλη

 

Αγιογραφία του Βασιλάκη, από αρχείο ΑΛΚΜΑΝ
Αγιογραφία του Βασιλάκη, από αρχείο ΑΛΚΜΑΝ

 

 ή κεφαλόπονον εστί ή νόσος,οδοντόπονος, δισουρίας,ή ζωχάδες, στροφάντερος, αρμόνομος, ή τσίμπημα, η πολυυπνία, εξορκίζω υμάς κακοποιά δαιμόνια όπου κι αν είσθε κατακείμενα,και αδικείτε τον δούλον του Θεού  Μιχάλη, ίνα αναχωρήσετε κι  απέλθητε εις τα άγρια όρη εις τα άκρα των κρημνών, εις γην άνυδρον, έρημον και αγεώργητον, όπου άνθρωπος ουκ εστίν, έιτε εις τας τρίχας του πάσχοντος τούτου ευρίσκεσθε, έιπτε εις τον νουν του είτε εις το κρανίον,είτε εις το μέτωπον, είτε εις τας μήλιγγας αυτού, έιτε εις τα βλέφαρα, είτε εις τας φρένας, ή την ρίνα, την ράχην, τους ώμους, τας πλάτας, το στήθος είτε εις τους πνευμονας, την καρδίαν, , το στόμα ή τους οδόντας, τον τράχηλον, τον ομφαλόν, το υπογάστριον, τα γόνατα ή τους πόδας, είτε τους αστραγάλους και ονυχας, ή εις αρμόν ή όπου αλλού του σώματός του

Εσταυρωμένος, 20ος αιώνας Σαλβαδόρ Νταλί
Εσταυρωμένος, 20ος αιώνας Σαλβαδόρ Νταλί

 

Εξορκίζω υμάς, εις τα άχραντα πάθη του μεγάλου ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Εξορκίζω υμάς εις την Δέσποινα Μαρίαν Θεοτόκον. Εξορκιζω υμας εις άπαντας τους αγίους προφήτας και αποστόλους μάρτυρας και οσίους. Εξορκίζω υμάς εις τον κρεμάσαντα την γην επί των υδάτων και τον θεμελιώσαντα εις τους ουρανούς. Εξορκίζω υμάς εις τον θρόνον του Θεού τον φοβερόν. Εξορκίζω υμάς εις τας μακαρίους δυνάμεις των αϋλων ταγμάτων. Εξορκίζω υμάς εις τους τέσσαρας Αρχαγγέλους Μιχαήλ Γαβριήλ, Ουρουαήλ και Ναφήλ. Εξορκίζω υμάς εις τους 24 πρεσβύτερους τους λειτουργούντας εις τον θρόνον του Θεού. Εξορκίζω υμάς εις τους 12 Αποστόλους, ίνα εξέλθητε και αναχωρήσητε πάντα τα ακάθαρτα πάθη πάντα τα πονηρά πάθη, και πάντα τα πονηρά πνεύματα, από τουν δούλον του Θεού  Μιχάλη και δος Κυριε αυτώ υγείαν, ζωή, ειρήνην και μακροημέρευσιν ίνα δοξασθή το Πανάγιον όνομά Σου του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος Αμήν.

sunset-111920_960_720  

ΠΑΓΝΗ, 30.6.2018

Ο ήλιος δύει τα δέντρα ακίνητα

το γρασίδι αδιάφορο

δεν γίνεται τίποτα

Ο Μιχάλης Φ. φεύγει αργά αλλά σίγουρα

και δεν θα ξανάρθει

Οι ευχές  είναι εξορκισμός και τιμωρία

γι αυτούς που μένουν

 

Όμως είναι βάλσαμο…

Η ύλη υποχωρεί ο λόγος μένεο άφθαρτος

αιώνες πολλούς

ΒΟΗΘΑ ΘΕ ΜΟΥ…

Ηράκλειο 30.6.2018 απόγευμα 8μμ

 

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ: Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΤΖΙΝΙ ΜΑΝΤΣΙΝΙ

Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΤΖΙΝΙ ΜΑΝΤΣΙΝΙ

Ενθύμηση της συντροφιάς μιας άλλης εποχής : της Ελένης και της Κάτιας Στεφανάκη (Σύρρου) Της Πόπης Καμάρη & της Μιμίκας Καραχάλιου της Ελένης Βενιεράτου

Scan

Περνούν τα χρόνια κι έρχονται κι άλλα, δε σταματάνε

Του κύκλου τα γυρίσματα πάνω και κάτω πάνε

Τυλίγουν, δένουνε κλωστές σε καλαμένι’ανέμη

Δώσε της κλώτσο ν’αρχινά σα να φυσούν ανέμοι…

Μια βάβω εκατόχρονη ζούσε σε ένα καλύβι με ψωμί χωρίς αλάτι

πέρασαν οι μήνες έτρωγε βλαστούς και ρίζες –

κι είχε πάντα πείνες

κάποια μέρα μια γυναίκα έφερε φάβα χρυσωμένη

για να στήσει το τσοουκάλι και να φάει η καημένη

 

έβρασε τη φάβα βρήκε και τ΄ αλάτι

λαχταρούσε μήνες να βρεθεί χορτάτη

σκέφτηκε να βρει ένα μέρος που να της ταιριάζει

χρυσαφένια η φάβα θησαυρός της μοιάζει πήρε το τσικάλι

(πήλινο)και σε κήπο πάει στη σκιά να κάτσει να την καλοφάει

δυο κορίτσια παίζανε και πάει ένα πετραδάκι το τσουκάλι σπάει !

θύμωσε η βάβω έγινε θηρίο είδε

μια μικρούλα από αυτές τις δύο Είπε:

– “ Την κατάρα μου τάχ(ι) μου να σέρνεις

Εφτά χρόνια κι εφτά μήνες να τον περιμένεις

 

Τζίνι τονε λεν Μαντσίνι, τον που θ’αγαπήσεις

Αυτό που παθα θα πάθεις, άλλον μη ζητήσεις

(κλαίει και οδύρεται)
Ούτε μια μπουκιά στο στόμα,

χάθηκεν η φάβα
Πολλούς μήνες καρτερούσα

..
(προς τον εαυτό της)…. Πείνα τώρα τράβα.

Η μικρή ζητά συγνώμη για να μαλακώσει

μα η γιαγιά με τίποτα δε θα ξεθυμώσει :

-” Την κατάρα μου βρωμιάρα τάχ(ι) μου να σέρνεις

Εφτά χρόνια κι εφτά μήνες να τον περιμένεις…

(παίρνει ανάσα)

Τζίνι τονε λεν Μαντσίνι, τον που θ’αγαπήσεις

Αυτό που παθα θα πάθεις, άλλον μη ζητήσεις

Άσπρο χιόνι στη θωριά του και κατάμαυρα μαλλιά

Κι οι καμάρες των φρυδιών του, από κόρακα φτερά.
 

Κόκκινα τα μάγουλά του, αίμα στάζουνε λαγού

Και τα μάτια και τα χείλια παίρνουνε καρδιά και νού.”

Κεραδοπούλα και Βάβω...
Κεραδοπούλα και Βάβω…

Είπε η βάβω και θα εξαφανιστεί

λες κι άνοιξε η γη να την καταπιεί

Κι όσο και να ΄ψαξε η μικρή που λεν Μικρή Κυρία

δεν βρήκε τον Μαντσίνι της ας ψάχνει με μανία

Κι ούτε μπουκιά στο στόμα της δε βάζει κι ούτε πίνει

Το γάλα που κάθε πρωϊ ‘τοιμάζουμε για κείνη.

Ο πατέρας της έφερε το μαγικο ανήλιαγο πουλό
Ο πατέρας της έφερεκαι λόουναπ τη Δύση

Κάποιοι ντοτόροι ξακουστοί, προτείναν στον πατέρα

Να φέρει παιγνιδάτορες να παίζουν κάθε μέρα

Μα τίποτε δεν έγινε κι ας ήτανε μαστόροι

Και τα’άψυχα ζωντάνευαν μ’αδιαφορούσε η κόρη.

Βαρύ μαράζι και χτικιό την έχουνε χτυπήσει

Δε γέλασε κι ας ήρθανε και κλόουν απ’τη Δύση.

Κι όταν ο Μόλας έστησε μπερντέ του Μαυρομάτη

(του Καραγκιόζη δηλαδή) δε γέλασε κομμάτι.

Ο αφέντης που γυρνά παντού και ψάχνει και ρωτάει

Ποιος ημπορεί την κοπελιά να κάνει να γελάει.

Του κάκου τρέχει και σκορπά τα πλούτη του τα τόσα΄

Όταν κανείς χάσει το νου δεν ωφελούν τα γρόσα.

Βαρύ μαράζι και χτικιό την έχουνε χτυπήσει

Δε γέλασε κι ας ήρθανε και κλόουν απ’τη Δύση.

Ο κύρης της γυρνά παντού και ψάχνει και ρωτάει

Ποιος ημπορεί την κοπελιά να κάνει να γελάει.

Του κάκου τρέχει και σκορπά τα πλούτη του τα τόσα

Όταν κανείς χάσει το νου δεν ωφελούν τα γρόσα.

Της έφερε το μαγικό πουλί απ’το Πλατύ σοκάκι

Είναι το πιο παράξενο πουλί μέσα στη φύση

Αν δει πως παίζει και γελά, ο πόνος θα την αφήσει

Αρχίζει το μαγικό,πουλί: Κόκκινη κλωστή δεμένη

στην ανέμη τυλιγμένη

Δος της κλώτσο να κινήσε

ι παραμύθι ν’ αρχινίσει

Μα το κορίτσι δεν αντιδρά…

 

Ας της χορέψω, τέλειωσα τα λόγια, δεν μπορούνε

Ότι έχω μέσα στην καρδιά να δείξουνε να πούνε…

(Το πουλί χορεύει, μέχρι που εξαντλείται,  δεν θ’ αργήσει
να πέσει αναίσθητο στα πόδια της μικρής. Σαν να ξυπνά από λήθαργο το κορίτσι , νομίζει ότι πέθανε)

Το πουλί κι η Κεραδοπούλα ταξιδεύουν
Το πουλί κι η Κεραδοπούλα ταξιδεύουν

:
-” Κακόμοιρο δεν έφταιξες, σε πήρα στο λαιμό μου…

(Συνέρχεται στην αγκαλιά της κοπέλας)

Μίλα μικρή μου, μίλα μου, ποιος πήρε τη φωνή σου

Τι σου’σβησε το γέλιο σου την καλή διάθεσή σου;

Η Κεροδοπούλα απαντά:
-”Πολύ μικρή τα βάσανα τσ’αγάπης μ’εγεμίσαν

Κι είναι το ποιο παράξενο, πως δεν τονε γνωρίσαν

Ακόμα τα ματάκια μου, αυτόν που με τρελαίνει

Στο νου μου τον ζωγράφισαν με χρώμα που δε βγαίνει.

Μια γριά τον έβαλε βαθειά, μες της καρδιάς το φύλλο

Τζίνι Μαντσίνι τονε λεν, κανείς δεν τονε φτάνει

στη χάρη και την ομορφιά, αρχοντογεννημένος

μα σ’άγνωστο και μακρινό παλάτι ξορισμένος.

Χίλιους ανθρώπους ρώτησα, στην αγορά, στην πιάτσα

Κανένας τους δεν ήξερε τη χώρα και τη ράτσα

Ή τη φυλή και λαό που ζει και διαφεντεύει

Λες και δε βρίσκεται στη γη, στα νέφη βασιλεύει.

UALORH-0096
Τζίνι Μαντσίνι τονε λέν, στη Μάντζα βασιλεύει…

Το πουλί καλά τον ξέρει: -”Τον Τζίνι σου ξέρω καλά, που βρίσκεται, τι κάνει

Στο ξακουστό παλάτι του, το δρόμο που σε βγάνει.

Είναι μακρύς και δύσβατος ο δρόμος μας καλή μου

Από στεριές και θάλασσες κι εκτάσεις της ερήμου.

Στα βάθη της Ανατολής, τις διαταγές του δίνει

Κι όταν το Μέγα Σινικό περάσουμε μπεντένι

Απ’το παλάτι θα φανεί καπνός ψηλά να βγαίνει.

Γιατί τα’αρέσει να γλεντά να τρώγει και να πίνει

Με φίλους που’χει μπιστικούς ο βασιλιάς Μαντσίνι

 

Scan 3
Σταμάτησαν στο μπαλκόνι (βεράντα)

 

Κι έφτασαν πριν μπει στην τραπεζαρία κι η Μικρή Κυρία συλλογίζεται:

-“Μα τρέμω και κτυπά η καρδιά, τ’άγνωστο με φοβίζει

αν είναι τ’ονειρεύτηκα ποιος ξέρει ποιος γνωρίζει;

Το μέρος σαν φανταστικό τα δέντρα το παλάτι

Σαν να’ναι των παραμυθιών της Νένας μου κομμάτι

(μπαίνει στην τραπεζαρία, δεν είναι κανείς,
κοιτάζει έκπληκτη τον πλούτο και την πολυτέλεια)

Σαν αίθουσα για φαγητό και σαν σαλόνι μοιάζει

χαλια μεταξωτά παντού τραπέζια με τοπάζι

Τι να’χει τούτο το πιατί, χορταρικό ή ψάρι;

Ας φάγω τώρα μια μπουκιά
(δοκιμάζει)
τι νοστιμιά και χάρη.

(συλλογίζεται, αναρωτιέται)

δεν προλαβαίνω ακόμα
να δω εκείνον που ποθώ, ειν’η ψυχή στο στόμα

(Γυρίζει στο παράθυρο που την περιμένει το πουλί)

Ας φύγουμε κι αύριο είναι μέρα,

είπε η Κεραδοπούλα 
Το πουλί εξήγησε, πως δεν μπορει να ζήσει τη μέρα:

_”Το φως όμως η φύση μου το ξέρεις δεν αντέχει

Το σπίτι του πατέρα σου πάρα πολύ απέχει.

Θα βρούμε λίγο πιο κοντά απ’τη δική μας χώρα

Ένα σπηλιάρι σκοτεινό να κοιμηθούμε τώρα.

Γνωρίζω μια βαθιά σπηλιά…βράδυ ξαναγυρνάμε

Η Μικρή Κυρία ξαναμπαίνει την επομένη νύχτα:

-”Γνωστό το μέρος φαίνεται, δεν έχει λάμψη τόση

Ο πλούτος που με θάμπωσε σα να’χει πια θαμπώσει

(δοκιμάζει τα φαγητά)
(δοκιμάζει τα πιοτά)

Πως τρέμουν τα πόδια μου και λαχταρά η ψυχή μου

Αν είναι τώρα και φανεί θα σβήσει την πνοή μου

(Φεύγει τρεχάτη, επιστρέφει στο πουλί)

Το πουλί, την παίρνει και φεύγουνε πάλι.

-”Υπομονή μικρούλα μου, ας πάμε στη σπηλιά μας

Κι αύριο ξαναρχόμαστε, είν’ο καιρός μπροστά μας”

(Φεύγουν όπως την προηγούμενη φορά για την σπηλιά,ξαναγυρίζουν το άλλο βράδυ) Μισάνοιχτη μου φαίνεται η πόρτα, που να βγαίνει;

Στο χωλ ή σε δωμάτιο ή στο λουτρό πηγαίνει;

(Πλησιάζει ρίχνει μια ματιά)

… (πλησιάζει το κρεβάτι,, ο Τζίνι είναι ξαπλωμένος και φαίνεται να κοιμάται)

-”Χιόνι βλέπω στη θωριά του και κατάμαυρα μαλλιά

Τα καμαρωτά τα φρύδια, από κόρακα φτερά

Κόκκινα τα μάγουλά του, αίμα στάζουνε λαγού

Κι αν ανοίξουνε τα μάτια, θα μου πάρουνε το νου”

-”Είμαι ο Μαντσινι ζωντανός, κορίτσι μη φοβάσαι.

Μα πως ξεφύτρωσες εδώ; Από ποιόν τόπο να’σαι;”

-”Από μακριά έρχομαι πολύ” μιλάει η μικρή Κυρία

και λέει στον Μαντσίνι της όλη την ιστορία

-”Άργησα και περιμένει το πουλί που μ’έχει φέρει

Με καλεί…θα υποφέρει…

εξημέρωσε…πεθαίνει

της Δίνει το δαχτυλίδι του, -”πάντα να με θυμάσαι”

Τρέχει γρήγορα στο παράθυρο:

-”Φοβάμαι πως ξεχάστηκα, το φως θα το σκοτώσει

Θε μου τον Ήλιο κράτησε, πριν βγει να ξημερώσει”

(φεύγουν γρήγορα).

Φτάνουν στη σπηλιά, το πουλί είναι τελείως εξαντλημένο.

Μην κλαίς και μην οδύρεσαι, γραμμένο το’χε η μοίρα

Στο τέλος πήγαμε καλά κι απ’τη χαρά σου πήρα

Λέει το πουλί : -”παράτησε τα κλάματα και σκέψου τι θα γίνει

(τελείως εξαντλημένο, μιλά αργά)

Μπροστά σου δες ανοίγονται, ο δρόμος του καλού σου

Και το στρατί που σαν διαβείς, θα φτάσεις στου κυρού σου.

Η κοπέλα αποφασίζει να τον βρει.

-Πέρασαν εφτά χρόνια, φτάνει στην Μάντσα ρωτάει: 
-”Πως τηνε λεν την πόλη σας και ποιος τη διαφευτεύει ;

” 
Της λένε : -”Μάντσα την καλούν κι ο Τζίνι βασιλεύει”

Τον Τζίνι δεν μπορείς ποτέ να δεις, να σου μιλήσει

κλεισμένος είναι μοναχά η μάνα του τον βλέπει

Ρωτάει : -”τι τον έπιασε ; γιατί ποτέ δεν βγαίνει ;”

πολλοί λεν πως τον βάσκαναν νεράϊδες στο ποτάμι

χίλιες γητειές του κάμανε, δεν μπόρεσε να γιάνει

Η Κεραδοπούλα βρίσκει τη βασίλισσα

-”Στη δούλεψή σας πάρτε με ξέρω πολλά να κάνω”

Της λέει η βασίλισσα -”κουλούρια με το μέλι

ζυμώσετε και ψήσετε μήπως ο γιος μου θέλει”

Σε κουλουράκι βάζει η μικρή το δακτυλίδι

σκέφτεται , μακάρι να το ίδει

(
Η Μάνα παίρνει το δίσκο με τα κουλουράκια και προχωρεί στα διαμερίσματα του γιου της 
Αφού δάγκωσε το τσουρέκι,κοντεύει να σπάσει τα δόντια του:)

-”Να πάρει η οργή τι γίνεται ;
Βρίσκει το δακτυλίδι και φωνάζει:

-”ποιός τα΄φτιαξε ρωτάω ;”

Μην μου θυμώνεις λέει η μάνα του, ημέρωσε και φάτα

ένα κορίτσι τα΄πλασε τόσο γλυκά κι αφράτα!

Από μακριά μας έφτασε δεν ξέρει εδώ κανένα

Να μου την στέλνεις λέει αυτός ,να τη ρωτήσω κάτι ;

-”Ανέλπιστη παράξενη στάθηκε τούτη η μέρα

από τον πάτο του γιαλού, εβγήκα στον αγέρα!

ξέρω πως επέρασες λέει το κορίτσι μα πως να σου μηνύσω

και πως να βρω το δρόμο μου κοντά σου να γυρίσω ;

Ας πούμε δοξα σοι ο Θεός…

αλλά μην συνεχίζουμε

κι οι δυο περάσαμε πολλά,άλλη φορά τ΄ αρχίζουμε

-”Ας έρθουνε λέει ο βασιλιάς, σάλπιγγες και τρομπόνια

κι οι δυνατοί ντελάληδες, με τα πλατιά πλεμόνια

ναδιαλαλήσουνε παντού, σ΄Ανατολή και Δύση

πως βρέθηκε το ταίρι μου κι ο γάμος μας θ΄αρχίσει

”
 
Λιγνο καλάμι μην κρατείς λευκό κερί μην λύσεις

το παραμύθι που άκουσες να μην το λησμονήσεις

Καλή νύχτα σας λοιπόν αφήστε τους αυτούς καλά περνάνε

κι εμείς πολύ καλύτερα 
στο σπιτι σαν γυρνάμε

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ: ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ 
Τ ΆΚΟΝΙ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ
 ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΤΟ ΚΕΡΙ

ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΤΗΣ  ΣΦΑΓΗΣ 
Τ ΆΚΟΝΙ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ
 ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΤΟ ΚΕΡΙ

Ενθύμηση Γιάννη Αλεξανδράτου, των ήχων, των χρωμάτων, της σωπής

 

Scan 12

Καλημέρα – καλησπέρα

με την κοφτερή μαχαίρα

καλησπέρα του παραμυθιού

η καρδιά να πάει αλλού

και το Βούι κάνει Μου…

το γουρούνι κάνει ούι

γιατί το΄χει αυτό το χούι

Μια φορά κι έναν καιρό

Μην πιστεύεις θα στο πω

Παραμύθι που κυλάει

Σαν ποτάμι που θα πάει

Στην θαλάσσης τα πελάη

Να μ´ ακούς και μην ζητάεις

Στο βυθό μην θες να πάεις

Είν´ Απρίλης ειναι Μάης

Scan 6

Μια φορά κι έναν καιρό…

μια κοπέλα ομορφονιά

από αρχοντική γενιά

καλοσυνάτη σπίτι σκολειό

καθημερινά πλάκα κοντύλι

διάβασμα και στο κρεβάτι

Μια σκόλη και μια γιορτινή

μέρα λαμπρή ανοιξιάτικη

μπήκε πουλάκι στο παραθύρι τ΄ ανοικ

-”τον πεθαμένο που θα δεις

αυτόνε θα τον παντρευτείς

είπε και πέταξε μακριά …

 

Το μαχαίρι...
Το μαχαίρι…

Με κλάμα στον πατέρα της επήγε αλαφιασμένη

-”Αχ κύρη μου και το και το” του είπε φοβισμένη

-”πουλάκι είναι και κελαϊδεί πουλί είναι κι ας λέει”

την παρηγόρησε μ΄αυτή δεν έπαψε να κλαίει …

Μιαν άλλη μέρα ένα πρωί κένταγε στον οντάτης

τρία πουλάκιακια κάτσανε απάνω στην ποδιά της

-”Τι κάνεις σταυροβελονιά και τι χρυσοκεντάεις

νεκρό θα πάρεις άντρα σου στην εκκλησιά θα πάεις

Πάλι με κλάματα πολλά και παραπονεμένηστην μάνα και τον κύρη της πηγαίνει δακρυσμένη -”Πουλάκια είναι και λαλούν πουλιά είναι κι ας λένε”

της είπανε με μια φωνή μα μέσα τους να κλαίνε

Και κλείστηκε η κοπελιά δεν έβλεπε κανένα

Μα όταν πέρασε καιρός εβγήκε στο σοκάκι

να παίξει με τις φίλες της κουτσούνες και σκοινάκι

και μπήκαν σ΄έν΄αρχοντικό με κάγκελα σπασμένα …

σαν έφυγαν οι φίλες της κι είδε μια κάσα νεκρική με ξύλο γυαλισμένο

Με στέμμα ,κάποιον άγνωστο κίτρινο πεθαμένο

Ένα χαρτί έγραφε : εσύ που θα περάσεις τώρα,

σταμάτησε κι αν κάνεις ότι πρέπει στην κλίνη τη δική μου- θα ΄ χεις μεγάλα δώρα

όχι μόνο χίλια φλουριά μα αν είσαι άντρας Βεζύρη

θα σε κάνω εγώ κι πριν ο ήλιος γείρει

αν είσαι κόρη σύζυγος στο θρόνο μου θα γίνεις

μα για να γίνουν όλα αυτά: τρεις εβδομάδες ξυπνητή στο πλάϊ μου θα μένεις

τρεις μέρες κι ακόμα ώρες τρεις χωρίς να κλείσεις

μάτι έτσι πρέπει για να χαθεί της μάγισσας να λύσεις

την άδικη κατάρα της και μένα ν΄αναστήσεις!

Και το κορίτσι ανάσανε κι άρχισε να μετράει

και μια βδομάδα δυο και τρεις στο σπίτι της δεν πάει

και κλείνουνε τα μάτια της μ’ αντέχει δεν κοιμάται

και μια και δυο και μέρες τρεις κάθεται τυρανάται

Κι όταν της μείναν ώρες τρεις Και πέρασεν η μια

Μια γύφτισσα πλησίασε Που έβοσκε κοντά Τις χήνες της και κρύωνε Κι ήρθε για ζητιανιά

 

Scan 1
Η κακιά βοσκοπούλα (χηνο)

-“Κάτσε λίγο στη θέση μου Γιατί άλλο δεν αντέχω

Και θα σου δώσω χρήματα Όσα στις τσέπες έχω”

Είπε κι αποκοιμήθηκε Κι γύφτισσα γαρίδα

Το μάτι της σαν ξύπνησε Ο βασιλιάς -” Ναι σ´ είδα

Εσύ ‘ σουν η άγρυπνη και Άντεξες τρεις βδομάδες

Τρεις μέρες κι άλλες ώρες τρεις; Σου αξίζουν τεμενάδες!

Βασίλισσα και δίπλα μου Και στο διπλό κρεβάτι

Θα γίνεις αν καλοπλυθείς συγυριστείς κομμάτι;”

-” Και ποια ναι αυτή κοπελιά; Στο πάτωμα κοιμάται;

-Χηνοβοσκού που νύσταξε Κι έξω να βγει φοβάται

” Απάντησεν η γύφτισσα Χωρίς να την σηκώσει

Και την ρωτήσει ο βασιλιάς Και την ξεφανερώσει

Κι έγινε ο γάμος γρήγορα Σαν γύφτικο,σκεπάρνι

Καμάρωνε η βασίλισσα Τον <άθλο> που είχε κάνει! …

Σε πόλεμο ξεκίνησε να πάει ο βασιλιάς

Και ρώτησε τη γύφτισσα – τι θέλει να της φέρει

-”Φουστάνι με χρυσοκλωστή και κέντημα στο χέρι”

Και ρώτησε την κοπελιά : -“Πες μου κι εσύ τι θες”

-” Φέρε μου σφαγής μαχαίρι και τ΄ ακόνι υπομονής

Και κερί που φως τη νύχτα δίνει για να δει κανείς ”

μην το ξεχάσεις όμως γιατί δεν θα μπορείς να κινηθείς

10006915_10202924285501402_9168268289443192638_n

Και πήγε μα και γύρισε τον λέγαν τροπαιοφόρο

και πήρε χρυσοκέντητο φουστάνι για το δώρο

της γύφτισσας μα ξέχασε αυτήν που έβοσκε χήνες …

Και σαν πήγε να κινήσει το άλογο δεν κουνούσε …

θυμήθηκε κι έψαξε παντού ότι αυτή ζητούσε …

Ο μαγαζάτορας που είχε μαχαίρι κι ακόνι και κερί

του είπε να προσέξει, τι θα τα κάνει η μικρή.

… Και γύρισε ο βασιλιάς κι έβαλε ένα σαϊνι

να δει κρυφά και να του πει τι πρόκειται να γίνει

και κοίταζε προσεκτικά κρυμμένος στον οντά

Και το κορίτσι κλαίγοντας σήκωσε το μαχαίρι

για να κτυπήσει την καρδιά με τ΄άσπλαχνό της χέρι

-”Κουράστηκα δεν άκουσα τι μου’παν τα πουλιά

και για τρεις ώρες άφησα μόνο τον Βασιλιά!”

Μα πήδηξε πέτρα σκληρή τσ΄υπομονής τ΄ακόνι

και το μαχαίρι στόμωσε δεν κόβει δεν πληγώνει!

Και δεύτερη φορά ξανά η κόρη με μαχαίρι

μα είχε έρθει ο βασιλιάς, της κράτησε το χέρι …

Και του΄πε αυτό το και το… και ξεκαθάρισέ(ν) του

κι έγινε αυτή βασίλισσα και δεν την άφησε ποτέ του

Scan
Κάρτα της ζωγράφου Μ. Σταυρακάκη

Κι η γύφτισσα εγύρισε τις χήνες να βοσκάει

και γύφτον επαντρεύτηκε πολύ καλά περνάει

Μα ούτε εγώ ήμουν εκεί ούτε σεις να το πιστέψετε…

 

ΜΑΝΟΛΗΣ ΡΟΥΣΑΚΗΣ – ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

ΜΑΝΟΛΗΣ  ΡΟΥΣΑΚΗΣ  : ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ ΤΗΣ  ΜΝΗΜΗΣ

20180604_124302

Μετά από τρία χρόνια, την Τετάρτη 30/5/2018 μαζεύτηκαν οι Ηρακλειώτες φίλοι του Μανόλη Ρουσάκη, σε κεντρικό εστιατόριο , στην “Τρυπητη”, να τιμήσουν την μνήμη του.

Πρωτοβουλία της Σούλας, συζύγου του – που γνώριζε τις στενές και εγκάρδιες σχέσεις του, με την πόλη μας και τους ανθρώπους της. Πριν κρυώσει το βαθύ κι αγιάτρευτο τραύμα, η Σούλα θέλησε να μας συγκεντρώσει, για ένα ποτήρι κρασί, όπως έκαναν από τα πανάρχαια χρόνια, για να θυμηθούμε  τον περισσότερο από μισόν αιώνα σύντροφό της.

Μερικές σταγόνες οίνου στο χώμα, ζωντάνευαν εικόνες χαμένες στη αχλή του παρελθόντος, τίποτα δεν χάνεται οριστικά εδώ, κανείς δεν φεύγει χωρίς να γυρίσει συλλογιζόμουν.

Ο Μανόλης θα χαιρόταν, παρατηρώντας τους φίλους και τις ερίτιμες συζύγους , ολοι κομμένοι λες από χοντρό  στρατσόχαρτο, ζωγραφισμένοι με κιμωλίες και παστέλ.

20180530_205055

Μέτρησα τους συγκεντρωμένους, όταν έφτασε κι ο τελευταίος , πήρα φωτογραφίες κατά συνήθεια. Ήξερα ότι περίσσευα, οι συνάξεις αυτές έχουν κατ΄ ανάγκην πολλή τυπικότητα, λόγια περιττά και χειρονομίες οικειότητας που με παραξενεύουν.

Πρόσεξα πολύ τον κεντρικό(ν) ομιλητή( Γ.Ζ.) που εκτός χειρογράφου, διέγραψε χρόνια και καιρούς, προσπάθησε να σχεδιάσει το πορτραίτο του Μανόλη Ρ. όπως τον ήξερε άπειρα χρόνια. Μα αν είναι εύκολη η εξωτερική περιγραφή, εσωτερικά τα πράγματα είναι αδύνατον να προσεγγιστούν.

Ο κάθε φίλος του είχε μια δική του εκδοχή, είχε ζωγραφίσει με τρόπο ιδιαίτερο και διαφορετικά χρώμα τα τον Μανόλη, σκεφτόμουν. Οι σχέσεις δεν είναι ίδιες με τον καθένα και προφανώς ούτε τα σχέδια και τα πορτραίτα.

Ολγα, Μανώλης, Σουλα, Μίμης 2Μανόλης & Σούλα ΡουσάκηΟλγα, Μανώλης, Σουλα, Μίμης

Ο συνταξιούχος οδοντίατρος Φ.Λ. Συμπλήρωσε τον Γ.Ζ. Με πολύ ενδιαφέροντα περιστατικά, σαν ανέκδοτα φάνηκαν, μα ήταν ακριβώς έτσι ; προσπάθησα να θυμηθώ.

Οι κρίσιμες ώρες μας δοκιμάζουν, στεναχωρούν, πληγώνουν, αφήνουν κενά, μπερδεύουν αισθήματα και φαντασία. Είναι ανάγκη να τα ξεκαθαρίζουμε όλα ; Αμφιβάλλω, δεν είναι βιβλιοθήκη η ζωή μας να ταξινομήσουμε,δεν είναι κατάστημα,να τοποθετήσουμε σωστά τα προϊόντα ,με τη σειρά στα ράφια.

Μανόλης Ρουσάκης, δεν ήταν εύθυμος μα μια σατιρα τον διασκέδαζε και δε του έλλειπε το (καυστικό)χιούμορ
Μανόλης Ρουσάκης, δεν ήταν εύθυμος, μα μια έξυπνη σάτιρα τον διασκέδαζε και δεν του έλλειπε το (καυστικό)χιούμορ

Θυμόμουν τον Μανόλη, περιποιημένο…να ταν τακτικός;

Θα ρωτήσω, πως ταίριαξε με τον ανοικονόμητο Αμερικανό; Είχε κάποτε το κοκαλάκι της νυχτερίδας, πότε το έχασε;

Ζεβελακης Ρουσακης Φρεντ στη Τζια
Ρουσακης και Φρεντ στη Τζια

Δεν ήμουν ο φίλος από το σχολειό, το πανεπιστήμιο, τη γειτονιά, το στρατό. Βρεθήκαμε λόγω Δικτατορίας στο Ηράκλειο, όταν τα΄ σκιαζε όλα η φοβέρα κι τις τυπικές φιλίες τις είχε ατονίσει, ο φόβος των <φρονημάτων>, κι η κοινή μοίρα ένωνε πολύ διαφορετικούς ανθρώπους.

Τότε ξεχάστηκαν οι παλιές διαφορές κι εφηβικές αντιπάθειες, δέθηκαν με ατσάλι (όπως ο τίτλος κάποιου βιβλίου) σχέσεις ακλόνητες, με αισθήματα αλληλεγγύης και ανιδιοτέλειας. Η μεταπολίτευση θα αποκαταστήσει την κανονικότητα, θα διευρύνει τον κοινωνικό και επαγγελματικό κύκλο .

Η Μουσική του Δήμου, μαέστρος ο κ. Τζωρτζάκης, γιός του, Τζωρτζάκη επίσης μαέστρου της ίδιας Μπάντας - και σήμερα Τζωρτζάκης ο μαέστρος τέκνο του εμφαινομένου στην φωτογραφία.
Δικτατορία, Ηράκλειο – ο Αρχιμουσικός Τζωρτζάκης καμαρωτός…

Οι παλιοί φίλοι επιστρέφουν με εγκαρδιότητα, με αγάπη. Ο Μανόλης θα επιλέξει ΑΘΗΝΑ, ας είναι φανατικός Ηρακλειώτης, άλλοι θα μείνουμε από ανάγκη η τύχη στην Κρήτη . Όταν έρχεται ( τακτικά) μ´ αφορμή την επίσκεψη στην αγαπημένη του μάνα και την αδερφή του, θα ξαναζεσταθούν οι σχέσεις του σχολείου και του επαγγέλματος, του κοινωνικού κύκλου στον οποίο ανήκε παλιά.

Δεν θα εγκαταλείψει ποτέ τους άλλους φίλους του, μα όταν αραιώσουν τα ταξίδια, η ΑΘΗΝΑ , ο νέος τόπος του θα τον κερδίσει ολοκληρωτικά, η απόμακρη γειτονιά του ΠΑΠΑΓΟΥ (προάστιο), ουδέτερη, χωρίς χαρακτήρα, θα του φαίνεται ξένη. Κι´ όμως εκεί ήταν το σπίτι του, μια υπέρ άνετη μονοκατοικία, με αυλές και πράσινο, μεγάλωσαν και σπούδασαν τα πολυαγαπημένα του κορίτσια (κόρες), έζησε άνετα με την οικογένειά του. Τυχερός, ως το τέλος, που η ηλικία φτάνει το <προσδοκιμον> και αρχίζουν οι μεγάλες φθορές. Μας φάνηκε παράξενο, όταν αυτός ο ανθεκτικός, σκεπτόμενος κι ευγενικός άντρας, χτυπήθηκε από κακές αρρώστιες. Γιατί αυτός ο αγαπητός φίλος ; Ξεχνάμε πως έχουμε όλοι περάσει τη γραμμή, δεν έχουμε χρόνον άλλο.

μεταξύ των πιο παλιών φίλων του (αριστερα Γ Ζεβελάκης, δεξιά Ν.Βεριγάκης)
μεταξύ των πιο παλιών φίλων του (αριστερα Γ Ζεβελάκης, δεξιά Ν.Βεριγάκης)

Τότε κλείστηκε δεν τον είδαμε ξανά, όπως συμβαίνει με πολλούς αξιοπρεπείς και υπερήφανους ανθρώπους, όταν αισθανθούν προσβεβλημένοι ή αδύναμοι. Δεν οδηγεί μόνο η θλίψη στην απομόνωση, η ψυχική διάθεση, δεν έχει τόσο προβλέψιμες διαστάσεις, πρέπει κάποτε να απομονωθούμε, στους πιο κοινωνικούς, όπως ο Μανόλης Ρ. αυτό ίσως αυτό να είναι πιο επιτακτικό.

Μόνος ανάμεσα στο πλήθος, πρέπει να ψηλώσει το τείχος του, να μείνουν οι άλλοι απέξω. Μετά παραπονεθηκε :

<…Κουράστηκα… -ανάμεσα στο εμένα και στο εμένα >

Η βραδιά έκλεισε, η μεγάλη παρέα διαλύθηκε, από κάτω ήταν το νέο λιμάνι, με καράβια και φώτα…πιο πέρα ο Κούλες, εκεί που κάποτε Μπίας ο περίφημος προπονητής ( δάσκαλος) κολυμβήσεως μας έμαθε μπάνιο(σε δυο καλοκαίρια, δίδαξε όλα τα παιδιά του Ηρακλείου .)

 

Μιχάλης Κεφαλογιάννης, πως να λείψει από το δειπνο;
Μιχάλης Κεφαλογιάννης, πως να λείψει από το δειπνο;

Πριν αποχωρήσουν οι τελευταίοι, δυο φιγούρες φάνηκαν στο βάθος. Ο ένας , νέος μελαχρινός αδύνατος,ο άλλος σε αναπηρικό καροτσάκι. Μα που βρέθηκαν αυτοί, ποιοι να ´ναι; Στο σκοτάδι ξεκαθάρισα πρόσωπα και χαρακτηριστικά.

Βεβαιώθηκα ότι ήταν ο Μιχάλης Κεφαλογιάννης κι ο Μανόλης ο Πλαϊτης, ήρθαν συλλογίσθηκα, θέλοντας να τιμήσουν τον φίλο τους. Όμως χάθηκαν χωρίς να μιλήσουν σε κανέναν, δεν τους πρόσεξαν ή νόμιζαν ότι ήταν ξένοι.

Μανόλης Πλαίτης πίσω Ρουσάκης μπροστά-εύθυμη στιγμη
Πλαϊτης πίσω Ρουσάκης μπροστά-εύθυμη στιγμη

 

Η ” φιλία δεν χάνεται αν είναι αληθινή” λέει το παιδικό τραγούδι , ο  Μανόλης έκανε πολλούς στενούς φίλους, ο Μιχάλης ήταν ο πιο στιβαρός αλλά και ευαίσθητος νέος της παρέας των Κρητικών φοιτητών του 1960/65 κι ο Μανόλης ο πιο δυνατός και ευπρόσβλητος.

Πρόλαβα τον Μανόλη Π. πριν περάσει την εξώπορτα,   <σταμάτα μια στιγμή >τον παρακάλεσα,<να πούμε μιαν κουβέντα>, με κοίταξε με κάποιαν απορία κι απομακρύνθηκε βιαστικά, πέταξε ένα χαρτάκι – το ξεδίπλωσα και αντιγράφω:

<Βαθιά ποντισμένο καράβι

τ΄ άλμπουρα σπάσανε κι το πανί

σεντόνι σχισμένο που ράβει

μνήμης χαμένης η μηχανή>

Τις νύχτες ντύνονται το παρελθόν σαν πρόσωπο -΄ίσως έτσι να ναι, λυπήθηκα που δεν πρόλαβα να τους αποχαιρετήσω.

Το λιμάνι σκοτείνιαζε, δροσιά και λάμψεις προβολέων, τρεις νέοι περπατούσαν στην προκυμαία, σιγομιλούσαν. Ένας κατάξανθος, με γαλάζια μάτια, δυο μελαχρινοί – βγαλμένοι λες από τον χρωστήρα του Δομίνικου.

Ήξερα τι θα τους συμβεί, είχα δει το μέλλον τους , προσπάθησα να αποφύγω τις εικόνες μα δεν γινόταν.

Ο Μιχάλης ήδη έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα στον δρόμο του Σουνίου, μόλις είχε αφήσει το πανέμορφο ξανθό κορίτσι του, ένοιωθε τον θαλασσινό δροσερόν άνεμο να χαϊδεύει τα μαλλιά του, η καρδιά του λαχταρούσε, ο έρωτας είχε καταλάβει κάθε ίνα του, το μυαλό του δεν χωρούσε παρά την εικόνα της, τα λόγια της, το σώμα του τη μυρωδιά και το άγγιγμά της.

Έτρεμα μ΄ αυτό που θα συμβεί. έκλεισα έντρομος τα μάτια…

Ο Μανόλης Π. χαμογελάει σαρδώνια, ξέρει πως δεν αντέχουμε εμείς αυτό που τον καταδιώκει, την τρομερή αρρώστια Burgeun.  Θα τον τεμαχίσει (κυριολεκτικά) μα δεν θα τον γονατίσει! Θα γυρίσει πολλές φορές τη γη, θα ζήσει πολλές ζωές πριν η θρόμβωση του δώσει τη χαριστική βολή.

 

Μανώλης Πλαϊτάκης, ο πιο δυνατός και ο πιο ευπρόσβλητος
Μανώλης Πλαϊτάκης, ο πιο δυνατός και ο πιο ευπρόσβλητος

Ο Μανόλης Ρουσάκης, περίμενε στο τέλος όταν έφυγαν οι πάντες, <άκουσα τη συμβουλή σου μουρμούρισε, δεν έμεινα στη πόλη μου – που ήταν δική σας πια – μα πάντα ήταν. Με τους φίλους στην Αθήνα τα καταφέραμε , λίγο πολύ. Βάλαμε κάποια πράγματα στη θέση τους, κάναμε βήματα που στο Ηράκλειο δεν γινόταν.

Κάποιος έτρεξε πιο πολύ, άλλος λιγότερο…>

Σκεφτόμουν πως συνήθισε τελικά τη μεγάλη πόλη , ήταν τακτικός, μέτρησε και διευθέτησε και καθόρισε τον χώρο του και τη ζωή του, όπως νόμιζε κι όπως του ταίριαζε. Άνοιξα το παλιό βιβλιαράκι μου, διάβασα στίχους, όπως κάποτε του άρεσε :

<…Τα περάσματα δεν φαίνονται και στα στενά η Σφίγγα δεν ξέρει αινίγματα μα συνταγές αίματος και φόβου…>

Ήταν δύσκολα μα τα κατάφερε σκέφτηκα, δεν ήταν απαραίτητο (ευτυχώς γι αυτόν) να συναντήσει τη Σφίγγα, ίσως δεν είχε χάσει ποτέ τo κοκαλάκι της νυχτερίδας…

Scan