ΜΕΡEΣ ΤΟΥ 85 (7-6-1985)

ualorh-0064

 


Μια μικρή ηρακλειώτικη συντροφιά, χαζολογούσε στο γνωστό μπαρ του κ.Κωνσταντίνου Χιωτέλη. ο Δημήτρης, ο Γιάννης,ο Βαγγέλης, ο Βασίλης κ.α. ,διασκέδαζαν με λίγα επιτυχημένα ανέκδοτα του καταστηματάρχη, και τις ακραίες , αλλά σπάνια κακόγουστες κουβέντες του. Την αίθρια νύχτα, την φώτιζε μαι καλή φιλική γενική διάθεση και γω είχα ξεχαστεί σιγά σιγά, κι η κουβέντα μάκραινε, χανόταν, μαζί με τα συμπαθητικά πρόσωπα των φίλων…
Μου φαινόταν μια πάχνη λεπτή, σαν πέπλο, ν’ απλώνεται και να ξεχωρίζει μαι φωνή, που ξεχυνόταν από ένα παλιό παράδοξο μηχάνημα (μου φάνηκε σαν τζου-μποξ, του 1960) τραγουδούσε ο Έλβις Πρίσλευ.
Ένα θεότρελο πάρτι κάποιας μακρινής εποχής, σαν να στήνονταν στο μπαρ και απλωνόταν στην πλατεία, που έπλεε στη μουσική και το χορό, μέσα σε καταιγίδα φωτός και κινήσεων.
Ένας αισθησιασμός χωρίς φανερή ένταση και μια ανοικτόχρωμη κοπέλα, με ξέθωρα μάτια, σαν να προκαλεί.
“Στο δέρμα γεύση λωτού
απόσταγμα δυόσμου”
Καταλαβαίνω ότι κάτι δεν πάει καλά, ίσως το ποτό, που δεν είχε το σωστό χρώμα, μα η νεαρή είναι άλλη και δεν μιλά, ενώ ένα ερύθημα, βάφει το πρόσωπό της. Μα είναι η Μαργαρίτα, την γνώρισα ξαφνικά και όλα έγινα , φυσικά και γνώριμα και
“ο έρωτας είναι επικείμενος
το ερύθημα είναι της ακολασίας”
μουρμούρισα.

 

Το περιοδικό του Μανόλη Ρασούλη έδωσε τό όνομα (και τον χαρακτηρισμό) στο μπαρ
Το περιοδικό του Μανόλη Ρασούλη έδωσε τό όνομα (και τον χαρακτηρισμό) στο μπαρ

Όμως τίποτα δεν μπορούσε να σταθεροποιηθεί σαν να μουν στο κέντρο μιας γιγάντιας ρουλέτας και γύρω τα πάντα έτρεχαν και το μαύρο πλεκόταν με τοκόκκινο και δεν εννοούσε να σταματήσει, σαν να φοβόταν ο γκρουπιέρης τον έλεγχο, το ξετίναγμα της πάγκας και την ήττα.
-Αχ Μαργαρίτα, προσπαθούσα να της πω, χωρίς να μπορώ να αρθρώσω λέξη, θέλω να κινήσω τους κόμβους να λύσω τα νήματα…
Έκλεισα τα μάτια, ήταν καλύτερα ώρα. Την έβλεπα σ ‘ άλλους χώρους,κυνηγημένη στην άκρη τοίχος , απλωμένα κυμάτια…
Να ναι αδύνατη πια η συνάντηση αναρωτήθηκα, να χει τελειώσει ο χρόνος και να μένουν μόνο οι τύψεις;
Εξόρκιζα τον καιρό, θ΄ακουσει φανταζόμουν , όπου κι αν βρεθεί, θυμόμουν, χείλη ξεραμένα, την βλεννογόνο γαλάζια, την μολυβένια θάλασσα, τον βρυχηθμό της τρικυμίας.
-Θέλετε να σας πω, με συνέφερε ο Κώστας, μια φορά κι έναν καιρο…
Επιστροφή στην πραγματικότητα, επικίνδυνη ισορροπία πάλι, ενώ αντηχούσαν γέλια.

 

 

 

Δημήτρης Γιγουρτσής, γνώστης φαγητών και ποτών (γευσιγνώστης) έδινε τον τόνο στις συντροφιές μας.
Δημήτρης Γιγουρτσής, γνώστης φαγητών και ποτών (γευσιγνώστης) έδινε τον τόνο στις συντροφιές μας.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
Επαναφέρομε το κείμενο της πρώτης περιόδου του ΑΛΚΜΑΝΑ (είναι μάλλον από την εποχή της εφημερίδας ΤΟΛΜΗ, τουΝ.Βιδάκη) λόγω επικαιρότητος και γι συνδέσουμε το κείμενο του Κ.Χιωτελη  με εντυπώσεις παλιές.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *