ΓΙΩΡΓΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ – Ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΜΑΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ – Ο  ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΜΑΣ

Γιώργος Ξυλούρης, συνήθης ανακοίνωση...
Γιώργος Ξυλούρης, συνήθης ανακοίνωση…
Δευτέρα, στον συνήθη τόπο ανακοινώσεων, διάβασα την είδηση- ο παμπάλαιος φίλος, που συναντούσα στην οδό Οδηγητρίας ( με το  ευγενικό βοηθό του) έφυγε ξαφνικά – ανέβηκε ( πέρασε)  βιαστικά τη σανίδα, στη βάρκα  σκοτεινού κωπηλάτη, κρατώντας το νόμισμα στα χείλη.
Δεν καλοδιάβασα  το κείμενο στο  μαύρο τυπογραφικό  κάδρο, πήρα ένα κόκκινο τριανάφυλλο κι έτρεξα στον τόπο της εκκλησίας της Αναστάσεως στα νταμάρια- στον αφιλόξενο τόπο  – ” Κρανίου τόπο “κατά πολλούς.
Όταν κατάφερα να ξετρυπήσω, αφού γύρισα μπρος πίσω την λεωφόρο Κνωσού κατάλαβα ότι έγινε κάποιο λάθος  ο ιερωμένος του ναού με διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε καμιά εκδήλωση την Δευτέρα.
Κατάλαβα αργά, οτι διάβασα λάθος, τσαγκαροδευτέρα, Τρίτη έγραφε η ανακοίνωση και ξεκίνησα πολύ προσεκτικά την επομένη.
Ο Γιώργος Ξυλούρης, στην μέση της μοντέρνας εκκλησίας, με υποδέχτηκε ασυνήθιστα σιωπηλός. Όλοι γύρω ήταν συνoφρυωμένοι , γνώρισα κάποιους κοινούς φίλους.
Δυο κληρικοί έψαλαν σωστά την “εξόδιο ” ακολουθία, ο γνωστός κριτικος Γεωργουσσοπουλος , έγραφε προχτές ότι είναι ποιητικό αριστούργημα, θα του άρεσε του Γ.Ξ.
Σκέφτηκα, τον  κοίταξα φευγαλέα , σαν να αχνογέλασε μια στιγμή.
Η αίθουσα ξερή γεωμετρική κρύα, με απωθούσε…
Τι γυρεύουμε εδώ; Εύκολα μεταφερθήκαμε σην Αγία Παρασκευή, τη γειτονιά του ,  του άρεσε,  ξέρω πως θα ‘ λεγε: -“μπράβο που με καταλαβαίνεις , όπως ο Μύρων” θα συμπλήρωνε μέσα απ΄ τα δόντια του, να μην ακουστεί.
Θυμήθηκα τον καθηγητή μου στην Τρίτη Τάξη , που μου εμαθε γράμματα ελληνικά,  μου έδειξε πως να φτιάξω μια βάση για την σκέψη και την  έκφρασή μου: από το ετερόκλητο πλήθος των υλικών που μάζευα  με  μανία.
Ακόμα, να   βλέπω κάτω σπο την επιφάνεια, την εξυπναδα την ικανότητα και  τα αισθήματα των λαϊκών ανθρώπων.
Όταν το βλέμμα μου γύριζε στο ημίφως στις ζωγραφιές του Μιχάλη Βασιλάκη, έφτασα στην γωνιά της κολόνας της εισόδου  , νομίζω τον  διέκρινα αχνά, κόντρα στο φως της εισόδου, ο ίδιος όπως  τον  είχα σχεδιάσει όταν ήμουν 14- 15  χρόνων.O Μύρων Μιχαηλίδης  λίγο αδύνατος, με πιο  βαθιές χαρακιές, κάθετες κι οριζόντιες στο πρόσωπό του. Τότε (ως καθηγητής μου)με πρόσεχε χωρίς να το καταλαβαίνω, δεν μ  άγγιζε το  βλέμμα του, που έκρυβαν  τα σκοτεινά  γυαλιά του, μα επηρέαζε τα   βήματά μου , χωρίς διορθώσεις- απο γνώση η ένστικτο του  ιδανικού οδηγού : δεν δείχνει :  σε κάνει  να σκεφτείς – να βρεις το δικό σου δρόμο.

Συγκεντρώθηκα στην τελετή, στις περίεργες λέξεις» εμείς οι ζώντες οι  περιλειπόμενοι…»

Τμήμα του Ανακτόρου , της Ζάκρου, από το σχετικο βιβλίο του Ν Πλάτωνος
Τμήμα του Ανακτόρου , της Ζάκρου, από το σχετικο βιβλίο του Ν Πλάτωνος

Ο Γιώργος Ξυλούρης σαραντάρης, κι εγώ πολύ νέος, φωτογράφος και αρχιτέκτων της ανασκαφής της Ζάκρου αντίστοιχα, σε ένα απάτητο ( τότε) ιδανικό ακρογιάλι, με το ζεύγος Σακελλαράκη ( που έκανε τον μήνα του μέλιτος )τον σοφότατο και γραφικότατο Νικόλαο Πλάτωνα, με την Σωσώ, την παχουλή νέα του  σύζυγο κι ένα νήπιο τέκνο…

Κι ένα ζωηρό συνεργείο εργατών και τεχνιτών, δημιουργούσε ένα πολύβουο μελίσσι

Που απομονωμένο από τον άλλο κόσμο , έψαχνε θησαυρούς άγνωστους.

Νικόλαος Πλάτων, σοφότατος καθηγητής
Νικόλαος Πλάτων

Η ιεραρχία ήταν καθορισμένη, τα καταλύματα ανάλογα, ο πρίγκιπας(Πλάτων) , οι υπουργοί κι οι βαλέδες του…ένα σπίτι για τον πρώτο , μερικά ξύλο-παραπήγματα για τους δεύτερους  και σκηνές του στρατού για εργαζόμενους πληβείους.

 Ο Leon και η Ηarriet Pomerance, το ζεύγος των χρηματοδοτών, τακτοποιήθηκε όταν ήρθε, είχε γίνει κάποια πρόβλεψη.

 αποκα΄λυψη του θησαυροφυλακίου του ανακτόρου, σπάνια ανεκδοτη φτογραφία του Γ.Ξυλούρη
αποκάλυψη του θησαυροφυλακίου του ανακτόρου, σπάνια ανεκδοτη φτογραφία του Γ.Ξυλούρη

Η δεύτερη κατηγορία, ενώθηκε και οργανώθηκε αμέσως, συνεργάστηκε συντροφικά,

Με την προλεταριακή, η εποχή  που ευνοούσε αγώνες και … πάλη ταξική, για να λύσουμε το θέμα τροφής και διαλειμμάτων …και κάποιας διασκέδασης.

Κι έγιναν τόσα πολλά σε τόσο λίγο χρόνο, έναν μήνα όλον όλον. Αποκαλύφθηκε, μέσα από τα χώματα το χρηματοκιβώτιο , μην φανταστείτε φλουριά και χρυσάφια …

Ούτε κάσα και αρχαία κλειδιά, μα δεν υπήρχε ούτε σπιθαμή, χωρίς σπουδαία ευρήματα : πέτρινα μαρμάρινα, χάλκινα, πυλινα, από ορεία κρύσταλλο…ήταν όπως έλεγαν οι ντόπιοι, πατωσές  πατωσές. Το « πλατωνικό όνειρο» είχε πάρει σάρκα και οστά, το πέμπτο μινωικό ανάκτορο ήταν μπροστά μας.

Η δυσκολίες είχαν ξεχαστεί, το όνειρο μιας τηγανιτής πατάτας, ενός ζεστού μπάνιου…

Και δέθηκαν φιλίες που κράτησαν μια ζωή με τους Σακελλαρακηδες και τον Γιώργο Ξυλουρη…»

Κι η ζωή συνεχίστηκε, πέρασαν χρόνια και χρόνια…κάθε ένας. « εφ ω ετάχθη»

στο επάγγελμα, τις σχέσεις του , τη ζωή του.

Ο φωτογράφος, στην καρδιά της πόλης μας είχε , δημιουργήσει ένα στέκι ευχάριστο.

Από χρόνια, συνέχισε την πιο δημιουργική δουλειά του στο Μουσείο Ηρακλείου, που κάποτε βρέθηκε και ο επιστήθιος φίλος του Μύρων Μιχαηλίδης, που από  τα καθήκοντα του επαρχιακού δασκάλου, προτίμησε την βυζαντινή αρχαιολογία στην οποία διέπρεψε, εξαντλώντας τίτλους και διακρίσεις και την υπαλληλική ιεραρχία της.

Οι δυο φίλοι αν και απομακρύνθηκαν πολύ,ο ένας στο Βοριά κι ο άλλος στον Νότο  διατήρησαν μέχρι τέλους την στενή φιλία τους.

Ευγενικός,καλλιεργημενος,  προσινής, ευπροσίγορος , ο φωτογράφος βελτίωσε την τεχνική , συμπλήρωσε και τα απαραίτητα ακριβά εργαλεία του, και αναδείχθηκε , ως φωτογράφος αρχαίων θεμάτων, χώρων, αντικειμένων κλπ – κρατώντας βέβαια την αναπτυγμένη καλλιτεχνική πλευρά της εργασίας του.

Άργησα να εκτιμήσω την ποιότητα της φωτογραφίας του Γ.Ξ. , η ανάγκη της καθημερινής δουλειάς και το μεροκάματο,οι υπάρχοντες επαγγελματίες , που ασκούσαν φιλότιμα το έργο τους, δεν άφηναν περιθώρια καλλιτεχνικών επιδιώξεων.

vasilis-zevelakis_22yearsold
Νεανικό πορτραίτο του Γ.Ξυλούρη -1960-70

Όμως όταν στα πρώτα φοιτητικά χρόνια συνάντησα τον γεωπόνο φωτογράφο Κώστα

Φλέγκα, συνεργάτη του Τσαρούχη, καλλιτέχνη χωρίς αμφιβολία, έμαθα και είδα τι μπορεί ναναι μια απλή εκτύπωση μιας εικόνας.

Και τότε «είδα» ξανά δυο φωτογραφίες που είχα του Γ.Ξ. Κατανόησα ότι κρυβόταν, στο ασπρόμαυρο φόντο, ότι μπορεί να αποτυπώσει ο φακός, όταν τον χρησιμοποιεί, ένας φωτισμένος καλλιτέχνης.

Μετά την Μεταπολίτευση , δημιουργήθηκε η πρώτη κρατική σχολή φωτογραφίας, μάθαμε πως από πολλά χρόνια λειτουργούσαν σ όλη την Ευρώπη πανεπιστημιακές σχολές , με μεταπτυχιακά και διδακτορικά διπλώματα.

Πάντα τον  δρόμο τον ανοίγουν ιδιώτες στη χώρα μας, αλλά οι αγκυλώσεις δεν χάνονται, κι επειδή τώρα και με την ψηφιακή εξέλιξη, ο φακός είναι στα χέρια των πάντων, υποβαθμίζουμε πάλι ,αυτήν την εικαστική τέχνη.

Κι όμως δεν διαφέρει από τις άλλες, απλώς θέλει λιγότερο κόπο, όλοι μπορούμε να σχεδιάσουμε, να μάθουμε δυο νότες σ ένα ανόργανο, να συνθέσουμε έναν στίχο ( μια μαντινάδα). Κι οι περισσότεροι διακοσμούμε μόνοι μας τους χώρους μας η μπορούμε να παίξουμε  σ’έναν ερασιτεχνικό θίασο. Όμως δεν ασκούμε καμία τέχνη.

Ο Γ.Ξ. Είναι ο δεύτερος στην πόλη μας, που άσκησε την τέχνη της φωτογραφίας,  πρώτος ο μουσουλμάνος Μπεχαεντίν,πριν  έναν αιώνα, δεν είναι γνωστό το όνομα τόσο , αλλά τα έργα του κοσμούν όλα σχεδόν τα καφενεία και τις ταβέρνες μας, ο   Γιώργος Ξ. πιο γνωστός, μα τα σημαντικά έργα του κρύβονται σε επιστημονικές μελέτες σε βιβλία ειδικά, στα αρχεία των μουσείων, είναι εν πολλοίς άγνωστο το έργο του.

Aπό το διαδίκτυο Μπαχαιντίν-ο μαρκος Μαρινάκης εξέδωσε βιβλίο σχετικο
Aπό το διαδίκτυο Μπαχαεντίν-ο Μάρκος Μαρινάκης εξέδωσε βιβλίο σχετικό, Βρήκε όλες και τις 400 κάρτ ποστάλ του

Το βιογραφικό του μπορεί να το βρει,κανείς στο site του Κώστα Τριγώνη ( drasis.gr) που προτείνει να τιμηθεί  ο Γιώργος Ξυλούρης, με έναν δρόμο, συμφωνούμε και θα συμπληρώναμε : να βρεθεί ένα σταυροδρόμι , να τιμηθούν κι,οι δυο φωτογράφοι του Μεγάλου Κάστρου: ο  Ξυλούρης κι ο Μπεχαεντίν

Όταν τέλειωσαν όλα απομακρυνόμουν, σαν να συνομιλούσα με τον Βάνια ( Γιγουρτσή) τον  επιστήθιο φίλο μου, έλεγε ανέκδοτα από την κοινή μας ζωή,

Μμε τον Γιώργο Ξυλούρη, τον Γιώργο Ροζακή, το Γιώργο Χουμεριανό, Τον Βαγγέλη Λαζαράκη – Δημήτρη Φραγκιουδακη , η παρέα αραίωσε σκεφτόμουν, μα θα ξαναβρεθούμε κάποτε  ( δεν μπορεί) στο περιβόλι του ουρανού.

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ – ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ ΤΟ 2019

ΠΡΩΤΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

(για παιδιά της προσχολικής ηλικίας)

Ο μικρούλης ο ασβός, τον λένε Μεμελό...
Ο μικρούλης ο ασβός, τον λένε Μεμελό…

ΤΑ ΦΙΛΑΡΑΚΙΑ…

Η καλή μας λαγουδίτσα

Που τη λένε Μεμελίτσα

Έχει φίλο κολλητό

Τον μικρούλη τον ασβό

Τον φωνάζουν Μεμελό

 

Συναντήθηκαν στην τάξη

Του σκολειού της γειτονιάς

Και καθήσανστο θρανείο

Της πιο πρώτης της σειράς

Φίλοι γίνανε με μιας

 

Παίζαν διαβάζαν πολύ

Και πηγαίνανε μαζί

Μες στο δάσος για να βρουν

Πιθηκάκια  Να μπορούν

Να τρέχουν και να πηδούν

η αλεπού κι η λαγουδίτσα, την φωνάζουν Μεμελίτσα
η αλεπού κι η λαγουδίτσα, την φωνάζουν Μεμελίτσα

Κάποτε πήγαν ωραία

Ένα πρωινό παρέα

Συνάντησαν αλεπού

Τους αρώστησε  : «για που

Ξεκινήσατε να πάτε;»

_»κι εσείς γιατί μας ρωτατε;»

Απαντήσαν και τα  δυο

 

⁃ «μοναχά σας θα χαθείτε

Θέλω να σας βοηθήσω

Σε μπελάδες να μην μπέιτε

Έχει ζώα μες στο δάσος

άγρια τα πιο πολλά

Κυνηγάνε τους μεγάλους

Προτιμάνε τα παιδιά»

 

⁃ «Έχει δίκιο η Κυρά Μάρω»

Είπε αμέσως η μικρή

Μα ο Μέμελος φοβάται

Ο μπαμπάς του του ´χε πει:

⁃ «Είναι η αλεπού μεγάλη

Ψεύτρα τόσο πονηρή

Που το άσπρο κάνει μαύρο

Το φαϊ της για να βρει».

 

Δεν μίλησε – την πήρανε το δρόμο να τους πει

να βρούνε για παιγνίδι
 κάποια μαϊμού μικρή

 

Μα σταμάτησαν σε δέντρο

Πού χε μια μεγάλη τρύπα

Είναι του παππού το σπίτι

Είπε ο μικρός : -” για κτύπα
”

Σκέφτηκε αμέσως η Μαρω

Πιο καλά τώρα θα φάω

Το γέρο και τα παιδιά

Κι αμέσως θα κτυπάω

Κι άκουσε ο γέροασβός

Που ήτανε και πονηρός

Κι έστησε το δοκανό(*) του

Για να πιάσει τον εχθρό του

 

Κι όταν μπήκε πρώτη πρώτη

Η αλεπού να τότε φάει

Η παγίδα θα την πιάσει

Και πονά και σπαρταράει

 

Και από μπρος θα πάει πίσω

Μα θα χάσει την ουρά της

Θα γλυτώσει απ΄ τις δαγκάνες

Και τα πόδια και τ αυτιά της …

 

Μα φοβήθηκε και τρέχει

Κι ο ασβός χαμογελάει

που δεν μπόρεσε η Μάρω

να τους πιάσει να τους φάει

 

Και ξανά σχολειό και σπίτι

Πλάκα με σκλήρο κοντύλι

Και μαζί θα μεγαλώνουν

Κολλητοί θάναι σαν φίλοι

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
(*)=παγίδα, οδοντωτή δαγκάνα

ΜΑΝΟΛΗΣ ΣΑΡΙΔΑΚΗΣ: Η ΕΚΘΕΣΗ ΣΤΟ Μ.Ε.Τ. ΣΧΙΖΑΚΗ

Φως στα φυλλώματα
Φως στα φυλλώματα

ΜΑΝΟΛΗΣ   ΣΑΡΙΔΑΚΗΣ  – ΕΝΑΣ  ΖΩΓΡΑΦΟΣ

ΠΟΥ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΜΑΣ

 

Σαββατόβραδο, πρώτη του Δεκεμβρίου – στην έκθεση του Μανόλη Σαριδάκη,

με περιέργεια και συγκίνηση. Παρακολουθούμε προσεκτικά την πορεία

του καλλιτέχνη από τα πρώτα του βήματα, ξέραμε ότι κάτι αλλάζει,

περιμέναμε κάποια έκπληξη. Όταν βρεθήκαμε στην υπόγεια αίθουσα

που με περισσή φροντίδα (και γούστο)διαρρύθμισε ο Κώστας Σχιζάκης

κι η σύντροφός του, μέσα στην πολυκοσμία των εγκαινίων,

δεν βρήκαμε τον ζωγράφο – αλλά τα έργα του που βέβαια

τον αντιπροσώπευαν πολύ έγκυρα.

20181201_194835
λεπτομέρεια πίνακα: το πουλάκι με φόντο τη θάλασσα από την εκθεση 1.12.2018

Η αλλαγή ήταν σημαντική, η θάλασσα και οι

διάφεγγος βυθός, τα συνηθισμένα θέματα του ζωγράφου είχαν χαθεί .

Έγινε στεριανός συλλογίστηκα , μα όταν πρόσεξα καλύτερα ,

κατάλαβα ότι έκανα λάθος. Ναι ήταν στεριανά τα θέματα, μα

η θάλασσα υπονοείται, κι όταν δεν φαίνεται – τριγύρισα όλες τις εικόνες του ,

σημείωσα φώτα (λάμπες)και πουλάκια.

 

20181201_195124

Η θάλασσα, παραλία και νησί

στο βάθος – μας ταξιδεύει σε τόπους ονειρικούς στην παιδική ηλικία

και τις αναμνήσεις που δεν σβήνουν, σκεφτόμουν.

Μα οι σημερινές εικόνες οι πιο πολλές ,είναι φυλλώματα,

από κάμπους και βουνά και λάμπες από κοσμικά σαλόνια.

Η απίθανη δεξιοτεχνία του Μανόλη Σαριδάκη , απλώνει στους

καμβάδες ήρεμες εικόνες και λαμπερά χρώματα περισυλλογής,

ο ζωγράφος σκέφτεται τη φύση και τις αστικές σχέσεις.

Φως, από το σαλόνι στην ύπαιθρο
Φως, από το σαλόνι στην ύπαιθρο

Δεν τον νοιάζουν οι τυπικότητες, σκέφτεται το μέσα μέρος,

του χώρου και των αισθημάτων. Η αισιοδοξία του δεν ήταν ποτέ ψηλή,

μα δεν γυρίζει πίσω , στην κριτική του χάους. Σχεδιάζω πάει

να πει δημιουργώ, δηλαδή κάνω χτίζω γέφυρες, εκεί που γίνεται

μα κι εκεί το ανέφικτο μας προκαλεί.

 

Φύλλωμα , λεπτομέρεια
Φύλλωμα , λεπτομέρεια

 

Οι λάμπες του ξέφυγαν

από τον Σπύρο Βασιλείου (όπως και τα στεφάνια) μα εδώ είναι

επαρχία, έξω από το σπίτι μας δε είναι ο ηλεκτρικός μα το χωράφι,

τα δέντρα και τα πουλιά. Ο Μανόλης Σαριδάκης, είναι ζωγράφος

δεύτερης γενιάς, ήταν κι ο πατέρας του, δεν είναι το ίδιο με

τους πλούσιους φίλους μας(που κληρονομούν τις επιχειρήσεις

των δικών τους) Το ταλέντο, η σφραγίδα της δωρεάς

( όπως θα λεγε ο Γ. Παπανδρέου, ο παππούς),

 

 

στεφάνι, από την έκθεση 1.12.2018
στεφάνι, από την έκθεση 1.12.2018

δεν κληρονομείται, δεν μεταβιβάζεται και είναι πολύ-πολύ σπάνιο.

Η δουλειά που είδαμε, ήταν εξαιρετικής ποιότητας και σημασίας,

ο ζωγράφος ωρίμασε, πέρασε τους δρόμους που τον συγκίνησαν,

για να πετάξει ακόμα πιο ψηλά: εκεί που θα βρει τα δικά του

 

Φως στα φυλλώματα
Φως στα φυλλώματα

πουλιά, τις χάρτινες βάρκες των παιδικών του χρόνων,

τους βυθούς και τις θάλασσες αλλά και τα δικά μας

ατέλειωτα βάσανα, τις προσδοκίες και τις ασίγαστες λαχτάρες.

 

ΠΛΗΡΕΣΤΕΡΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ:

47352443_636093510126213_4434119417437093888_n 47260172_263511504324113_2456153550175076352_n 47250056_298575977296996_8091253352374992896_n

13 ΠΑΡΑΜYΘΙΑ – ΜΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘEΙΑ EΠΙΣΤΡΟΦHΣ

 

ΠΟΙΗΤΙΚΑ  ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

horse-3317004__340
εικόνα διαδικτύου

Ένα ποιητικό παραμύθι ; Η έκπληξη ήταν εύλογη σε φίλους και γνωστούς.

Όμως η ιδέα δεν ήταν νέα, είχε σφηνωθεί στο νου μου, αρκετά χρόνια πριν, όταν μια

ερασιτεχνική θεατρική ομάδα,αναζητούσε έργο, που να απευθύνεται στα παιδιά και είχε

καταλήξει, μετά από ατέλειωτες συζητήσεις, στην “ΕΛΙΖΑ” της

Ξένιας Καλογεροπούλου.

 

Scan 12

Είχα διαβάσει το κείμενο , μ ́άρεσαν οι ιδέες της και με είχε εντυπωσιάσει πολύ, το κεντρικό πρόσωπο, ένα θαρραλέο κορίτσι, που αναζητούσε τον αγαπημένο σύντροφο, που είχε χαθεί. Μπορούσε μια ερωτική ιστορία να είναι κατάλληλη, ενδιαφέρουσα και χρήσιμη στο ευαίσθητο κοινό των παιδιών ;

Μια επιφύλαξη με άγγιζε,γιατί η επιλογή ενός αγγλικού μύθου; τη συγκίνησε (την Ξ.Κ.) το θέμα που είχε κάποια πρωτοτυπία ; Ένα κρητικό παραμύθι. που είχα ακούσει παιδί και διάβασα τελευταία ( στην συλλογή Ελένης Δουνδουλάκη- Ουστομανωλάκη) – πολύ κοντά στην κεντρική ιδέα της “Ελίζας” , μπορούσε να αναπτυχθεί; Το ερώτημα με φόβιζε και οι αμφιβολίες αγκύλωναν, όμως ξαφνικά βρέθηκα να γράφω ασταμάτητα, την ιστορία της “Κεραδοπουλας” του Τζίνι Μαντσίνι τον σεβντά. Άρχισα χωρίς επιφύλαξη, την έμμετρη διήγηση, δεν δοκίμασα καθόλου μια φυσικότερη γραφή πρόζας. Γιατί άραγε ; Δεν μπόρεσα να το εξηγήσω, δεν με απασχολούσε.

 

Scan 11

Το παραμύθι, από κάποιες υπόγειες διαδρομές,σαν να είχε
μετασχηματισθεί, ο στίχος ήταν η πιο άμεση έκφραση και η μόνη.

Είχα κάνει προσπάθειες στο παρελθόν στην παραδοσιακή ποίηση και με παταγώδη αποτυχία, πως άραγε επιχείρησα να διαβώ αυτό το ποτάμι, που δεν ήταν καθόλου για μένα πλωτό ;

Νομίζω ότι αυτά έρχονται μετά, το ωραίο παραμύθι, ήταν το εισιτήριο, για μιαν άγνωστη διαδρομή, σ ́έναν κόσμο χαμένο και μοναδική ευκαιρία, τον χειμώνα εκείνον τον βαρύ και δύσκολο.

18944956_10211106177043577_1374094883_n

Όταν τέλειωσε μετά τις πρώτες διορθώσεις, ήξερα ότι θα έπρεπε να παρουσιασθει ή να εκδοθεί. Δεν έγινε, το είδος έμοιαζε παρωχημένο, μακριά από τις σύγχρονες απόψεις. Δεν με ένοιαζε, διαισθανόμουν ότι δεν ήταν λάθος .

Όχι χωρίς αφορμή, τα επόμενα χρόνια με απασχόλησαν δυο πολύ οικεία σε μένα παραμύθια, ο “Σακοράφος” και ο “ ο Τσιρτσώνης”, συμπλήρωσαν τον Τζίνι Μαντσίνι δημιουργούσαν,πιο σωστά εικονογραφούσαν ένα τρίπτυχο, που ενώ δεν είχα προσχεδιάσει, ανταποκρινόταν, με ανεξήγητο τρόπο, στις σκέψεις, τα προβλήματα και τις αγωνίες, που με απασχολούσαν, την δεκαετία του 1990, όταν παρακολουθούσα τα παιδιά να μεγαλώνουν.

Ο πατέρας της έφερε το μαγικο ανήλιαγο πουλό
“Τζινι Μαντσίνι”: Ο πατέρας της έφερε το μαγικο ανήλιαγο πουλί

Αργότερα μετά από 20 χρόνια,όταν έρχισαν τα εγγονάκια, να δοκιμάζουν τα πρώτα τους βήματα, τα παραμύθια μου δεν επαρκούσαν, άρχισα νέα συνοπτικά – το παράδοξο, τα συνόδευαν πρόσωπα φίλων, που ήταν μακριά ή  έλειπαν…

Σήμερα γνωρίζω ότι τα παραμύθια αυτά μπορεί να μην φτάσουν ποτέ στο ευρύ κοινό , θα είναι όμως αρκετό να διαβαστούν από λίγους και θυμίσουν φίλους και πολύ όμορφες, ελληνικές διηγήσεις.

2018 – Β.Σ.Ζ.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ – ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ : ΤΙΠΟΤΑ ΜΑ ΤΙΠΟΤΑ ΔEΝ ΜΑΣ ΣΩΖEΙ…

Εικόνα7051TAEDIUM VITAE (του Καίσαρα Εμμανουήλ)(*)

kaisar_emmanouil
Καίσαρ Εμμανουήλ ,φωτο διαδικτύου

Φαίνεται πια πως τίποτα – τίποτα δε μας σώζει.

Του δωματίου σου η χλιδή, η ευωδιαστή ατμοσφαίρα,
το σώμα σου, ένα αμάλγαμα από σμάλτο και κοράλλι,
που ως τρόπαιο, ακόλαστη, όρθωσες μπροστά μου αχτινοβόλο,
λυτή την άγρια αφήνοντας αγέλη των ιμέρων,
όπλα σκληρά είναι που χτυπούν απελπισμένα απόψε
τα σινικά της πλήξης μας τα τείχη!

Προς τη Σιωπή με τα πικρά και σφραγισμένα χείλη
έχω, οδοιπόρος που η σκληρή θύελλα μαστίζει, στρέψει.
Σ’ αυτή την επικίνδυνη και σκοτεινή καμπύλη,
όταν ωραία θα φλέγεσαι, μαρμάρινη εσύ στήλη,
μη με ζητήσεις: μιά κλειστή θα κρούεις και ξένη πύλη!

Φαίνεται πια πως τίποτα – τίποτα δε μας σώζει.

(…)

Νίκος Καββαδίας 1973-74
Νίκος Καββαδίας 1973-74-φωτογραφία απο το ουζερί ΒΑΡΔΙΑ στο λμάνι του Ηρακλείου

Γράμμα στόν ποιητή Καίσαρα Ἐμμανουήλ (του Νίκου Καββαδία)

Ξέρω ἐγὼ κάτι ποὺ μποροῦσε, Καῖσαρ, νὰ σᾶς σώσει.
Κάτι ποὺ πάντα βρίσκεται σ᾿ αἰώνια ἐναλλαγή,
κάτι ποὺ σχίζει τὶς θολὲς γραμμὲς τῶν ὁριζόντων,
καὶ ταξιδεύει ἀδιάκοπα τὴν ἀτέλειωτη γῆ.

Κάτι ποὺ θά ῾κανε γοργὰ νὰ φύγει τὸ κοράκι,(1)
ποὺ τοῦ γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τὰ χαρτιά·
νὰ φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τὰ φτερά του,
πρὸς κάποιαν ἀκατοίκητη κοιλάδα τοῦ Νοτιᾶ

(…)

Scan 4
Αφιέρωση σε φίλο του, όταν έφτασε στην Κρήτη στα 1974

Μία μέρα χειμωνιάτικη θὰ φεύγαμε.
– Τὰ ρυμουλκὰ περνώντας θὰ σφυρίζαν,
τὰ βρωμερὰ νερὰ ἡ βροχὴ θὰ ράντιζε,
κι οἱ γερανοὶ στοὺς ντόκους θὰ γυρίζαν.

Οἱ πολιτεῖες οἱ ξένες θὰ μᾶς δέχονταν,
οἱ πολιτεῖες οἱ πιὸ ἀπομακρυσμένες
κι ἐγὼ σ᾿ αὐτὲς ἁβρὰ θὰ σᾶς ἐσύσταινα

σὰν σὲ παλιές, θερμές μου ἀγαπημένες.

(…)

Τελευαίο βιβλίο ΚΑΒΒΑΔΙΑ:Εξώφυλλο, με σχέδιο του Γιάννη Μόραλη
Τελευαίο βιβλίο ΚΑΒΒΑΔΙΑ:Εξώφυλλο, με σχέδιο του Γιάννη Μόραλη

Γνωρίσαμε τον ποιητή των ανοικτών οριζόντων, πριν την “επάρατη” στα 1964 από την Β΄έκδοση ΜΑΡΑΜΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΥΣΙ του ΓΑΛΑΞΙΑ(πρώτη έκδοση 1961  4000 –  2η 2.000 αντ’iτυπα) .

Τον ίδιο είχαμε την τύχη να τον δούμε από κοντά την άνοιξη του 1974 στα  πολλά ταξίδια τoυ στην Κρήτη, όποιος ενδιαφέρεται ας ψάξει στο : alkman.gr , όπου έχουν αναρτηθεί περισσότερα από 30 κείμενα σχετικά με τον ποιητή και το Ηράκλειο.

Τατουάζ στο χέρι του Καββαδία (φωτο διαδικτύου
Τατουάζ στο χέρι του Καββαδία (φωτο διαδικτύου

Η σύνδεση του Καββαδία με τον Καίσαρα Εμμανουήλ, αρχίζει με την εμφάνιση του πρώτου και  τη συλλογή του ΜΑΡΑΜΠΟΥ (1933) στα νεοελληνικά γράμματα.

Ο Κ.Ε. που έχει γίνει γνωστός από τα 1924 που έχει αρχίσει να συνεργάζεται με τα λογοτεχνικά περιοδικά ( αλλά  και τη συλλογή του ΠΑΡΑΦΩΝΟΣ ΑΥΛΟΣ στα 1929, που είχε καλές κριτικές), παρουσίασε τον Νίκο Καββαδία – στα 1933 με εισαγωγικό σημείωμα στην πρώτη του εμφάνιση (ΜΑΡΑΜΠΟΥ), που  ένα σημαντικο ποίημα ήταν αφιερωμένο στον Καίσαρα.

Bρήκαμε μετά από πολύ ψάξιμο, το κείμενο του Κ.Ε. στην έκδοση του Καββαδία στα 1933, του νεαρού ναύτη – που έπεσε σαν αστέρι στα στάσιμα  (τότε) νερά της νεοελληνικής ποίησης.

Πράσινοι ή ξεροί λόφοι προς την Παλιόχωρα - το φως λογχίζει τον ουρανό
το πουλί του Πόε

Ο Καίσαρ είναι νέος κι αυτός, μόλις έχει εκδόσει την πρώτη συλλογή του  (και πολύ σημαντική  : ΠΑΡΑΦΩΝΟΣ ΑΥΛΟΣ, 1929) αλλά  έχει ήδη κάποιο όνομα και είναι πολύ ευαίσθητος και καλλιεργημένος διανοούμενος, πολύγλωσσος και ευρυμαθής.

Βλέπει τον μικρόσωμο σπινθηροβόλο ναύτη με συμπάθεια και αγάπη, διακρίνει στους στίχους του το φως της αληθινής τέχνης –  δεν έχει μικροπρέπειες συνηθισμένες  στον καλλιτεχνικό χώρο  από τη μυθική εποχή του Δαιδάλου – προλογίζει το ΜΑΡΑΜΠΟΥ, με εξαιρετική κριτική ικανότητα, του ανοίγει το  δρόμο , στην δύσκολη περιοχή  – ουσιαστικά τον βαφτίζει, είναι ο ανάδοχός του. Ο Νίκος  Καββαδίας θα ονομάζεται  “Μαραμπού”, από το όνομα της πρώτης συλλογής του.

Αρχείο Γ.Ζεβ.

Είναι ο  “νονός” του, αλλά αυτό θα χαθεί με το πέρασμα του καιρού, που η μεγάλη στροφή στην ποίηση, με την καθιέρωση του μοντερνισμού και της “ελεύθερης γραφής” και την κυριαρχία της γενιάς του 30, όλοι οι σύγχρονοι παραδοσιακοί θα  χαθούν, η λήθη θα καλύψει και το  έργο του Καίσαρα Εμμανουήλ.

 

Ο Νίκος Καββαδίας θα διασωθεί, συμπτωματικά και  ίσως γιατί επιβιώνει στο λαϊκό στοιχείο των ναυτικών, στα εμπορικά καράβια , τα μεγάλα πετρελαιοφόρα (τάγκερ) και τα ποστάλια, που διασχίζουν όλες τις θάλασσες. Η ποίησή του πολύ κοντά στα καλύτερα δημοτικά τραγούδια, εύληπτη κατανοητή και ελκυστική ,  εκφράζει και τον κόσμο της θάλασσας, ιχνογραφεί την σκληρή ζωή των ναυτικών μας, οι ιστορίες μοιάζουν παραμύθια, από άλλους καιρούς, που παρουσιάζουν ωστόσο δικούςμας ανθρώπους. Ας είναι πολυεθνικό το περιβάλλον των ελληνικών πλοίων, οι ήρωες ειναι γνωστοί μας, από τον Αλλαδίνο ως τον νέγρο από το Τζιμπουτί, ο Δον Μπαζίλιο θα ταν από το Τολέδο του Γκρέκο, κι ο Νάγκελ τι να διαφέρει από τον Καπετάν Μπία, που από πλοίαρχος κατάντησε πιλότος(2) στο Ηράκλειο(1955).

Αρθούρος Ρεμπώ (1854-1891)
Αρθούρος Ρεμπώ (1854-1891)

Ο Καίσαρ Εμμανουήλ είναι βαθύς μελετητής της Γαλλικής ποίησης,  αγαπά τους σημαντικούς λογοτέχνες , έχει επηρεαστεί από  τις τάσεις που στα τελη του 18ου αιώνα κυριαρχούν (συμβολισμός κλπ) – δεν είναι και συμπτωματικό που  στην εισαγωγή του στο ΜΑΡΑΜΠΟΥ διαλέγει στίχους από τον A.Rimbaud,  “το τρομερό βρέφος” της γαλλικής ποίησης (Απόσπασμα από τις “Εκλάμψεις”  – illuminations. πρόχειρη μετάφραση από την Μόνικα Κ.  : αχ! Ο απέραντος εγωϊσμός (η απέραντη φιλαυτία) της εφηβείας, η φιλόσπουδη αισιοδοξία : πως ο κόσμος ήταν γεμάτος λουλούδια εκείνο το καλοκαίρι ! ).

Το παράξενο: ο A.Rimbaud και ο μέντοράς του λίγο πιο μεγάλος στην ηλικία Πωλ Βερλαίν διαφέρουν 8 χρόνια όσο ακριβώς και ο Καίσαρ με τον Καββαδια / δεν φαίνεται να υπάρχουν άλλες αναλογίες.

 

Ζωγραφικός πίνακας, αριστερά Βερλαίν, δίπλα του Ρεμπώ (φωτο διαδικτύου)
Ζωγραφικός πίνακας, αριστερά Βερλαίν, δίπλα του Ρεμπώ (φωτο διαδικτύου)

Δεν πέρασε απαρατήρητος, ο άγνωστος βιοπαλαιστής της θάλασσας, που δεν δίστασε να κολυμπήσει στα βαθιά νερά – με την αφροντισιά και το θάρρος των  είκοσι   χρόνων του.

Καλές κριτικές, εντυπωσιακή είσοδος: ο άγνωστος νεαρός είχε βρει έναν δικό του τρόπο να μιλήσει, να πει τις ιστορίες του : πέτυχε ότι δεν καταφέρνουν λογοτέχνες γερασμένοι στα μελάνια και τα χαρτιά (και όχι σπάνια και στις αμαρτίες ).

Κι έμεινε χρόνια σιωπηλός ο λογοτέχνης ασυρματιστής, μέχρι το 1947 που θα συμπληρώσει με μια νέα μικρότερη (σε έκταση)  συλλογή το έργο του ΤΟ ΠΟΥΣΙ.

Καββαδίας φωτο διαδικτύου
Καββαδίας φωτο διαδικτύου

Όταν μετά από πολλά χρόνια έπεσε στα χέρια μου ένα μικρό παλιό βιβλιαράκι, ωραία σταχωμένο του 1929, με τίτλο ΠΑΡΑΦΩΝΟΣ ΑΥΛΟΣ, ο μεγάλος φίλος του Μαραμπού (2)  ήρθε πολύ κοντά μας, μια ποίηση ελκυστική πρωτότυπη, ακραίου λυρισμού , συνόδευσε πολλές ώρες μας.  Ο Καίσαρ Εμμανουήλ, ελάσσων και τελείως ξεχασμένος ταίριαζε και πολύ με του γούστο και τις αισθητικές μας προτιμήσεις.

Ακόμα συγγένευε  με τον αγαπημένο μας Νίκο Καββαδία, παρά τις εκτιμήσεις των κριτικών της λογοτεχνίας, που κατατάσσουν, χρονικά και “τεχνοτροπικά”αλλά και  αναλύοντας τα τεχνικά – μετρικά και ιδεολογικά – στοιχεία των ποιητών.

Ν.Χ.αγιερ Μπουφίδης (1899-1950)ποιηση-θέατρο
Σ αυτόν αφιέρωσε σχετικό ποίημα ο Καίσαρ Ε. :Ν.Χ.αγιερ Μπουφίδης (1899-1950)ποιηση-θέατρο

Ο Καίσαρ  Εμμανουήλ γράφει ο άλλος ελάσσων Τάσος Κόρφης: “Μετέφρασε ένα μεγάλο φάσμα ποιητών, αρχίζοντας από τον Πόε, περνώντας από το Ρεμπώ, το ντε Ρεγκνιέ και άλλους και καταλήγοντας στο Βαλερύ και, προπάντων, στο Μαλλαρμέ, τους πιο κοντινούς στην ιδιοσυγκρασία του, αλλά και στις αισθητικές του πεποιθήσεις, ποιητές. Οι μεταφραστικές αυτές προσπάθειες του Εμμανουήλ στα δύσκολα ποιήματα της γαλλικής, προπάντων, ποίησης που μετέφερε στη γλώσσα μας, έχουν, όπως είναι φυσικό, και τις ιδιοτυπίες που διακρίνουν την ποίησή του: η διανοητική, δηλαδή, έντονη επεξεργασία για να βρεθούν οι πιο κατάλληλες (με κριτήρια πάντα την οξεία του ευαισθησία και την πλατιά του καλλιέργεια) λέξεις και μιαν “αριστοκρατικότητα” που τον περιόριζε (κάποτε ερμητικά) πέρα από τα κοινά, σε όσα ο ίδιος νόμιζε για “ποιητικά”.

 

Καίσαρ Εμμανουήλ, ποιητής, 1902-1970
Καίσαρ Εμμανουήλ, ποιητής, 1902-1970
προέλευση του αποσπάσματος
προέλευση του αποσπάσματος

Από το διαδίκτυο αντιγράφουμε : “Η λογοτεχνία, όχι ως ομοιοπαθητική στρατηγική σημείων, αλλά κυρίως ως μουσική μετάβαση στον απολεσθέντα παράδεισο, βρήκε στο πρόσωπό του έναν ικανό και αναγκαίο πομποδέκτη. Η ευφωνία, η πλαστική έκφανση δεν διστάζει ούτε στιγμή να θυσιάσει στο βωμό της τη θλιβερή ύλη της πραγματικότητας. Ο αυτοεγκλεισμός μέσα στο βασίλειο των ευήχων λεκτικών συμπλεγμάτων είναι προφανώς η ιδανική λύση σωτηρίας.(…)Μήπως κατά βάση τα σημαινόμενα δεν είναι τίποτε άλλο παρά σημαίνοντα; O ποιητής θα δοκιμάσει ν’ απαντήσει: «Η ποίησις αυτή, καθαρώς σπουδαστηριακή αντίθετη με κάθε απειθάρχητη προβολή, με κάθε σύσπαση του

Ο Ν.Χαγιερ Μπουφίδης, φωτ, από Σ.Λιλιμπάκη
Ο Ν.Χαγιερ Μπουφίδης, φωτ, από Σ.Λιλιμπάκη

ενστίκτου, με ό, τι ο Rimbaud ονόμαζε dereglement des sens, ορμάται από τη νόηση, σε όλη την έκταση των καθολικών της ιδιοτήτων – παράγοντα τον οποίον θεωρώ, παράλληλα με την ύπαρξη ενός άλλου συντελεστού, μιας ειδικής μουσικής τάσεως, ως τα πρωταρχικά κίνητρα στην ακτίνα της ποιητικής συνθέσεως». Η ομολογία περί «ειδικής μουσικής τάσεως» αρκεί για να μας πείσει: γραφή παραμένει πιστή στις αρχές μιας αρμονικής εκ νέου συναρμολόγησης του θρυμματισμένου περιβάλλοντος.”

Από τα καράβια του Σπύρου Βασιλείου
Η τελευταίο ποίημα  του Καίσαρα Ε.  : ΘΑΛΑΣΣΙΝΑ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑΤΑ απο τη συλλογή STILLAE SANGUINIS (σταγόνα αιματος )

 

 

 

 

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(*) Μετάφραση Γ.Ζ.: Κουρασμένος από τη ζωή

(1) Αναφορά πιθανόν στο ΚΟΡΑΚΙ του Αμερικανού λογοτέχνη Ε.Α.Πόε,που μετέφρασε ο Κάισαρ Εμμανουήλ

(2)δεν είναι οδηγός …αεροπλάνου, αλλά αυτός που οδηγεί τα ξένα  πλοία στο λιμάνι

Τα ποιήματα (τμήματα)είναι μεταφορά από το διαδίκτυο :andreaskandreou.blogspot.com/2015/03/blog-post_11.html

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ : ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟΝ ΚΑΙΣΑΡΑ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ : ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟΝ ΚΑΙΣΑΡΑ ΕΜΜΑΝΟΥΗ

  –   IMPERATORES   INTERNI  –

images-1

Μέσα μου κοιμάται ένας αυτοκράτορας

κλιτός στις δάφνες του – όλων των τροπαίων

μέσα μου χρόνια ζει ένας αυτοκράτορας

μ΄όλη την έπαρσή του – των γενναίων

images-2
Ρωμαίος αυτοκράτωρ

Εντός του ακούει – αλόγων τριποδίσματα

το πλήθος τ΄ανυπόμονο μπροστά του

μια εξόρμηση ονειρεύονται οι λεγεώνες του

κι ως εραστές μεθούν σε μια ματιά του

 

Σε πένθιμη παρέλαση οι μονομάχοι

του περνούν κι επεφημούν από μπροστά του

-”Χαίρε Καίσαρ οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν”

και παν για το ταξίδι του θανάτου

Βρούτος, προτομή ρωμαϊκή
Βρούτος, προτομή ρωμαϊκή

Οι Βρούτοι ένα στιλέτο πάντα υψώνουνε

γελάει με τους τρελούς η Αθανασία

Οι Καίσαρες οι αθάνατοι ας πληγώνονται

Κι οι Βρούτοι ,οι οικτροί, ας χτυπούνε με μανία

Η ΧΑΛΒΑΔΕΝΙΑ – ΕΝΑ ΛΑΪΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Φθινόπωρο, ο καιρός άρχισε να κρυώνει (ακόμα και στην Κρήτη) τα παιδιά γύρισαν στα θρανία…οι γιαγιάδες ετοιμάζουν τα παραμύθια τους.

Η  ΧΑΛΒΑΔΕΝΙΑ

                                   αφιέρωση: φωτογράφο -γεωπόνο Κώστα Φλέγκα,

                                                       των χρωμάτων μιας ιδανικής χώρας

Το γουρούνι κάνει ούι

Και μου …μου κάνει το βούι

Κι η γατούλα νιάου, νιάου…

 Το σκυλάκι γάου, γάου..

 Κι η γιαγιά μας η καλή

Κρύβει τ´άσπρο της μαλλί

Στο κατάμαυρο τσεμπέρι

Βάζει στο λαγό πιπέρι

Είναι τόσο ζαρωμενη

Σαν σταφίδα ξέραμένη

Και στιφάδο θα ετοιμάσει

Κύστερα θα μας διαβάσει

Η γιαγια μας τι και πως

Πριν να κλείσουμε το φως

 

Δεν θ΄ αργήσει να μας πει

Παραμύθι πι και φι

Αχ γιαγιά μου πάρε με

Στο κρεβάτι βάλε με

Και το παραμύθι πες μου …

18944956_10211106177043577_1374094883_n

 

 

 

 

Mιαν φορά κι έναν καιρό …

Σ΄ένα πανέμορφο νησί σε πόλη τειχισμένη

ο Γιώργης κι η Μαρίκα ζούσαν αγαπημένοι

όμως τους τρώει ο καημός το μαύρο το σαράκι

επέρασαν τα χρόνια τους μα δεν έχουν παιδάκι

 

Τι κι αν ταξίματα ακριβά σ΄αγιους έκαναν τόσα

κι αν ξόδεψαν στις μάγισσες πολλά ως χίλια γρόσα

ποτέ δεν ήρθε πελαργός στο φτωχικό τους σπίτι

δεν κτύπησε το τζάμι τους ούτε μικρό σπουργίτι

Κλαίει συχνά και κρύβεται στην κάμαρη η Μαρίκα

τη βλέπει και μαραίνεται απ΄τη μεγάλη πρίκα

Η Χαλβαδένια
Η Χαλβαδένια

Το νου του στίβει ψάχνοντας και θέλει να μπορέσει

να βρει κάτι όμορφο πολύ καλό να της αρέσει

Κι επειδή ξέρει από γλυκά είναι για το νησί του

αυτός που φτιάχνει τον χαλβά με συνταγή δική του

 

Επήρε την απόφαση να πλάσει μια κοπέλα

με σιμιγδάλι ζάχαρη μυρωδικά κανέλα

Σαν άρχισε δεν άργησε σαν κούκλα να την κάνει

κορίτσι που στην ομορφιά κανένα δεν το φτάνει

 

Την έντυσε τη στόλισε σαν να ταν πριγκιπέσα

κι ύστερα τη γυναίκα του φώναξε να΄ρθει μέσα

-”Γυναίκα να την κόρη μας για να ΄ χεις συντροφιά σου

μπορεί να ναι αμίλητη μα πήρε την ομορφιά σου

έτσι ήσουνα στα νιάτα μας έλαμπες σαν αστέρι

με θάμπωνες – στον ουρανό νόμιζα μ΄έχεις φέρει

Έτσι ήταν ο παράδεισος με χρώματα και φώτα

κι εγώ μονάχα ήθελα να σε κοιτάζω πρώτα”

Σαν μάνα από χαρά πολλή σαν να τανε αλήθεια

η κόρη που λαχτάρησε, την έσφιξε στα στήθια

 

Την χτένισε την έβαλε απάνω στο χαγιάτι

και κέντημα της έδωσε σαν για να κάνει κάτι

έτσι φαινόταν η μικρή σκυμμένη να κεντάει

και πέρασε ο πρίγκιπας και τηνε χαιρετάει

UALORH-0096

Αδιάφορη καθότανε μα τ΄άρεσε περίσσα

πανέμορφη του φάνηκε πως τύμπανα κτυπήσα(ν)

γιατί η καρδιά του έγινε ταμπούρλο και θα σπάσει

τη Χαλβαδένια δεν μπορεί καθόλου να ξεχάσει

 

Και ζήτησε απ τον βασιλιά να πάει να τη ζητήσει

γιατί δεν κάνει δίχως της δεν ημπορεί να ζήσει

-”Καλά να το σκεφτείς γιατί δεν είναι στη σειρά μας”

ο κύρης του είπε πως – καλοί ναι για Κολήγοι στη δουλειά μας”

Ο πρίγκιπας επέμεινε δεν τρώγει και δεν κοιμάται

στην κάμαρα του κλείνεται κι όλο παραπονάται

 

Φοβήθηκεν ο Βασιλιάς για τον μοναχογιό του

τον υπουργό του έστειλε σαν αντιπρόσωπό του

Και πήγε και τη γύρεψε – για νύφη τη ζητούσε

Του πρίγκιπα που δίχως της να κάνει δεν μπορούσε

 

Σαν είπεν ο πατέρας της πως είναι χαλβαδένια

εγύρισε άπρακτος μ΄ αυτός δεν έχει άλλην έγνοια

Αυτήν ο νέος σκέφτεται κλεισμένος στον όντα του

Ζητάει να του τη φέρουνε τη θέλει εκεί κοντά του

Ότι κι αν λέει ο κύρης του ,στο βρόντο στον αγέρα

Και καϊναντίζει καίγεται τη νύχτα και τη μέρα…

Scan 11

Η μάνα του δεν άντεξε στο βασιλιά, προσπέφτει

-”Έλεος άρχοντα μου πια, κι αν λόγος δεν μου πέφτει

Ωστόσο και δικός μου γιος είναι και στην οργή σου

Να δώσεις τόπο – την ευχή μονάχα στο παιδί σου!

Ας παντρευτεί όποια αγαπά – κι από χαλβά φτιαγμένη

Ας είναι , κι ας το μάθουνε σ όλην την οικουμένη:

Η αγάπη που όλα τα μπορεί κι ´ολα τα υπομένει

Θα βρει το δρόμο να γεννούν κι αυτοί ευτυχισμένοι”

Ο βασιλιάς σε συλλογή εμπήκε και δεν βγαίνει

θ΄ αργήσει μα τη διαταγή την είχε πια βγαλμένη

-“Ας φέρουνε την κοπελιά γρήγορα στο παλάτι”

Και , πήγαν να την φέρουνε με πλουμισμένο το άτι

Που’ χε τα γκέμια ολόχρυσα την ασημένια σέλα

Και μεταξένια κεντητά να κάτσει η κοπέλα.

horse-3317004__340

Κι όταν στον δρόμο πέρασαν ποτάμι θυμωμένο

ΕΦοβήθηκαν τ άλογα και τ’ άτι ξιπασμένο

Στα πόδια του σηκώθηκε το ΄ριξε στο ποτάμι

το κοριτσάκι, βράχηκε κι έτρεμε σαν καλάμι …

 

Το στοιχειό του ποταμού μίλησε σιγά

σιγά χωρίς ν’ακουστεί καλά

 -“Στο νερό που θα βρεθείς τη ζωή σου θα τη βρεις

Και θα παίζεις θα γελάς Μα ποτέ δεν θα μιλάς

Μέχρι κάποιος να βρεθεί και “νιζεστέ” για να σου πει”

Τη βγάλανε την σκούπισαν κι αποχασκώσαν όλοι

Γιατί ΄ταν τώρα ζωντανή κι έδενε το φακιόλι

Γελούσε και περπάταγε κι έλαμπε σαν αστέρι

Και λαχταρούσε να βρεθεί στου πρίγκιπα τα μέρη …

 

Της έκαναν υποδοχή σαν να’ ταν πριγκιπέσα

Και γρήγορα χωρίς μιλιά ταιριάξανε κι εδέσα(ν)

Κι οι γάμοι- που δεν άργησαν -κράτησαν δέκα μέρες

Γλέντια πολλά τρικούβερτα στους κήπους και τις σέρες

Και γίνηκε πριγκίπισσα η νύφη η χαλβαδένια

Μα δεν μιλεί στον άντρα της κι έχει μεγάλη έ(γ)νοια

20180612_111328

Και στη αρχή σκεφτότανε, πως έχει τόσες χάρες

Που δεν εχρειαζότανε τα λόγια κι οι φανφάρες

Μα η σιωπή δεν σταματά κι αυτός δεν την αντέχει

Δεν ήτανε κουφή κι αυτό εξήγηση δεν έχει

Κι ότι κι αν είπε ο πρίγκιπας αυτή δεν αντιδράει

Και λέξη δεν της ξέφυγε όσο κι αν λαχταράει

Γιατί της δένει το στοιχειό τη γλώσσα και τη σκέψη

Δεν την αφήνει μια στιγμή μονάχα να σαλέψει

 

Και δεν εμπόρεσαν να βρουν το δρόμο το δικό τους

κι εκλάψαν για τη μοίρα τους και για το ριζικό τους

Και κάποτε τους χώρισαν κι ας αγαπιούνται τόσο

Κι ο βασιλιάς εσκέφτηκε -“αρχόντισσα θα δώσω

Στον κανακάρη μου γιατί δεν γίνεται κολήγοι

Να παίρνουν και να χαίρονται τα πλούτη που ´εχουν λίγοι!

Νοιώθει γαλαζοαίματος και δεν θα καταλάβει

Κόκκινο αίμα έχουνε κι οι πρίγκιπες κι οι σκλάβοι

Και βρήκε μιαν πριγκίπισσα από σόι μεγάλο

Για ν´ αρραβωνιαστεί κι ο γιος αφού δεν έχει κι άλλο

Για ναποκτήσει διάδοχο κι αυτός να μην τελειώσει

Η δυναστεία του να αντέξει να στεριώσει

Οι πρίγκιπας αδιάφορος δέχτηκε να την πάρει

δεν ήταν πολύ όμορφη μα είχεν κάποια χάρη

 

Κι όταν αρραβωνιάστηκαν ζηλεύει η πριγκιπέσα

φοβόταν πως ο άντρας της είχε στο νου του μέσα

Την πρώτη τη γυναίκα του που λέγαν Χαλβαδένια

Και πήρε όλες τις δούλες της τη ρόκα και τα χτένια

Και πήγανε στης κοπελιάς το σπίτι στα Μπεντένια

Της πόλης της ήταν κοντά, και ζήτησε να κάνουν

Γνεψίματα μα και φαντά κι όλα να τα προκάνουν

Για να φανεί πως είναι αυτή αρχοντογεννημένη

Κι η Χαλβαδένια αδέξια και ταλαιπωρημένη

 

Και φτάσανε στο φτωχικό της πόλης το σπιτάκι

Τις υποδέχτηκε σεμνά στο χαμηλό ονταδάκι

Τους πρόσφερε γλυκά πολλά σερμπετια μυρωδάτα

Κι αρχίσανε γνεψίματα σαν αδειάσαν τα πιάτα

Αμίλητες δουλεύανε κλωστές κι ήτανε κρίμα

Κάποια στιγμή της κόπηκε της Χαλβαδένιας νήμα

Αμέσως αν δεν κόλλαγε, η άλλη θα γελούσε…

 

Μένα σουγιά τη μύτη της έκοψε και κολλούσε

Πολύ εύκολα το νήμα της, η πρώτη του γυναίκα

Κι όλες την εθαύμαζανε άριστα είπαν δέκα…

 

… Μια μέρα η πριγκίπισσα στην κάμερα κλεισμένη

να ξεπεράσει επιθυμεί την χαλβαδοπλασμένη

κι επήρε ρόκα και μαλλιά και γνέθει με μανία

της είπανε με τη δουλειά θα χει την ευκαιρία

της είπαν να εξασκηθεί κι όλες να τις κερδίσει

και προσπαθεί με κάθε τι το νήμα ν’ αβγατίσει

μα η κλωστή της κόπηκε και για να την κολλήσει

την έκοψε τη μύτη της  κι αυτή  να συνεχίσει

όπως η Χαλβαδένια- μα δεν θα τα καταφέρει

η δούλα της της έφερε τη στάχτη γιατί ξέρει

το αίμα μα και την πληγή πως να το σταματήσει

κι αυτή απ την τρομάρα της σαν να; χει κιτρινίσει

Σαν την εμαντηλόδεσαν στο βασιλιά πηγαίνει

Να κάνει τα παράπονα η κουτσοαυτισμένη

-“Η Χαλβαδένια μου ΄φταιξε “λέει μα ποιος ακούει

Τη ζήλια της κατάλαβαν -το άσχημο της χούι

Και βέβαια δεν έγινε η κουτσομύτα νύφη

Ο βασιλιάς εθύμωσε και την ευχή του αρνήθη

 

Kι ο πρίγκιπας εζήτησε ξανά τη Χαλβαδένια

πάντα την είχε στο μυαλό πάντα την είχε έγνοια

Και την παρακαλεί θερμά με δάκρυα στα μάτια

Μια λέξη μόνο να του πει κι ας γίνει δυο κομμάτια

Μα τίποτα δεν έγινε καθόλου δεν μιλάει

Στο βρόντο πάει ότι κι αν πει σαν την παρακαλάει

Μα δίπλα της πολύ κοντά συχνά παρακατσεύει

Να δει τι κάνει πως περνά τι θέλει τι γυρεύει

Και κάποια μέρα έστειλε η κόρη για τη βρύση

Τη χύτρα μ΄ένα μπρίκι της νερό για να γεμίσει

 

Στο δρόμο μάλωσαν πολύ κι είπανε χίλια λόγια

Και στην κυρά τους γύριζαν – μαζί ήτανε και χώρια

Ζητούσαν να τους πει αυτή ποια το λάθος έχει κάνει;

-“Πως όμως που το στόμα της ποτέ μίλια δεν βγάνει;

” Το μπρίκι ρώτησε κι αυτή η χύτρα η παινεμένη

Που τις μπουγάδες ήξερε πολύ καλά να πλένει

Απάντησε”- πως μέρες πριν, έπλεναν στο ποτάμι

Και ένα στοιχειό της ζήτησε μια πλύση να του κάμει

Τα,λερωμένα ρούχα του σιχάθηκε να βάνει

Κι όταν καθάρια γίνανε και για να την τιμήσει

της δίνει “λόγια”- σαν κλειδί τα μάγια που θα λύσει

Σε ποταμών δεσίματα μα και τη Βασκανία ….

-“ας πάμε τώρα ας δώσουμε καιρό στην ευκαιρία ” …

Την κοπελιά πλησίασαν μίλησε η χύτρα δυνατά:

-“Το δίκιο κρίνε το και το πια ναι λάθη πια σωστά:

Μα τον παππού σου Νιζεστέ

και την γιαγιά Δαντέλα

Τον κύρη σου τον Χαλβατζή

τη μάνα την Κανέλλα “

Ο πρίγκιπας σαν τ άκουσε κρύφτηκε στην κουρτίνα

Και μόλις έφυγαν αυτά  Τα’ πε ωραία , φίνα:

-“Μα τον παππού σου Νιζεστέ

και την γιαγιά Δαντέλα

Τον κύρη σου τον Χαλβατζή

τη μάνα την Κανέλα

Το στόμα σου άνοιξε και πες

μες θέλεις πια η δεν με θες;”

-Σε θέλω πρίγκιπα καλέ μου

δεν σε ξέχασα ποτέ μου

Με μάγια μ’ είχανε δεμένη μα για σένανε πλασμένη

Κι ο ένας στου άλλου την αγκάλη -Έχουνε χαρά μεγάλη

Τραγουδούσαν κάθε στίχο – Στης αγάπης τους τον ήχο

Κι ο Βασιλιάς πίκρα γλυκά όλα τα τρώγει τελικά

Πάντρεύτηκαν και γέννησαν πολλά παιδιά

σαν τη μανα τους γλυκά

Κι είπε η γιαγιά σιγά

και κοιμήθηκε μετά:

<Είναι η ζήλεια ένα φιδάκι κι έχει κοφτερά δοντάκια

στήνει ξόβεργα και κόβει το μυαλό μας κομματάκια>