ΤΟ ΔΙΠΤΥΧΟ ΤΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ : ΜΑΡΑΜΠΟΥ & ΠΟΥΣΙ

Ο “Αλκμάν”απορρυθμίστηκε λόγω της κακοκαιρίας και της πολιτικής αναστάτωσης που προκαλούν οι εκλογές. Όμως επανερχόμαστε στα “καθ΄ημάς” με κείμενα που έχουν πολύ παλιά αναρτηθεί στο site μας, για να θυμηθούμε τον αγαπημένο μας ποιητή Νίκο Καββαδία- έχουν περάσει 40 χρόνια…

Μ Α Ρ Α Μ Π Ο Υ   Κ Α Ι   Π Ο Υ Σ Ι

Το μεγάλο κοινό γνώρισε τον Καββαδία απο την έκδοση του 61 του “ΓΑΛΑΞΙΑ” και των δυο συλλογών του ποιητή, σε έναν τόμο με τίτλο : “ΜΑΡΑΜΠΟΥ & ΠΟΥΣΙ”,σχήμα μικρό 12Χ17 εκ.. Στα 1964 επενεκδίδεται και στα 1965 ξανατυπώνεται με ελάχιστες βελτιώσεις και θα εξακολουθήσει μέχρι να αναλάβει ο “ΚΕΔΡΟΣ” τη συνέχεια που στα 1973 θα εχει φτάσει τις 5 νέες εκδόσεις το δίπτυχο του Μαραμπού, που δεν παρουσιάζεται σαν έκδοση τσέπης πια, αλλά με καλό χαρτί επισήμως και και αργότερα η “ΑΓΡΑ” ακόμα προσεκτικότερα θα τυπώνει τα πάντα , με προμετωπίδες και σχέδια των διασημότερων Ελλήνων ζωγράφων ( Μόραλη-Τσαρούχη κ.α.)

Τα δυο βιβλία, που έχουν 15 χρόνια διαφορά θα τυπωθούν μαζί και θα γίνουν το ενιαίο “Μαραμπού & Πούσι” και έτσι θα συγκινήσουν το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό – όλων των κατηγοριών όλων των τάσεων, όλων των ηλικιών και πάντα πρώτα τους νέους ( Η διάσπασή τους τελευταία ξανά σε δυο χωριστά βιβλία μόνο φιλολογική η εμπορική αξία έχει και δεν προσφέρει κατά τη γνώμη μας στην διάδοση του έργου του ποιητή)

Τίτλος από την έκδοση ΓΑΛΑΞΙΑ 1965

Όμως οι ναυτικοί, οι νέοι εμποροπλοίαρχοι αλλά και όποιος εργάζεται στη θάλασσα και ξέρει να διαβάζει, θα πλησιάσουν πιο πολύ τα ποιήματα του Καββαδία, γιατί τα νοιώθουν δικά τους και γιατί είναι προσιτά κι έχουν μια σπάνια λαϊκότητα. Ίσως να είναι υπερβολικό, μα από την εποχή του Κορνάρου είχαν να γραφτούν στίχοι τόσο κοντά στον πολύν κόσμο. Ο ποιητής της θάλασσας είναι κοντά στο λαϊκό αίσθημα και κόντρα στην “καθεστηκυϊα” τάξη και την κοσμιότητα των μικροαστών. Απηχεί το λαϊκό τραγούδι και εκφράξει τους καημούς και τη λαχτάρα του ναυτικού και του εξόριστου από τον κόσμο τούτο και ξεπερνώντας τα όρια της τάξης και της κατηγορίας του θα δώσει ποιήματα για κάθε άνθρωπο, που πνίγεται σε μια στατική και άθλια καθημερινότητα.Θα συγκινήσει τους νέους (κάθε εποχής) και τους εραστές της αναζήτησης, της ελευθερίας και των ανοικτών

οριζόντων.

_______________________________________________________________________________________

Αριστερα:Διονύσης Παγουλάτος, ναυτικός, απαγγέλει Καββαδία σε στρατώνα 1967
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Αριστερα:Διονύσης Παγουλάτος, ναυτικός, απαγγέλει Καββαδία σε στρατώνα “ανεπιθυμήτων” – Αύγουστος του 1967, στο κέντρο Μαυρούλης Γ. δικηγόρος

________________________________________________________________________________________

Η μοναξιά, η ανάγκη του συντρόφου, η τρυφερότητα που εξορκίζει το κακό, στους μονολόγους του Καββαδία γίνονται νανούρισμα και παραμυθία. Το ανικανοποίητο των νέων, η ανάγκη για περιπέτεια, για ταξίδι, βρίσκουν τον ιδανικό στιχουργό, που δεν “ντρέπεται” ούτε φοβάται. Τραγουδά με χαμηλούς τόνους ηδονικές μελωδίες- που μετά το 1975, όλοι σχεδόν οι Έλληνες μουσικοί και συνθέτες, προσπάθησαν να “αξιοποιήσουν”,μερικοί με αναμφίβολη επιτυχία.

________________________________________________________________________________________

Από το "ΠΟΥΣΙ" ξυλογραφία του Δ.Γιαννουκάκη

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ανω: Ξυλογραφία του Δ.Γιαννουκάκη για το Πούσι – έκδοση του 1947

_________________________________________________________________________________

Και τότε από τα ευρύτερα στρώματα έγινε ο κοσμοαγάπητος ποιητής, ο χιλιοτραγουδημένος, ο απόλυτος στιχουργός της νέας σαιζόν. Και όχι μονο τον τραγούδησαν, τον αντέγραψαν, τον παραποίησαν, χωρίς αίσθημα και χωρίς ταλέντο. Θα πείτε εδώ ούτε ο “αριστοκρατικός” Καβάφης γλύτωσε, πως να σωθεί ο γλυκύτατος “λαϊκός” Μαραμπού – που έδινε και τον εαυτό του στους άλλους.

Οι καλές περιπτώσεις, πρώτη η Μαρίζα Κωχ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

____________________________________________________________________________

Μα αυτά δεν είναι του παρόντος, ο ποιητής που επιθυμούσε να ακούσει μελοποιημένους στίχους του, δεν το αξιώθηκε- κι ας τον γνώριζαν όλοι σχεδόν οι αξιόλογοι συνθέτες. Ευτυχώς τώρα που τον ανακάλυψαν οι πάντες, δεν μπορεί να καταλάβει, γιατί όσο θα τον ευχαριστούσαν ορισμένοι, άλλο τόσο θα τον πίκραιναν άλλοι. Έφυγε ήσυχος, με την αγάπη των πολλών, χωρίς τους θιάσους να παιανίζουν τα τραγούδια του, που είχαν τόση μουσικότητα, ώστε να μην χρειάζονται κανένα συνθέτη και κανέναν τραγουδιστή.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *