ΟΙ ΔΙΑΚEΚΡΙΜEΝΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ – ΤΟ ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ ΤΩΝ ΔΟΛΟΦΟΝΩΝ

ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΑΨΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ…

Μοιάζει η ζωή ψεύτικη ή όλα συμβαίνουν σε μένα;(όπως λέει ο Γιάννης Ανδρεαδάκης) έχετε γνωρίσει από κοντά κανέναν αληθινό (καταδικασμένο η όχι) δολοφόνο; ρώτησα προ ημερών 10 ηλικιωμένους (άνω των 50 ) γνωστούς μου. Ούτε από κοντά ούτε από χιλιόμετρα απάντησαν όλοι, χωρίς εξαίρεση. Έμεινα έκπληκτος, η καταγωγή μου από το Κ…. της ορεινής Κρήτης με είχε φέρει εξ απαλών ονύχων -κυριολεξία- σε επαφή με φονιάδες και αγρίους πλην γενναίους άντρες. Πριν παρακολουθήσω (διδαχθώ) την αλφαβήτα είχα μάθει να πυροβολώ με ντουφέκι κατά τι ψηλότερο από το μπόι μου και οι μάχες μετά την κατοχή και τον εμφύλιο, ποτέ δεν είχαν σταματήσει στις απόμερες απρόσιτες περιοχές της Κρήτης. Οι λεγόμενες οικογενειακές διαφορές ήσαν επαρκείς συνήθεις αιτίες και αφορμές δεν έλειπαν.
Έμεινα έκπληκτος με τις απαντήσεις,όχι βέβαια γιατί έπρεπε σώνει και καλά να έχουν ανέβει στα βουνά οι γνωστοί και συνάδελφοι, αλλά γιατί στην φιλειρηνική πόλη μας είχα συναντήσει περισσότερους δολοφόνους, απ ότι στις κορυφές των ορέων . Και όχι μόνον αυτό, μερικοί είχαν γίνει και φίλοι μου. Ξανασκεφτόμουν μα δεν άργησα να καταλάβω, πως δεν ήταν όπως φάνηκαν τα πράγματα. Πολλοί και διακεκριμένοι φονιάδες, έχουν “αποχρωματισθεί”(κυριολεκτικά) στην πόλη, είναι μεγαλο νοικοκύρηδες και κανείς δεν ξέρει ή δεν θυμάται πράξεις παλιές και στυγερές-που δεν πληρώθηκαν(τιμωρήθηκαν) και όλες. Η υπερ ανεκτική πόλη μας, εύκολα συγχωρεί και πολύ άνετα επαν εντάσσει άτακτους και απείθαρχους συμπολίτες μας. Καλά οι άλλοι, μα εγώ που γνωρίζω καλά; Πως απέκτησα φιλίες πως δέθηκα με τόσους υπερ παραβατικούς ανθρώπους. Δεν ξέρω, ήταν όλοι ειλικρινείς και προσφερόμενοι και φιλότιμοι. Ενώ κανείς τους δεν είχε ανώτατη παιδεία, δεν ήταν χαμηλού επιπέδου, διέθεταν όλοι αξιόλογη “κοινωνική μόρφωση” και δείκτη νοημοσύνης πάνω απ το μέσο όρο (αν υπάρχει κάτι τέτοιο βέβαια).

Οι μαμάδες των παιδικών χρόνων...

ΠΡΙΝ ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ

Μέσα στη κάψα του καλοκαιριού γύριζα πίσω αιώνες, στα θρανία του Δημοτικού και τους πρώτους αληθινούς φίλους, οι εντυπώσεις δε έχουν σβήσει ακόμα, τα παιδιά παίζουν αμέριμνα στα στενά της παλιάς πόλης, το Πρότυπο σχολείο στην άκρη της κακόφημης συνοικίας του “Λάκκου” δεν έχει καμιά ιδιαιτερότητα, οι δάσκαλοι χωρίς ειδίκευση πλην ενός, που έχει και το βαρύτερο χέρι (είναι ο Διευθυντής). Η πρώτη παιδική κοινότητα ήταν τυχερή, το κοινωνικό χαρμάνι, είχε πετύχει, μικρο επαγγελματίες, τεχνίτες και υπάλληλοι οι γονείς, δεν δημιουργούσαν διαχωρισμούς και ανταγωνισμούς στα παιδιά και η αγία ράβδος, καθιερωμένη και στο Πειραματικό, εξίσωνε σκληρά βέβαια αλλά δίκαια. Στην πέμπτη τάξη είχαμε δημιουργήσει μια στοιχειώδη δανειστική βιβλιοθήκη, και οι έρευνες μας στο μεγάλο χαντάκι του Γεωπονικού, έφερναν στο φως σπάνια απολιθώματα αλλά και συμπαθητικά σαλιγκάρια και απαίσιους γυμνοχοχλιούς και εντόπιζαν φυτά άγνωστα που έπρεπε να ονοματίσουμε.

Παρατηρούσαμε τα πάντα και κρατούσαμε σημειώσεις...

Η φιλία ήταν αποτέλεσμα των κοινών απασχολήσεων των ατέλειωτων παιγνιδιών και του διαβάσματος. Με τα βιβλία ο κόσμος άνοιγε, μπορούσαμε να πάμε παντού, τα οικονομικά δεν έμπαιναν εμπόδιο, το Παρίσι φαινόταν πιο κοντά από την Αθήνα και το Λονδίνο από τη Θεσσαλονίκη. Γιατί βέβαια η λογοτεχνία που άρχισε να μας συγκινεί, δεν είχε σχέση με την Ελλάδα και το Κλεινόν Άστυ, αλλά με τους μεγάλους συγγραφείς …..
Η φιλία άνθιζε σαν συγκινητικό λουλούδι του αγρού-δεν σχετιζόταν με κοινωνικές σχέσεις και επαφές σαλονιών, δεν είχε ανάγκη οικονομικών ενισχύσεων και δεν επηρεαζόταν από το επίπεδο των οικογενειών μας.

Λαϊκές εκδόσεις και διασκευές μεγάλων έργων, από τα σπίτια μας

Έτσι έφτασα στο Γυμνάσιο, τελείως απροετοίμαστος. Η πρώτη επαφή τραυματική, εξετάσεις μέσα σε καύσωνα εξοντωτικό, ηλίαση και κρεβάτι. Η πρώτη τάξη είχε άλλα πρόσωπα, οι στενοί φίλοι είχαν χαθεί λόγω ονομάτων (άλλα τμήματα) ή λόγω κατεύθυνσης, αφού υπήρχαν δυο διαφορετικά γυμνάσια (Πρακτικό-Κλασικό). Είχα μείνει μόνος, το κατάλαβα αργά, η νέα μαθητική μου κοινότητα ήταν διαφορετική, κανένας δεν ενδιαφερόταν για βιβλία και ανακαλύψεις – το ποδόσφαιρο και ο αθλητισμός ήταν πια τα κυρίαρχα καθημερινά θέματα. Τα γυαλιά που φορούσα – ο μόνος σ όλο το σχολείο- δημιουργούσαν αξεπέραστα εμπόδια για την μπάλα και σχέση μου με τα βιβλία δεν βοηθούσε καθόλου – άρχισα να κλείνομαι επικίνδυνα, μοναχικός από τη φύση μου, αγωνιζόμουν να βρω κάποια επαφή με τους συμμαθητές μου, μάταια. Πέρασαν δυο σχεδόν χρόνια στο απωθητικό περιβάλλον, τα αδέλφια μου δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα, οι σχέσεις και μ’ αυτά δεν είχαν έκταση και βάθος – το ποδόσφαιρο και ο αθλητισμός ήταν το άπαν τους.
Μα όταν η εφηβεία άρχισε να με αλλάζει, οι δυνάμεις μέσα μου δεν μπορούσαν να βρουν κάποια έξοδο, η φαντασία και η λογική έδειχναν τον αναγκαστικό δρόμο, προς τα έξω. Βρήκα μεθόδους επαφών, ανακάλυψα απασχολήσεις που μου ήταν άγνωστες…

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ

Το ερώτημα ήταν τι ενδιαφέρει τους άλλους; Η απάντηση δεν ήταν πολύ δύσκολη, η καθημερινότητα, η διασκέδαση, ο χαβαλές, το φουτ μπώλ και τα κορίτσια βέβαια-αν και δεν δηλωνόταν πρώτο το θέμα και κατηγορηματικά. Δεν άργησα να διαισθανθώ και άγνωστες μέχρι τότε διαφορές. Υπήρχαν εύποροι και μη μαθητές. Υπήρχαν και ιδιωτικά σχολεία, μα κανένας δεν τα είχε σε εκτίμηση. Μπερδευόμουν μα δεν πολυνοιαζόμουν, ήταν τόσο λίγοι οι εύποροι τότε και τόσο ανυπόληπτα τα σχολεία των ευπόρων. Μα η μάλλον μοναχική τάση μου, η χαμηλή οικονομική κατάσταση της οικογένειάς μου και το ψηλό πνευματικό επίπεδο της, με απομάκρυναν από τα βουτυρόπαιδα και με έφερναν κοντά στην πλεμπάγια, τους μάγκες και τους κακούς μαθητές (τους μη επιμελείς για την ακρίβεια). Βρήκα εύκολα απήχηση, έγινα ο αρχηγός των τελευταίων θρανίων. Έγινε μια φυσική και τελείως αυθόρμητη ανταλλαγή, πρόσφερα βοήθεια στα μαθήματα (φροντιστήριο) και μου άνοιξαν τον κόσμο γύρω μου. Εντάχθηκα όσο μπορούσα, ας έμοιαζα σαν τη μύγα μες το γάλα- ήμουν πιο κάτω σε πολλά και υπερείχα σε λίγα. Όμως βρήκα πάλι φίλους, αληθινούς, η απόλυτη μόνωση είχε τελειώσει πια.

Το Πανεπιστήμιο - εδώ Πολυτεχνείο- πριν τα τανκς και την αποτέφρωση της βιβλιοθήκης του

ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

Η νέα φάση με απομάκρυνε από την επαρχιακή πόλη μου, με έφερε στο κέντρο. Πάλι ανάγκη νέων φίλων πριν καλά καλά μάθω τους παλιούς. Στο φροντιστήριο δεν υπήρχαν πολλοί, τα μαθήματα σε μεγάλη ένταση, δεν άφηναν και περιθώρια. Όμως η ανάγκη επαφής έφερε κοντά του γείτονες στην Οδό Αρματολών και Κλεφτών (αλήθεια έτσι) που ήταν άλλων σχολών. Τώρα το θέμα ήταν τζόγος και σεξ, οι απασχολήσεις της επαρχίας έμοιαζαν πολύ μακρινές. Τα έμαθα εύκολα και τα δυο. Όχι φυσικά δωρεάν και χωρίς απώλειες (όχι μόνο οικονομικές). Μα δεν τέλειωναν όλα εύκολα, εδώ η μάθηση ήταν χρονοβόρα και ακριβή. Κόλλησα αρκετά, βρέθηκα σε παγίδα που δεν μπορούσα να βγω. Περνούσε ο καιρός κι όταν ξεμπέρδεψα με όλα αυτά, ξανά στην επαρχία μου, χωρίς φίλους πάλι.

Η ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΦΑΣΗ

Η επιστροφή στην πατρίδα που δεν φαινόταν ανέφελη, συνδυάστηκε με κάποιο γνωστό συμμαθητή, που με μεγάλη ανιδιοτέλεια πρόσφερε απασχόληση, δουλειά δηλαδή, σε καλές συνθήκες. Δεν άργησε να γίνει φίλος και καλός, όμως στον επαγγελματικό κύκλο άρχισαν να προστίθενται πελάτες που γρήγορα γινόταν φίλοι. Ήμουν εκπαιδευμένος πια στις διαπροσωπικές επαφές και σχέσεις, αφήνοντας κατά μέρος τα πολύ προσωπικά μου ενδιαφέροντα, “τις ενδιάθετες τάσεις μου” , αποκτούσα αν όχι πολλές, αρκετές φιλίες. Δεν έκανα διαχωρισμούς και εκλεκτικές επιλογές, ήταν αρκετό να ναι προσφερόμενοι και ειλικρινείς οι άνθρωποι. Μου άρεσαν περισσότερο οι αυθόρμητοι και ανοικτοί χαρακτήρες, που διέφεραν πολύ από μένα. Ο πρώτος που έγινε γρήγορα κοντινός και οικείος ήταν ο συνεργάτης-βοηθός του “συμμαθητή” μου, που έγινε και δικό μου δεξί χέρι στις γραφειοκρατικές υποθέσεις, Γιώργος Μ. Πως είχε προσληφθεί δεν ξέρω ήταν συνταξιούχος του Δημοσίου, ευγενικός και χαμογελαστός ήξερε τον δυσπρόσιτο τομέα των Υπηρεσιών και των Υπαλλήλων καλά, μας βοηθούσε να διεκπεραιώσουμε δουλειές σημαντικές χωρίς φακελάκια πολλά και μπαξίσια. Η εκτίμηση μας στο καλό ποτό και τον καλό μεζέ, μας οδηγούσε μετά την εργασία σε “στέκια” που συχνάζουν τύποι της πιάτσας, απολαμβάναμε τα διαλείμματα και μαθαίναμε τι γίνεται κάτω από την ήρεμη ακίνητη επιφάνεια της κοινωνίας μας. Το οινόπνευμα φέρνει εξομολογητικές διαθέσεις, ο ηλικιωμένος ο φίλος μου δεν άργησε να διηγηθεί τη ζωή του. Ήξερα ότι ήταν ορεινός δεν παραξενεύτηκα που ήταν αυτουργός φόνων. Μα μου έκανε εντύπωση ότι μιλούσε με πολλή ψυχραιμία όχι για ένα αλλά για πολλά εγκλήματα , η “αποστασιοποίηση” έμοιαζε σε μένα αφύσικη. Κόλλησε μόνο σε ένα φονικό, ήταν η ηλικία του θύματος – δεκαοκτώ χρόνων – “δεν μπορώ να το ξεχάσω” σημείωσε και το προσπέρασε. Όλα ήταν παλιά κρίματα, που έμοιαζαν σαν ανήκουν σε έναν κόσμο που πέρασε χωρίς να αφήσει ίχνη. Είχα μάθει ότι ο καλοστεκούμενος Γιώργος Μ. είχε χωρίσει από την πρώτη σύζυγό του λόγω απάτης – τον είχε εγκαταλείψει χάριν ενός εραστή (νεοτέρου) – δεν είχε αντιδράσει, δεν έσφαξε κανέναν. Κάποτε παρατήρησα ενώ δεν με πρόσεχε- ότι οπλοφορούσε, πολύ διακριτικά. Χαθήκαμε όταν αποσύρθηκε από την εργασία του. Την ίδια εποχή, μια επαγγελματική ιστορία, με έκανε να επισκεφθώ τον Κώστα Τ. στις φυλακές της Αγιάς. Ήταν καταδικασμένος για τον φόνο ενός δικηγόρου και τον βαρύτατο τραυματισμό ενός άλλου και έπρεπε να γίνει συμφωνία μ έναν πελάτη μας που είχαν προβλήματα ορίων, ήταν “σεφήδες”. Στην αγροτική φυλακή του φερόταν με σεβασμό, έμοιαζε με αργεντινό ιδιοκτήτη μεγάλων εκτάσεων. Δεν έμεινε πολύ “μέσα”, συναντηθήκαμε πια όταν ήταν ελεύθερος και ιδιοκτήτης μεγάλου ξενοδοχείου. Επιβλητικός και σοβαρός, ήξερε να διηγείται, το αγροτόπαιδο είχε γίνει πιλότος της ΡΑΦ στον πόλεμο, μετά τσιφλικάς στη Ροδεσία και αργότερα μεγαλο ξενοδόχος στην Κρήτη.

Ο φίλος Κ.Τ. επίσημος και σοβαρός, από το χωριό του στην ΡΑΦ...

Πάντα αυτοκυριαρχημένος ήρεμος, καλοντυμένος, ένας ευπατρίδης που ωστόσο είχε βάψει τα χέρια του με αίμα. Γίναμε φίλοι, μα κάτι με ξένιζε πάντα, η ατσαλάκωτη εμφάνιση, ο επίπεδος (ουδέτερος) χωρίς αίσθημα λόγος του, η λιτότητα που πλησίαζε την τσιγκουνιά. Η αδυναμία εκμυστηρίευσης, η έλλειψη κάποιας ανάγκης μεταμέλειας, η ευγένεια που είχε πολλή τυπικότητα και λίγο βάθος. Σπανιότατα, τον ένοιωθα να έχει (να δείχνει)κάποια ανησυχία, ήξερα όμως ότι μπορεί να έκανα λάθος – ας λένε ότι ο φονιάς πάντα φοβάται, μια σκιά που μπορεί να τον πλήξει. Μετά από πολλά χρόνια, απομακρυνθήκαμε, για ασήμαντη αφορμή. Πριν λίγο έμαθα για τον Θάνατό του (και της γυναίκας του) και την διαθήκη του (ήταν Άγγλος υπήκοος) : άφησε την μεγάλη περιουσία του σ ένα ίδρυμα για την προστασία των άγριων πτηνών.

Ο ΤΡΙΤΟΣ ΦΙΛΟΣ

Ο τρίτος δολοφόνος που έγινε φίλος μου, δεν μοιάζει με τους άλλους δυο. Αυτός δεν σκότωσε επειδή είχε αντιδικίες οικογενειακές (όπως ο Γιώργος Μ.) η συμφέροντα οικονομικά μεγάλα (΄0πως ο Κ. Τ.),έδρασε κάτω από την θυελλώδη πίεση αισθημάτων και παραλογισμών . Σκότωσε την αγαπημένη του σύζυγο, πλήττοντας και την ίδια του τη ζωή.

Ο τρίτος φίλος ήταν πιο ειλικρινής και αυθόρμητος...

Όταν το γνώρισα ήταν 15 χρόνια στη φυλακή, ανταποκρίθηκα σε μιαν έκκληση του, επειδή ήταν στο επαγγελματικό μου συνδικάτο, πέρασα τους άθλιους χώρους επισκεπτηρίου της φυλακής του, του έφερα δυο βιβλία και λίγα γλυκά. Κρατήσαμε επαφή, με γράμματα και επισκέψεις, με τρομοκρατούσε η ιδέα της προσέγγισης στο “αναμορφωτικό” ίδρυμα, έσερνα δύσκολα τα βήματα μου εκεί. Όταν άρχισε να παίρνει “΄άδειες” ήταν δυνατόν να συναντηθούμε εκτός φυλακής, να μιλάμε με άνεση. Ήταν ευπαρουσίαστος, νέος ακόμα, είχε μια κόρη που ζούσε στο εξωτερικό με την αδελφή του αλλά όχι άλλες ισχυρές οικογενειακές διασυνδέσεις. Η φιλία δεν ήταν σταθμισμένη, ήταν ετεροβαρής, είχε ανάγκη μεγάλη κι εγώ μπορούσα να προσφέρω μιαν ελάχιστη συνδρομή, μα η φιλία δεν έχει ανάγκη τύπους και ισορροπίες, είναι υπόθεση αισθημάτων και διάθεσης. Ο τρίτος ( βαρυποινίτης) φίλος, δεν μου πρόσφερε ιστορίες και διηγήσεις του παρελθόντος, δεν έμαθα ποτέ καν το αδίκημά του. δεν ήπιαμε ποτέ ένα ποτό μαζί. Κι όμως ήταν ο πιο αισθαντικός και ηλικρινής από όλους, έδειχνε με τη στάση του, με το σώμα και το πρόσωπό του, τα αποτέλεσματα του μεγάλου κρίματος. Η φυλακή δεν είχε μειώσει την ελευθερία και την άνεση του για 18 χρόνια, ο ίδιος περιόριζε τη ζωή και τον εαυτό του, ίσα ίσα στα αναγκαία, για να βρει κάτι η κόρη του. Ο νέος και ωραίος που έκοψε το νήμα της ζωής της γυναίκας του, έκοβε σταδιακά τον εαυτό του και το βίο του, ο φόνος δεν έχει εξιλασμό, η τιμωρία δεν έχει έλεος – μου το έλεγε με τη στάση του χωρίς κανέναν περιττό λόγο. Όταν ολοκληρώθηκε η ποινή του, έφυγε για την πατρίδα του. Δεν ξανασυναντηθήκαμε.

Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΟΥ ΤΕΤΑΡΤΟΥ ΦΙΛΟΥ

Όταν μου τηλεφώνησε ο “συμμαθητής” και συνεργάτης που είχε γίνει πια ο στενότερος φίλος μου με ζώσανε φίδια, “έλα …ανάγκη”, είπε ασθμαίνων. Τον βρήκα στο διώροφο διαμέρισμα του καταματωμένο, πάνω από άψυχο σώμα της γυναίκας του. Ήταν αδύνατον να αρθρώσει πια λέξη, έδειχνε απεγνωσμένα τη σκάλα. Τραγικό ατύχημα, ήταν ολοφάνερο. Ακολούθησε η συνήθης διαδικασία, νοσοκομειακό, σειρήνες, ιατροδικαστές και αστυνομίες. Ανέλαβα όλες τις υποχρεώσεις που ακολουθούν τέτοια γεγονότα, ο φίλος μου είχε πλήρη ανικανότητα για οτιδήποτε, δεν μπορούσε να συνέλθει από το σοκ, τον άφησα στα χέρια των γιατρών και τω νοσοκόμων, ιδιωτικής ψυχιατρικής κλινικής. Το μοναδικό τέκνο του το ανέλαβε ο ετεροθαλής αδελφός του που ζούσε σε κοντινή περιοχή – τέλειωνε το Λύκειο και βέβαια είχε κι αυτό υποστεί μεγάλο ψυχικό πλήγμα.
Η αναστάτωση στη ζωή μου ήταν μεγάλη, συγκέντρωνα τις δυνάμεις μου να αντιμετωπίσω τα προβλήματα, ο ψυχαναλυτής μου έκανε αγωνιώδεις προσπάθειες να με συνεφέρει, δεν απέφυγε (αν και ήταν εναντίον κάθε φαρμακευτικής αγωγής) ένα υπνωτικό για τις ανήσυχες βραδιές. Όταν πέρασαν οι πρώτοι καθόλου εύκολοι μήνες, η ζωή γύριζε σε πιο κανονικό ρυθμό, ο φίλος μου επέστρεφε από το ταραγμένο ψυχικό του ταξίδι, φαινόταν πια φως. Σε έξι μήνες αφού οι κλιικοί ψυχολόγοι και οι νευρολόγοι έκαναν συμβούλιο, απεφάνθησαν ότι είχε αποκατασταθεί η (ψυχική) υγεία του (ισορροπία), τον έστειλαν πίσω στο κόσμο των λογικών, δηλαδή στο γραφείο του (δουλειά) και σε μένα. Η απερίγραπτη χαρά μου δεν κράτησε πολύ. Ανακάλυπτα καθημερινά μικρές διαφορές στη συμπεριφορά του ανθρώπου που γνώριζα πολύ καλά. Αφηρημάδα ξαφνική, επιμονή σε λεπτομέρειες ασήμαντες, φράσεις περίεργες που δε είχαν πολύ ειρμό. Το βλέμμα του σκοτείνιαζε εύκολα – αυτός ο τόσο ανοικτόκαρδος, δεν γελούσε πια. Όταν κατάλαβα ότι είχε συμβεί μια αλλαγή που δεν είχε επιστροφή, προσπάθησα να προσαρμοστώ στον “άλλο” φίλο μου. Τα πηγαίναμε πάλι καλά, μα κάτι είχε ραγίσει στις σχέσεις μας. Είχα την ελπίδα ότι δεν μπορεί, θα συνέλθει πιο πολύ, θα επιστρέψει ο παλιός εγκάρδιος και εκδηλωτικός σύντροφος. Όμως ένα βράδυ, μου ζήτησε μια απόλυτα στεγανή και προσωπική συζήτηση. Είχε ανάγκη εξομολόγησης, το καταλάβαινα όταν ένοιωθα πάνω μου το τρομαγμένο βλέμμα του, φοβόμουν περισσότερο από ότι αυτός.

Η σύζυγος, από την εκθεση "ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΟΧΘΗ" Δημοτική Πινακοθήκη Αθηνών 004

-”Πρέπει να σου πω κάτι που με βασανίζει πολύ”δήλωσε σχεδόν επίσημα, “νομίζω ότι ο θάνατος της συζύγου μου δεν ήταν ατύχημα!”συνέχισε χωρίς καμιά βιασύνη.

Μα πως αντέτεινα έκπληκτος, αφού το βεβαίωσαν με απόλυτη σιγουρια η αστυνομία και ο ιατροδικαστής – έγινε και αναπαράσταση, ήμουν εκεί.
“Δεν την έσπρωξε κανείς με το χέρι του”, μα δεν έπεσε μόνη της , δεν ήταν ατύχημα , ήταν έγκλημα “ έμεινα ενεός, όπως λέγανε παλιά.
“Και το χειρότερο είναι ότι εγώ είμαι ο ένοχος ! ”
. Παραλογίζεται σκέφτηκα, μετά από όσα πέρασε…
“Μην νομίζεις πως τρελάθηκα, με θεράπευσαν οι τρελογιατροί, είμαι μια χαρά- δεν έχω καμιά μανία. δεν ακούω φωνές δεν νοιώθω οσμές ανύπαρκτες.
Μα διέπραξα κάτι αποτρόπαιο, έκανα κάτι απαίσιο, που δεν πίστευα ότι θα μπορούσα. Άκου λοιπόν τι συνέβη. Το βράδυ εκείνο, η Τζένη (σύζυγος) είχε τα συνήθη νευράκια της. Από λόγο σε λόγο δεν άργησε να εκτραχυνθεί η κατάσταση, ήμουν κακόκεφος, δεν άντεχα τις ατέλειωτες στριγκλιές της, στα λόγια της δεν έδινα ούτως ή άλλως σημασία. Η παθολογική ζήλεια της την έκανε επιθετική, αναζητούσε μια ομολογία μου, που δεν μπορούσα να κάνω- αφού είμαι μονογαμικός και πεντακάθαρος. Όταν άρχισε να σπάει τα πάντα, της έπιασα το χέρι, με δάγκωσε σαν τίγρη, μάτωσα μα δεν έδωσα σημασία. Να, έδειξε σημάδι από δόντια στο μπράτσο του.
Ανέβηκε την εσωτερική ξύλινη σκάλα, στάθηκε στο κεφαλόσκαλο και συνέχισε το επεισόδιο. Την παρατηρούσα σαν να ταν άγνωστη ενοχλητική κάμπια. Μου προκαλούσε απέχθεια, δεν ήθελα να την αγγίξω για όλο το χρυσάφι της γης…
‘Τότε πως (γιατί) ευθύνεσαι;” ρώτησα αμήχανα
‘Όσο την παρατηρούσα τόσο ανέβαινε ένας πρωτόγνωρος απίθανος θυμός μέσα μου , συνέχισε χωρίς να με ακούει, ξεχείλιζα από αγανάκτηση από πρωτοφανή για μένα μανία. Ήθελα να πατήσω την άθλια κάμπια, να την εξαφανίσω από το πρόσωπο της γης. Η όμορφη ευγενική κοπέλα που αγάπησα, ήταν (έγινε) ένα τέρας, μόρφαζε άγρια στην άκρη του σκαλοπατιού, κινιόταν σαν πολύσπαστο. Ένα πρωτόγνωρο μίσος πολλαπλασίαζε κάθε αρνητικό αίσθημα, κάθε κακή σκέψη γι αυτήν . Να χαθεί να καταστραφεί, να πάψει να υπάρχει, το ήθελα με όλη τη δύναμη του είναι μου. Δεν μπορούσα να την αγγίξω, μα πρέπει να χάσει την ισορροπία της, αφού το θέλω τόσο πολύ, είχα μια αίσθηση ότι μπορεί να γίνει. Έκανε βήματα σαν σχοινοβάτης, λίγο ήθελε να πέσει. Η τηλεόραση είχε δείξει τηλε- κινήσεις, υπάρχει δυνατότητα; ήθελα να γίνει, έπρεπε να τιμωρηθεί.
Όταν έχασε την ισορροπία της (επιτέλους) όταν κίνησε σπασμωδικά τα χέρια της να πιαστεί από κάπου, όταν τα πόδια της ακροβατούσαν στο κενό – πριν συντριβεί το κεφάλι της στο μάρμαρο – ήμουν βέβαιος ότι τα κατάφερα, την είχα σπρώξει με τη δύναμη της σκέψης μου, την είχα εκτελέσει, όπως της άξιζε”.

Ο φίλος μου ήταν ανακουφισμένος, ένα μεγάλο βάρος είχε φύγει κι εγώ προσπαθούσα να συγκεντρώσω την σκέψη μου. Δεν έκανα σχόλια, δεν είπα κάτι. Ας πάμε για μια μπύρα του πρότεινα, δεν ξαναμιλήσαμε γι αυτό.
Την επομένη πήρα ένα σημείωμα του:
“Αποφάσισα να ξενιτευτώ, ζήτησαν έναν εθελοντή τεχνικό για κατασκευή νοσοκομείου στην Όμποε (Αφρική)- θα ναι για 5 χρόνια, αν αντέξω, φεύγω το απόγευμα”

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Αποφάσισα να εργασθώ μόνος, αποφεύγοντας στενούς φίλους – η οικογένεια πρόσφερε ένα ασφαλές λιμάνι

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *