ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ: Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΤΖΙΝΙ ΜΑΝΤΣΙΝΙ

Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΤΖΙΝΙ ΜΑΝΤΣΙΝΙ

Ενθύμηση της συντροφιάς μιας άλλης εποχής : της Ελένης και της Κάτιας Στεφανάκη (Σύρρου) Της Πόπης Καμάρη & της Μιμίκας Καραχάλιου της Ελένης Βενιεράτου

Scan

Περνούν τα χρόνια κι έρχονται κι άλλα, δε σταματάνε

Του κύκλου τα γυρίσματα πάνω και κάτω πάνε

Τυλίγουν, δένουνε κλωστές σε καλαμένι’ανέμη

Δώσε της κλώτσο ν’αρχινά σα να φυσούν ανέμοι…

Μια βάβω εκατόχρονη ζούσε σε ένα καλύβι με ψωμί χωρίς αλάτι

πέρασαν οι μήνες έτρωγε βλαστούς και ρίζες –

κι είχε πάντα πείνες

κάποια μέρα μια γυναίκα έφερε φάβα χρυσωμένη

για να στήσει το τσοουκάλι και να φάει η καημένη

 

έβρασε τη φάβα βρήκε και τ΄ αλάτι

λαχταρούσε μήνες να βρεθεί χορτάτη

σκέφτηκε να βρει ένα μέρος που να της ταιριάζει

χρυσαφένια η φάβα θησαυρός της μοιάζει πήρε το τσικάλι

(πήλινο)και σε κήπο πάει στη σκιά να κάτσει να την καλοφάει

δυο κορίτσια παίζανε και πάει ένα πετραδάκι το τσουκάλι σπάει !

θύμωσε η βάβω έγινε θηρίο είδε

μια μικρούλα από αυτές τις δύο Είπε:

– “ Την κατάρα μου τάχ(ι) μου να σέρνεις

Εφτά χρόνια κι εφτά μήνες να τον περιμένεις

 

Τζίνι τονε λεν Μαντσίνι, τον που θ’αγαπήσεις

Αυτό που παθα θα πάθεις, άλλον μη ζητήσεις

(κλαίει και οδύρεται)
Ούτε μια μπουκιά στο στόμα,

χάθηκεν η φάβα
Πολλούς μήνες καρτερούσα

..
(προς τον εαυτό της)…. Πείνα τώρα τράβα.

Η μικρή ζητά συγνώμη για να μαλακώσει

μα η γιαγιά με τίποτα δε θα ξεθυμώσει :

-” Την κατάρα μου βρωμιάρα τάχ(ι) μου να σέρνεις

Εφτά χρόνια κι εφτά μήνες να τον περιμένεις…

(παίρνει ανάσα)

Τζίνι τονε λεν Μαντσίνι, τον που θ’αγαπήσεις

Αυτό που παθα θα πάθεις, άλλον μη ζητήσεις

Άσπρο χιόνι στη θωριά του και κατάμαυρα μαλλιά

Κι οι καμάρες των φρυδιών του, από κόρακα φτερά.
 

Κόκκινα τα μάγουλά του, αίμα στάζουνε λαγού

Και τα μάτια και τα χείλια παίρνουνε καρδιά και νού.”

Κεραδοπούλα και Βάβω...
Κεραδοπούλα και Βάβω…

Είπε η βάβω και θα εξαφανιστεί

λες κι άνοιξε η γη να την καταπιεί

Κι όσο και να ΄ψαξε η μικρή που λεν Μικρή Κυρία

δεν βρήκε τον Μαντσίνι της ας ψάχνει με μανία

Κι ούτε μπουκιά στο στόμα της δε βάζει κι ούτε πίνει

Το γάλα που κάθε πρωϊ ‘τοιμάζουμε για κείνη.

Ο πατέρας της έφερε το μαγικο ανήλιαγο πουλό
Ο πατέρας της έφερεκαι λόουναπ τη Δύση

Κάποιοι ντοτόροι ξακουστοί, προτείναν στον πατέρα

Να φέρει παιγνιδάτορες να παίζουν κάθε μέρα

Μα τίποτε δεν έγινε κι ας ήτανε μαστόροι

Και τα’άψυχα ζωντάνευαν μ’αδιαφορούσε η κόρη.

Βαρύ μαράζι και χτικιό την έχουνε χτυπήσει

Δε γέλασε κι ας ήρθανε και κλόουν απ’τη Δύση.

Κι όταν ο Μόλας έστησε μπερντέ του Μαυρομάτη

(του Καραγκιόζη δηλαδή) δε γέλασε κομμάτι.

Ο αφέντης που γυρνά παντού και ψάχνει και ρωτάει

Ποιος ημπορεί την κοπελιά να κάνει να γελάει.

Του κάκου τρέχει και σκορπά τα πλούτη του τα τόσα΄

Όταν κανείς χάσει το νου δεν ωφελούν τα γρόσα.

Βαρύ μαράζι και χτικιό την έχουνε χτυπήσει

Δε γέλασε κι ας ήρθανε και κλόουν απ’τη Δύση.

Ο κύρης της γυρνά παντού και ψάχνει και ρωτάει

Ποιος ημπορεί την κοπελιά να κάνει να γελάει.

Του κάκου τρέχει και σκορπά τα πλούτη του τα τόσα

Όταν κανείς χάσει το νου δεν ωφελούν τα γρόσα.

Της έφερε το μαγικό πουλί απ’το Πλατύ σοκάκι

Είναι το πιο παράξενο πουλί μέσα στη φύση

Αν δει πως παίζει και γελά, ο πόνος θα την αφήσει

Αρχίζει το μαγικό,πουλί: Κόκκινη κλωστή δεμένη

στην ανέμη τυλιγμένη

Δος της κλώτσο να κινήσε

ι παραμύθι ν’ αρχινίσει

Μα το κορίτσι δεν αντιδρά…

 

Ας της χορέψω, τέλειωσα τα λόγια, δεν μπορούνε

Ότι έχω μέσα στην καρδιά να δείξουνε να πούνε…

(Το πουλί χορεύει, μέχρι που εξαντλείται,  δεν θ’ αργήσει
να πέσει αναίσθητο στα πόδια της μικρής. Σαν να ξυπνά από λήθαργο το κορίτσι , νομίζει ότι πέθανε)

Το πουλί κι η Κεραδοπούλα ταξιδεύουν
Το πουλί κι η Κεραδοπούλα ταξιδεύουν

:
-” Κακόμοιρο δεν έφταιξες, σε πήρα στο λαιμό μου…

(Συνέρχεται στην αγκαλιά της κοπέλας)

Μίλα μικρή μου, μίλα μου, ποιος πήρε τη φωνή σου

Τι σου’σβησε το γέλιο σου την καλή διάθεσή σου;

Η Κεροδοπούλα απαντά:
-”Πολύ μικρή τα βάσανα τσ’αγάπης μ’εγεμίσαν

Κι είναι το ποιο παράξενο, πως δεν τονε γνωρίσαν

Ακόμα τα ματάκια μου, αυτόν που με τρελαίνει

Στο νου μου τον ζωγράφισαν με χρώμα που δε βγαίνει.

Μια γριά τον έβαλε βαθειά, μες της καρδιάς το φύλλο

Τζίνι Μαντσίνι τονε λεν, κανείς δεν τονε φτάνει

στη χάρη και την ομορφιά, αρχοντογεννημένος

μα σ’άγνωστο και μακρινό παλάτι ξορισμένος.

Χίλιους ανθρώπους ρώτησα, στην αγορά, στην πιάτσα

Κανένας τους δεν ήξερε τη χώρα και τη ράτσα

Ή τη φυλή και λαό που ζει και διαφεντεύει

Λες και δε βρίσκεται στη γη, στα νέφη βασιλεύει.

UALORH-0096
Τζίνι Μαντσίνι τονε λέν, στη Μάντζα βασιλεύει…

Το πουλί καλά τον ξέρει: -”Τον Τζίνι σου ξέρω καλά, που βρίσκεται, τι κάνει

Στο ξακουστό παλάτι του, το δρόμο που σε βγάνει.

Είναι μακρύς και δύσβατος ο δρόμος μας καλή μου

Από στεριές και θάλασσες κι εκτάσεις της ερήμου.

Στα βάθη της Ανατολής, τις διαταγές του δίνει

Κι όταν το Μέγα Σινικό περάσουμε μπεντένι

Απ’το παλάτι θα φανεί καπνός ψηλά να βγαίνει.

Γιατί τα’αρέσει να γλεντά να τρώγει και να πίνει

Με φίλους που’χει μπιστικούς ο βασιλιάς Μαντσίνι

 

Scan 3
Σταμάτησαν στο μπαλκόνι (βεράντα)

 

Κι έφτασαν πριν μπει στην τραπεζαρία κι η Μικρή Κυρία συλλογίζεται:

-“Μα τρέμω και κτυπά η καρδιά, τ’άγνωστο με φοβίζει

αν είναι τ’ονειρεύτηκα ποιος ξέρει ποιος γνωρίζει;

Το μέρος σαν φανταστικό τα δέντρα το παλάτι

Σαν να’ναι των παραμυθιών της Νένας μου κομμάτι

(μπαίνει στην τραπεζαρία, δεν είναι κανείς,
κοιτάζει έκπληκτη τον πλούτο και την πολυτέλεια)

Σαν αίθουσα για φαγητό και σαν σαλόνι μοιάζει

χαλια μεταξωτά παντού τραπέζια με τοπάζι

Τι να’χει τούτο το πιατί, χορταρικό ή ψάρι;

Ας φάγω τώρα μια μπουκιά
(δοκιμάζει)
τι νοστιμιά και χάρη.

(συλλογίζεται, αναρωτιέται)

δεν προλαβαίνω ακόμα
να δω εκείνον που ποθώ, ειν’η ψυχή στο στόμα

(Γυρίζει στο παράθυρο που την περιμένει το πουλί)

Ας φύγουμε κι αύριο είναι μέρα,

είπε η Κεραδοπούλα 
Το πουλί εξήγησε, πως δεν μπορει να ζήσει τη μέρα:

_”Το φως όμως η φύση μου το ξέρεις δεν αντέχει

Το σπίτι του πατέρα σου πάρα πολύ απέχει.

Θα βρούμε λίγο πιο κοντά απ’τη δική μας χώρα

Ένα σπηλιάρι σκοτεινό να κοιμηθούμε τώρα.

Γνωρίζω μια βαθιά σπηλιά…βράδυ ξαναγυρνάμε

Η Μικρή Κυρία ξαναμπαίνει την επομένη νύχτα:

-”Γνωστό το μέρος φαίνεται, δεν έχει λάμψη τόση

Ο πλούτος που με θάμπωσε σα να’χει πια θαμπώσει

(δοκιμάζει τα φαγητά)
(δοκιμάζει τα πιοτά)

Πως τρέμουν τα πόδια μου και λαχταρά η ψυχή μου

Αν είναι τώρα και φανεί θα σβήσει την πνοή μου

(Φεύγει τρεχάτη, επιστρέφει στο πουλί)

Το πουλί, την παίρνει και φεύγουνε πάλι.

-”Υπομονή μικρούλα μου, ας πάμε στη σπηλιά μας

Κι αύριο ξαναρχόμαστε, είν’ο καιρός μπροστά μας”

(Φεύγουν όπως την προηγούμενη φορά για την σπηλιά,ξαναγυρίζουν το άλλο βράδυ) Μισάνοιχτη μου φαίνεται η πόρτα, που να βγαίνει;

Στο χωλ ή σε δωμάτιο ή στο λουτρό πηγαίνει;

(Πλησιάζει ρίχνει μια ματιά)

… (πλησιάζει το κρεβάτι,, ο Τζίνι είναι ξαπλωμένος και φαίνεται να κοιμάται)

-”Χιόνι βλέπω στη θωριά του και κατάμαυρα μαλλιά

Τα καμαρωτά τα φρύδια, από κόρακα φτερά

Κόκκινα τα μάγουλά του, αίμα στάζουνε λαγού

Κι αν ανοίξουνε τα μάτια, θα μου πάρουνε το νου”

-”Είμαι ο Μαντσινι ζωντανός, κορίτσι μη φοβάσαι.

Μα πως ξεφύτρωσες εδώ; Από ποιόν τόπο να’σαι;”

-”Από μακριά έρχομαι πολύ” μιλάει η μικρή Κυρία

και λέει στον Μαντσίνι της όλη την ιστορία

-”Άργησα και περιμένει το πουλί που μ’έχει φέρει

Με καλεί…θα υποφέρει…

εξημέρωσε…πεθαίνει

της Δίνει το δαχτυλίδι του, -”πάντα να με θυμάσαι”

Τρέχει γρήγορα στο παράθυρο:

-”Φοβάμαι πως ξεχάστηκα, το φως θα το σκοτώσει

Θε μου τον Ήλιο κράτησε, πριν βγει να ξημερώσει”

(φεύγουν γρήγορα).

Φτάνουν στη σπηλιά, το πουλί είναι τελείως εξαντλημένο.

Μην κλαίς και μην οδύρεσαι, γραμμένο το’χε η μοίρα

Στο τέλος πήγαμε καλά κι απ’τη χαρά σου πήρα

Λέει το πουλί : -”παράτησε τα κλάματα και σκέψου τι θα γίνει

(τελείως εξαντλημένο, μιλά αργά)

Μπροστά σου δες ανοίγονται, ο δρόμος του καλού σου

Και το στρατί που σαν διαβείς, θα φτάσεις στου κυρού σου.

Η κοπέλα αποφασίζει να τον βρει.

-Πέρασαν εφτά χρόνια, φτάνει στην Μάντσα ρωτάει: 
-”Πως τηνε λεν την πόλη σας και ποιος τη διαφευτεύει ;

” 
Της λένε : -”Μάντσα την καλούν κι ο Τζίνι βασιλεύει”

Τον Τζίνι δεν μπορείς ποτέ να δεις, να σου μιλήσει

κλεισμένος είναι μοναχά η μάνα του τον βλέπει

Ρωτάει : -”τι τον έπιασε ; γιατί ποτέ δεν βγαίνει ;”

πολλοί λεν πως τον βάσκαναν νεράϊδες στο ποτάμι

χίλιες γητειές του κάμανε, δεν μπόρεσε να γιάνει

Η Κεραδοπούλα βρίσκει τη βασίλισσα

-”Στη δούλεψή σας πάρτε με ξέρω πολλά να κάνω”

Της λέει η βασίλισσα -”κουλούρια με το μέλι

ζυμώσετε και ψήσετε μήπως ο γιος μου θέλει”

Σε κουλουράκι βάζει η μικρή το δακτυλίδι

σκέφτεται , μακάρι να το ίδει

(
Η Μάνα παίρνει το δίσκο με τα κουλουράκια και προχωρεί στα διαμερίσματα του γιου της 
Αφού δάγκωσε το τσουρέκι,κοντεύει να σπάσει τα δόντια του:)

-”Να πάρει η οργή τι γίνεται ;
Βρίσκει το δακτυλίδι και φωνάζει:

-”ποιός τα΄φτιαξε ρωτάω ;”

Μην μου θυμώνεις λέει η μάνα του, ημέρωσε και φάτα

ένα κορίτσι τα΄πλασε τόσο γλυκά κι αφράτα!

Από μακριά μας έφτασε δεν ξέρει εδώ κανένα

Να μου την στέλνεις λέει αυτός ,να τη ρωτήσω κάτι ;

-”Ανέλπιστη παράξενη στάθηκε τούτη η μέρα

από τον πάτο του γιαλού, εβγήκα στον αγέρα!

ξέρω πως επέρασες λέει το κορίτσι μα πως να σου μηνύσω

και πως να βρω το δρόμο μου κοντά σου να γυρίσω ;

Ας πούμε δοξα σοι ο Θεός…

αλλά μην συνεχίζουμε

κι οι δυο περάσαμε πολλά,άλλη φορά τ΄ αρχίζουμε

-”Ας έρθουνε λέει ο βασιλιάς, σάλπιγγες και τρομπόνια

κι οι δυνατοί ντελάληδες, με τα πλατιά πλεμόνια

ναδιαλαλήσουνε παντού, σ΄Ανατολή και Δύση

πως βρέθηκε το ταίρι μου κι ο γάμος μας θ΄αρχίσει

”
 
Λιγνο καλάμι μην κρατείς λευκό κερί μην λύσεις

το παραμύθι που άκουσες να μην το λησμονήσεις

Καλή νύχτα σας λοιπόν αφήστε τους αυτούς καλά περνάνε

κι εμείς πολύ καλύτερα 
στο σπιτι σαν γυρνάμε

ΤΟ ΦΙΔΟΔΕΝΤΡΟ – ΠΑΡΑΜΥΘΙ

ΤΟ ΦΙΔΟΔΕΝΤΡΟ

                        Αφιέρωση: Στον Μ.Κιουρτζογλου

Δος του κλώτσο να γυρίσει

Παραμύθι ν αρχινίσει

Κι ας τυλίγει το μαλλί

Κι ας κουνεί την κεφαλή

Είν´ η βάβω σαν σταφίδα

Μα το μάτι της γαρίδα

Κι η φωνή της λει και δένει

Κι εύκαιρη δεν απομένει

Στο πιο μικρό φτωχό χωριό

Στην άκρα και στη γύρα

Εζούσε κάποιος γιαπιτζής

Χωρίς στον ήλιο μοίρα

Το φιδάκι χορεύει, παιδικό σχέδιο
Το φιδάκι χορεύει, παιδικό σχέδιο

Καθημερινώς με τον κασμά

Τις πέτρες και την άμμο

Και μοναχά την Κυριακή

Καθόταν λίγο χάμω

 

Και τ΄ όργανό του κούρντιζε

Κι έπαιζε τραγουδούσε

Με τους γλυκούς του τους σκοπούς

Τα βάσανα ξεχνούσε

 

μια σκόλη καθώς κάθονταν

Και τις χορδές χτυπούσε

´Ενα φιδάκι πρόβαλε

Στην άκρη και κοιτούσε

 

Φοβήθηκεν ο γιαπιτζής

Μην είχε και φαρμάκι

Σταμάτησε και πρόσεξε

Κουνιόταν το φιδάκι

 

Λυγιότανε και χόρευε

Σαν ευχαριστημένο

Κατάλαβε πως ήτανε

Ήμερο το καημένο

 

Και κάθε Κυριακή πρωί

Κάθε γιορτή και σκόλη

Που τ΄ όργανο του το’παιζε

Ευχαριστιόταν όλοι

 

Μα πιο πολύ χαιρότανε

Του κήπου το φιδάκι

Που σηκωνόταν όρθιο

Και χόρευε συρτάκι

 

Και μόλις τέλειωνε ο χορός

Το ούτι σταματούσε

Πουγκί μ´ ολόχρυσα φλουριά

Στα πόδια του ακουμπούσε

 

Και τρελαινόταν ο φτωχός

Δεν πίστευε μπροστά του

Τι βλέπανε τα μάτια του

Σαν τα ταν όνειρά του

 

Φοβόταν πως θα ξύπναγε

Τα πλούτη θα χανόταν

Κι φτώχεια κι η κακομοιριά

Πάλι θα ξαναρχόταν

 

Σαν έφτανε στο σπίτι του

Τα δίνε στην κερά του

Και τρώγανε βασιλικά

Και πίναν στην υγειά του

Χειμώνα καλοκαίρι

Στον κήπο του περίμενε

Φλουριά για να του φέρει

Μα τους εκουσκουσσεύανε

Ζηλεύαν οι γειτόνοι

Που τ άντερο του γιαπιτζή

Αρχίζει να λαδώνει

Κάποτε σταμάτησε

Χάθηκε το φιδάκι

στεναχώρια πλάκωσε

Το φτωχό σπιτάκι

 

Κι άρχισαν να ψάχνουνε

Βρήκαν τη φωλιά του

Μα το φίδι ήταν νεκρό

Στη βαθειά σπηλιά του

 

Κλάψανε το θάψανε

Σαν να ταν δικός τους

Συγγενής πολύ στενός

Φίλος κι αδερφός τους

Τακτικά πηγαίνανε

Στο μικρό κιβούρι

Κι έπαιζε ο γιαπιτζής

Ούτι και σαντούρι

Κι ένα δέντρο φύτρωνε

Απ´ τον τάφο μέσα

Πότιζε και φρόντιζε

Τα φύλλα του τ´αρέσα(ν)

 

Τελείως ήταν άγνωστο

Γιαυτό κι ονόμασε το

ΦΙΔΟΔΕΝΤΡΟ

– κι ολημερίς εβαγιοκλάδιζέ το

 

···

Οι γείτονες το βλέπανε

Και παραξενευόταν

Ρωτούσαν μα δεν ήξερε

Κανένας πως λεγόταν

 

Ο γιαπιτζής πονήρεψε

Στοιχήματα ζητούσε

Να βάλουν θα΄δινε διπλά

Αν κάποιος απαντούσε

 

Κι ήρθαν πολλοί και βάλανε

Δεκάδες χρυσά γρόσα

Και χάσανε και πρόσθεσαν

Ακόμα άλλα τόσα

Μα ένας τσιφούτης πονηρός

Έψαξε να βρει λύση

Και τη γυναίκα του φτωχού

Θέλησε να μαυλίσει

Η γυναικα του γιαπιτζή, ρωταει πως ονομάζεται το φίδι
Η γυναικα του γιαπιτζή, τον ρωτάει πως ονομάζεται το φίδι

Της έστελνε δώρα πολλά

Για να τον συμπαθήσει

Μετά να βρει τον γιαπιτζή

Τ´ όνομα να να ζητήσει

 

Μα να το κάνει πλάγια

Για να μην κακοβάλει

O γιαπιτζής και φοβηθεί

Και τύχη να χει πάλι

ο Τσιφούτης
ο Τσιφούτης

– “ Όταν τον πείσεις να το πει

αμέσως το φωνάζεις

Πιο δυνατά, κι γω κοντά

Τ΄ακούω κι ησυχάζεις”

 

Της είπε ο παμπόνηρος

Κι ´εγινε τελικά

Γιατί σαν κότα που ήτανε

Δεν ήξερε απ αυτά

-Πες μου το τ´όνομά του αν θες

Και δεν το μαρτυράω

Και να με κάψει κι ο Θεός

Να τρέμω να ψοφάω

 

Και μια και δυο και τρεις φορές

Τονε παρακαλούσε

Της το΄ πε τελικά κι αυτός

Πως το ονοματούσε

 

Και δυνατά το φώναξε κι αυτή «Φιδόδεντρο» ν ακούσει

Ο πονηρός τσιφούταρος Που καιροφυλακτούσε

Και πήγε την επόμενη -«θες να στοιχηματίσεις»

-«Να βάζω χίλια τάλαρα» Το σπίτι σου αν αφήσεις»

Και δέχτηκε ο ταλαίπωρος πρόσθεσε και τον κήπο

Αν άλλα τόσα θα βάζε -«Δέχομαι εγώ δεν λείπω

Από στοιχήματα καλά» Αυτό στοιχηματίζω

Και φώναξε στεντόρεια -«Φιδόδεντρο κερδίζω!»

Ξεράθηκεν ο γιαπιτζής Του΄ρθε ταμπλάς και ζάλη

Τα ύπατα του κόπηκαν τρομάρα είχε μεγάλη

Του΄ρθε μεγάλη στεναχώρια
Του΄ρθε μεγάλη στεναχώρια

Και τότε το κατάλαβε Πως ήταν προδοσία

Και φώναζε η γυναίκα του ( συγνώμη) δεν είχε σημασία

«Των αματιών του έδωσε» Πολύ μακριά να πάει

Και κάποτε σταμάτησε Μια γριά τονε ρωτάει

-«Που βρέθηκες στις ερημιές Που περπατάς που τρέχεις;»

-«την τύχη μου αναζητώ!» -«βοηθεια θές να έχεις; »

-» αν ξέρεις κάτι πες μου το Και θα σ΄ευγνωμονάω»

-» ίσια να πας ( και του δείξε) Από δω να προχωράω ;»

-«Προσεκτικά τα βήματα Θα βρεις πέτρα μεγάλη

Να κρέμεται στον ουρανό Περνάς να πας στην άλλη

Μεριά και ποταμό ρυχό Θα δεις: να τον περάσεις

Κι αν τις όχθες του ακολουθείς Στην τύχη σου θα φτάσεις »

Σε σπίτι μένει κόκκινο που είναι σωστό παλάτι

Κι έχει χρυσά παράθυρα Και ξύλινο χαγιάτι

Το σπίτι της Τύχης ήταν σαν παλάτι
Το σπίτι της Τύχης ήταν σαν παλάτι

Κι αμέσως εξεκίνησε χωρίς ψωμί να φάει

Σαράντα μέρες έκανε στην πέτρα κουτουλάει

Κρεμότανε στον ουρανό Φοβήθηκε μην πέσει

Στης κεφαλής του την κορφή Στο κόκκινο του φέσι

 

-«Γυρεύω κάποιον ποταμό ρυχό που θα με πάει

Στής τύχης μου το σπιτικό» σεμνά τηνε ρωτάει

-«Δεξιά να πας κι αριστερά μόλις θα δεις μια βρύση»

Απάντησε κι έτρεμε λες την είχανε κουνήσει

 

Ξανά στο δρόμο ο δυστυχής Ανάπαυση δεν έχει

Μέχρι που βρέθηκε μπροστά Στον ποταμό που τρέχει

-«Ποταμι ποταμάκι μου Θερμά παρακαλώ σε

Σενα ταλαιπωρούμενο Την συμβουλήσου δώσε

 

Απο ποιαν όχθη σου θα βρω Της Τύχης μου το σπίτι

Πες μους Ποτάμι να χαρείς Την πράσινη σου κοίτη»

-«στη δεξιά μου την πλευρά Πρέπει Να περπατήςεις (

του είπε) και σε μιαν ωρα – δυο Την πόρτα θα χτυπήσεις

Της Τύχης…» -«στο σπίτι της το κόκκινο; » -«Ναι μένει με το γιο της»

Και πάλι δρόμο και στρατί, στρατί και μονοπάτι

Δεν άργησε πολύ να βρει, το κόκκινο παλάτι

Κι η Τύχη του καθότανε στο,πρώτο σκαλοπάτι

-«καλώς Τονε τον μουστερή, κάτσε να ξαποστάσεις

Ξέρω πως πέρασες πολλά σε μένανε να φτάσεις»

Είπε και τον αγκάλιασε

-» Νασαι καλά σπολάτι » Απάντησε και κάθησε στα πόδια της σαν σκύλος

-«Οταν δεν τρέχει το νερό, τι να σου κάνει ο μύλος

» Μουρμούρισε πολύ σιγά, αυτή ντουχιουντισμένη

-«ξέρω τι θέλεις τι ζητάς , ο γιος μου θα στα λύσει

Όλα σου τα προβλήματα , χαρά θα σε γεμίσει

Κι ο Ήλιος εβασίλεψε κι ήρθε για να δειπνήσει

Στο,κόκκινο το σπίτι του,την μάνα να φιλήσει

-«γιε μου του΄ πε σαν έφαγε ,πριν πέσει στο κρεβάτι

Το μουσαφίρη μου άκουσε και κάνε αν θέλεις κάτι

γιατί παραπονέθηκε πως είναι αδικημένος

Αν κι έσκαψε το λάκκο του μονάχος ο καημένος

Ο γιαπιτζής με κλάματα είπε τι του συνέβη

Κι ο ήλιος τον συμβούλεψε:στο σπίτι του ν΄ ανέβη

και τον τσιφούτη να τον βρει και στοίχημα να Βάλει

Πως το πρωί ο ήλιος από το βοριά θα πρέπει να προβάλει

-«Μα πως θα βάλω στοίχημα που χρήματα δεν έχω;»

«θα πας και του φιδόδεντρου τη ρίζα θα σκαλίσεις

το πρόβλημα σου εύκολα θα δεις πως θα το λύσεις

Θα βρεις εκεί χίλια φλουριά μπορεί και,παραπάνω…»

Πολλές ευχές τους γέμισε ο γιαπιτζής ο καημένος

και φίλησε τα χέρια τους πολύ βαλαντωμένος …

Κι αμέσως εξεκίνησε,σαν το πουλί πετάει

Στον τόπο του πιο γρήγορα όσο μπορεί να πάει

Κι ´εφτασε νύχτα- κρύφτηκε μην τύχει και τον δούνε

Σαν έψαχνε το δέντρο του και παραξενευτούνε

Κι εβρήκε τάληρα χρυσά πολλά ,χίλια και τόσα

σε τσουβαλάκι τα βάλε, περίσσεψαν καμπόσα …

Και πριν λαλήσει ο πετεινός ξύπνησε τον Τσιφούτη

-«τι θέλεις αξημέρωτα, τι θες την ώρα τούτη;»

απόρησε ο τσιγκούναρος .-«για στοίχημα να βάλω πανεύκολο μεγάλο!»

-«μην με πατάς στον κάλο Τι στοίχημα μου τσαμπουνάς, εσύ δεν έχεις μία»

Απάντησε και του δείξε ο γιαπιτζής τις λίρες

Κι εκείνος αποχάσκωσε-«-καλά δεν είναι βία»

Είπε σιγά-«τις έκλεψες; Τις πήρες;”

-«τις βρήκα στο δεντράκι μου ,η τύχη μου τις δίδει

Κι εγώ τις βάζω στοίχημα, διπλά που θ´αποδίδει

“Αν ξέρεις θέλω να μου πεις από που ο ήλιος βγαίνει;

Μα πρέπει το βίος σου ολόκληρο στο στοίχημα να μπαίνει

 

Ζορίστηκε ο πονηρός, μα εύκολο δεν είναι;

«Το βλάκα»,είπε σιγά σιγά :»ξανά στην ψάθα μείνε»

Και δυνατά του φώναξε- » όλα τα βάζω μέσα

Στο στοίχημα που θέλησες,ξέρω πως έχεις μπέσα

Και το ΄δωσες το σπίτι σου με το ΦΙΔΟΔΕΝΤΡΟ σου

 

Αφού τα συμφωνήσαμε τώρα να ξημέρωσει

Να δούμε ο ήλιος από που το φως θα φανερώσει

Είπε ο φτωχός ο γιαπιτζής…τον ζώνανε τα φίδια

Αν κάποιο λάθος έγινε αν πάθαινε τα ίδια;

Περίμεναν καθότανε στα κάρβουνα κι οι δυο

Και το σκοτάδι γίνονταν σαν ακόμα πιο πυκτό …

Και κάποτε επρόβαλε ο Ήλιος στο Βοριά

κι ο ορίζοντας κοκκίνισε σαν να΄πιασε φωτιά

Ο κεραυνός σαν να πέσε στην κούτρα του τσιφούτη

Κι ο γιαπιτζής ξανάπιασε το ξεχασμένο του Ούτι

και το΄χασε το στοίχημα στο πρώτο φως της μέρας

κι όλο το βιος του έγινε μαύρος καπνός κι αιθέρας

Ο ένας έβγαλε φωνή και χάθηκε στο βάθος

Κι ο άλλος ακόμα τραγουδά με κέφι και με πάθος

Και γύρισε η γυναίκα του και του πε και συγνώμη

Και τ´ όργανό του ο γιαπιτζής το γραντζουνάει ακόμη

Και πέρασαν αυτοί καλά και Μεις πολύ καλύτερα

Τα πρώτα πρέπει να τιμούν Τα χρόνια μας τα ύστερα

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Καταγραφή αρχική από την Στέλλα Επιφανείου Πετράκη, 1966 , ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ, έμμετρη επεξεργασία ΑΛΚΜΑΝ  Μάρτιος 2017

Γιαπιτζής=Οικοδόμος

Τσιφούτης=Τσιγκούνης,φιλάργυρος