Η ΧΑΛΒΑΔΕΝΙΑ – ΕΝΑ ΛΑΪΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Φθινόπωρο, ο καιρός άρχισε να κρυώνει (ακόμα και στην Κρήτη) τα παιδιά γύρισαν στα θρανία…οι γιαγιάδες ετοιμάζουν τα παραμύθια τους.

Η  ΧΑΛΒΑΔΕΝΙΑ

                                   αφιέρωση: φωτογράφο -γεωπόνο Κώστα Φλέγκα,

                                                       των χρωμάτων μιας ιδανικής χώρας

Το γουρούνι κάνει ούι

Και μου …μου κάνει το βούι

Κι η γατούλα νιάου, νιάου…

 Το σκυλάκι γάου, γάου..

 Κι η γιαγιά μας η καλή

Κρύβει τ´άσπρο της μαλλί

Στο κατάμαυρο τσεμπέρι

Βάζει στο λαγό πιπέρι

Είναι τόσο ζαρωμενη

Σαν σταφίδα ξέραμένη

Και στιφάδο θα ετοιμάσει

Κύστερα θα μας διαβάσει

Η γιαγια μας τι και πως

Πριν να κλείσουμε το φως

 

Δεν θ΄ αργήσει να μας πει

Παραμύθι πι και φι

Αχ γιαγιά μου πάρε με

Στο κρεβάτι βάλε με

Και το παραμύθι πες μου …

18944956_10211106177043577_1374094883_n

 

 

 

 

Mιαν φορά κι έναν καιρό …

Σ΄ένα πανέμορφο νησί σε πόλη τειχισμένη

ο Γιώργης κι η Μαρίκα ζούσαν αγαπημένοι

όμως τους τρώει ο καημός το μαύρο το σαράκι

επέρασαν τα χρόνια τους μα δεν έχουν παιδάκι

 

Τι κι αν ταξίματα ακριβά σ΄αγιους έκαναν τόσα

κι αν ξόδεψαν στις μάγισσες πολλά ως χίλια γρόσα

ποτέ δεν ήρθε πελαργός στο φτωχικό τους σπίτι

δεν κτύπησε το τζάμι τους ούτε μικρό σπουργίτι

Κλαίει συχνά και κρύβεται στην κάμαρη η Μαρίκα

τη βλέπει και μαραίνεται απ΄τη μεγάλη πρίκα

Η Χαλβαδένια
Η Χαλβαδένια

Το νου του στίβει ψάχνοντας και θέλει να μπορέσει

να βρει κάτι όμορφο πολύ καλό να της αρέσει

Κι επειδή ξέρει από γλυκά είναι για το νησί του

αυτός που φτιάχνει τον χαλβά με συνταγή δική του

 

Επήρε την απόφαση να πλάσει μια κοπέλα

με σιμιγδάλι ζάχαρη μυρωδικά κανέλα

Σαν άρχισε δεν άργησε σαν κούκλα να την κάνει

κορίτσι που στην ομορφιά κανένα δεν το φτάνει

 

Την έντυσε τη στόλισε σαν να ταν πριγκιπέσα

κι ύστερα τη γυναίκα του φώναξε να΄ρθει μέσα

-”Γυναίκα να την κόρη μας για να ΄ χεις συντροφιά σου

μπορεί να ναι αμίλητη μα πήρε την ομορφιά σου

έτσι ήσουνα στα νιάτα μας έλαμπες σαν αστέρι

με θάμπωνες – στον ουρανό νόμιζα μ΄έχεις φέρει

Έτσι ήταν ο παράδεισος με χρώματα και φώτα

κι εγώ μονάχα ήθελα να σε κοιτάζω πρώτα”

Σαν μάνα από χαρά πολλή σαν να τανε αλήθεια

η κόρη που λαχτάρησε, την έσφιξε στα στήθια

 

Την χτένισε την έβαλε απάνω στο χαγιάτι

και κέντημα της έδωσε σαν για να κάνει κάτι

έτσι φαινόταν η μικρή σκυμμένη να κεντάει

και πέρασε ο πρίγκιπας και τηνε χαιρετάει

UALORH-0096

Αδιάφορη καθότανε μα τ΄άρεσε περίσσα

πανέμορφη του φάνηκε πως τύμπανα κτυπήσα(ν)

γιατί η καρδιά του έγινε ταμπούρλο και θα σπάσει

τη Χαλβαδένια δεν μπορεί καθόλου να ξεχάσει

 

Και ζήτησε απ τον βασιλιά να πάει να τη ζητήσει

γιατί δεν κάνει δίχως της δεν ημπορεί να ζήσει

-”Καλά να το σκεφτείς γιατί δεν είναι στη σειρά μας”

ο κύρης του είπε πως – καλοί ναι για Κολήγοι στη δουλειά μας”

Ο πρίγκιπας επέμεινε δεν τρώγει και δεν κοιμάται

στην κάμαρα του κλείνεται κι όλο παραπονάται

 

Φοβήθηκεν ο Βασιλιάς για τον μοναχογιό του

τον υπουργό του έστειλε σαν αντιπρόσωπό του

Και πήγε και τη γύρεψε – για νύφη τη ζητούσε

Του πρίγκιπα που δίχως της να κάνει δεν μπορούσε

 

Σαν είπεν ο πατέρας της πως είναι χαλβαδένια

εγύρισε άπρακτος μ΄ αυτός δεν έχει άλλην έγνοια

Αυτήν ο νέος σκέφτεται κλεισμένος στον όντα του

Ζητάει να του τη φέρουνε τη θέλει εκεί κοντά του

Ότι κι αν λέει ο κύρης του ,στο βρόντο στον αγέρα

Και καϊναντίζει καίγεται τη νύχτα και τη μέρα…

Scan 11

Η μάνα του δεν άντεξε στο βασιλιά, προσπέφτει

-”Έλεος άρχοντα μου πια, κι αν λόγος δεν μου πέφτει

Ωστόσο και δικός μου γιος είναι και στην οργή σου

Να δώσεις τόπο – την ευχή μονάχα στο παιδί σου!

Ας παντρευτεί όποια αγαπά – κι από χαλβά φτιαγμένη

Ας είναι , κι ας το μάθουνε σ όλην την οικουμένη:

Η αγάπη που όλα τα μπορεί κι ´ολα τα υπομένει

Θα βρει το δρόμο να γεννούν κι αυτοί ευτυχισμένοι”

Ο βασιλιάς σε συλλογή εμπήκε και δεν βγαίνει

θ΄ αργήσει μα τη διαταγή την είχε πια βγαλμένη

-«Ας φέρουνε την κοπελιά γρήγορα στο παλάτι»

Και , πήγαν να την φέρουνε με πλουμισμένο το άτι

Που’ χε τα γκέμια ολόχρυσα την ασημένια σέλα

Και μεταξένια κεντητά να κάτσει η κοπέλα.

horse-3317004__340

Κι όταν στον δρόμο πέρασαν ποτάμι θυμωμένο

ΕΦοβήθηκαν τ άλογα και τ’ άτι ξιπασμένο

Στα πόδια του σηκώθηκε το ΄ριξε στο ποτάμι

το κοριτσάκι, βράχηκε κι έτρεμε σαν καλάμι …

 

Το στοιχειό του ποταμού μίλησε σιγά

σιγά χωρίς ν’ακουστεί καλά

 -«Στο νερό που θα βρεθείς τη ζωή σου θα τη βρεις

Και θα παίζεις θα γελάς Μα ποτέ δεν θα μιλάς

Μέχρι κάποιος να βρεθεί και «νιζεστέ» για να σου πει»

Τη βγάλανε την σκούπισαν κι αποχασκώσαν όλοι

Γιατί ΄ταν τώρα ζωντανή κι έδενε το φακιόλι

Γελούσε και περπάταγε κι έλαμπε σαν αστέρι

Και λαχταρούσε να βρεθεί στου πρίγκιπα τα μέρη …

 

Της έκαναν υποδοχή σαν να’ ταν πριγκιπέσα

Και γρήγορα χωρίς μιλιά ταιριάξανε κι εδέσα(ν)

Κι οι γάμοι- που δεν άργησαν -κράτησαν δέκα μέρες

Γλέντια πολλά τρικούβερτα στους κήπους και τις σέρες

Και γίνηκε πριγκίπισσα η νύφη η χαλβαδένια

Μα δεν μιλεί στον άντρα της κι έχει μεγάλη έ(γ)νοια

20180612_111328

Και στη αρχή σκεφτότανε, πως έχει τόσες χάρες

Που δεν εχρειαζότανε τα λόγια κι οι φανφάρες

Μα η σιωπή δεν σταματά κι αυτός δεν την αντέχει

Δεν ήτανε κουφή κι αυτό εξήγηση δεν έχει

Κι ότι κι αν είπε ο πρίγκιπας αυτή δεν αντιδράει

Και λέξη δεν της ξέφυγε όσο κι αν λαχταράει

Γιατί της δένει το στοιχειό τη γλώσσα και τη σκέψη

Δεν την αφήνει μια στιγμή μονάχα να σαλέψει

 

Και δεν εμπόρεσαν να βρουν το δρόμο το δικό τους

κι εκλάψαν για τη μοίρα τους και για το ριζικό τους

Και κάποτε τους χώρισαν κι ας αγαπιούνται τόσο

Κι ο βασιλιάς εσκέφτηκε -«αρχόντισσα θα δώσω

Στον κανακάρη μου γιατί δεν γίνεται κολήγοι

Να παίρνουν και να χαίρονται τα πλούτη που ´εχουν λίγοι!

Νοιώθει γαλαζοαίματος και δεν θα καταλάβει

Κόκκινο αίμα έχουνε κι οι πρίγκιπες κι οι σκλάβοι

Και βρήκε μιαν πριγκίπισσα από σόι μεγάλο

Για ν´ αρραβωνιαστεί κι ο γιος αφού δεν έχει κι άλλο

Για ναποκτήσει διάδοχο κι αυτός να μην τελειώσει

Η δυναστεία του να αντέξει να στεριώσει

Οι πρίγκιπας αδιάφορος δέχτηκε να την πάρει

δεν ήταν πολύ όμορφη μα είχεν κάποια χάρη

 

Κι όταν αρραβωνιάστηκαν ζηλεύει η πριγκιπέσα

φοβόταν πως ο άντρας της είχε στο νου του μέσα

Την πρώτη τη γυναίκα του που λέγαν Χαλβαδένια

Και πήρε όλες τις δούλες της τη ρόκα και τα χτένια

Και πήγανε στης κοπελιάς το σπίτι στα Μπεντένια

Της πόλης της ήταν κοντά, και ζήτησε να κάνουν

Γνεψίματα μα και φαντά κι όλα να τα προκάνουν

Για να φανεί πως είναι αυτή αρχοντογεννημένη

Κι η Χαλβαδένια αδέξια και ταλαιπωρημένη

 

Και φτάσανε στο φτωχικό της πόλης το σπιτάκι

Τις υποδέχτηκε σεμνά στο χαμηλό ονταδάκι

Τους πρόσφερε γλυκά πολλά σερμπετια μυρωδάτα

Κι αρχίσανε γνεψίματα σαν αδειάσαν τα πιάτα

Αμίλητες δουλεύανε κλωστές κι ήτανε κρίμα

Κάποια στιγμή της κόπηκε της Χαλβαδένιας νήμα

Αμέσως αν δεν κόλλαγε, η άλλη θα γελούσε…

 

Μένα σουγιά τη μύτη της έκοψε και κολλούσε

Πολύ εύκολα το νήμα της, η πρώτη του γυναίκα

Κι όλες την εθαύμαζανε άριστα είπαν δέκα…

 

… Μια μέρα η πριγκίπισσα στην κάμερα κλεισμένη

να ξεπεράσει επιθυμεί την χαλβαδοπλασμένη

κι επήρε ρόκα και μαλλιά και γνέθει με μανία

της είπανε με τη δουλειά θα χει την ευκαιρία

της είπαν να εξασκηθεί κι όλες να τις κερδίσει

και προσπαθεί με κάθε τι το νήμα ν’ αβγατίσει

μα η κλωστή της κόπηκε και για να την κολλήσει

την έκοψε τη μύτη της  κι αυτή  να συνεχίσει

όπως η Χαλβαδένια- μα δεν θα τα καταφέρει

η δούλα της της έφερε τη στάχτη γιατί ξέρει

το αίμα μα και την πληγή πως να το σταματήσει

κι αυτή απ την τρομάρα της σαν να; χει κιτρινίσει

Σαν την εμαντηλόδεσαν στο βασιλιά πηγαίνει

Να κάνει τα παράπονα η κουτσοαυτισμένη

-«Η Χαλβαδένια μου ΄φταιξε «λέει μα ποιος ακούει

Τη ζήλια της κατάλαβαν -το άσχημο της χούι

Και βέβαια δεν έγινε η κουτσομύτα νύφη

Ο βασιλιάς εθύμωσε και την ευχή του αρνήθη

 

Kι ο πρίγκιπας εζήτησε ξανά τη Χαλβαδένια

πάντα την είχε στο μυαλό πάντα την είχε έγνοια

Και την παρακαλεί θερμά με δάκρυα στα μάτια

Μια λέξη μόνο να του πει κι ας γίνει δυο κομμάτια

Μα τίποτα δεν έγινε καθόλου δεν μιλάει

Στο βρόντο πάει ότι κι αν πει σαν την παρακαλάει

Μα δίπλα της πολύ κοντά συχνά παρακατσεύει

Να δει τι κάνει πως περνά τι θέλει τι γυρεύει

Και κάποια μέρα έστειλε η κόρη για τη βρύση

Τη χύτρα μ΄ένα μπρίκι της νερό για να γεμίσει

 

Στο δρόμο μάλωσαν πολύ κι είπανε χίλια λόγια

Και στην κυρά τους γύριζαν – μαζί ήτανε και χώρια

Ζητούσαν να τους πει αυτή ποια το λάθος έχει κάνει;

-«Πως όμως που το στόμα της ποτέ μίλια δεν βγάνει;

» Το μπρίκι ρώτησε κι αυτή η χύτρα η παινεμένη

Που τις μπουγάδες ήξερε πολύ καλά να πλένει

Απάντησε»- πως μέρες πριν, έπλεναν στο ποτάμι

Και ένα στοιχειό της ζήτησε μια πλύση να του κάμει

Τα,λερωμένα ρούχα του σιχάθηκε να βάνει

Κι όταν καθάρια γίνανε και για να την τιμήσει

της δίνει “λόγια”- σαν κλειδί τα μάγια που θα λύσει

Σε ποταμών δεσίματα μα και τη Βασκανία ….

-«ας πάμε τώρα ας δώσουμε καιρό στην ευκαιρία » …

Την κοπελιά πλησίασαν μίλησε η χύτρα δυνατά:

-«Το δίκιο κρίνε το και το πια ναι λάθη πια σωστά:

Μα τον παππού σου Νιζεστέ

και την γιαγιά Δαντέλα

Τον κύρη σου τον Χαλβατζή

τη μάνα την Κανέλλα «

Ο πρίγκιπας σαν τ άκουσε κρύφτηκε στην κουρτίνα

Και μόλις έφυγαν αυτά  Τα’ πε ωραία , φίνα:

-«Μα τον παππού σου Νιζεστέ

και την γιαγιά Δαντέλα

Τον κύρη σου τον Χαλβατζή

τη μάνα την Κανέλα

Το στόμα σου άνοιξε και πες

μες θέλεις πια η δεν με θες;»

-Σε θέλω πρίγκιπα καλέ μου

δεν σε ξέχασα ποτέ μου

Με μάγια μ’ είχανε δεμένη μα για σένανε πλασμένη

Κι ο ένας στου άλλου την αγκάλη -Έχουνε χαρά μεγάλη

Τραγουδούσαν κάθε στίχο – Στης αγάπης τους τον ήχο

Κι ο Βασιλιάς πίκρα γλυκά όλα τα τρώγει τελικά

Πάντρεύτηκαν και γέννησαν πολλά παιδιά

σαν τη μανα τους γλυκά

Κι είπε η γιαγιά σιγά

και κοιμήθηκε μετά:

<Είναι η ζήλεια ένα φιδάκι κι έχει κοφτερά δοντάκια

στήνει ξόβεργα και κόβει το μυαλό μας κομματάκια>

 

 

EΡΩΤΙΚΗ ΜEΡΑ : ΣΤΙΧΟΙ

ΕΡΩΤΙΚΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

Αφιέρωση:  Γ.Δ. Γ. 

20170610_210803

Να΄ μουν όνειρο

μέσα στ΄ ‘ονειρο σου

θάλασσ΄αρυτίδωτη

στον ωκεανό σου

 

Να΄μουν στον ορίζοντα

φόντο ξεβαμμένο

στον γαλάζιον ουρανό

τόξο τεντωμένο

 

Να΄μουνε κύκλος μικρός

στη δική σου σφαίρα

και παρένθεση ανοικτή

στην κάθε σου μέρα

 

Να΄μουνα στη λάμπα σου

τ΄άλλο φως που καίει

κι η σιωπή που μέσα σου

σαν σιωπάς , σου λέει

 

Σ’ότι θέλεις κι αγαπάς

να ‘ μουνα κουκκίδα

στον αστερισμό σου

μια μονάχα αχτίδα

 

Να μουν όνειρο

μέσα στ΄όνειρό σου

θάλασσ ‘ αρυτίδωτη

στον ωκεανό σου

Αργυράκης -Χατζιδάκης από την "ΟΔΟ ΟΝΕΙΡΩΝ"του ΄60 στον ΜΑΓΙΚΟ ΑΥΓΟΥΣΤΟ του ΄80
Αργυράκης -Χατζιδάκης από την «ΟΔΟ ΟΝΕΙΡΩΝ»του ΄60 στον ΜΑΓΙΚΟ ΑΥΓΟΥΣΤΟ του 1981

 

 

 

 

ΕΙΡΗΝΗ ΠΡΑΔΕΙΣΑΝΟΥ – ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΕΝΔΕΙΑ

Στις 18 του τρέχοντος μηνός, έφτασαν στα χέρια μας δυο βιβλία, ήταν οι ποιητικές συλλογές της κ. Ειρήνης Παραδεισανού, που ζει και εργάζεται ως φιλόλογος στην πόλη μας. Εκδότης Vakxikon.gr , τίτλοι : ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΕΝΔΕΙΑ και ΤΑ ΓΥΑΛΙΝΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΨΑΡΙΩΝ (2013-2016).

 

Ξεχωρίσαμε για να παρουσιάσουμε  ένα από τα  ποιήματα που μας άρεσαν, για να ενημερωθούν οι αναγνώστες μας – στοιχεία για την συγγραφέα δεν έχουμε , θα συμπληρώσουμε αυτήν την παρουσίαση μόλις βρούμε.

Ο υπερρεαλισμός της κ. Ειρήνης Παραδεισανού είναι έκδηλος και ο ρωμαντισμός της κάτω από κάθε εικόνα ή φράση έντονος – όταν σταθεροποιεί το βήμα της και κάνει σαφέστερες τις προτιμήσεις της , ένας αθώος λυρισμός αυθεντικός και συγκινητικός προβάλλει. Σ΄έναν δρόμο καθόλου εύκολο που προχωράει δυστακτικά, θα βρίσκει ή  θα ανακαλύπτει  μιαν ποίηση που μας ενδιαφέρει, για να έρχεται πιο κοντά μας.

Από την συλλογή  ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΕΝΔΕΙΑ: 

Π Α Ρ Ε Ι Σ Α Κ Τ Η

 

Κάθε που γέρνω μέσα μου

νοιώθω χελώνα γέρικη

που απόμεινε χωρίς καβουκι

στη μέση δρόμου πολυσύχναστου.

Διαβάτες ριγμένοι στον τρόμο

με καρφώνουν με λέξεις – τρόπαια

μιας νίκης εύθραυστης κι αμφίσημης.

Τασυννεφα...
σύννεφο…

Σαν  τέχνασμα σιβυλλικό μοιάζει η σιωπή μου.

και το σκιαγμένο βλέμμα τους

σαν προσπερνούν την άθλια όψη μου

καρφώνεται στη γύμνια μου επιτακτικά.

 

«Δεν είσαι εδώ»

μοιάζει να λέει

«Ποτέ δεν ήσουν.

Πάντα παρείσακτη θα στέκεις».

 

Κι εγώ μια χαραμάδα ψάχνω

από φως

για να στριμώξω την παράξενή μου όψη

και μια ρωγμή σε σύννεφο θαμπό

την εμμονή μου να φυλάξω.

 

 

Σ Υ Μ Π Λ Η Ρ Ω Σ Η (μετά την ανάρτηση)

Από το  Block Παρείσακτη, συμπληρώνουμε την άποψη της Ειρήνης Παραδεισανού για το πως έφτασε στην ποίηση:

Ειρήνη Παραδεισανού, φωτογραφία διαδικτύου
Ειρήνη Παραδεισανού, φωτογραφία διαδικτύου

«Στην προτροπή των φίλων μου να γράψω επιτέλους πεζό, συνήθως χαμογελώ με αμηχανία. Δεν ξέρω τι να τους πω, πέρα από το τετριμμένο.
» Οποτε μου΄ρχεται να γράψω, μου βγαίνουν ποιήματα.»
Για καιρό δίσταζα να τα χαρακτηρίσω ποιήματα.
Το΄ξερα πως το ποίημα σκάβει. Αν δεν τα καταφέρει να σκάψει, δεν είναι ποίημα.
Σκάβει στην πέτρα για να βρει την αιώνια φλέβα.(…)

Εξώφυλλο, από το μπλογκ της
Εξώφυλλο, από το μπλογκ της

 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ:

Τα βιβλία της κ. Παραδεισανού, μας τα πρότεινε ο φίλος μας κ. Γιώργος Λεμπιδάκης, επειδή του άρεσαν – είναι και πολύ ενδιαφερόμενος για τη λογοτεχνία, έχει εκδόσει και μιαν ποιητική συλλογή , που έχουμε παρουσιάσει.

 

 

 

 

 

 

ΤΑΞΙΔΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

Οι οικονομικές δυσκολίες δεν εμποδίζουν τις θερινές διαδρομές μας, ας πάνε στην μακρινή Κινα οι πολιτικοί –  εμείς βλέπουμε πιο κοντά και πιο  μακριά…

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ

 

Κι όταν έρθει καλοκαίρι

κι Αυγουστιάτικο φεγγάρι

στο χαλί το μαγικό της

η αγάπη θα μας πάρει

και Θα πάμε σ’ άλλα μέρη

στο Μαρόκο και τ Αλγέρι

και σ εκτάσεις της ερήμου

θα μαστε μαζί καλή μου

10524976_10203165893701456_643851694_n-1

Και θα βλέπουμε νομάδες

που θα κάνουν τεμενάδες

και θα πίνουν μαύρο τσάι

κι η καμήλα τους στο πλάι

 

Στο Μισίρι και το Νείλο

σε βαρκούλα από το ξύλο

του παπύρου, μπαίνουμε

και στου Ασουάν το φράγμα

πάλι κατεβαίνουμε

 

Και στην Σφίγγα και στην Γκύζα

μόλις θα σ΄αγκάλιαζα

το φιλί  σου που είχα χάσει

με χίλια θα θα τ’αλλαζα

 

Στη Βασόρα στη Βαγδάτη

και στον Τίγρη τον Ευφράτη

με το μαγικό χαλί

και σε κήπους κρεμασμένους

θαύμα στην Ανατολή

κινέζος καλλιτεχνης-ηλιόσποροι από πορσελάνη/γκαλερί Τade
κινέζος καλλιτεχνης-ηλιόσποροι από πορσελάνη/γκαλερί Τade

Κι ύστερα μακριά στην άλλη

άκρη – πάλι η Κίνα θα προβάλλει

και θα μασουλάμε ρίζι

κι η Παγόδα θα καπνίζει

 

Και θα σ΄ αγοράσω χτένι

φιλντισένιο, στο μπεντένι

σαν θα πάμε το μεγάλο

που στη γη δεν βρίσκεται άλλο

που να ναι ψηλότερά του

Σινικό είναι τ΄ όνομά του ….

 

Και στη Κίνα τρώνε ρίζι

κι η παγόδα θα καπνίζει

και στο Σινικό Μπεντένι

θα έχω φιλτισένιο χτένι

και στο μαγικό χαλί σου

θα πετώ κι εγώ μαζί σου

 

 

Στον ουρανό μπαξέδες

και  τριγύρω καφενέδες.

Στο  σου χαλί σου θα 
πετώ

και  μαζί  στον ουρανό

θα γυρίζω  τον ντουνιά,

τον Νείλο, τον Ευφράτη,

την Προύσα, τη Βαγδάτη,

τη Δαμασκό, τη Μπαρμπαριά.

 

 

 

 

ΚΑΛΟΣ ΚΑΙΡΟΣ, ΑΣ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΣΗΜEΙΑ ΚΑΙ ΤΕΡΑΤΑ…

Καλοκαιρία, η θάλασσα προσιτή, μα δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε.

Πολιτικές εξελίξεις που είναι τόσο φυσικές όσο και ακατανόητες . Αρρώστιες που είναι παράλογες βάρβαρες και ασυγχώρητες. Και τις νύχτες όταν βαθαίνουν, γράφουμε σημειώματα, να δικαιολογήσουμε την ύπαρξή  μας,  χωρίς  να είναι απαραίτητο.

Αντιγράφουμε, ότι μπορεί και ν΄ άρεσε στην κυρία Σ.Λ.

Η θάλασσα προσιτή και μακρινή κι απλησίαστη
Η θάλασσα προσιτή και μακρινή κι απλησίαστη (Αγιος Νικόλαος 2015)

Η ΝΥΧΤΑ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΠΑΝΤΑ  ΦΕΓΓΑΡΙ

Στον Αντώνη, που τον σκεφτόμαστε με πολλή  αγάπη

Στους δύσκολους δρόμους κάψαμε τα χέρια μας
Στις εύκολες διαδρομές πουλήσαμε τα υπάρχοντα μας

Και δεν εμεινε τελικά τίποτα
και δέν ήρθε κανείςούτε εφάνει

Κάθε στίχος
Ειναι ´ενας τοίχος
Χωρ´ις παράθυρα

Κάθε φίλος
ειναι ένας στύλος
Κομμάτια παράταιρα

Και τ´ όνειρο μέςα στ όνειρο ταξιδεμένο
Και το καράβι χωρ´ις πυξίδα μοιαζει χαμένο

 

ΣΑΒ 2:21 Π.Μ.

 

Πίνακας τουΣπύρου Βασιλαίου, από το βιβλίο του ΦΩΤΑ ΚΑΙ ΣΚΙΕΣ 1969
Πίνακας τουΣπύρου Βασιλείου, 1969

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

Στύλος =κολώνα, αρχιτεκτονική / δεν ηταν μονοκόμματη αλλα απο σπονδύλους…´οπως η σπονδυλική στήλη…/ μα τα κομμάτια δεν ηταν παράταιρα, αντίθετα τέλεια ταιριασμένα…

ΜΙΚΡΟ ΣΙΝΙΑΛΟ : Τ Ο Τ Σ Ι Ρ Κ Ο (ΤΡΑΓΟΥΔΙ)

Πικασό, το τσίρκο (γαλάζια αποχή)
Πικασό, το τσίρκο (γαλάζια εποχή)

 

 

Η μεγάλη αναστάτωση τέλειωσε, καθ ένας μετράει κέρδη και ζημιές – ο ΑΛΚΜΑΝ επιστρέφει (ξαναπροσγειώνεται)

στις τακτικές απασχολήσεις του, σε τέχνες και γράμματα, στ όνειρο και την φαντασία. Αφήνουμε τον καιρό να δο-

κιμάσει πολιτικές λογικές και αισθήματα, αυτή η «Λυδία λίθος» δεν κάνει λάθη.

 

Σαγκλάλ, ονειρικός ..
Σαγκλάλ, ονειρικός ..

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τ Ο    Τ Σ Ι Ρ Κ Ο 

 

Δεν είναι που βαδίζω σαν κλόουν στην σκηνή

δεν είναι που χάνω και το βήμα

μα ει΄ναι που ξαφνιάζομαι

με ό,τι έχει συμβεί

και το κατάλαβα πως θα μου να το θύμα

 

Στο σώου με λιοντάρια ζητούσες παρτενέρ

και δίχως δίχτυ μ΄έβαζες στο σόλο

σ΄ έβλεπα πως καμάρωνες να κάνεις τον ζογκλέρ

μα κάπου μπέρδεψες με τον δικό μου ρόλο

 

"Ο χορός κι οι ακροβάτες" έργο του Ρaoul-Κlee / κοιτάξετε στο You Tube...
«Ο χορός κι οι ακροβάτες» έργο του Ρaoul-Κlee / κοιτάξετε στο You Tube…

 

Μ ε φλόγες και μαχαίρια και κόλπα περιττά

με γύριζες δεμένη στον τροχό σου

με χώριζες στη μέση και μ΄ένωνες μετά

και μ εξαφάνιζες σαν να μουν στ΄όνειρό σου

 

Πουαντιλισμός Σερά, "Τσίρκο"
Πουαντιλισμός Σερά, «Τσίρκο»

 

Στο γύρο του θανάτου με ρίχνεις και γλυστράς

ξεπέρασ΄ η ταχύτητα τη σκέψη

παράξενα ζαλίστηκα με φώτα και με στρας

πόσο περίμενες κάποια καρδιά ν΄ αντέξει ;

 

Θα βγάλω από πάνω μου ετούτη τη στολή

θα σβήσω το χαμόγελο της θλίψης

δεν είμαι ακροβάτισσα στου τσίρκου το σκοινί

σ αποχαιρέτισα- κι ας ξέρω : θα μου λείψεις .

 

Τουλούζ Λωντρεκ, "το "τσίρκο
Τουλούζ Λωντρεκ, «το «τσίρκο

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΤΙΧΟΙ: ΜΙΚΡΟ ΣΙΝΙΑΛΟ (ΨΕΥΔΩΝΥΜΟ)

ΣΤΙΧΟΙ : EΝΤΟΜΑ & ΖΩΑ

Μην μπλέκετε τα έντομα και τα ζώα με τους ανθρώπους,  παρατήρησε κάποιος φίλος –

είχε δίκιο και συμπληρώνουμε – από την συλλογή μας στίχους για κάθε ηλικία.

 

ΕΝΤΟΜΑ ΚΑΙ ΖΩΑ

 

Η “ΠΡΑΣΙΝΗ”(*)

 

Πράσινη μ΄ ονομάσανε

μα χάθηκα στο δρόμο

τη μυρωδιά μου έπρεπε

να μάθω να τη χώνω  (1)
Unknown-5

Κι όταν με καταλάβαιναν

με φώναζαν “βρωμούσα”

κι ας ήταν πεντακάθαρα

τα ρούχα που φορούσα

(“Βρωμούσα” με φωνάζανε κι υπάρχει παρανόμι

που ξέρουν όλοι  στο χωριό χωριάτες κι  αγρονόμοι

κατά  πολύ χειρότερο – ντρέπομαι να το λένε

κρύβομαι τα ματάκια μου δεν σταματούν να κλαίνε)

 

Κι όταν με κοροϊδεύανε

πετούσα μακριά τους

να μην με φτάνουν τα πολύ

σκληρά πειράγματά  τους

 

Κανέναν δεν πειράζω και

την πείνα μου χορταίνει

λίγο χορτάρι πράσινο

μα  παρανόμι (αν ακουστεί)

αμέσως με μαραίνει

 

ΤΑ ΣΚΟΥΛΙΚΙΑ

 

Είμαστε δυο σκουλικάκια κι όλο παίζουμε στο χώμα

Κι αν περνάς και δεν προσέχεις μπορεί να μας κάνεις λιώμα

Έχουμε  γυμνό το σώμα και μας λείπει το κεφάλι

Όυτε φύλο ξεχωρ´ιζεις απ´ τον ένανε… στην άλλη.

 

Κι αν μας κόψεις με μαχάιρι δεν πεθάνουμε με μια

Απ’ τον ένα δυο θα γίνουν κι ούτε γάτα ούτε ζημιά

 

ΣΚΟΥΛΊΚΙΑ ΑΚΡΟΒΆΤΕΣ(;) 'οσοι συχαίνονται τα σκουλίκια , ας αποφεύγουν τα ψάρια (είναι απο τα ιδανικά δολώματα)
ΣΚΟΥΛΊΚΙΑ ΑΚΡΟΒΆΤΕΣ(;) ‘οσοι σιχαίνονται τα σκουλίκια , ας αποφεύγουν τα ψάρια (είναι απο τα ιδανικά δολώματα)

 

Έχουμε και ξαδερφακι άκροβάτη αληθινό

Δόλωμα πολλοί το κάνουν για να πιάσουν τον ορφο

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

(*)=Κλασοπαπαδιά

(1)=Κρύβω

 

 

 

 

 

 

 

Μ.ΦΟΥΜΗΣ : ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

 

Αφιερωση: σ΄αυτούς που δεν βαρέθηκαν να περιμένουν

 

Βρεθήκαμε φθινόπωρο

είχαν περάσει χρόνια

τα δέντρα μας εσκέπαζαν

με γυμνωμένα κλώνια

 

Σε στρώμα φύλλων άπλωνε

ασήμι και σιντέφι

ένα φεγγάρι ολόγιομο

χανότανε τα νέφη

κι όλοι οι παλιοί μας στεναγμοί

χαρές και τόσες λύπες

αγάπης που δεν άντεξε

(ήταν της Μοίρας είπες)

 

2013-10-18 11.36.14
Φθινόπωρο στο Ηράκλειο – Μπεντενάκι την 18.10.2013 (Αλκμάν)

 

Στην άκρη της ακρογιαλιάς

που ανθίζαν των κυμάτων

λευκά θαλασσολούλουδα

βρεθήκαν των σωμάτων

σημάδια και σφραγίσματα

κι ότι στο τέλος μένει

ότι μας συγκινεί κι αυτό

που όταν μιλά σωπαίνει

 

Κι ήρθε  χειμώνας ο βαρύς

με παγωνιά και χιόνια

μα σαν να καλοκαίριασε

στους κάμπους με τ΄αλώνια

μέσα μας έλαμπε η χαρά

αναγαλιούσε η πλάση

 

Λες και ξαναγυρίσανε

καιροί που είχαν περάσει

Σαν να τανε πρώτη φορά

ο ένας μες τον άλλο

και σαν να μην γνωρίσανε

έρωτα πιο μεγάλο

 

Στην άνοιξη βρεθήκαμε

τα λούλουδα π’ ανθίζαν

σαν χάρτινα φαινότανε

γιατί μας κατακλύζαν

αρώματα και χρώματα

και μουσικέ ςκαι γεύσεις

φανταστικές κι αληθινές

που θελεις να πιστέψεις

 

Σαν δέσανε όλοι οι καρποί

πριν ΄ρθει το καλοκάιρι

μια κατασκότεινη βραδια

που έσβηνε κάθε αστέρι

μπήκαμε στο Λαβύρινθο

αγάπης παθιασμένης

χαθήκαμε – χωρίς σκοπό

και νήμα πια- δεν βγαίνεις