Η ΧΑΛΒΑΔΕΝΙΑ – ΕΝΑ ΛΑΪΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Φθινόπωρο, ο καιρός άρχισε να κρυώνει (ακόμα και στην Κρήτη) τα παιδιά γύρισαν στα θρανία…οι γιαγιάδες ετοιμάζουν τα παραμύθια τους.

Η  ΧΑΛΒΑΔΕΝΙΑ

                                   αφιέρωση: φωτογράφο -γεωπόνο Κώστα Φλέγκα,

                                                       των χρωμάτων μιας ιδανικής χώρας

Το γουρούνι κάνει ούι

Και μου …μου κάνει το βούι

Κι η γατούλα νιάου, νιάου…

 Το σκυλάκι γάου, γάου..

 Κι η γιαγιά μας η καλή

Κρύβει τ´άσπρο της μαλλί

Στο κατάμαυρο τσεμπέρι

Βάζει στο λαγό πιπέρι

Είναι τόσο ζαρωμενη

Σαν σταφίδα ξέραμένη

Και στιφάδο θα ετοιμάσει

Κύστερα θα μας διαβάσει

Η γιαγια μας τι και πως

Πριν να κλείσουμε το φως

 

Δεν θ΄ αργήσει να μας πει

Παραμύθι πι και φι

Αχ γιαγιά μου πάρε με

Στο κρεβάτι βάλε με

Και το παραμύθι πες μου …

18944956_10211106177043577_1374094883_n

 

 

 

 

Mιαν φορά κι έναν καιρό …

Σ΄ένα πανέμορφο νησί σε πόλη τειχισμένη

ο Γιώργης κι η Μαρίκα ζούσαν αγαπημένοι

όμως τους τρώει ο καημός το μαύρο το σαράκι

επέρασαν τα χρόνια τους μα δεν έχουν παιδάκι

 

Τι κι αν ταξίματα ακριβά σ΄αγιους έκαναν τόσα

κι αν ξόδεψαν στις μάγισσες πολλά ως χίλια γρόσα

ποτέ δεν ήρθε πελαργός στο φτωχικό τους σπίτι

δεν κτύπησε το τζάμι τους ούτε μικρό σπουργίτι

Κλαίει συχνά και κρύβεται στην κάμαρη η Μαρίκα

τη βλέπει και μαραίνεται απ΄τη μεγάλη πρίκα

Η Χαλβαδένια
Η Χαλβαδένια

Το νου του στίβει ψάχνοντας και θέλει να μπορέσει

να βρει κάτι όμορφο πολύ καλό να της αρέσει

Κι επειδή ξέρει από γλυκά είναι για το νησί του

αυτός που φτιάχνει τον χαλβά με συνταγή δική του

 

Επήρε την απόφαση να πλάσει μια κοπέλα

με σιμιγδάλι ζάχαρη μυρωδικά κανέλα

Σαν άρχισε δεν άργησε σαν κούκλα να την κάνει

κορίτσι που στην ομορφιά κανένα δεν το φτάνει

 

Την έντυσε τη στόλισε σαν να ταν πριγκιπέσα

κι ύστερα τη γυναίκα του φώναξε να΄ρθει μέσα

-”Γυναίκα να την κόρη μας για να ΄ χεις συντροφιά σου

μπορεί να ναι αμίλητη μα πήρε την ομορφιά σου

έτσι ήσουνα στα νιάτα μας έλαμπες σαν αστέρι

με θάμπωνες – στον ουρανό νόμιζα μ΄έχεις φέρει

Έτσι ήταν ο παράδεισος με χρώματα και φώτα

κι εγώ μονάχα ήθελα να σε κοιτάζω πρώτα”

Σαν μάνα από χαρά πολλή σαν να τανε αλήθεια

η κόρη που λαχτάρησε, την έσφιξε στα στήθια

 

Την χτένισε την έβαλε απάνω στο χαγιάτι

και κέντημα της έδωσε σαν για να κάνει κάτι

έτσι φαινόταν η μικρή σκυμμένη να κεντάει

και πέρασε ο πρίγκιπας και τηνε χαιρετάει

UALORH-0096

Αδιάφορη καθότανε μα τ΄άρεσε περίσσα

πανέμορφη του φάνηκε πως τύμπανα κτυπήσα(ν)

γιατί η καρδιά του έγινε ταμπούρλο και θα σπάσει

τη Χαλβαδένια δεν μπορεί καθόλου να ξεχάσει

 

Και ζήτησε απ τον βασιλιά να πάει να τη ζητήσει

γιατί δεν κάνει δίχως της δεν ημπορεί να ζήσει

-”Καλά να το σκεφτείς γιατί δεν είναι στη σειρά μας”

ο κύρης του είπε πως – καλοί ναι για Κολήγοι στη δουλειά μας”

Ο πρίγκιπας επέμεινε δεν τρώγει και δεν κοιμάται

στην κάμαρα του κλείνεται κι όλο παραπονάται

 

Φοβήθηκεν ο Βασιλιάς για τον μοναχογιό του

τον υπουργό του έστειλε σαν αντιπρόσωπό του

Και πήγε και τη γύρεψε – για νύφη τη ζητούσε

Του πρίγκιπα που δίχως της να κάνει δεν μπορούσε

 

Σαν είπεν ο πατέρας της πως είναι χαλβαδένια

εγύρισε άπρακτος μ΄ αυτός δεν έχει άλλην έγνοια

Αυτήν ο νέος σκέφτεται κλεισμένος στον όντα του

Ζητάει να του τη φέρουνε τη θέλει εκεί κοντά του

Ότι κι αν λέει ο κύρης του ,στο βρόντο στον αγέρα

Και καϊναντίζει καίγεται τη νύχτα και τη μέρα…

Scan 11

Η μάνα του δεν άντεξε στο βασιλιά, προσπέφτει

-”Έλεος άρχοντα μου πια, κι αν λόγος δεν μου πέφτει

Ωστόσο και δικός μου γιος είναι και στην οργή σου

Να δώσεις τόπο – την ευχή μονάχα στο παιδί σου!

Ας παντρευτεί όποια αγαπά – κι από χαλβά φτιαγμένη

Ας είναι , κι ας το μάθουνε σ όλην την οικουμένη:

Η αγάπη που όλα τα μπορεί κι ´ολα τα υπομένει

Θα βρει το δρόμο να γεννούν κι αυτοί ευτυχισμένοι”

Ο βασιλιάς σε συλλογή εμπήκε και δεν βγαίνει

θ΄ αργήσει μα τη διαταγή την είχε πια βγαλμένη

-«Ας φέρουνε την κοπελιά γρήγορα στο παλάτι»

Και , πήγαν να την φέρουνε με πλουμισμένο το άτι

Που’ χε τα γκέμια ολόχρυσα την ασημένια σέλα

Και μεταξένια κεντητά να κάτσει η κοπέλα.

horse-3317004__340

Κι όταν στον δρόμο πέρασαν ποτάμι θυμωμένο

ΕΦοβήθηκαν τ άλογα και τ’ άτι ξιπασμένο

Στα πόδια του σηκώθηκε το ΄ριξε στο ποτάμι

το κοριτσάκι, βράχηκε κι έτρεμε σαν καλάμι …

 

Το στοιχειό του ποταμού μίλησε σιγά

σιγά χωρίς ν’ακουστεί καλά

 -«Στο νερό που θα βρεθείς τη ζωή σου θα τη βρεις

Και θα παίζεις θα γελάς Μα ποτέ δεν θα μιλάς

Μέχρι κάποιος να βρεθεί και «νιζεστέ» για να σου πει»

Τη βγάλανε την σκούπισαν κι αποχασκώσαν όλοι

Γιατί ΄ταν τώρα ζωντανή κι έδενε το φακιόλι

Γελούσε και περπάταγε κι έλαμπε σαν αστέρι

Και λαχταρούσε να βρεθεί στου πρίγκιπα τα μέρη …

 

Της έκαναν υποδοχή σαν να’ ταν πριγκιπέσα

Και γρήγορα χωρίς μιλιά ταιριάξανε κι εδέσα(ν)

Κι οι γάμοι- που δεν άργησαν -κράτησαν δέκα μέρες

Γλέντια πολλά τρικούβερτα στους κήπους και τις σέρες

Και γίνηκε πριγκίπισσα η νύφη η χαλβαδένια

Μα δεν μιλεί στον άντρα της κι έχει μεγάλη έ(γ)νοια

20180612_111328

Και στη αρχή σκεφτότανε, πως έχει τόσες χάρες

Που δεν εχρειαζότανε τα λόγια κι οι φανφάρες

Μα η σιωπή δεν σταματά κι αυτός δεν την αντέχει

Δεν ήτανε κουφή κι αυτό εξήγηση δεν έχει

Κι ότι κι αν είπε ο πρίγκιπας αυτή δεν αντιδράει

Και λέξη δεν της ξέφυγε όσο κι αν λαχταράει

Γιατί της δένει το στοιχειό τη γλώσσα και τη σκέψη

Δεν την αφήνει μια στιγμή μονάχα να σαλέψει

 

Και δεν εμπόρεσαν να βρουν το δρόμο το δικό τους

κι εκλάψαν για τη μοίρα τους και για το ριζικό τους

Και κάποτε τους χώρισαν κι ας αγαπιούνται τόσο

Κι ο βασιλιάς εσκέφτηκε -«αρχόντισσα θα δώσω

Στον κανακάρη μου γιατί δεν γίνεται κολήγοι

Να παίρνουν και να χαίρονται τα πλούτη που ´εχουν λίγοι!

Νοιώθει γαλαζοαίματος και δεν θα καταλάβει

Κόκκινο αίμα έχουνε κι οι πρίγκιπες κι οι σκλάβοι

Και βρήκε μιαν πριγκίπισσα από σόι μεγάλο

Για ν´ αρραβωνιαστεί κι ο γιος αφού δεν έχει κι άλλο

Για ναποκτήσει διάδοχο κι αυτός να μην τελειώσει

Η δυναστεία του να αντέξει να στεριώσει

Οι πρίγκιπας αδιάφορος δέχτηκε να την πάρει

δεν ήταν πολύ όμορφη μα είχεν κάποια χάρη

 

Κι όταν αρραβωνιάστηκαν ζηλεύει η πριγκιπέσα

φοβόταν πως ο άντρας της είχε στο νου του μέσα

Την πρώτη τη γυναίκα του που λέγαν Χαλβαδένια

Και πήρε όλες τις δούλες της τη ρόκα και τα χτένια

Και πήγανε στης κοπελιάς το σπίτι στα Μπεντένια

Της πόλης της ήταν κοντά, και ζήτησε να κάνουν

Γνεψίματα μα και φαντά κι όλα να τα προκάνουν

Για να φανεί πως είναι αυτή αρχοντογεννημένη

Κι η Χαλβαδένια αδέξια και ταλαιπωρημένη

 

Και φτάσανε στο φτωχικό της πόλης το σπιτάκι

Τις υποδέχτηκε σεμνά στο χαμηλό ονταδάκι

Τους πρόσφερε γλυκά πολλά σερμπετια μυρωδάτα

Κι αρχίσανε γνεψίματα σαν αδειάσαν τα πιάτα

Αμίλητες δουλεύανε κλωστές κι ήτανε κρίμα

Κάποια στιγμή της κόπηκε της Χαλβαδένιας νήμα

Αμέσως αν δεν κόλλαγε, η άλλη θα γελούσε…

 

Μένα σουγιά τη μύτη της έκοψε και κολλούσε

Πολύ εύκολα το νήμα της, η πρώτη του γυναίκα

Κι όλες την εθαύμαζανε άριστα είπαν δέκα…

 

… Μια μέρα η πριγκίπισσα στην κάμερα κλεισμένη

να ξεπεράσει επιθυμεί την χαλβαδοπλασμένη

κι επήρε ρόκα και μαλλιά και γνέθει με μανία

της είπανε με τη δουλειά θα χει την ευκαιρία

της είπαν να εξασκηθεί κι όλες να τις κερδίσει

και προσπαθεί με κάθε τι το νήμα ν’ αβγατίσει

μα η κλωστή της κόπηκε και για να την κολλήσει

την έκοψε τη μύτη της  κι αυτή  να συνεχίσει

όπως η Χαλβαδένια- μα δεν θα τα καταφέρει

η δούλα της της έφερε τη στάχτη γιατί ξέρει

το αίμα μα και την πληγή πως να το σταματήσει

κι αυτή απ την τρομάρα της σαν να; χει κιτρινίσει

Σαν την εμαντηλόδεσαν στο βασιλιά πηγαίνει

Να κάνει τα παράπονα η κουτσοαυτισμένη

-«Η Χαλβαδένια μου ΄φταιξε «λέει μα ποιος ακούει

Τη ζήλια της κατάλαβαν -το άσχημο της χούι

Και βέβαια δεν έγινε η κουτσομύτα νύφη

Ο βασιλιάς εθύμωσε και την ευχή του αρνήθη

 

Kι ο πρίγκιπας εζήτησε ξανά τη Χαλβαδένια

πάντα την είχε στο μυαλό πάντα την είχε έγνοια

Και την παρακαλεί θερμά με δάκρυα στα μάτια

Μια λέξη μόνο να του πει κι ας γίνει δυο κομμάτια

Μα τίποτα δεν έγινε καθόλου δεν μιλάει

Στο βρόντο πάει ότι κι αν πει σαν την παρακαλάει

Μα δίπλα της πολύ κοντά συχνά παρακατσεύει

Να δει τι κάνει πως περνά τι θέλει τι γυρεύει

Και κάποια μέρα έστειλε η κόρη για τη βρύση

Τη χύτρα μ΄ένα μπρίκι της νερό για να γεμίσει

 

Στο δρόμο μάλωσαν πολύ κι είπανε χίλια λόγια

Και στην κυρά τους γύριζαν – μαζί ήτανε και χώρια

Ζητούσαν να τους πει αυτή ποια το λάθος έχει κάνει;

-«Πως όμως που το στόμα της ποτέ μίλια δεν βγάνει;

» Το μπρίκι ρώτησε κι αυτή η χύτρα η παινεμένη

Που τις μπουγάδες ήξερε πολύ καλά να πλένει

Απάντησε»- πως μέρες πριν, έπλεναν στο ποτάμι

Και ένα στοιχειό της ζήτησε μια πλύση να του κάμει

Τα,λερωμένα ρούχα του σιχάθηκε να βάνει

Κι όταν καθάρια γίνανε και για να την τιμήσει

της δίνει “λόγια”- σαν κλειδί τα μάγια που θα λύσει

Σε ποταμών δεσίματα μα και τη Βασκανία ….

-«ας πάμε τώρα ας δώσουμε καιρό στην ευκαιρία » …

Την κοπελιά πλησίασαν μίλησε η χύτρα δυνατά:

-«Το δίκιο κρίνε το και το πια ναι λάθη πια σωστά:

Μα τον παππού σου Νιζεστέ

και την γιαγιά Δαντέλα

Τον κύρη σου τον Χαλβατζή

τη μάνα την Κανέλλα «

Ο πρίγκιπας σαν τ άκουσε κρύφτηκε στην κουρτίνα

Και μόλις έφυγαν αυτά  Τα’ πε ωραία , φίνα:

-«Μα τον παππού σου Νιζεστέ

και την γιαγιά Δαντέλα

Τον κύρη σου τον Χαλβατζή

τη μάνα την Κανέλα

Το στόμα σου άνοιξε και πες

μες θέλεις πια η δεν με θες;»

-Σε θέλω πρίγκιπα καλέ μου

δεν σε ξέχασα ποτέ μου

Με μάγια μ’ είχανε δεμένη μα για σένανε πλασμένη

Κι ο ένας στου άλλου την αγκάλη -Έχουνε χαρά μεγάλη

Τραγουδούσαν κάθε στίχο – Στης αγάπης τους τον ήχο

Κι ο Βασιλιάς πίκρα γλυκά όλα τα τρώγει τελικά

Πάντρεύτηκαν και γέννησαν πολλά παιδιά

σαν τη μανα τους γλυκά

Κι είπε η γιαγιά σιγά

και κοιμήθηκε μετά:

<Είναι η ζήλεια ένα φιδάκι κι έχει κοφτερά δοντάκια

στήνει ξόβεργα και κόβει το μυαλό μας κομματάκια>

 

 

Ο ΣΙΜΙΓΔΑΛΕΝΙΟΣ – ΛΑΪΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Ο ΣΙΜΙΓΔΑΛΕΝΙΟΣ

Αφιέρωση : Στην Κρήτη και τον Μιχάλη, του ρωμαντισμού και της πολιτικής

H γιαγιά μας η γριά

ξεματίζει τα κουκιά

Και στη χόβολη τα ψήνει

Κι ´ε έχουν σιδερένια γίνει

Μένα δόντι τα μασά

Κι όταν φάει τα μισά

Πίνει και κρασί γλυκό

Και θα φτάσει τα εκατό …

Και θ´ αρχίσει παραμύθι …

Ήτανε μια πριγκιπέσα όμορφη πολύ

μα δεν ήθελε κανέναν να την παντρευτεί

της εμύριζεν ο ένας κι άλλος της εβρώμαγε

όμορφος κανείς δεν ήταν της φαινότανε

τι κι αν έλαμπαν τα νέα πριγκιπόπουλα

δεν την νοιάζει που στενάζουν τα παλικαρόπουλα

δεν τσ΄αρέσουν έχει γούστο πολύ δύσκολο

κάποτε ζητά μια χάρη : “Μάνα σε παρακαλώ

φέρε μου τ΄ αμύγδαλα να ΄ναι μισό τσουβάλι

κι άλλο τόσο – πιο πολύ να ναι το σιμιγδάλι

Δέκα οκάδες ζάχαρι από την Μπραζιλία

κι άφησέ με μοναχή μέρες τριάντα μία…”

Scan 12

Και κλείστηκε στην κάμερα πήρε σφυρί να σπάσει

τ΄αμύγδαλα με ζάχαρη τη ζύμη να ετοιμάσει

πολύ εύκολα τον έπλασε καλόν και διωματάρη

που κάθε μια πριγκίπισσα θα΄θελε να τον πάρει …

Το γεγονός το μάθανε στη γη στην οικουμένη

σιμιγδαλένιον έφτιαξε και ζει ευτυχισμένη

Η δύσκολη πριγκίπισσα – γλυκός είναι σαν μέλι

τόσο κανείς δεν βρέθηκε στον κόσμο να τον θέλει

Κι εζούσανε χαρούμενοι μ αγάπη και ομόνοια

μα η μοίρα τους δεν έγραφε πως θα περάσουν χρόνια

Γιατί στην Άπω – Ανατολή πού άλλοι  την κυβερνούνε

Πριγκίπισσα κακόγνωμη που την πολυαγαπούνε

Γονέοι επιπόλαιοι που χατήρια δεν χαλούνε

Σαν άκουσε για τον γαμπρό ζηλεύει και μαραίνεται

20180612_111328

-”Αυτόνε θέλω γι άντρα μου,να πάτε να τον φέρετε!”

Κι ο Βασιλιάς ο κύρης της της πολύ στεναχωριέται

Κι όταν κιτρίνισε πολύ κι έγινε σαν λεμόνι

Κι απ την πολλήν αδυναμιά ο αγέρας τη σηκώνει

Η μάνα της γονάτισε στου βασιλιά τα πόδια -”

-«Έλεος άρχοντα μου και μην Φέρνεις τόσα εμπόδια

Καράβι να φορτώσουμε πλούσιο χρυσαφένιο

Να πάει σ΄ άλλα βασίλεια για τον σιμιγδαλένιο

Θα ναι γεμάτο θησαυρούς πολύτιμες πραμάτειες

Και θα πουλά πολύ φτηνά στους ξένους τους πελάτες

Θα ψάξει στην Ανατολή θα πάει και στη Δύση

και στο βοριά και τον Νότια για να τον συναντήσει

Και δεν μπορεί όσο μακριά κι αν είναι θα τον βρούμε

Θα πέσει στην παγίδα μας και θα λογαριαστούμε

… Στην πόλη όπου βρίσκεται σαν φτάσει το καράβι

όλοι θα τρέξουνε να δουν…ποιος θα πρωτοπρολάβει

Γιατί η φτήνια τον παρά τον τρώει και θα φάει

και τον Σιμιγδαλένιο μας γιατί κι αυτός θα πάει

Να πάρει δώρο στην κυρά κόσμημα διαμαντένιο

Και διάδημα ολόχρυσο και χτένι φιλντισένιο

Η κι άρωμα των λουλουδιών παραδεισένιας σέρας

Μια στάλα να μοσκοβολά η κλίνη τους κι ο αγέρας

ή φορεσιά μεταξωτή με πέρλες κεντημένη

Και ζώνη μ´ εκατό διαμάντια στολισμένη

Αν ο σιμιγδαλένιος ´ ρθει, κι ανέβει στο καράβι

Τις άγκυρες σηκώνουμε πριν να το καταλάβει

Και πριν να ξεκινήσουμε του δίνουμε Σουμάδα

Να΄χει και λίγο λάβδανο να κάνει μια βδομάδα

Για να συνέλθει μέχρι να – τον δει η πριγκιπέσα

για να του δώσει ένα ποτό που φίλτρο θα΄χει μέσα

μόλις το πιει θα την κοιτά σαν να΄ναι η Αφροδίτη

Θα παντρευτούν θα στήσουνε ευτυχισμένο σπίτι”

… Ντουχιούντισε ο βασιλιάς και φόρτωσε βαπόρι

Πολύτιμα εμπορεύματα, που δίνουν οι έμποροι

Κι όλον τον κόσμο γύρισαν και τέλος τον ευρήκαν

Μ´ άραξαν και περίμεναν, στην πόλη του σαν μπήκαν

Από τα καράβια του Σπύρου Βασιλείου
Από τα καράβια του Σπύρου Βασιλείου

Η πριγκιπέσα σαν πολλοί της είπανε να πάει

στο πλοίο της Ανατολής που πράγματα πουλάει

Ζήτησε απ τον άντρα να δει και να της πάρει

φόρεμα να΄χει κέντημα τον ήλιο το φεγγάρι

Κι ο “ζυμωμένος” σύζυγος αμέσως ξεκινάει

και στο καράβι ανέβηκε κι ενδύματα ζητάει

Τον είδαν κι όταν ζήτησε κέντημα με μετάξι

ο καπετάνιος πρόλαβε άγκυρες να πετάξει

 

και γρήγορα τον έφερε στην άλλη πριγκιπέσα

που τον επότισε νερό που΄ χεν αφιόνι μέσα

 

Κι αμέσως εξεχάστηκε δεν ξέρει δεν θυμάται

ποιος είναι και που βρίσκεται και τρώγει και κοιμάται

κι έτσι απ τη μια πριγκίπισσα ευρέθηκε στην άλλη

σύζυγος που τον έχουνε σ εκτίμηση μεγάλη

Σαν χάθηκεν ο πρίγκιπας που ήτανε πλασμένος

από την πρώτη σύντροφο ζαχαροζυμωμένος

Τον ψάξανε παντού χωρίς το ίχνος του να βρούνε

κι ο Βασιλιάς εζήτησε τελάληδες να βγούνε

πως δίνει χίλια τάληρα κι ολόχρυσά να πούνε

σ΄όσους τον εσυνάντησαν ή έτυχε τον δούνε

Κλαίει ο κι οδύρεται η μικρή δεν τρώγει και δεν πίνει

ούτε το γάλα του πουλιού που φέρνουνε για κείνη

-”Όφου και κακοντόπαθα και πως θα νταγιαντίσω

μου κλέψανε τον άντρα μου πως θα τον πάρω πίσω”

Όλη η χαρά μου είναι αυτός όσο καιρό κι αν ζήσω

παντού θα ψάξω να τον βρω τον κόσμο θα γυρίσω”

Κι όταν επέρασ ΄ ο καιρός χωρίς να μάθει κάτι

επήρε δρόμο και στρατί στρατί και μονοπάτι

Ρωτούσε μα δεν ήξεραν σε ξέφωτο σαν μπήκε

τη ρώτησε κάποια γρια καλόγνωμη που βρήκε

 

Κεραδοπούλα και Βάβω...

-«Ποιος δρόμος εδώ σ´ έβγαλε στα πέρατα του κόσμου;»

-«Ψάχνω τον άντρα μου γιατί χάθηκε από μπρος μου

Τον κλέψανε ζηλέψανε που ήταν σύντροφός μου!

Κι αφού άνθρωπος κανείς στη γη δεν είδε δεν τον ξέρει

Τον ´Ηλιο αν βρω όπου γυρνά παντού σ ´ όλα τα μέρη

Θα τον ρωτήσω αν είδε πουθενά και το δικό μου ταίρι»

-«Κόρη μου μην ανησυχείς θα ΄χεις καλό χαμπέρι

Ο Ήλιος είναι γιόκας μου, και θα ρθει σαν νυχτώσει

Για να δειπνήσει κι ύστερα στο δώμα να ξαπλώσει

Αμέσως μην πεις τίποτε πριν φάγει να χορτάσει

γιατί θυμώνει κι εύκολα σαν είναι πεινασμένος…”

 

Ήλιος, του Δ.Διαμαντόπουλου για την ¨Αλκηστη"του Κουν 1934

Περίμενε η κοπελιά σαν ήταν ξαπλωσμένος

μπροστά του πήγε θαρρετά “ Ω πολυχρονεμένε

Ήλιε μου λαμπροστόλιστε και λαμπρογεμισμένε

Που στα πολύ ψηλά πετάς κι όλα τα βλέπεις κάτω

Μήπως είδες τον άντρα μου άσπρο και ντελικάτο

Που ναι καλός που ναι γλυκός σαν το ψωμί τ΄ αφράτο;»

-«πως να τον δω που εκεί ψηλά τρέχω, δεν προλαβαίνω

Κι ιδρώνω και κουράζομαι τον κόσμο να ζεσταίνω

 

Στην αδερφή μου πήγαινε τη νύχτα που γυρίζει

Αυτή χαζεύει και κοιτά τον κόσμο όταν φωτίζει »

Της έδωσε ένα αμύγδαλο αφράτο είναι αθάλι

Το πήρε κλαίγοντας πολύ στους δρόμους τρέχει πάλι

Και όταν ξανά κουράστηκε σταμάτησε στη βρύση

Που μια καλή νοικοκυρά τη στάμνα θα γεμίσει

-«Που πας κορίτσι μου καλό κάτσε να ξαποστάσεις »

Της είπε και τσ΄ απάντησε πως ψάχνει το φεγγάρι

μήπως γνωρίζει που θα βρει τον άντρα που έχει πάρει.

“Η μάνα του είμαι ( είπε) και νερό παίρνει να το δροσίσει

Θα φτάσει μόλις η αυγή τα ρόδα ξεφυλλίσει”

Την πήρε για να φτιάξουνε το πρωινό στο αστέρι

Που κάθε νύχτα φώτιζε όλα της γης τα μέρη

Σαν ήρθε κρύφτηκε η μικρή περίμενε να φάει

Και ρώτησε τον άντρα της αν είδε όπου γυρνάει .

 

Άρχοντας καλοντυμένος...

-«Τη νύχτα τρέχω και ποτέ δεν στέκομαι μιαν ώρα

Πως να προσέξω πως να δω ; Στ΄ αστέρια τρέχα τώρα

Αυτά είναι τόσα πολλά που θα τον είδε κι ένα»

Της έδωσε δυο τζίτζιφα λιγάκι ξεραμένα

Στους δρόμους πάλι με λυγμούς και κοπετό κινάει

Και σε ποτάμι μακρινό δεν άργησε να πάει

Μια γριά μπουγάδα έστηνε σκουφάκια έπλενε χίλια

Την ρώτησε : -”που πας μικρή με σουφρωμένα χείλια ;”

-”Τ΄ αστέρια ψάχνω μήπως βρω γιαγιά, κανείς τα ξέρει;

-«Η μάνα τους είμαι κι εδώ θα΄ρθει το κάθε αστέρι

τους πλένω τα σκουφάκια τους, γιατί σαν κοιμηθούνε

Δεν Θέλουνε να΄ χουνε φως τη λάμψη δεν μπορούνε…»

-«Και τι τα θες τ´αστέρια μου μόνο το φως τους ´εχουν »

-«Μην είδανε τον άντρα μου ,από ψηλά που τρέχουν»

Της είπε το κορίτσι και περίμενε να φτάσουν

Κι όταν εφάγανε καλά…κι έπρεπε να χορτάσουν

Εβγήκε κι είπε : -«σας ζήτω συμπάθεια και συγνώμη

Για να ρωτήσω αν είδατε τον άντρα μου κι ακόμη

Πως είναι και που τριγυρνά τι πολεμά τι κάνει

πως να τον βρω; σ΄ αυτόν ποιος δρόμος θα με βγάνει; …

Ο Αυγερινός εθύμωσε λιγάκι και της λέει

-”κορίτσι μου κει πάνω δουλεύουμε φωτίζουμε

– το χρόνο μου δεν χάνω χαζεύοντας

– και πρόσθεσε κι η Πούλια η κουρασμένη

-«ποτέ μας δεν καθόμαστε και χρόνος δεν μας μένει

δεν ξέρουμε ανάπαυση καθημερνή και σκόλη

τον ουρανό φωτίζουμε με τη σειρά μας όλοι

Μα ένα αστεράκι τόσο δα -” τον είδα λίγο” λέει

κι απ την πολλή συγκίνηση άρχισε η μικρή να κλαίει…

Το σπίτι της Τύχης ήταν σαν παλάτι

-”Σε πύργο πολύ μακρινό και με μαρμαρένια σκάλα

-τον έχουν και του δίνουνε και του πουλιού το γάλα !”

και τ αστεράκι τσ΄ έδειξε το δρόμο που θα πάρει

αν δεν σ΄αναγνωρίσει να ένα σπυρί σιτάρι

κοπάνισε το κι ύστερα βάλε το στον καφέ του

αμέσως θα σε θυμηθεί, αν σε ξέχασε ποτέ του

Αν δεν μπορεί τ αμύγδαλο μα και το τζιτζιφάκι

να βοηθήσουνε πολύ κι ο σπόρος το σταράκι

Να πάρε κι ένα κάστανο – για να το καθαρίσεις

σαν βγάλεις τ΄αγκαθάκια του στο τζάκι να το ψήσεις

Αν τον ποτίσαν μαγικά ναρκωτικά – ματζούνια

μόλις το δοκιμάσει αυτός ξυπνά, σαν το μωρό στην κούνια

που πείνασε κι αναζητά το γάλα της μαμάς του

και θα βρεθείς στη ζεστασιά μέσα της αγκαλιάς του

Και πάλι στο δρόμο στο στρατί στρατί

και μονοπάτι και μέρα νύχτα περπατεί χωρίς να κλείσει μάτι

… και φτάνει στο πυργόσπιτο – με τη ψηλή τη σκάλα

και βρήκε και κατάλειμα ν΄αναπαυτεί μια στάλα

πρωί πρωί που ξύπνησε τ΄ αμύγδαλο της σπάει

κι αμέσως έλαμψε σταμνί χρυσό στη βρύση πάει

μα ήταν μαγικό σταμνί και το νερό παγώνει

κι ο όποιος περνούσε του δινε χωρίς να την πληρώνει

Το μάθαν όλοι κι ο καθείς -θαύμαζε κι απορούσε

κι η πριγκιπέσα έστειλε μια δούλα και ρωτούσε

Ποσό πουλάει το σταμνί, της δίνουν τόσα κι άλλα

Όσα ζητήσει δηλαδή, ποσά πολύ μεγάλα..

-Δεν σας το δίνω για φλουριά, μα τον σιμιγδαλένιο

Για μια βραδιά και πάρτε το κι ας είναι χρυσαφένιο…

Τους είπε και το σκέφτηκαν πολύ και τονε δώσαν

Αφού τον πότισαν της λησμονιάς ποτό και τον ξάπλωσαν…

… Ότι κι αν έκανε η μικρή δεν ξέρει δεν μιλάει

Κι ας μάλλιασεν η γλώσσα της να τον παρακαλάει

Τον πήραν πίσω ξύπνησε, σαν να χε πιεί λιγάκι …

Κι η κοπελιά τα τζίτζιφα τα επέταξε στο τζάκι

Κι απ τη φουνάρα μια στιγμή έβγήκεν <αργαστήρι>(1)

Τους στύλους έχει όλο χρυσούς περβάζια από μπακίρι

Το χτένι από φίλντισι και δυο αντιά ξυλένια

σαΐτα με πετράδια και Ποδάρια μεταξένια …

Το ´δανε κι απομείνανε το΄παν στην πριγκιπέσα Και τό θελε

Της έφεραν τον άντρα της- πάλι ήταν ποτισμένος

με φίλτρο λησμονιάς γλυκό – καθόλου δεν τον νοιάζει

κι ας κι ας κλαίει κι ας οδύρεται κι ας βαριαναστενάζει

 

Τον πήραν πίσω κι ύστερα έριξε το κορίτσι

στην παραστιά το κάστανο – και πριν το καλοψήσει

έναν φούρνο ολόχρυσο μπροστά της είχαν στήσει

κι ήταν γεμάτος με ψητά με μπαχάρια και πιπέρι

κι οι μυρωδιές τους έφταναν – στου παλατιού τα μέρη

Μόλις το καταλάβανε τους τρέξανε τα σάλια –

και τα πηρούνια ψάξανε και τα χρυσά κουτάλια

και πήγαν δούλοι- παραγιοί από την πριγκιπέσα

-που θέλει οπωσδήποτε ότι έχει ο φούρνος μέσα

και πάλι ζήτησε η μικρή τον άντρα της το βράδυ

τρίτη φορά λαχτάρησε ένα δικό του χάδι

Τον πήγαν πάλι σηκωτό και δεν καταλαβαίνει

-μα έλειωσε κι ένα σπυρί σταριού- και τον καφέ πηγαίνει

και με την πρώτη τη γουλιά κι εξύπνησε την βλέπει-

αμέσως τη θυμήθηκε στην αγκαλιά της πέφτει…

Την κοίταξε στα μάτια

και η καρδιά του ράγισε κι έγινε δυο κομμάτια

αγκαλιαστήκαν κι έτρεχαν τα μάτια τους ποτάμια

-”Ξύπνα καλέ μου μίλα μου άκουσε τη καρδιά μου…

σ’ έπλασα με τα χέρια μου και με τα όνειρα . μου..

Ολόσγουρε βασιλικέ θα σε βαγιοκλαδίζω

Θα στρώνω κλίνη ολόχρυση για να σε νανουρίζω…

ότι θελήσεις θα στο βρω ότι ζητάς θα γίνει

η αγάπη όλα τα Μπορεί- όλα ή καρδιά τα δίνει!” …

 

18944956_10211106177043577_1374094883_n

Ό νέος σαν να ξύπνησε,από τον λήθαργόν του

-” Στ΄όνειρο σου είμαι γλυκιά μου…

δες πως λάμπω απ΄ τη χαρά μου

με ΄πλασες μα ποιος να ξέρει

αν εζούσα σ΄άλλα μέρη

στων παραμυθιών τους τόπους

με παράξενα τελώνια

που είχαν σουβλερά σαγώνια …

 

Είμαι δίπλα και κοντά σου στων ονείρων μας τη χώρα

με τσ’ αγάπης μας τα δώρα

 

Κι η άλλη η πριγκίπισσα ; – άργησε μα θα μάθει

“ο ψεύτης κι ο κλέφτης

– τον πρώτο χρόνο χαίρονται”

γιατί αγαπά ο Θεός τον κλέφτη μα πιο πολύ τον νοικοκύρη

και κει που έστρωσε ο καθένας μας  θα γείρει…

Μα δεν ήμουνα εκεί,

κι η γριά τρώει κουκί

Και με δόντι σιδερένιο,

το Τσουκάλι μαντεμένιο …

κι είπε το το παραμύθι

κι έγειρε κι απεκοιμήθη

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

  1. Αργαλιός (για ύφανση )

Διωματάρης=εμφανισιμος , όμορφος (από την αρχαία ιδίωμα)

 

Αγ.Νικόλαος  καλοκαίρι  2017

 

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ: Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΤΖΙΝΙ ΜΑΝΤΣΙΝΙ

Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΤΖΙΝΙ ΜΑΝΤΣΙΝΙ

Ενθύμηση της συντροφιάς μιας άλλης εποχής : της Ελένης και της Κάτιας Στεφανάκη (Σύρρου) Της Πόπης Καμάρη & της Μιμίκας Καραχάλιου της Ελένης Βενιεράτου

Scan

Περνούν τα χρόνια κι έρχονται κι άλλα, δε σταματάνε

Του κύκλου τα γυρίσματα πάνω και κάτω πάνε

Τυλίγουν, δένουνε κλωστές σε καλαμένι’ανέμη

Δώσε της κλώτσο ν’αρχινά σα να φυσούν ανέμοι…

Μια βάβω εκατόχρονη ζούσε σε ένα καλύβι με ψωμί χωρίς αλάτι

πέρασαν οι μήνες έτρωγε βλαστούς και ρίζες –

κι είχε πάντα πείνες

κάποια μέρα μια γυναίκα έφερε φάβα χρυσωμένη

για να στήσει το τσοουκάλι και να φάει η καημένη

 

έβρασε τη φάβα βρήκε και τ΄ αλάτι

λαχταρούσε μήνες να βρεθεί χορτάτη

σκέφτηκε να βρει ένα μέρος που να της ταιριάζει

χρυσαφένια η φάβα θησαυρός της μοιάζει πήρε το τσικάλι

(πήλινο)και σε κήπο πάει στη σκιά να κάτσει να την καλοφάει

δυο κορίτσια παίζανε και πάει ένα πετραδάκι το τσουκάλι σπάει !

θύμωσε η βάβω έγινε θηρίο είδε

μια μικρούλα από αυτές τις δύο Είπε:

– “ Την κατάρα μου τάχ(ι) μου να σέρνεις

Εφτά χρόνια κι εφτά μήνες να τον περιμένεις

 

Τζίνι τονε λεν Μαντσίνι, τον που θ’αγαπήσεις

Αυτό που παθα θα πάθεις, άλλον μη ζητήσεις

(κλαίει και οδύρεται)
Ούτε μια μπουκιά στο στόμα,

χάθηκεν η φάβα
Πολλούς μήνες καρτερούσα

..
(προς τον εαυτό της)…. Πείνα τώρα τράβα.

Η μικρή ζητά συγνώμη για να μαλακώσει

μα η γιαγιά με τίποτα δε θα ξεθυμώσει :

-” Την κατάρα μου βρωμιάρα τάχ(ι) μου να σέρνεις

Εφτά χρόνια κι εφτά μήνες να τον περιμένεις…

(παίρνει ανάσα)

Τζίνι τονε λεν Μαντσίνι, τον που θ’αγαπήσεις

Αυτό που παθα θα πάθεις, άλλον μη ζητήσεις

Άσπρο χιόνι στη θωριά του και κατάμαυρα μαλλιά

Κι οι καμάρες των φρυδιών του, από κόρακα φτερά.
 

Κόκκινα τα μάγουλά του, αίμα στάζουνε λαγού

Και τα μάτια και τα χείλια παίρνουνε καρδιά και νού.”

Κεραδοπούλα και Βάβω...
Κεραδοπούλα και Βάβω…

Είπε η βάβω και θα εξαφανιστεί

λες κι άνοιξε η γη να την καταπιεί

Κι όσο και να ΄ψαξε η μικρή που λεν Μικρή Κυρία

δεν βρήκε τον Μαντσίνι της ας ψάχνει με μανία

Κι ούτε μπουκιά στο στόμα της δε βάζει κι ούτε πίνει

Το γάλα που κάθε πρωϊ ‘τοιμάζουμε για κείνη.

Ο πατέρας της έφερε το μαγικο ανήλιαγο πουλό
Ο πατέρας της έφερεκαι λόουναπ τη Δύση

Κάποιοι ντοτόροι ξακουστοί, προτείναν στον πατέρα

Να φέρει παιγνιδάτορες να παίζουν κάθε μέρα

Μα τίποτε δεν έγινε κι ας ήτανε μαστόροι

Και τα’άψυχα ζωντάνευαν μ’αδιαφορούσε η κόρη.

Βαρύ μαράζι και χτικιό την έχουνε χτυπήσει

Δε γέλασε κι ας ήρθανε και κλόουν απ’τη Δύση.

Κι όταν ο Μόλας έστησε μπερντέ του Μαυρομάτη

(του Καραγκιόζη δηλαδή) δε γέλασε κομμάτι.

Ο αφέντης που γυρνά παντού και ψάχνει και ρωτάει

Ποιος ημπορεί την κοπελιά να κάνει να γελάει.

Του κάκου τρέχει και σκορπά τα πλούτη του τα τόσα΄

Όταν κανείς χάσει το νου δεν ωφελούν τα γρόσα.

Βαρύ μαράζι και χτικιό την έχουνε χτυπήσει

Δε γέλασε κι ας ήρθανε και κλόουν απ’τη Δύση.

Ο κύρης της γυρνά παντού και ψάχνει και ρωτάει

Ποιος ημπορεί την κοπελιά να κάνει να γελάει.

Του κάκου τρέχει και σκορπά τα πλούτη του τα τόσα

Όταν κανείς χάσει το νου δεν ωφελούν τα γρόσα.

Της έφερε το μαγικό πουλί απ’το Πλατύ σοκάκι

Είναι το πιο παράξενο πουλί μέσα στη φύση

Αν δει πως παίζει και γελά, ο πόνος θα την αφήσει

Αρχίζει το μαγικό,πουλί: Κόκκινη κλωστή δεμένη

στην ανέμη τυλιγμένη

Δος της κλώτσο να κινήσε

ι παραμύθι ν’ αρχινίσει

Μα το κορίτσι δεν αντιδρά…

 

Ας της χορέψω, τέλειωσα τα λόγια, δεν μπορούνε

Ότι έχω μέσα στην καρδιά να δείξουνε να πούνε…

(Το πουλί χορεύει, μέχρι που εξαντλείται,  δεν θ’ αργήσει
να πέσει αναίσθητο στα πόδια της μικρής. Σαν να ξυπνά από λήθαργο το κορίτσι , νομίζει ότι πέθανε)

Το πουλί κι η Κεραδοπούλα ταξιδεύουν
Το πουλί κι η Κεραδοπούλα ταξιδεύουν

:
-” Κακόμοιρο δεν έφταιξες, σε πήρα στο λαιμό μου…

(Συνέρχεται στην αγκαλιά της κοπέλας)

Μίλα μικρή μου, μίλα μου, ποιος πήρε τη φωνή σου

Τι σου’σβησε το γέλιο σου την καλή διάθεσή σου;

Η Κεροδοπούλα απαντά:
-”Πολύ μικρή τα βάσανα τσ’αγάπης μ’εγεμίσαν

Κι είναι το ποιο παράξενο, πως δεν τονε γνωρίσαν

Ακόμα τα ματάκια μου, αυτόν που με τρελαίνει

Στο νου μου τον ζωγράφισαν με χρώμα που δε βγαίνει.

Μια γριά τον έβαλε βαθειά, μες της καρδιάς το φύλλο

Τζίνι Μαντσίνι τονε λεν, κανείς δεν τονε φτάνει

στη χάρη και την ομορφιά, αρχοντογεννημένος

μα σ’άγνωστο και μακρινό παλάτι ξορισμένος.

Χίλιους ανθρώπους ρώτησα, στην αγορά, στην πιάτσα

Κανένας τους δεν ήξερε τη χώρα και τη ράτσα

Ή τη φυλή και λαό που ζει και διαφεντεύει

Λες και δε βρίσκεται στη γη, στα νέφη βασιλεύει.

UALORH-0096
Τζίνι Μαντσίνι τονε λέν, στη Μάντζα βασιλεύει…

Το πουλί καλά τον ξέρει: -”Τον Τζίνι σου ξέρω καλά, που βρίσκεται, τι κάνει

Στο ξακουστό παλάτι του, το δρόμο που σε βγάνει.

Είναι μακρύς και δύσβατος ο δρόμος μας καλή μου

Από στεριές και θάλασσες κι εκτάσεις της ερήμου.

Στα βάθη της Ανατολής, τις διαταγές του δίνει

Κι όταν το Μέγα Σινικό περάσουμε μπεντένι

Απ’το παλάτι θα φανεί καπνός ψηλά να βγαίνει.

Γιατί τα’αρέσει να γλεντά να τρώγει και να πίνει

Με φίλους που’χει μπιστικούς ο βασιλιάς Μαντσίνι

 

Scan 3
Σταμάτησαν στο μπαλκόνι (βεράντα)

 

Κι έφτασαν πριν μπει στην τραπεζαρία κι η Μικρή Κυρία συλλογίζεται:

-“Μα τρέμω και κτυπά η καρδιά, τ’άγνωστο με φοβίζει

αν είναι τ’ονειρεύτηκα ποιος ξέρει ποιος γνωρίζει;

Το μέρος σαν φανταστικό τα δέντρα το παλάτι

Σαν να’ναι των παραμυθιών της Νένας μου κομμάτι

(μπαίνει στην τραπεζαρία, δεν είναι κανείς,
κοιτάζει έκπληκτη τον πλούτο και την πολυτέλεια)

Σαν αίθουσα για φαγητό και σαν σαλόνι μοιάζει

χαλια μεταξωτά παντού τραπέζια με τοπάζι

Τι να’χει τούτο το πιατί, χορταρικό ή ψάρι;

Ας φάγω τώρα μια μπουκιά
(δοκιμάζει)
τι νοστιμιά και χάρη.

(συλλογίζεται, αναρωτιέται)

δεν προλαβαίνω ακόμα
να δω εκείνον που ποθώ, ειν’η ψυχή στο στόμα

(Γυρίζει στο παράθυρο που την περιμένει το πουλί)

Ας φύγουμε κι αύριο είναι μέρα,

είπε η Κεραδοπούλα 
Το πουλί εξήγησε, πως δεν μπορει να ζήσει τη μέρα:

_”Το φως όμως η φύση μου το ξέρεις δεν αντέχει

Το σπίτι του πατέρα σου πάρα πολύ απέχει.

Θα βρούμε λίγο πιο κοντά απ’τη δική μας χώρα

Ένα σπηλιάρι σκοτεινό να κοιμηθούμε τώρα.

Γνωρίζω μια βαθιά σπηλιά…βράδυ ξαναγυρνάμε

Η Μικρή Κυρία ξαναμπαίνει την επομένη νύχτα:

-”Γνωστό το μέρος φαίνεται, δεν έχει λάμψη τόση

Ο πλούτος που με θάμπωσε σα να’χει πια θαμπώσει

(δοκιμάζει τα φαγητά)
(δοκιμάζει τα πιοτά)

Πως τρέμουν τα πόδια μου και λαχταρά η ψυχή μου

Αν είναι τώρα και φανεί θα σβήσει την πνοή μου

(Φεύγει τρεχάτη, επιστρέφει στο πουλί)

Το πουλί, την παίρνει και φεύγουνε πάλι.

-”Υπομονή μικρούλα μου, ας πάμε στη σπηλιά μας

Κι αύριο ξαναρχόμαστε, είν’ο καιρός μπροστά μας”

(Φεύγουν όπως την προηγούμενη φορά για την σπηλιά,ξαναγυρίζουν το άλλο βράδυ) Μισάνοιχτη μου φαίνεται η πόρτα, που να βγαίνει;

Στο χωλ ή σε δωμάτιο ή στο λουτρό πηγαίνει;

(Πλησιάζει ρίχνει μια ματιά)

… (πλησιάζει το κρεβάτι,, ο Τζίνι είναι ξαπλωμένος και φαίνεται να κοιμάται)

-”Χιόνι βλέπω στη θωριά του και κατάμαυρα μαλλιά

Τα καμαρωτά τα φρύδια, από κόρακα φτερά

Κόκκινα τα μάγουλά του, αίμα στάζουνε λαγού

Κι αν ανοίξουνε τα μάτια, θα μου πάρουνε το νου”

-”Είμαι ο Μαντσινι ζωντανός, κορίτσι μη φοβάσαι.

Μα πως ξεφύτρωσες εδώ; Από ποιόν τόπο να’σαι;”

-”Από μακριά έρχομαι πολύ” μιλάει η μικρή Κυρία

και λέει στον Μαντσίνι της όλη την ιστορία

-”Άργησα και περιμένει το πουλί που μ’έχει φέρει

Με καλεί…θα υποφέρει…

εξημέρωσε…πεθαίνει

της Δίνει το δαχτυλίδι του, -”πάντα να με θυμάσαι”

Τρέχει γρήγορα στο παράθυρο:

-”Φοβάμαι πως ξεχάστηκα, το φως θα το σκοτώσει

Θε μου τον Ήλιο κράτησε, πριν βγει να ξημερώσει”

(φεύγουν γρήγορα).

Φτάνουν στη σπηλιά, το πουλί είναι τελείως εξαντλημένο.

Μην κλαίς και μην οδύρεσαι, γραμμένο το’χε η μοίρα

Στο τέλος πήγαμε καλά κι απ’τη χαρά σου πήρα

Λέει το πουλί : -”παράτησε τα κλάματα και σκέψου τι θα γίνει

(τελείως εξαντλημένο, μιλά αργά)

Μπροστά σου δες ανοίγονται, ο δρόμος του καλού σου

Και το στρατί που σαν διαβείς, θα φτάσεις στου κυρού σου.

Η κοπέλα αποφασίζει να τον βρει.

-Πέρασαν εφτά χρόνια, φτάνει στην Μάντσα ρωτάει: 
-”Πως τηνε λεν την πόλη σας και ποιος τη διαφευτεύει ;

” 
Της λένε : -”Μάντσα την καλούν κι ο Τζίνι βασιλεύει”

Τον Τζίνι δεν μπορείς ποτέ να δεις, να σου μιλήσει

κλεισμένος είναι μοναχά η μάνα του τον βλέπει

Ρωτάει : -”τι τον έπιασε ; γιατί ποτέ δεν βγαίνει ;”

πολλοί λεν πως τον βάσκαναν νεράϊδες στο ποτάμι

χίλιες γητειές του κάμανε, δεν μπόρεσε να γιάνει

Η Κεραδοπούλα βρίσκει τη βασίλισσα

-”Στη δούλεψή σας πάρτε με ξέρω πολλά να κάνω”

Της λέει η βασίλισσα -”κουλούρια με το μέλι

ζυμώσετε και ψήσετε μήπως ο γιος μου θέλει”

Σε κουλουράκι βάζει η μικρή το δακτυλίδι

σκέφτεται , μακάρι να το ίδει

(
Η Μάνα παίρνει το δίσκο με τα κουλουράκια και προχωρεί στα διαμερίσματα του γιου της 
Αφού δάγκωσε το τσουρέκι,κοντεύει να σπάσει τα δόντια του:)

-”Να πάρει η οργή τι γίνεται ;
Βρίσκει το δακτυλίδι και φωνάζει:

-”ποιός τα΄φτιαξε ρωτάω ;”

Μην μου θυμώνεις λέει η μάνα του, ημέρωσε και φάτα

ένα κορίτσι τα΄πλασε τόσο γλυκά κι αφράτα!

Από μακριά μας έφτασε δεν ξέρει εδώ κανένα

Να μου την στέλνεις λέει αυτός ,να τη ρωτήσω κάτι ;

-”Ανέλπιστη παράξενη στάθηκε τούτη η μέρα

από τον πάτο του γιαλού, εβγήκα στον αγέρα!

ξέρω πως επέρασες λέει το κορίτσι μα πως να σου μηνύσω

και πως να βρω το δρόμο μου κοντά σου να γυρίσω ;

Ας πούμε δοξα σοι ο Θεός…

αλλά μην συνεχίζουμε

κι οι δυο περάσαμε πολλά,άλλη φορά τ΄ αρχίζουμε

-”Ας έρθουνε λέει ο βασιλιάς, σάλπιγγες και τρομπόνια

κι οι δυνατοί ντελάληδες, με τα πλατιά πλεμόνια

ναδιαλαλήσουνε παντού, σ΄Ανατολή και Δύση

πως βρέθηκε το ταίρι μου κι ο γάμος μας θ΄αρχίσει

”
 
Λιγνο καλάμι μην κρατείς λευκό κερί μην λύσεις

το παραμύθι που άκουσες να μην το λησμονήσεις

Καλή νύχτα σας λοιπόν αφήστε τους αυτούς καλά περνάνε

κι εμείς πολύ καλύτερα 
στο σπιτι σαν γυρνάμε

ΤΟ ΦΙΔΟΔΕΝΤΡΟ – ΠΑΡΑΜΥΘΙ

ΤΟ ΦΙΔΟΔΕΝΤΡΟ

                        Αφιέρωση: Στον Μ.Κιουρτζογλου

Δος του κλώτσο να γυρίσει

Παραμύθι ν αρχινίσει

Κι ας τυλίγει το μαλλί

Κι ας κουνεί την κεφαλή

Είν´ η βάβω σαν σταφίδα

Μα το μάτι της γαρίδα

Κι η φωνή της λει και δένει

Κι εύκαιρη δεν απομένει

Στο πιο μικρό φτωχό χωριό

Στην άκρα και στη γύρα

Εζούσε κάποιος γιαπιτζής

Χωρίς στον ήλιο μοίρα

Το φιδάκι χορεύει, παιδικό σχέδιο
Το φιδάκι χορεύει, παιδικό σχέδιο

Καθημερινώς με τον κασμά

Τις πέτρες και την άμμο

Και μοναχά την Κυριακή

Καθόταν λίγο χάμω

 

Και τ΄ όργανό του κούρντιζε

Κι έπαιζε τραγουδούσε

Με τους γλυκούς του τους σκοπούς

Τα βάσανα ξεχνούσε

 

μια σκόλη καθώς κάθονταν

Και τις χορδές χτυπούσε

´Ενα φιδάκι πρόβαλε

Στην άκρη και κοιτούσε

 

Φοβήθηκεν ο γιαπιτζής

Μην είχε και φαρμάκι

Σταμάτησε και πρόσεξε

Κουνιόταν το φιδάκι

 

Λυγιότανε και χόρευε

Σαν ευχαριστημένο

Κατάλαβε πως ήτανε

Ήμερο το καημένο

 

Και κάθε Κυριακή πρωί

Κάθε γιορτή και σκόλη

Που τ΄ όργανο του το’παιζε

Ευχαριστιόταν όλοι

 

Μα πιο πολύ χαιρότανε

Του κήπου το φιδάκι

Που σηκωνόταν όρθιο

Και χόρευε συρτάκι

 

Και μόλις τέλειωνε ο χορός

Το ούτι σταματούσε

Πουγκί μ´ ολόχρυσα φλουριά

Στα πόδια του ακουμπούσε

 

Και τρελαινόταν ο φτωχός

Δεν πίστευε μπροστά του

Τι βλέπανε τα μάτια του

Σαν τα ταν όνειρά του

 

Φοβόταν πως θα ξύπναγε

Τα πλούτη θα χανόταν

Κι φτώχεια κι η κακομοιριά

Πάλι θα ξαναρχόταν

 

Σαν έφτανε στο σπίτι του

Τα δίνε στην κερά του

Και τρώγανε βασιλικά

Και πίναν στην υγειά του

Χειμώνα καλοκαίρι

Στον κήπο του περίμενε

Φλουριά για να του φέρει

Μα τους εκουσκουσσεύανε

Ζηλεύαν οι γειτόνοι

Που τ άντερο του γιαπιτζή

Αρχίζει να λαδώνει

Κάποτε σταμάτησε

Χάθηκε το φιδάκι

στεναχώρια πλάκωσε

Το φτωχό σπιτάκι

 

Κι άρχισαν να ψάχνουνε

Βρήκαν τη φωλιά του

Μα το φίδι ήταν νεκρό

Στη βαθειά σπηλιά του

 

Κλάψανε το θάψανε

Σαν να ταν δικός τους

Συγγενής πολύ στενός

Φίλος κι αδερφός τους

Τακτικά πηγαίνανε

Στο μικρό κιβούρι

Κι έπαιζε ο γιαπιτζής

Ούτι και σαντούρι

Κι ένα δέντρο φύτρωνε

Απ´ τον τάφο μέσα

Πότιζε και φρόντιζε

Τα φύλλα του τ´αρέσα(ν)

 

Τελείως ήταν άγνωστο

Γιαυτό κι ονόμασε το

ΦΙΔΟΔΕΝΤΡΟ

– κι ολημερίς εβαγιοκλάδιζέ το

 

···

Οι γείτονες το βλέπανε

Και παραξενευόταν

Ρωτούσαν μα δεν ήξερε

Κανένας πως λεγόταν

 

Ο γιαπιτζής πονήρεψε

Στοιχήματα ζητούσε

Να βάλουν θα΄δινε διπλά

Αν κάποιος απαντούσε

 

Κι ήρθαν πολλοί και βάλανε

Δεκάδες χρυσά γρόσα

Και χάσανε και πρόσθεσαν

Ακόμα άλλα τόσα

Μα ένας τσιφούτης πονηρός

Έψαξε να βρει λύση

Και τη γυναίκα του φτωχού

Θέλησε να μαυλίσει

Η γυναικα του γιαπιτζή, ρωταει πως ονομάζεται το φίδι
Η γυναικα του γιαπιτζή, τον ρωτάει πως ονομάζεται το φίδι

Της έστελνε δώρα πολλά

Για να τον συμπαθήσει

Μετά να βρει τον γιαπιτζή

Τ´ όνομα να να ζητήσει

 

Μα να το κάνει πλάγια

Για να μην κακοβάλει

O γιαπιτζής και φοβηθεί

Και τύχη να χει πάλι

ο Τσιφούτης
ο Τσιφούτης

– “ Όταν τον πείσεις να το πει

αμέσως το φωνάζεις

Πιο δυνατά, κι γω κοντά

Τ΄ακούω κι ησυχάζεις”

 

Της είπε ο παμπόνηρος

Κι ´εγινε τελικά

Γιατί σαν κότα που ήτανε

Δεν ήξερε απ αυτά

-Πες μου το τ´όνομά του αν θες

Και δεν το μαρτυράω

Και να με κάψει κι ο Θεός

Να τρέμω να ψοφάω

 

Και μια και δυο και τρεις φορές

Τονε παρακαλούσε

Της το΄ πε τελικά κι αυτός

Πως το ονοματούσε

 

Και δυνατά το φώναξε κι αυτή «Φιδόδεντρο» ν ακούσει

Ο πονηρός τσιφούταρος Που καιροφυλακτούσε

Και πήγε την επόμενη -«θες να στοιχηματίσεις»

-«Να βάζω χίλια τάλαρα» Το σπίτι σου αν αφήσεις»

Και δέχτηκε ο ταλαίπωρος πρόσθεσε και τον κήπο

Αν άλλα τόσα θα βάζε -«Δέχομαι εγώ δεν λείπω

Από στοιχήματα καλά» Αυτό στοιχηματίζω

Και φώναξε στεντόρεια -«Φιδόδεντρο κερδίζω!»

Ξεράθηκεν ο γιαπιτζής Του΄ρθε ταμπλάς και ζάλη

Τα ύπατα του κόπηκαν τρομάρα είχε μεγάλη

Του΄ρθε μεγάλη στεναχώρια
Του΄ρθε μεγάλη στεναχώρια

Και τότε το κατάλαβε Πως ήταν προδοσία

Και φώναζε η γυναίκα του ( συγνώμη) δεν είχε σημασία

«Των αματιών του έδωσε» Πολύ μακριά να πάει

Και κάποτε σταμάτησε Μια γριά τονε ρωτάει

-«Που βρέθηκες στις ερημιές Που περπατάς που τρέχεις;»

-«την τύχη μου αναζητώ!» -«βοηθεια θές να έχεις; »

-» αν ξέρεις κάτι πες μου το Και θα σ΄ευγνωμονάω»

-» ίσια να πας ( και του δείξε) Από δω να προχωράω ;»

-«Προσεκτικά τα βήματα Θα βρεις πέτρα μεγάλη

Να κρέμεται στον ουρανό Περνάς να πας στην άλλη

Μεριά και ποταμό ρυχό Θα δεις: να τον περάσεις

Κι αν τις όχθες του ακολουθείς Στην τύχη σου θα φτάσεις »

Σε σπίτι μένει κόκκινο που είναι σωστό παλάτι

Κι έχει χρυσά παράθυρα Και ξύλινο χαγιάτι

Το σπίτι της Τύχης ήταν σαν παλάτι
Το σπίτι της Τύχης ήταν σαν παλάτι

Κι αμέσως εξεκίνησε χωρίς ψωμί να φάει

Σαράντα μέρες έκανε στην πέτρα κουτουλάει

Κρεμότανε στον ουρανό Φοβήθηκε μην πέσει

Στης κεφαλής του την κορφή Στο κόκκινο του φέσι

 

-«Γυρεύω κάποιον ποταμό ρυχό που θα με πάει

Στής τύχης μου το σπιτικό» σεμνά τηνε ρωτάει

-«Δεξιά να πας κι αριστερά μόλις θα δεις μια βρύση»

Απάντησε κι έτρεμε λες την είχανε κουνήσει

 

Ξανά στο δρόμο ο δυστυχής Ανάπαυση δεν έχει

Μέχρι που βρέθηκε μπροστά Στον ποταμό που τρέχει

-«Ποταμι ποταμάκι μου Θερμά παρακαλώ σε

Σενα ταλαιπωρούμενο Την συμβουλήσου δώσε

 

Απο ποιαν όχθη σου θα βρω Της Τύχης μου το σπίτι

Πες μους Ποτάμι να χαρείς Την πράσινη σου κοίτη»

-«στη δεξιά μου την πλευρά Πρέπει Να περπατήςεις (

του είπε) και σε μιαν ωρα – δυο Την πόρτα θα χτυπήσεις

Της Τύχης…» -«στο σπίτι της το κόκκινο; » -«Ναι μένει με το γιο της»

Και πάλι δρόμο και στρατί, στρατί και μονοπάτι

Δεν άργησε πολύ να βρει, το κόκκινο παλάτι

Κι η Τύχη του καθότανε στο,πρώτο σκαλοπάτι

-«καλώς Τονε τον μουστερή, κάτσε να ξαποστάσεις

Ξέρω πως πέρασες πολλά σε μένανε να φτάσεις»

Είπε και τον αγκάλιασε

-» Νασαι καλά σπολάτι » Απάντησε και κάθησε στα πόδια της σαν σκύλος

-«Οταν δεν τρέχει το νερό, τι να σου κάνει ο μύλος

» Μουρμούρισε πολύ σιγά, αυτή ντουχιουντισμένη

-«ξέρω τι θέλεις τι ζητάς , ο γιος μου θα στα λύσει

Όλα σου τα προβλήματα , χαρά θα σε γεμίσει

Κι ο Ήλιος εβασίλεψε κι ήρθε για να δειπνήσει

Στο,κόκκινο το σπίτι του,την μάνα να φιλήσει

-«γιε μου του΄ πε σαν έφαγε ,πριν πέσει στο κρεβάτι

Το μουσαφίρη μου άκουσε και κάνε αν θέλεις κάτι

γιατί παραπονέθηκε πως είναι αδικημένος

Αν κι έσκαψε το λάκκο του μονάχος ο καημένος

Ο γιαπιτζής με κλάματα είπε τι του συνέβη

Κι ο ήλιος τον συμβούλεψε:στο σπίτι του ν΄ ανέβη

και τον τσιφούτη να τον βρει και στοίχημα να Βάλει

Πως το πρωί ο ήλιος από το βοριά θα πρέπει να προβάλει

-«Μα πως θα βάλω στοίχημα που χρήματα δεν έχω;»

«θα πας και του φιδόδεντρου τη ρίζα θα σκαλίσεις

το πρόβλημα σου εύκολα θα δεις πως θα το λύσεις

Θα βρεις εκεί χίλια φλουριά μπορεί και,παραπάνω…»

Πολλές ευχές τους γέμισε ο γιαπιτζής ο καημένος

και φίλησε τα χέρια τους πολύ βαλαντωμένος …

Κι αμέσως εξεκίνησε,σαν το πουλί πετάει

Στον τόπο του πιο γρήγορα όσο μπορεί να πάει

Κι ´εφτασε νύχτα- κρύφτηκε μην τύχει και τον δούνε

Σαν έψαχνε το δέντρο του και παραξενευτούνε

Κι εβρήκε τάληρα χρυσά πολλά ,χίλια και τόσα

σε τσουβαλάκι τα βάλε, περίσσεψαν καμπόσα …

Και πριν λαλήσει ο πετεινός ξύπνησε τον Τσιφούτη

-«τι θέλεις αξημέρωτα, τι θες την ώρα τούτη;»

απόρησε ο τσιγκούναρος .-«για στοίχημα να βάλω πανεύκολο μεγάλο!»

-«μην με πατάς στον κάλο Τι στοίχημα μου τσαμπουνάς, εσύ δεν έχεις μία»

Απάντησε και του δείξε ο γιαπιτζής τις λίρες

Κι εκείνος αποχάσκωσε-«-καλά δεν είναι βία»

Είπε σιγά-«τις έκλεψες; Τις πήρες;”

-«τις βρήκα στο δεντράκι μου ,η τύχη μου τις δίδει

Κι εγώ τις βάζω στοίχημα, διπλά που θ´αποδίδει

“Αν ξέρεις θέλω να μου πεις από που ο ήλιος βγαίνει;

Μα πρέπει το βίος σου ολόκληρο στο στοίχημα να μπαίνει

 

Ζορίστηκε ο πονηρός, μα εύκολο δεν είναι;

«Το βλάκα»,είπε σιγά σιγά :»ξανά στην ψάθα μείνε»

Και δυνατά του φώναξε- » όλα τα βάζω μέσα

Στο στοίχημα που θέλησες,ξέρω πως έχεις μπέσα

Και το ΄δωσες το σπίτι σου με το ΦΙΔΟΔΕΝΤΡΟ σου

 

Αφού τα συμφωνήσαμε τώρα να ξημέρωσει

Να δούμε ο ήλιος από που το φως θα φανερώσει

Είπε ο φτωχός ο γιαπιτζής…τον ζώνανε τα φίδια

Αν κάποιο λάθος έγινε αν πάθαινε τα ίδια;

Περίμεναν καθότανε στα κάρβουνα κι οι δυο

Και το σκοτάδι γίνονταν σαν ακόμα πιο πυκτό …

Και κάποτε επρόβαλε ο Ήλιος στο Βοριά

κι ο ορίζοντας κοκκίνισε σαν να΄πιασε φωτιά

Ο κεραυνός σαν να πέσε στην κούτρα του τσιφούτη

Κι ο γιαπιτζής ξανάπιασε το ξεχασμένο του Ούτι

και το΄χασε το στοίχημα στο πρώτο φως της μέρας

κι όλο το βιος του έγινε μαύρος καπνός κι αιθέρας

Ο ένας έβγαλε φωνή και χάθηκε στο βάθος

Κι ο άλλος ακόμα τραγουδά με κέφι και με πάθος

Και γύρισε η γυναίκα του και του πε και συγνώμη

Και τ´ όργανό του ο γιαπιτζής το γραντζουνάει ακόμη

Και πέρασαν αυτοί καλά και Μεις πολύ καλύτερα

Τα πρώτα πρέπει να τιμούν Τα χρόνια μας τα ύστερα

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Καταγραφή αρχική από την Στέλλα Επιφανείου Πετράκη, 1966 , ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ, έμμετρη επεξεργασία ΑΛΚΜΑΝ  Μάρτιος 2017

Γιαπιτζής=Οικοδόμος

Τσιφούτης=Τσιγκούνης,φιλάργυρος