ΠΛΑΤΕΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ : ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Θ ΑΚΟΥΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΜΠΑΝΤΑ (ΜΕΡΟΣ Γ΄)

-Η συζήτηση για την πλατεία των ΤΡΙΩΝ ΚΑΜΑΡΩΝ,  μας γυρίζει πίσω, σε σκέψεις και αναμνήσεις (πρόσθετη αφορμή έδωσε ένα σχόλιο του Γ.Σταρίδα,  για τον “κήπο των παιδικών  χρόνων”). Ανασύραμε από τα χρόνια του1980, ένα κείμενο ου δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα του Μ.Καρέλλη, ΑΛΛΑΓΗ, 20-6-1980.

Τίτλος : ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Θ ΑΚΟΥΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΜΠΑΝΤΑ

Η τριχοτόμηση της πλατείας στα 1970, δεν κατέστρεψετο κιόσκι
Η διχοτόμηση της πλατείας στα 1970, δεν κατέστρεψε το κιόσκι – το κρύβουν τα δέντρα

Γυρίζω καθημερινά στις Τρείς Καμάρες πηγαίνοντας στη δουλειά μου.  Ο χώρος φορτισμενος κοινωνικά, πολιτικά, ιδεολογικά, πνευματικά, με  κρατά πάντα, με καθυστερεί με την επαφή, τη συζήτηση κι όχι σπάνια με το χάζεμα κάποιου περίεργου συμβάντος.

Συνήθως πρόσεχα ένα συμπαθητικό, φιλικό,  παράδοξο κτίσμα , το τσιμεντένιο κιόσκι της Μουσικής του Δήμου. Μετα το παμπάλαιο καφενείο του Παπακαλιάτη, με τα ξύλινα κεντήματα(1) και το ΝΤΟΡΕ (2) ήτνα το σημείο τηςπλατείας που σταματούσε το βλέμμα. Μετα τις κατεδαφίσεις, απόμεινε το μόνο στήριγμα κάποιας αισιοδοξίας.

– Ε, αυτό θα διατηρηθεί, δεν σηκώνει “αξιοποιηση”.ν Δεν είναι οικόπεδο, είναι σχετικά καινούριο, αντισεισμικο, δεν έιναι ιδιωτικό. Τέλος άντων δεν είναι τουριστικό, αρχαιολογικό ή μνημείο. Θα μείνει!

Είμουνα τόσο βέβαιος που όταν άρχισε εη κατεδάφιση, δεν μου πέρασε κακή σκεψη.

– Συντήρηση, είπα μπράβο!

(…)

Την επομένη είδα ότι η επέμβαση ήταν σοβαρή.  Ειχε αποκαλυφθεί ο οπλισμός, το στρογγυλό στέγαστρο έμοιαζε δίκτυ. Πάλι δεν κακόβαλα,η καλή συντληρηση απαιτεί βαθλυτερες τομές καμιά φορά. (…)

Την άλλη μέρα  συζητουσαμε με έναν φιλο το ζήτημα ,παραξενεύτηκε…

– Καλά που ζεις; Δεν έμαθες ότι υπάρχουν νέα σχέδια; Εξ άλλου η κατεδάφιση ολοκληρώθηκε, ισοπεδώθηκε ο χώρος έριξαν και 3 άλφα.

(…)

Δεξιά ο Δήμαρχος  Μανόλης Καρέλλης(ήταν τότε νεώτερος κατά 34 χρόνια), με τον γνωστό σκιτσογράφο Γιάννη Ανδρεαδάκη
Δεξιά ο Δήμαρχος τότε Μανόλης Καρέλλης(ήταν βέβαια νεώτερος κατά 34 χρόνια), με τον γνωστό σκιτσογράφο Γιάννη Ανδρεαδάκη, που εργαζόταν στην εφημερίδα ΑΛΛΑΓΗ

– Η Μουσική του Δήμου; τι γίνεται τώρα, αναρωτήθηκα. Θα παίζει στο δρόμο ;  το γκαρσόνι του ΝΕΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ(3) με πληροφόρησε,  “Θα διασχίζει τις  λεωφόρους και ίσως προσθέσουν  και “Σουφραζέτες”,μάλλον Μαζορέτες σκέφτηκα(7) νηφάλια. Καλό κι αυτό, δεν βαριέσαι, το κτίσμα ήταν από μπετόν και άνευ αξίας.  (…)

– Όμως που θα παίζει Μπάντα;

Πριν λίγες μέρες (…) τα παιδια χάζευαν το μαέστρο με την μπαγκετα, που μπλεκόταν στα  χάλκινα γυαλιστερά όργανα  και το μεγάλο τύμπανο, προσπαθούσα να συγκεντρωθώ.

Μου φαινόταν η ίδια εικόνα των παιδικών μου χρόνων, ίδιος ο Μαέστρος, ίδιοι οι μουσικοί ίδιος ο ήχος. (…)

Η στολή τους κάνει ίδιους , όπως τους στρατιώτες δεν ξεχωρίζουν, συλλογιζόμουν…

 

 

Η Μουσική του Δήμου, μαέστρος ο κ. Τζωρτζάκης, γιός του, Τζωρτζάκη επίσης μαέστρου της ίδιας Μπάντας - και σήμερα Τζωρτζάκης ο μαέστρος τέκνο του εμφαινομένου στην φωτογραφία.
Η Μουσική του Δήμου, μαέστρος ο κ.Ιωάννης  Τζωρτζάκης, γιός του Μηνά Τζωρτζάκη επίσης μαέστρου της ίδιας Μπάντας – και σήμερα Λεωνίδας Τζωρτζάκης ο μαέστρος, τέκνο του εμφαινομένου στην φωτογραφία(φωτογραφία αρχείου , οι Μαζορετες στις γιορτές του 1971 -Δικτατορία).(6)

– Η Μπάντα, η Μπάντα; το ερώτημε επέστρεφε επίμονο.

Κάποιος πρέπεινα το θέσει υπευθύνως στους αρμοδίους, κατέληξα. Μια σκέψη με προβλημάτισε. Αν αυτοί που εκπόνησαν τα σχέδια ειχαν μουσικο αυτί και ιταλικη παιδεία;(4) Μήπως πρέπει να μαστε προσεκτικότεροι; Στο κάτω κάτω αυτή η μουσική μπορεί να μας εκθέτει στα μάτια των ξένων

 

Ο ρεαλισμός μου άρχισε δειλά να προβάλλει. Γρήγορα πέρασε στην επίθεση…

– Το Ηράκλειο εκσυγχρονίζεται, γίνεται μεγαλούπολη, αντίπαλη πόλη (5)πρέπει ν’ αφήσει πίσω το επαρχιώτικο πατελθόν.

Υπάρχει πρόταση γαι συμφωνική ορχήστρα Ηρακλείου, προθέσεις για Θέατρο, Πνευματικό Κέντρο κ.α. πολλά.

Ηρέμησα, ησύχασα οριστικά.

– Το κενό θα γενμίσει άνθη, είπα με βεβαιότητα, στο κάτω κάτω, το Ηράκλειο δεν είναι Πρέβεζα.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Το κείμενο συντομεύτηκε όπου αφαιρέθηκε τμήμα μπήκαν (…)

(5)=Τότε είχαν προγραμματιστεί επεμβάσεις σε πόλεις ανά δύο, ονομάστηκαν αντίπαλες πόλεις το Ηράκλειο και τα Χανιά , οι πρώτες μεγάλες πολεοδομικές εφαρμογές του Μάνου.

(4)=Ιστορικό καφενείο  τω Τρι.ων Καμαρών

(1)=Καφενείο των Τριών Καμαρών, με περίτεχνη ξύλινη διακόσμηση, κατεδαφίστηκε εκ θεμελίων και ξανακτίσθηκε με προσθήκη ενός ορόφου. Ο αρχιτέκτων δεν κράτησε καμιά από τις παλιές διακοσμήσεις

(2)=Κτίριο κινηματογράφου, που έγινε πολυόροφη πολυκατοικία

(6)= Μηνάς  Τζωρτζάκης Μαέστρος της Μπάντας του Δήμου από 1950-1976, μετά Γιάννης Τζωρτζάκης γιός του, από 1976 έως 1994 και τέλος ο Λεωνιδας Τζωρτζάκης , τέκνο του προηγούμενου, ο σημερινός  υπεύθυνος της Μπάντας, από το 1994.

(7)=Δεν  ήξερα ότι Μαζορέτες είχαν ξαναχρησιμοποιηθεί…

 

 

 

 

Η ΚΑΤΑΓΩΓH ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΠΡΟ-ΠΑΠΠΟΥ – ΜE ΤΗΝ EΥΚΑΙΡΙΑ ΤΩΝ 100 ΧΡΟΝΩΝ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

ΚΙ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΨΑΧΝΕΙΣ…ΒΡΙΣΚΕΙΣ  (ΠΙΚΑΣΟ) κείμενο αφιερωμενο στην  :  Niki Zevelaki Risenhoover

 

Έχει σημασία η ακρίβεια και η πραγματικότητα;   Όχι πάντα και όχι τελείως. Οι ρίζες των Ζεβελάκηδων , μας οδηγούν στους Φούμηδες  (φημισμένους) μια επιφανέστατη οικογένεια του Σελίνου (Κακοδίκι).  Το είχαμε ακούσει από τα παιδικά χρόνια, όταν φτάναμε τα καλοκαίρια  στο μακρυνό μας χωριό, ένα ένα τα αδερφάκια, για να αναπνευσουμε καθαρό αγέρα και πιο πολυ για να ξεπεινάσουμε (δηλ.να δυναμώσουμε με λίγο γάλα και κανένα αυγό). Λέγανε ότι ένας Φούμης “εζεβέλιασε” δηλαδή έκανε κάποια παραξενιά,  του”την έδωσε” όπως λένε σήμερα, γιατί άρχισε να κτίζει ένα σπίτι μεγάλο (μέγαρο) και το άφησε ατέλειωτο, όταν έφτασε στην τοποθέτηση της σκεπής.  Το κτίσμα φαινόταν στη δεκαετία του 1950, στα Παπαδιανά, δεν ήταν βέβαια τεράστιο, μα στα παιδικά μάτια  φαινόταν πύργος. (ε)Ζεβέλιασε λοιπόν ο προπρο-πάππους, τρελάθηκε, και το παρανόμι Ζεβελής ήταν φυσικό επακόλουθο της συμπεριφοράς του. Όταν φτάσαμε (εμείς όλοι)σε μεγάλη ηλικία,  το ψάξιμο ήταν φυσικό : ’ όχι ακριβώς για τις ρίζες μα από περιέργεια,  βέβαια και για να πειράξουμε μερικούς λαϊκής καταγωγής  (εύπορους) φίλους.

 

Κρητικοί των αρχών του 20ου αιώνα -φωτογραφ;iα NELLY'S
Κρητικοί των αρχών του 20ου αιώνα -φωτογραφίiα NELLY’S

 

Πρώτα ερχόταν η σημασία της λέξης – ο σοφότατος  Νίκος Σταυρινίδης δεν την είχε συναντήσει, άλλοι περιοριζόταν στην ετυμολογία της, μάλλον από το Ζαβός, Ζερβός κλπ.  Στο λεξικό του ανατολικού γλωσσικού ιδιώματος της Κρήτης δεν αναφερεται, αλλά  ο Α.Ξανθινάκης στο δικό του της Δυτικής  Κρήτης, καταγράφει σχετικές λέξεις: Ζέβελα ή Ζάβελα = αρρώστια των αιγοπροβάτων (ελάττωση της κινητικής λειτουργίας των ζώων-μυών-, παράλυση). Ζεβελιώ= παραλύω .Εζεβέλιασε και καλανταρίζει όντε (μ)πορπατεί  (παραπαίει).   Φαίνεται να ξεκαθάρισε τουλάχιστον η σημασία, που οδηγεί σε άλλες σκέψεις. Και θα ανοίξουμε άλλη σελίδα, χρονολογική αυτήν τη φορά. Ας αφήσουμε το “γιατί” προσώρας, να πάμε στο “πότε” γίνεται η αλλαγή του ονόματος από Φούμης σε  Ζεβελής.   Ξέρουμε με βεβαιότητα ότι οι πρώτοι τρεις που έχουν το όνομα Ζεβελάκης, είναι ο προππάπους μας Γιάννης και τα δυο αγνώστων μικρών (βαφτιστικών) ονομάτων αδέρφια του. Επίσης είναι σίγουρο ότι ο Γιάννης έζησε στην γειτονιά “Αβδουλιανά”(Κακοδίκι) που ονομάστηκε “Ζεβελιανά” όσο ζούσαν εκεί κάποιοι απόγονοί του. Ήταν το τελευταίο παιδί από τα 9 κορίτσια και τα τρία αγόρια της οικογένειάς του και τον ανάθρεψε μια του μεγάλη αδερφή. Είναι επίσης διαπιστωμένο, ότι ο ένας αδελφός του προππάπου έζησε όλη του τη ζωή στα Παπαδιανά(Κακοδίκι), ενώ ο άλλος μετοίκησε στους  Δρυς και δεν τον είδε ποτέ κανείς, αν και η απόσταση από τους άλλους δεν είναι μεγάλη.

Στ κεντρο ο Γιάννης Ζεβελάκης, Αριστερά ο Δημόκριτος και δεξιά ο Ψαράκης
Στο κεντρο ο Γιάννης Ζεβελάκης, Αριστερά ο Δημόκριτος και δεξιά ο Ψαράκης στα 1925 στο Κακοδίκι  (fbt.από την Ν.Ζεβελάκη-Risenhoover)

Ο Γιάννης Ζεβελάκης, φαίνεται να είναι εύπορος χωρικός, με πολλά κτήματα και φάμπρικα(“εργοστάσιο” λαδιού) στα κτίσματα της ιδιοκτησίας του. Απέκτησε  πέντε αγόρια και μια κόρη.  Από τα παιδιά του δεν έγινε κανείς γεωργός, αλλά δυο δάσκαλοι (ο Φραγκίσκος και ο Δημόκριτος) ένας επιχειρηματίας (ο Γιώργος) ένας σιδεράς(ο Βασίλης), ενώ (όπως ήταν φυσικό) ο πέμπτος(Μανόλης) χάθηκε στις εθνικές περιπέτειες (1912-1920).   Πέθανε στα 1942, σε προχωρημένη ηλικία , αφού το τελευταίο του παιδί ήταν 45 χρονών και τα άλλα πλησίαζαν τα 60.   Μπορούμε να εκτιμήσουμε  την χρονολογία γέννησής του :  γύρω στα 1860, αν ήταν ογδοντάρης όταν άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο.   Πρέπει να βρεθούμε τώρα στον 19ο αιώνα των μεγάλων περιπετειών της Κρήτης.  Ποιος από τους Φούμηδες να ΄ταν ο πατέρας του Γιάννη Ζεβελάκη; Σύμφωνα με τις ιστορικές πληροφορίες, από την σφαγή των Χριστουγέννων του  1821 στο Κακοδίκι, σώθηκαν μόνο οκτώ άτομα και σκοτώθηκαν 21 από τους Φούμηδες. Επιβίωσαν κυρίως γυναίκες και παιδιά, που κρατήθηκαν αιχμάλωτοι  και απελευθερώθηκαν με οικονομικά ανταλλάγματα.

Κωνσταντίνος Φούμης, εγγονός του Μαυροκούκουλου΄διαπρεπής  πολιτικός του Σελίνου , στενότατος συνεργάτηςτου Βενιζέλου
Κωνσταντίνος Φούμης, εγγονός του Μαυροκούκουλου΄διαπρεπής πολιτικός 
του Σελίνου , στενότατος συνεργάτης του Βενιζέλου

Μεταξύ  τους ο Γεώργιος Φούμης  που ήταν 6 ή 7 ετών και η μάνα του. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι μετά την απελευθέρωση τους από τους Τούρκους, όλοι οι Φούμηδες, θα ζήτησαν καταφύγιο στην Τήνο,  στο νησί διατηρούσαν  πολύ στενές σχέσεις και κατέφευγαν όταν είχαν προβλήματα με τους κατακτητές. Πόσο θα  έμειναν, είναι άγνωστο.  Τα παιδιά θα είχαν την ευκαιρία να μάθουν λίγα γράμματα –  που στο Κακοδίκι  ήταν  αδύνατο.  Οι Φούμηδες  είχαν έφεση και προσπαθούσαν να μορφωθούν, ο πατέρας του Γεωργίου ο Μαυροκούκουλος, λεγόταν και Αναγνώστης, επίθετο των γραμματιζούμενων.   Στην Τήνο ο μικρός μεγάλωσε και έμαθε και είδε πολλά. Πιθανόν στο νησί των μαρμαράδων, να γνώρισε την τέχνη των λιθοξόων και των κτιστάδων  που γύριζαν με τα “ισνάφια” τους όλη τη χώρα,  αλλά δεν έφταναν εύκολα  στην μακρινή(τότε) Κρήτη.   Έφηβος στο Κακοδίκι, προσαρμόστηκε στις δύσκολες συνθήκες, δούλεψε ανδρώθηκε και και μεγάλωσε την σημαντική περιουσία του. Θα παντρεύτηκε πριν την επανάσταση του 1841 και  πριν θα  οικοδόμησε την κατοικία του (το σπίτι το κτίζει ο γαμπρός στο χωριό του).  Η οικογένεια του πλήθαινε, χρειαζόταν κι άλλα δωμάτια. Η επανάσταση του 1841 τον βρήκε να έχει τελειώσει τους τοίχους σε ένα μεγάλο δωμάτιο, έμεναν τα ξύλα (οι δοκοί) και οι τεγίδες και το χώμα (η λεγόμενη λεπίδα). Πρόλαβε να πάρει την οικογένειά του,  να μην πέσει πάλι στα χέρια των κατακτητών, η Τήνος προσφερόταν  πάντα για φιλοξενία(καταφύγιο).  Γύρισε όταν ησύχασαν τα πράγματα.  Μα στην κοπιώδη περίοδο την προσαρμογής, της εργασίας στα χωράφια που είχαν μείνει ακαλλιέργητα καιρό, η αρρώστια καραδοκούσε.

 

Κρητικοί στους Βαλκνικούς πολέμους/όλοι σχεδόν πολέμησαν απο τα 5 γιους του Γιάννη, ο ένας δεν γύρισε
Κρητικοί στους Βαλκανικούς πολέμους/όλοι οι Ζεβελάκηδες  πολέμησαν απο τους 5 γιους του Γιάννη, ο ένας δεν γύρισε

 

Πιθανόν δισκοπάθεια( ή αρρώστια των αρθρώσεων ή άλλη),  πριν κρεβατωθεί, κυκλοφορούσε και εργαζόταν κουτσαίνοντας,  περπατούσε σαν “παράουρος” σαν πρόβατο που προσβλήθηκε από την Ζέβελα, οι συγχωριανοί του δεν άργησαν να τον παρανομιάσουν. Εζεβέλιασε (ν) ο Φούμης, Ζεβελής…   Τα παιδιά του βέβαια, Ζεβελάκια .   Ο νουνεχής Γιώργος Φούμης, που συνήλθε κάποτε από την εξαιρετικά επώδυνη νόσο και ξαναστάθηκε στα πόδια του – λόγω της μεγάλης υπομονής και επιμονής του- ενοχλήθηκε με το παρανόμι, που ήταν αρκετά προσβλητικό, μα ήταν πια τόσο καλά, που το διασκέδαζε. Η “Ζάβελα” είχε νικηθεί κι αυτός χόρευε σαν έφηβος και τα παιδιά πλήθαιναν και το βιος του.   Μια επανάσταση είχε περάσει, οι Τούρκοι είχαν αντικατασταθεί από τον Μωχάμετ Άλη, μα τίποτα δεν έδειχνε ότι η Κρήτη θα ησυχάσει.   Αποφάσισε να νομιμοποιήσει το παρανόμι: να αλλάξει το επίθετο από Φούμης, Ζεβελής και για πιο μεγάλη σιγουριά να κρητικοποιηθεί σε  Ζεβελάκης . Η εποχή ευνούσε κάποιες γραφειοκρατικές διαδικασίες, η αλλαγή πέρασε όπως εκατοντάδες άλλες στην Κρήτη εκείνης της εποχής. O  Γιώργος Ζεβελάκης, θα περάσει την μεγάλη Επανάσταση του 1966, σχετικά ήσυχος ,  το “καταραμένο” όνομα των Φούμηδων, δεν τον βάραινε πια –  τα αδέρφια του θα συνεχίσουν τους αγώνες τους χωρίς αυτόν – τα παιδιά του δεν θα έχουν πάνω τους την “δαμόκλειο σπάθη”ενός ηρωϊκού αλλά εξαιρετικά επικίνδυνου παρελθόντος. Και πέρασαν τα χρόνια απέκτησε 9 κόρες και τρεις γιους, ο μικρότερος ο Γιαννάκης (σύμφωνα με την Λούλα Ζεβελάκη) πρόκοψε γρήγορα,  παντρεύτηκε την Κατσικαβελάκη , αγόρασε κι άλλα κτήματα και κατοίκησε στην πολύ κοντινή γειτονιά των Αβδουλιανών, που εγκατέλειπαν οι Τούρκοι μετά το 1866. Ο μεγαλύτερος ο γιος κληρονόμησε τα σπίτια των Παπαδιανών(1) και  τμήμα της γονικής περιουσίας, ενώ ο τρίτος “ξορίστηκε”  στο μικρό χωριό Δρυς- που απέχει βέβαια λίγο , μα τότε ήταν πολύ πιο ορεινό και απρόσιτο.   Οι δυο γιοί, που ήσαν κοντά διατήρησαν στενές σχέσεις,  ενώ ο αυτός που πήγε στις Δρυς, απομονώθηκε τελείως σιγά σιγά.

Ορφανοτροφείο Ρεθύμνου 1935, στο κεντρο Διευθυντής ο Δάσκαλος Δημόκριτος Ζεβελάκης
Ορφανοτροφείο Ρεθύμνου 1935, στο κεντρο Διευθυντής ο Δάσκαλος Δημόκριτος Ζεβελάκης (Αρχείο Γ.Ζ.)

Ο Γιάννης είχε πέντε γιους : τον Γιώργο, τον Βασίλη, τον Μανόλη, τον Φραγκίσκο και τον Δημόκριτο και μια κόρη τη Μαρία. Αυτός που κατοίκησε στα Παπαδιανά ένα γιο , τον Νίκο.   Ο άλλος άγνωστο τι απέκαμε. Κάποιος δάσκαλος που υπηρέτησε μετά τον Β΄παγκόσμιο πόλεμο στους Δρυς,  γνώρισε την οικογένεια αυτήν και είχε μόνο καλά λόγια να πει.

 

—– ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Ενδεικτικά στοιχεία: Ο Γιώργος είχε τελευταίο παιδί τον Γιάννη Ο Γιάννης ονόμασε Γιώργο ένα από τα πρώτα παιδιά του   Ο γιος του ο  Βασίλης ονόμασε Γιώργο ένα δικό του Ο Σπύρος, γιος του Βασίλη, ονόμασε Γιώργο και Γιάννη το πρώτο παιδί του.

Σπύρος δεξιά και Βασίλης Ζεβελάκης αριστερά, Ηράκλειο δεκαετία του 1950
Σπύρος δεξιά και Βασίλης Ζεβελάκης αριστερά, Ηράκλειο δεκαετία του 1950

—–   Μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει καμιά επαφή, μεταξύ των τριών κλάδων των Ζεβελάκηδων: κι ας έχουν περάσει 150 χρόνια. Οι Κάτοικοι των Δρυών, που έχουν μετοικήσει στην Αθήνα, δεν συναντήθηκαν με τους απογόνους του Γιάννη που ζουν εκεί και είναι αρκετοί.   Έχει πια σημασία ;  Μάλλον όχι, μόνο για να συμπληρώσουμε το γενεαλογικό δέντρο μιας οικογένειας, που δημιουργήθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα – μέσα στις εξεγέρσεις  και τα αίματα των συνεχών επαναστάσεων των κρητικών.

(1). Ένας από τους 30 και πλέον οικισμούς του Κακοδικίου, που συγκέντρωνε τους περισσότερους Φούμηδες.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΪΛΑΚΗΣ : ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ, Η ΣΥΝEΙΔΗΣΗ ΜΙΑΣ ΓEΝΙΑΣ

Δεν διαβάζουμε τακτικά ΕΘΝΟΣ, όμως συμβαίνει και τότε βρίσκουμε ενδιαφέροντα κείμενα, όπως αυτό του Γιωργου Βαϊλάκη(27.8.2013).  Οφείλουμε όμως χάρη στο  Facebook και την κ. Λιλιμπάκη που ψάχνει παντού – στο παρόν  και το μέλλον. Επιλέξαμε  τμήματα τους άρθρου,  ως αναγνώστες που ενδιαφέρονται πολύ  για τον ποιητή της Θεσσαλονίκης.

Πίνακας του ΝΤΑΛΙ : "Προμήνυμα εμφυλίου πολέμου" 1936
Πίνακας του ΝΤΑΛΙ : “Προμήνυμα εμφυλίου πολέμου” 1936

Η οδυνηρή επίγνωση της δύσης μιας ολόκληρης εποχής και η αθλιότητα του Εμφυλίου που ακολούθησε, η γενικευμένη παρακμή και η παρατεταμένη θλίψη, ο πόνος που δεν απαλύνεται και η αισιοδοξία που μοιάζει συνεχώς να αναβάλλεται. Και μέσα σε όλα αυτά ένα αδιαπραγμάτευτο προσωπικό χρέος: η διεκδίκηση της αξιοπρέπειας. Η ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη έρχεται να αποτυπώσει τη σύνθλιψη μιας γενιάς που έζησε τον σπαραγμό του αδελφοκτόνου πολέμου, μια ιστορική συγκυρία αδιανόητης σκληρότητας και ακραίας απανθρωπιάς που πραγμάτωσε τον σουρεαλισμό στην πιο αδυσώπητη εκδοχή του. Εάν σε τέτοιες συνθήκες ο κοινωνικός περίγυρος τείνει να εκμηδενίσει τα πρόσωπα, τότε αυτό που πέτυχε ο ποιητής είναι πραγματικά σπουδαίο: κατόρθωσε να αναγάγει το προσωπικό του βίωμα, σε χρονικό της ελληνικής συλλογικής μοίρας μιας περιόδου η οποία άφησε πληγές που δύσκολα επουλώνονται.

(…)

Αξώφυλλο της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ, αφιέρωμα 1-12-2005
Αξώφυλλο της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ, αφιέρωμα 1-12-2005

Σε όλη του την πορεία αγωνιζόταν να συμφιλιώσει τις ανάγκες της ποίησης με τις προσταγές της συνείδησής του, να παραμερίσει την κομματική πειθαρχία της επίσημης Αριστεράς προς όφελος μιας αδέσμευτης κριτικής, αλλά και μιας έκφρασης αποκαθαρμένης από ρητορείες και εύκολους εντυπωσιασμούς. Και τώρα, στις αρχές του ’80 αισθανόταν ότι έπρεπε να σταματήσει να γράφει, ότι οι λέξεις εξαντλήθηκαν και το μόνο που απέμενε ήταν η επιλογή της σιωπής. «Η ποίηση είναι μια δυνατότητα έκφρασης. Θα μείνει κανείς μόνος με αυτήν τη δυνατότητα ή θα φτάσει κάποτε σε ένα σημείο που δεν θα αισθανθεί την ανάγκη της έκφρασης; Και αυτό όχι από αδιαφορία ή από παραίτηση. Εντελώς το αντίθετο: Από την οδυνηρή διαπίστωση της φτώχειας των εκφραστικών του δυνατοτήτων, της φτώχειας δηλαδή των λέξεων να αποδώσουν την ουσία της ζωής» εξηγεί για να καταλήξει: «Τότε σταματά, τότε επιλέγει τη σιωπή, που και η σιωπή σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι και αυτή μια έκφραση».

Γιώργος Βαϊλάκης,  μας εκπλήσσει συχνά με κείμενα και εργασίες του - πλησίασε με γνώση, σεβασμό και ευαισθησία τον αγαπημένο μας ποιητή
Γιώργος Βαϊλάκης, μας εκπλήσσει συχνά με κείμενα και εργασίες του – πλησίασε με γνώση, σεβασμό και ευαισθησία τον αγαπημένο μας ποιητή

 

Κάπως έτσι ο εκφραστής της ήττας μιας γενιάς, αλλά και της ελπίδας για κάτι καλύτερο μέσα από μια συνεχή και επίμονη προσπάθεια, αποφάσισε να σιωπήσει, μέχρι τον θάνατό του- στις 23 Ιουνίου 2005. Προηγουμένως, γνώρισε τιμές και βραβεύσεις, σίγουρα λιγότερες απ’ όσες άξιζε, αλλά πάντως αρκετές για κάποιον που πρωτίστως τον ενδιέφερε μία χαμηλών τόνων αυτοεκτίμηση. Ηταν ο ποιητής της προσωπικής -πάνω απ’ όλα- εντιμότητας που έβλεπε ότι το ήθος της δημιουργίας έπρεπε να συνυπάρχει με το ήθος της πολιτικής δράσης και -κατ’ επέκτασιν- της ίδιας

(…)

Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΚΑΜΑΡΩΝ : ΜΗΝ ΚΡΙΝEΤE ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΚΡΙΘEΙΤE(*)

 

Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΚΑΜΑΡΩΝ

 

Είναι κοινός τόπος ότι δεν κρίνονται (δίκαια)μεταξύ τους οι ομόφρονες ή οι του ίδιου επαγγέλματος ή οι …Μασόνοι. Κι όταν είναι απόλυτη ανάγκη(το επιβάλει ο νόμος), γίνονται όλες οι εκπτώσεις βρίσκονται ή επινοούνται όλα τα ελαφρυντικά  και πέφτει τόσο μαλακά ο ένοχος, ώστε να μην το καταλαβαίνει.  Γιατροί δικάζουν γιατρούς όταν ο άρρωστος έχει αποδημήσει, , μηχανικοί μηχανικούς όταν το κτίριο έχει ισοπεδωθεί, και δικηγόροι συναδέλφους τους,  όταν έχουν  “πουλήσει”  τους εντολοδόχους των ή διαπράξει εγκλήματα που σχετίζονται με την άσκηση του επαγγέλματος, μα πολύ σπάνια έχουμε καταδίκες σοβαρές.

 

Ο ‘Αγνωστος Στρατιώτης είναι ένα σημείο αναφοράς σε κάθε πόλη, ο σκιτσογράφος Γιάννης Ανδρεδάκης θυμάται την εποχή που στην πλατεία εργαζόταν οι πλανόδιοι φωτογράφοι.

Και ο λαός (λαουτζίκος για μερικούς ) δεν εκπλήσσεται : “κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάνει” λέει και σημειώνει στα τεφτέρια του.

Και δεν είναι μόνο όταν υπάρχουν αξιόποινες πράξεις που παραβλέπουμε, αλλά και σε οτιδήποτε αφορά στο επάγγελμα ή την ειδικότητα μας, αποφεύγουμε να το κρίνουμε ή απλώς να πάρουμε θέση.  Καθιερώθηκε εδώ και χρόνια η λεγόμενη “επαγγελματική αλληλεγγύη”, που διατυπώθηκε και σε διατάξεις και άρθρα και παραγράφους, στους εσωτερικούς κανονισμούς των συνδικάτων(επιστημονικών και μη), έγινε πρακτική συνήθεια αλλά και συνείδηση των πάντων. Δεν λείπει κάποια ηθική βάση,  σ αυτήν την καθιερωμένη  “λογική”, αλλά όταν η σιωπή σκοτεινιάζει κάθε πράξη και κρύβει ή αποσιωπά κάθε αστοχία, τα πράγματα γίνονται  δύσκολα.

 

Η πλατεία Ελευθερίας μετά την εφαρμογή της μελέτης, δεν επιτρέπει παρελάσεις-τα παιδιά και το κοινό στριμώχνονται στα στενά και τα πεζοδρόμια

 

Ανήκω  σ αυτούς όχι μόνο που δεν αντέδρασαν αλλά αντίθετα  μάλλον  με  ευνοϊκή διάθεση  πειθάρχησαν στις καθιερωμένες αρχές, σιώπησαν και ανέχθηκαν πολλά. Λες και μας έδενε μια  συμφωνία συνενοχής(ομερτά), ακόμα κι αν δεν είχαμε κανένα μπλέξιμο ούτε αντιστοιχία ή εμπλοκή σε πολλές πασίγνωστες δημόσιες και μη  υποθέσεις.  Εισαγωγή σχοινοτενής μα απαραίτητη για το θέμα μας, την  πλατεία Ελευθερίας – τις Τρεις Καμάρες.

 

Η πλατεία Ελευθερίας, όπως φαίνεται στο Google, τονίσθηκαν οι γραμμές για να φανεί η τέλεια γεωμετρική σύνθεση / η εφαρμογή χάθηκε στις κυκλοφοριακές αλλαγές και στις λεπτομέρειες

 

Πριν 15 και περίπου έτη ο κήπος που κόπηκε σε σταυροδρόμια, έγινε πλατεία. Μετά από επίσημο διαγωνισμό πανελλήνιο, δυο νέοι σχεδιαστές  κέρδισαν πολύπειρους  συναδέλφους τους – είπαμε μπράβο.  Η ιδέα φάνηκε απ την πρώτη ματιά καλή!  Μισός μεγάλος κύκλος (το τέλειο σχήμα) τοποθετήθηκε σε ένα  τεράστιο οριζόντιο επίπεδο- μια χάραξη που ίσως έβρισκε αντιστοιχίες στα καρδιόσχημα τείχη . μα οπωσδήποτε ήταν (έτσι φάνηκε) μια καλή μοντέρνα ιδέα, μνημειακής αρχιτεκτονικής.

 

Η πλατεία επί Κρητικής Πολιτείας και…Αγγλικού στρατού, ο χώρος ελεύθερος για ασκήσεις

 

Ο (ηλικιωμένος) γλύπτης Ζογγολόπουλος, φερόταν συνεργάτης των μελετητών και έδινε μαι εγγύηση των ικανοτήτων τους.   Και μετά από αρκετές καθυστερήσεις το έργο  έγινε, πραγματοποιήθηκε και με χρήματα άλλων φορέων. Και ξεσηκώθηκε θόρυβος, έγινε πανικός.  Ο τύπος – αυτός  ο “οπισθοδρομικός και επαρχιώτικος” άσκησε μαι εξοντωτική κριτική, που δεν σεβόταν τίποτα. Οι νέοι αρχιτέκτονες ερχόταν από την Ιταλία,  με δάφνες εξωτερικού, προσπάθησαν να αρθρώσουν εξηγήσεις,μα γρήγορα κατάλαβαν πως η σιωπή είναι η  πιο αποστομωτική απάντηση. Και κάποτε  τέλειωσαν οι άκομψες εκφράσεις, οι ισοπεδωτικές και απαξιωτικές αποτιμήσεις κι έμειναν οι Τρεις Καμάρες στην τύχη τους (ατυχία μάλλον).

 

Δεν ήταν βέβαια μια “αρχιτεκτονιά” έτσι έγραψαν οι (υπερβολικοί) επιτιμητές – αλλά μια δικαιολογημένη σε έναν βαθμό αστοχία, μεγάλης έκτασης. Οι αρχιτέκτονες έκτισαν όπως το σπίτι τους … την πόλη μας.  Από το μικρό πήγαν με άνεση στο μεγάλο κι ήταν φυσικό να χάσουν την κλίμακα.  Τίποτα από ότι φαντάστηκαν (και σχεδίασαν) δεν ήταν ίσως  άσχημο, μα τίποτα δεν ανταποκρινόταν στο σκοπό του και   δεν απευθυνόταν στο ευρύ κοινό. Η μουσική δωματίου, δεν έκανε για τις μεγάλες ορχήστρες,  όση δεξιοτεχνία και αν διέθεταν οι μουσικοί, πως να ακουστούν στην απέραντη αίθουσα του μεγάλου θεάτρου.

 

Μεσοπόλεμος 1930, η πλατεία είναι έγινε ο μοναδικός δημόσιος κήπος της πόλης

Οι πρώτες κακές εντυπώσεις (των πολιτών) αποδείχθηκαν βάσιμες στις λεπτομέρειες :  στην επιλογή των υλικών και στη σχεδίαση του εξοπλισμού.  Έβαλαν μάρμαρα  (πάχους 2-3 εκατοστών) και μάλιστα και χρωματιστά, των μικροαστικών σαλονιών,  για να στρώσουν επιφάνειες  πολύ εκτεταμένες- από αυτά σήμερα δεν έχει μείνει ούτε τετραγωνικό  άθραυστο.

Δεν υπολόγισαν την αναπόφευκτη φθορά λόγω του κόσμου, δεν σκέφτηκαν  όμως ότι στους εξωτερικούς χώρους  που πλήττουν τα ” στοιχεία της φύσεως” πρέπει οι βατές  επιφάνειες να είναι αντιολισθητικές, για την στοιχειώδη ασφάλεια των διερχομένων.   Τα ατυχήματα (είναι αρκετά)  μα δεν έχουν καταγραφεί,  η γνωστή ανοχή των συμπολιτών  μας έσωσε μελετητές και εργολάβους και παράγοντες.

 

Η πρώτη επίθεση του “μοντερνισμού” στην πλατεία 1970, διχοτομείται για να εξυπηρετηθεί η κυκλοφορία

 

Η πρόσθετη φόρτιση του χώρου από κάθε είδους εκδηλώσεις, πολλές φορές απολύτως  ασύμβατες με την σωστή χρήση του, έδωσαν χαριστική βολή στην πλατεία που φαντάστηκαν μνημειακή οι αρχιτέκτονες της. Βέβαια ο ο ιδανικός  (μισός)κύκλος έπρεπε να οριζοντιωθεί και επειδή δεν συμφωνούσε το έδαφος,  έγιναν βαθμίδες (σκαλοπάτια) από ένα έως 8.  Προς τα πάνω και προς τα κάτω,  και όταν είναι ένα το ύψος και μάλιστα μεταβαλλόμενο, γίνεται παγίδα, για πρόσθετα ατυχήματα.

 

Ο 20ος αιώνας τελειώνει, η πλατεία αλλάζει μετά από διαγωνισμό πανελλήνιο-στην φωτογραφία μόλις παραδόθηκε επό τους εργολάβους

 

Το παραδοσιακό σεμνό κιόσκι της μπάντας του Δήμου κατεδαφίστηκε και στη θέση του κατακευάστηκε μένα  μοντέρνο υπόστεγο,   με έντονες γραμμές και μεταλλικά και ξύλινα στοιχεία.  Ποτέ δεν “λειτούργησε” αφέθηκε στα παιδιά και τη βροχή,  το ξυλώνει σιγά σιγά ο καιρός.

 

Η άκρη του μικρού υποστέγου, οι καταστροφές άρχισαν πριν λειτουργήσει

 

Τα παγκάκια τετράγωνα  μπετονένια κομψά, παραγνωρίζουν την ανάγκη των κοινών θνητών και καθίσουν άνετα  και γίνονται και χώρος σκουπιδιών.

Επιτυχημένο το μεγάλο υπόστεγο των καταστημάτων, λειτούργησε και επεκτάθηκε και διακοσμήθηκε ετερόκλητα αλλά ανεκτά , έγινε αυτό που ήταν με πιο σύγχρονη μορφή.

 

Οι τεράστιοι στύλοι αντιμετωπίσθηκαν εχθρικά από τα δέντρα…

Τέλος οι στύλοι του φωτισμού, η μεγάλη για πολλούς αστοχία, δεν είναι παρά μια λανθασμένη ιδέα που  χάθηκε από την μακέτα στην πραγματικότητα.  Οι πανύψηλες κεραίες, φωτίζουν τον ουρανό και πολύ λίγο το χώρο, μα και αυτό δεν πέτυχε. Η σπατάλη που εδώ ξεπέρασε κάθε όριο, προσέκρουσε στην …φύση.  Οι σχεδιαστές δεν σεβάστηκαν καθόλου τα μεγάλα δέντρα,  θα τα κόψουμε συλλογίστηκαν  και το έκαναν  οι εργολάβοι.  Μα ξαναμεγάλωσαν κι όσο τα περιορίζουν  τόσο μεγαλώνουν και έπνιξαν τους γερμένους σιδερένους στύλους και  σκοτείνιασαν (δηλαδή σκίασαν)  την πλατεία.

 

Το σκαλοπάτι μεταβαλλόμενου ύψους, ιδανική παγίδα για αφηρημένους και μή

…….

 

Γίνονται συζητήσεις τι να γίνει, ο Δήμος προβληματίζεται.  Μα ριζική αναμόρφωση, ξανά σχέδια και κομπρεσέρ.   Οι αρχιτέκτονες που θέλησαν να διώξουν και τον Άγνωστο Στρατιώτη κατάφεραν  μόνο  να καταστρέψουν το γραφικό βάθρο του και να μεταθέσουν την παρέλαση των μαθητών.  Ας ξανασυζητήσουν για να αποφασίσουν  τι θέλουν οι αρμόδιοι. Οι τεχνικοί  αρχιτέκτονες κλπ μπορούν να μορφοποιήσουν  αυτό που επιθυμούν οι πολίτες , δεν είναι στην αρμοδιότητα τους  να αποφασίζουν για  τη ζωή μας.

 

Ο Άγνωστος Στρατιώτης παρέμεινε στην θέση του , σε πείσμα των …μελετητών και του παλαιού Δημάρχου (Μ.Καρέλλη)/εδώ με τον γνωστό σκιτσογράφο  Γ.Ανδρεαδάκη (τον έχει εμπνεύσει σε ωραία σχέδια)

Η πλατεία ( στο κάτω κάτω) δεν είναι σαλόνι κάποιου φίλου ή πελάτη μας , που μπορούμε να πείσουμε (κι όχι πάντα )εύκολα.

(*)=(μη κρίνετε ίνα μη κριθείτε-κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο-κεφ. 7§1
Η…άνεση είναι φανερή αλλά όχι τα σκουπίδια που κρύβονται από κάτω

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Επανέρχεται  στην δημοσιότητα το θέμα της πλατείας, το κείμενο δεν χρειάζεται αναθεώρηση / επανα-ανάρτηση 16.8.2013

Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΓΝΩΣΤΟΙ ΣΧΕΔΙΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

 

Πριν χρόνια μια έντονη διαμάχη ξέσπασε σε (περιορισμένο ) κύκλο Ηρακλειωτών.   Να απομακρυνθεί το άγαλμα του (ταλαίπωρου ) Άγνωστου Στρατιώτη από τις “Τρεις Καμάρες” ή όχι. Έγιναν δημοσιεύματα στον τοπικό τύπο,  ο παλαίμαχος πολιτικός και Δήμαρχος Μ.Καρέλλης, υποστήριξε με πολλά επιχειρήματα και περισσότερο πάθος, την απομάκρυνση του πασίγνωστου μνημείου, από την θέση του.  Ο  καιρός πέρασε, ο μαρμάρινος πολεμιστής παρέμεινε εκεί που ήταν  να μας κοιτάζει αδιάφορος,  χωρίς να πολυνοιάζεται για την καταστροφή του παραδοσιακού βάρθρου του απο τους νέους (τότε) αρχιτέκτονες,  στο κάτω κάτω έφερε στα πόδια του τους νέους που πίνουν μπυράκια και είναι αλήθεια λερώνουν λίγο με τα ζουμιά και τους μαρκαδόρους τους τα μάρμαρα που αποτελούν το κουτί στα πόδια του- μα πάντα (το ξέρει) ήταν λίγο άτακτα τα παιδιά.

Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ, πριν τους "εκσυγχρονισμούς" και τις βελτιώσεις
Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ, πριν τους “εκσυγχρονισμούς” και τις βελτιώσεις

Ένα δημοσίευμα ξανάφερε στην επικαιρότητα το ζήτημα, φαίνεται  πως ο Δήμος Ηρακλείου ξανασκλέφτεται το θέμα – ξανασχεδίαση κι από του ίδιους της κακαποδομένης πλατείας και βέβαια  (είναι  ίσως αμετανόητοι) η απομάκρυνση του  κάποτε βραβευμένου μνημείου.

Καλά, δεν κατάλαβαν τίποτα;  είναι η εύλογη απορία.  Μπορεί να είχαν τις αγαθότερες των προθέσεων (από αυτές  που είναι στρωμένος ο δρόμος της κόλασης) είναι ικανοποιημένοι ;  Δεν τους έφτασε η  γενική κατακραυγή; Δεν τους άγγιξε  χλευασμός  και η λοιδωρία;

Σήμερα, τα σπαθιά γιγαντώθηκαν τρυπάνε τον ουρανό…

Scan 6

Η σκληρή γλώσσα δεν είναι πολύ του γούστου μας, εξ άλλου κάναμε εκτεταμένη κριτική της εργασίας τους για την πλατεία ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, χωρίς να  της δώσουμε δημοσιότητα –  τι να κάνουμε όμως, θα φτάσει να πνιγούμε όλοι στην αδιαφορία και (το χειρότερο) στο πολύ κακό γούστο -που θέλουν και να μας επιβάλλουν.

Ας κάνουν κι αλλού  πειράματα,  αν μπορούν – ας μας αφήσουν ήσυχους.

Λίγη σεμνότητα δεν θα έβλαπτε και λίγη αυτοκριτική, για να πούνε κάτι μας ξέφυγε κάτι δεν πήγε καλά : ΣΥΓΝΩΜΗ.

 

Πλατεία ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ πριν 100 χρόνια, στρατιώτες με ξιφολόγχες στην θέση των σημερινών "φωτιστικώνν"
Πλατεία ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ πριν 100 χρόνια, στρατιώτες με ξιφολόγχες στην θέση των σημερινών “φωτιστικώνν”

 

 

 

 

 

 

ΜΕΡEΣ ΤΟΥ 85 (7-6-1985)

ualorh-0064

 


Μια μικρή ηρακλειώτικη συντροφιά, χαζολογούσε στο γνωστό μπαρ του κ.Κωνσταντίνου Χιωτέλη. Συνεχίστε την ανάγνωση ΜΕΡEΣ ΤΟΥ 85 (7-6-1985)

ΚΩΣΤΑΣ ΧΙΩΤΕΛΗΣ: …”Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΟΛΗ”

Η ανάρτηση ενός βιογραφικού κειμένου , έχει το ενδιαφέρον της – όταν πρόκειται για πρόσωπο  που κινείται  στον χώρο της καθημερινής μας επαρχιώτικης ζωής, υπάρχει περιέργεια  όταν δεν είναι αναμενόμενο.  Ο Κ.Χ.  μας γνωστοποίησε  μια συνοπτική βιογραφία, του ζητήσαμε την άδεια να παρουσιάσουμε σημεία που εχουν γενικότερη σημασία ή μας αρέσουν, ο τίτλος και η επιλογή είναι του ΑΛΚΜΑΝΑ , όπως και οι φωτογραφίες και οι λεζάντες.

 

Το πρώτο τεύχοςτου περιοδικού του Μ.Ρασούλη-φωτ.διαδικτύου
Το πρώτο τεύχοςτου περιοδικού του Μ.Ρασούλη-φωτ.διαδικτύου

 

Πώς έσκασε τ’ “Αβγό” (1)

 

 

Το άνοιξα στα τέλη του ’82 χωρίς προϋποθέσεις , δηλαδή χωρίς λεφτά και γνώση του αντικειμένου, ή την αβάντα κάποιου εύπορου κοινωνικού κεφαλαίου.(…)

Τίποτα, κάλφας, ράφτης ήμουνα μέχρι τα 24, ο πατέρας μου που ήταν τεχνίτης ξακουστός μ’ έβαλε στη δουλειά λόγω ανάγκης από την Τετάρτη τάξη του δημοτικού. (…)έμεινα παραγιός στο ραφτάδικο του πατέρα μου.
Μια τυχαία συνάντησή μου με έναν οικογενειακό φίλο, το Γιώργη το Ζεβελάκη στην οδό Σμύρνης, το ’63 ή ’64 καθόρισε σημαντικά όλη την παραπέρα πορεία της ζωής μου.

 

Ο Γ.Ζεβελάκης δεξιά της Ελένης Καραϊνδρου, δίπλα του Μ.Συμβουλάκης-δεξιά της Μ.Ρουσάκης Μ.Ρουκακιανακης.
(1966) Ο Γ.Ζεβελάκης δεξιά της Ελένης Καραϊνδρου, δίπλα του Μ.Συμβουλάκης-δεξιά της Μ.Ρουσάκης Μ.Ρουκακιανακης.


Μου ζήτησε να πάω καμιά μέρα από τα γραφεία των Λαμπράκηδων για να γνωρίσω κι άλλους νεολαίους κι αυτή η πρόσκληση ήταν η μαγική λύση που περίμενα. Μισόδραπέτευσα από το αεροπλανικό Κέφαλοκλείδωμα που μου είχε επιβάλλει η ζωή μέσο του πατέρα μου, από τότε η αριστερά ταυτίστηκε μέσα μου με την έννοια της ελευθερίας, πρώτα και κύρια από τον οικογενειακό ζυγό.
Αλλά για ν’ αρχίσω να καταλαβαίνω τι λέγανε αυτοί οι αριστεροί, έπρεπε να διαβάζω πολύ, από το πολύ διάβασμα τα σωθικά έβραζαν, (…)

αυτές οι σχέσεις και η προκαθορισμένη πορεία μ’ έφεραν τον Αύγουστο του ’67 στο εδώλιο του κατηγορουμένου για αντιστασιακή δράση κατά της δικτατορίας. Η άγνοια και το θράσος μου, γιατί παρ’ όλα τα βασανιστήρια, (…) μ’ έκαναν να αρπάξω μια δεκάρα από τον πρόεδρο του έκτακτου Στρατοδικείου Χανίων, πριν κλείσω τα 15.
Στη στενή, (…)

Δεύτερος από δεξιά Μανόλης Παπαϊωάννου, πρώτα ματαδικτατορικα χρόνια, μιλάει με τον Γ.Ξαγοράρη-στην πλάτη του Μ. Καρέλλης, Μυκωνιάτης, Ε.Ρομπογιαννακης (αρχείο ΑΛΚΜΑΝ)
Δεύτερος από δεξιά Μανόλης Παπαϊωάννου, πρώτα ματαδικτατορικά χρόνια, μιλάει με τον Γ.Ξαγοράρη-στην πλάτη του Μ. Καρέλλης, A.Μυκωνιάτης, Ε.Ρομπογιαννακης (αρχείο ΑΛΚΜΑΝ)

 

γνώρισα και τον Μανόλη Παπαϊωάννου κι αυτός για τους ίδιους λόγους ήταν μέσα, δικηγόρος στο επάγγελμα, εκείνος είναι ο άνθρωπος που το Δεκέμβρη του ’81 με παρότρυνε να πιάσω ένα μαγαζάκι στην Κοραή και να φύγω από το μεϊντάνι που πούλαγα λαμπάδες, μες την παγωνιά. Εκείνος μπήκε εγγυητής και πλήρωσε και τα δυο πρώτα νοίκια, κι έτσι, με περισσή άγνοια και χωρίς καμία προϋπόθεση μπήκα στη χωρία των μαγαζατόρων της νύχτας(…)

 

…γύρω στο 80 είχα γνωρίσει έναν λάτρη του Τρόσκι , που έμενε σε μια μονοκατοικία στα Tρία Πεύκα, δυο σπίτια πιο πάνω από το αστυνομικό τμήμα. Σ’ αυτό το σπίτι που ήταν καταφύγιο για όλους τους αποκλεισμένους και διαγραμμένους από τα παραδοσιακά μαντριά αγωνιστές της αριστεράς, πέρναγα και πίναμε καμιά τσικουδιά με τους Φραγκουλάκηδες, όπου κυρίως με τον μεγάλο, τον Μήτσο, τρωγόμαστε σαν τα σκυλιά όχι μόνο για τα επίκαιρα αλλά και για τον αναγκαίο και σωστό τάχα μου πολιτικό ρεαλισμό του Τρόσκι.(…)

 

Μανόλης Ρασούλης, ο ταλαντούχος αιρετικός στιχουργός, έδωσε την έμπνευση...(φωτ.διαδικτύου)
Μανόλης Ρασούλης, ο ταλαντούχος αιρετικός στιχουργός, έδωσε την έμπνευση…(φωτ.διαδικτύου)

Εκείνες τις μέρες του είπα για την πρόταση του Παπαϊωάννου (…)

Η αβανταριστική του κρίση και η διαθεσιμότητα του -έπιαναν τα χέρια του σε όλα, κτίστης, σοβατζής, βαφιάς, μαραγκοδουλιές, μεγάλη μαστοράντζα- «βρες λίγα δανεικά για τα υλικά και εμένα θα με πληρώσεις μετά που θα το ανοίξεις» (…)

Σε καμιά δεκαπενταριά μέρες (…)είχαμε τελειώσει όλα σχεδόν τα μερεμέτια κι έπρεπε να βρω φράγκα για ξυλεία για τον πάγκο και τα ράφια, αλλά η Φραγκιά είχε ξεραθεί και σα να μην έφτανε αυτό, μπαίνει μια τουρίστρια στο τσαρδί για να ρωτήσει προς τα πού πέφτει το Μουσείο, βγαίνει ο Μήτσος έξω σαν αγγλομαθής για να της δείξει προς τα πού, και κουμπώνει το γλυκό μαζί της. Την άλλη μέρα μου ‘ρχεται καλοντυμένος κι έλαμπε, φαινόταν ότι «ξεχόντριζε» όλη νύχτα, μου ξεφουρνίζει «μαγκόπουλο θέλω κι εγώ λεφτά γιατί πρέπει να θρέψω τον νταλκά στα πλαίσια της διεθνιστικής αλληλεγγύης».

 

Ψαραντώνης, ο «συνέταιρος»

 

Ο πιο ενδιαφέρων από τους λυράρηδες , ο πρύτανης της κρητικής μουσικής  Ψαραντώνης
Ο πιο ενδιαφέρων από τους λυράρηδες , ο πρύτανης της κρητικής μουσικής Ψαραντώνης

(…) βγήκα προς τη Δαιδάλου περίλυπος και σε απελπισία, ψάχνοντας μες στη μνήμη μου μήπως κι έχω ξεχάσει κανένα γνωστό για δανεικά. (…) βλέπω τον Ψαραντώνη να πίνει ένα καφέ και να μου γνέφει κουνώντας το δείκτη και τον αντίχειρα αριστερά-δεξιά με νόημα σα να μου ‘λεγε «ήντα γίνεται»; Πλησίασάντονε και ακούγοντας τον να μου παραγγέλνει καφέ, έκατσα κοντά του σιωπηλά. Φαίνεται πως η παρουσία μου πρέπει να ήτανε συννεφιασμένη και βαριά κι εκείνος κάτι μυρίσθηκε και με περιέργεια με ρωτά «μωρεσύ ηντάχεις»; Το ενδιαφέρον του με συγκίνησε και ψιλοβουρκωμένος του εξομολογήθηκα την στεναχώρια μου, δεν μου απάντησε, σηκώθηκε όρθιος έβαλε το χέρι στην μπροστινή τσέπη του παντελονιού έβγαλε ένα πάκο λεφτά και χωρίς να τα μετρήσει μου λέει, «πάρε»!
Κόντεψα να βάλω τα κλάματα, είχα ένα κόμπο στο λαιμό κι ίσα ίσα που κατάφερα να του ψιθυρίσω «ρε συ Αντώνη πολλά είναι αυτά τα λεφτά», «πάρτα και μη μιλάς, πες πως ήμαστε συνέταιροι».

(…)

Καβάλησα φουριόζος την καφασού και πήγα ευθύς στη «γιάφκα», μπήκα μέσα φωνάζοντας «Μητσάρα βρήκα λεφτά, πάρτα, πάρτα Λίζα να τα κάνεις κορνίζα», (αλλά μάλλον εκείνο τον καιρό δεν είχε γραφτεί αυτό το τραγουδάκι).(…)

Ο Μητσάρας ό,τι είχαμε συμφωνήσει να φτιάξει το έφτιαξε και με το παραπάνω, ήταν από τους ελάχιστους αριστερούς που γνώρισα που ήταν συνεπής στο λόγο και στην πράξη του.

 

Ρασούλης, ο «νονός»

 

Ο Μανόλης Ρασούλης, παιδική φωτογραφία - Ηράκλειο πρώτα μεταπολεμικά χρόνια
Ο Μανόλης Ρασούλης, παιδική φωτογραφία – Ηράκλειο πρώτα μεταπολεμικά χρόνια

Άλλοι άνθρωποι που έπαιξαν σημαντικό ρόλο (…)

 

Ο ένας ήταν ο Μανόλης Ρασούλης που εξαιτίας του έδωσα στο μπαρ το όνομα του περιοδικού που έβγαζε εκείνη την εποχή, γιατί όταν άνοιξα το μπαρ και το ’χα ακόμα αβάφτιστο, εκείνος μας κοινοποίησε την απόφαση του, μετά νομίζω από την κυκλοφορία του τρίτου τεύχους, να το σταματήσει και να μην το ξανά εκδώσει.

(…)

Κι ένα βράδυ, έγραψα σαν σύνθημα και στους δυο τοίχους του ΑΒΓΟ ΤΟ ΠΙΟ ΓΚΑΓΚΑΝ ΜΠΑΡ ΤΟΥ ΧΑΝΔΑΚΑ.
Όταν επέστρεφε από τα ταξίδια, στην Ινδία, μας έπαιρνε και πηγαίναμε εκδρομές και σε μία απ’ αυτές, με βάφτισε Ιωνάθαν! Μας βάφτιζε στην Πρέβελη, σ΄ εκείνο τον μικρό καταρράκτη,(…) Τον Μανόλη τον τσάκιζε ο νταλκάς, αγαπούσε τις γυναίκες, αλλά τον περισσότερο καιρό ζούσε μόνος. Τον αγαπούσα παρ’ όλα τα λάθη του, ήταν γλυκός άνθρωπος.

(…)

 

Δεξιά Κώστας Χιωτέλης , με τον Μιχάλη Σφακιανάκη γνωστό δικηγόρο (τον είδαμε και στο σανίδι με την ερασιτεχνική παράσταση των διηγόρων που σκηνοθέτησε ο Γιώργος Μαρκόπουλος)
Αριστερά  Κώστας Χιωτέλης , με τον Μιχάλη Σφακιανάκη γνωστό δικηγόρο (τον είδαμε και στο σανίδι με την ερασιτεχνική παράσταση των δικηγόρων που σκηνοθέτησε ο Γιώργος Μαρκόπουλος) – από facebook

Το καταφύγιο του Βασιλάκη
Ο άλλος είναι ο Δημήτρης Βασιλάκης, που οι γνωριμίες και η σχέσεις που είχε με την κοινωνία της πόλης με βοήθησαν να βγάλω λίγη από τη λουμπενική τσίμπλα που είχα στα μάτια, ο μόνος φίλος που έχω ζηλέψει, μουσικός ρέκτης, λεβέντης, ζητούμενο των γυναικών και αριστοκράτης αστός, ο τρόπος που σκεφτόταν και ζούσε μ’ έκανε να προβληματιστώ σοβαρά για την μέχρι τότε ζωή μου, την ξύλινη γλώσσα της αριστεράς, τους δογματισμούς, τη βλακεία και τη μιζέρια μας, που τότε για εκείνον εκπροσωπούσα, (…)

Ένα πρωί πέρασα να πιω καφέ που πάντα ο Δημήτρης είχε έτοιμο μαζί με μια ανοιχτή αγκαλιά, δεν είχα προλάβει να βάλω καφέ και μου φώναξε ο Μήτσος να βάλω άλλον έναν σκέτο σε κάποιο νεοφερμένο, του σέρβιρα τον καφέ χωρίς να τον γνωρίζω, ο Μήτσος πότιζε και δεν συστηθήκαμε, το βράδυ κατά τις 10 ξαναπέρασα και μπαίνοντας μέσα στην αυλή ρώτησα το Μήτσο φωναχτά ποιος ήτανε αυτός που του πρόσφερα το πρωί καφέ. (…)

λέει σιγά στο αφτί «τον λένε Ψαραντώνη, από το πρωί που έφυγες είναι ακόμα στη συκιά και ρεμβάζει».
Εκεί, σ’ αυτό το φιλικό και πνευματικό καταφύγιο γνώρισα αρκετούς (…)

Τον Γιώργη τον Παπαδόπουλο, τον άνθρωπο με νύχια πουλιού, είχε κι αυτός μια μπεμβέ σαν τη δικιά μου χωρίς καφάσι και πηγαινοερχότανε στην Ισπανία καβαλαρία. (…)

Τον Αχιλέα Περσίδη, γλυκός, μάγκας και ντερβισόπεδο, τον άκουγα με τις ώρες να αυτοσχεδιάζει στη κιθάρα και ζυμωνότανε μέσα μου η έννοια της ελευθέριας και τα όρια της. Τον Ρος Ντέιλι μεγάλο δεξιοτέχνη όλων των εγχόρδων, βαρύς σοβαρός και λιγομίλητος, ο ανθρωπότυπος του, προκαλούσε το πειραχτήρι μέσα μου, (…)

 

Σερσέ λα φαμ

Οι επαναστατημένοι νέοι της αριστεράς, ανακάλυπταν τον έρωτα, διάβαζαν Μαρκούζε...
Οι επαναστατημένοι νέοι της αριστεράς, ανακάλυπταν τον έρωτα διαβάζοντας Μαρκούζε…

όταν άνοιξα το αβγό είχα ένα νταλκά για μία Θεσσαλονικιά, , και κάθε τρεις και λίγο την κοπάναγα, έφευγα τα Σαββατοκύριακα, ήτανε μαζεμένοι οι όποιοι φίλοι, τους άφηνα τα κλειδιά κι έφευγα και γύριζα την άλλη μέρα. Μ’ ένα μπουκάλι πιοτό ταξίδευα, πάντα μεθυσμένος. Αυτό κράτησε ένα χρόνο, μετά άρχισα να ισορροπώ, έκανα, γαργάρα την πορτοκαλάδα με τ ανθρακικού, είδα ότι η σχέση δεν είχε καμιά προοπτική, εν τω μεταξύ άρχισαν να μου γυαλίζουνε και άλλες, γιατί η γυναίκα στην προσωπική μου ζωή ήταν τεράστιο ζητούμενο, πάντα. Όμως δεν είχα πάει στο γυμνάσιο, όπου λίγο πολύ συνάπτονται οι πρώτες ερωτοτροπίες, δεν είχα βιώσει τη ζωή των περισσότερων παιδιών, όλα τα εφηβικά μου χρόνια ήμουν αποκλεισμένος από τις χαρές της νιότης, εξαιτίας των συνθηκών , δουλειά, φυλακές, παρανομία, στρατός, είχε συσσωρευτεί μέσα μου από την στέρηση μια λύσσα γενικώς, όχι μόνο σεξουαλική, αλλά περισσότερο συναισθηματική, λύσσα τρυφερότητας, να βρω ένα ταίρι, μια σύντροφο. πολλά κορίτσια και αγόρια από τα δεκάδες που πέρασαν και συνεργάσθηκα μαζί τους, μου στάθηκαν με αγάπη και τρυφερότητα στις μεταπτώσεις μου, ποιους και ποιες να πρωτοθυμηθώ, τον Αλέξη τον Σουηδό τον Γιώργο τον Μιχάλη τον Γιάννη, την Ελένη την Ντίνα την Μαρία την Eλευθερία, με όλες ήμουν ερωτευμένος, καλή τους ώρα όπου κι αν είναι.
Οι μουσικοί που βγήκαν απ’ τ’ Αυγό, κι άλλοι που μπήκαν

Κώστας Τζίκας, φοιτητής της αρχιτεκτονικής αλλά πιο πολύ μουσικός, από το βιολί, στην κιθάρα και τελικά στο μπουζούκι - θερμός (από τους πρώτους) θιασώτες του ρεμπέτικου
Κώστας Τζίκας  φοιτητής της αρχιτεκτονικής, πιο πολύ ενδιαφερόμενος για την μουσική, από τους πρώτους  θιασώτες του ρεμπέτικου (1964) . Αρχείο ΑΛΚΜΑΝ

Πολλές γενιές μουσικών πέρασαν από κει, ο Κωστής ο Τζίκας οι Νεάρχου Παράπλους, οι Χαϊνηδες, αυτός που συνέβαλε σε αρκετούς και τους βοήθησε μουσικά, ήταν ο Ταραίος ο Βασίλης, ο οποίος ήταν εκεί κάθε βράδυ για ένα μεγάλο διάστημα κι κάναμε ατελείωτες κουβέντες, για τον ρόλο της παράδοσης και πως επιδράει πολιτιστικά στα νέα παιδιά η μεταβίβαση της μουσικής μας ιστορίας. Τον βρήκανε πεθαμένο,(…), τόσο μυστικοπαθής και μοναχικός άνθρωπος ήτανε. Ο Βασίλης δεν ήταν δάσκαλος μουσικής -είχε μια τρέλα ιδιόμορφη, νόμιζε πως ήταν λιμενάρχης κι έτσι ντύνονταν, είχε προχωρημένη κουζουλάδα, αλλά ήταν εξαιρετικός μουσικός, αυτοδίδακτος, έπαιζε τα πάντα αλλά κυρίως μπουλγαρί. o πιο ταλαντούχος από αυτή τη φουρνιά ήταν ο Μίλτος Πασχαλιδης.

Χειμερινοί Κολυμβητές, νέος ήχος από τη Θεσσαλονίκη στη δεκαετία του 1980 (φωτ.διαδικτύου)
Χειμερινοί Κολυμβητές, νέος ήχος από τη Θεσσαλονίκη στη δεκαετία του 1980 (φωτ.διαδικτύου)

 

Εκεί μαζεύονταν κάμποσοι η Μητσάρα ο Ζαχαριουδάκης, ο κουζούλακας ο Αποστολάκης, εκεί, κούμπωσε, δίπλωσε, και μπήκε στο ζυγό όπως και πολλοί άλλοι,(…)ο, τρυφεράνζες, γλύκες, νταλκάδες, ο χώρος αυτός έδωσε χαρά στους περισσότερους που σύχναζαν,(…)

Η Χριστάρα ο Λιάτης, γεια μας, γαμώ την Καστοριά μας, ρεμπέτης μπουζουξής κι ασίκης, ο Λιάκος ο Κλαϊνος ο κομισάριος του μπαγλαμά, το Γιαννάκη ο Παξιμαδάκης που με παρηγορούσε με το μπουζούκι του από τότε.
Ο Ρασσούλης έκανε αρκετές συναυλίες στο μαγαζί αλλά υπήρχαν και βράδια που με δίσκους του και το Μανόλη μέσα, γινόταν της πουτάνας το κάγκελο και να τραγουδάει όλος ο κόσμος, να χορεύει, να σπάει, ω ρε γλέντια!!

 

Το Ηράκλειο της μεταπολίτευσης το χαρακτήρισαν οι δήμαρχοί του, ο γνωστός σκιτσογράφος Γιάννης Ανδρεαδάκης τους σατιρίζει
Το Ηράκλειο της μεταπολίτευσης το χαρακτήρισαν οι δήμαρχοί του, ο γνωστός σκιτσογράφος Γιάννης Ανδρεαδάκης τους σατιρίζει

Δεν γινόταν τότε σε κανένα άλλο μαγαζί αυτό το πράγμα. Κάποια στιγμή παρότι είχα ένα μεγάλο πιάνο πήρα κι ένα μικρό γιατί ο Λουκιανός ήθελε να παίζει και να βλέπει το κόσμο καταμούτσουνα, θυμάμαι αρκετούς που έπαιξαν και τραγούδησαν, τον Λιούγκο τον Κηλαηδόνη την Τανάγρη την Γιαννάτου τον Ζουράρη τον Πορτοκάλογλου, τον Χοντρονάκο, στους Χειμερινούς Κολυμβητές πλήρωσα πέρα από όλα τα άλλα και τέσσερα αεροπορικά εισιτήρια για να μεταφερθεί το μπάσο σε θέση δίπλα σε εκείνον που το έπαιζε, πλήρωνα σαν μπουνταλάς ολονώνε τα βίτσια στο όνομα τις μαχόμενης καλλιτεχνίας και της αριστερής ενοχής, τα περισσότερα ζωντανά με έβαζαν μέσα με τα τσαρούχια. Είχα ένα φίλο που δούλευε στον πύργο ελέγχου στο αεροδρόμιο κι έπαιζε καταπληκτικό σαξόφωνο, κάποιες βραδιές του χειμώνα έκανε πολύ κρύο αλλά αφήναμε λίγο την πόρτα ανοιχτή κι έλεγα εγώ ιστορίες κι φύσαγε έπαιζε εκείνος και γέμιζε το μαγαζί. Φανταστικά θέματα, απ’ αυτά που διάβαζα, ή πάντρευα ιστορίες από την παρανομία και έφτιαχνα αυτοσχέδια θρίλερ από φανταστικές σχέσεις , ανάλογα το κοινό που υπήρχε, αν ήταν καμιά γυναίκα που μας άρεσε κι θέλαμε να την εντυπωσιάσουμε δίναμε τα ρέστα μας, διεκδικούσαμε με απληστία την απόλαυση της ζωής (…)

 

Καρτ ποστάλ που κυκλοφόρησε στη Γαλλία, την εποχή των συνταγματαρχών-παιδικό σχέδιο για την ΕΛΛΑΔΑ . Αρχείο ΑΛΚΜΑΝ
Καρτ ποστάλ που κυκλοφόρησε στη Γαλλία, την εποχή των συνταγματαρχών-παιδικό σχέδιο για την ΕΛΛΑΔΑ . Αρχείο ΑΛΚΜΑΝ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Όποιος ενδιαφέρεται να διαβάσει ολόκληρο το κείμενο  ας απευθυνθεί :Chiotelis Kostas  http://www.facebook.com/messages/chiotelis.kostas ή ας στείλει μήνυμα στο :peikx [at] yahoo [dot] gr

(1)= Μπαρ και σημαντικό στέκι της δεκαετίας του 1980-90 στο Ηράκλειο

ΌΠΟΥ ΑΠΟΔEΙΚΝYEΤΑΙ ΟΤΙ ΣΩΤHΡΙΑ ΜΠΟΡEΙ ΝΑ ΦΑΝΟYΝ ΚΑΙ ΤΑ ΑΝEΠΑΡΚH, ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΑΡΙΩΔΗ ΜΕΣΑ, ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ

Ο Κάφκα παραλλάσσει το μύθο των Σειρήνων για να φτάσει, μέσα από την παραλλαγή του, στο ίδιο συμπέρασμα.
Φεύγεις, για να χάσεις τον εαυτό σου, και μετά, αφού το ξαναβρείς ξαναγυρίζεις ένας άλλος, ο οποίος ξέρει γιατί γυρίζει.
Εκτίθεσαι στις Σειρήνες, δεν τις φοβάσαι, τις προκαλείς.
Σύμφωνα με τον Όμηρο, ο Οδυσσέας δεν είχε βάλει κερί στ’ αυτιά του, αλλά είχε αλυσοδεθεί στο κατάρτι. Να ακούσει την πρόκληση και να ξέρει σε τι είπε όχι (στην εκδοχή της Οδύσσειας οι Σειρήνες τραγουδούσαν, ενώ στην παραλλαγή Κάφκα ήταν σιωπηλές).
Στον Κάφκα, εκτός από τις σιωπηλές Σειρήνες (τη σιωπή των οποίων τη θεωρούσε ως «όπλο πιο φοβερό και από το τραγούδι»), ο Οδυσσέας είχε και κερί στ’ αυτιά, αλλά, ενώ οι Σειρήνες δεν τραγουδούσαν, αυτός νόμισε ότι τραγουδούσαν, και ότι κατάφερε να τις αγνοήσει. Ήθελε να γυρίσει στην Ιθάκη, έχοντας «φύγει» και ύστερα από τόσες «Σειρήνες», ήξερε και γιατί ήθελε να επιστρέψει.
Αν δεν ήθελε να αναμετρηθεί με όλες τις «Σειρήνες» του κόσμου, απλούστατα, δεν θα έφευγε, θα έμενε στη σιγουριά του «βασιλείου» του. Αυτός ήθελε να τις γνωρίσει, να αναμετρηθεί μαζί τους, να τις «νικήσει» και να ξαναπάει στην Ιθάκη του, στο νέο του εαυτό!

” Φραντς Κάφκα

Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΣΕΙΡΗΝΩΝ

Όπου αποδεικνύεται ότι σωτήρια μπορεί να φανούν και τα ανεπαρκή, ακόμη και τα παιδαριώδη μέσα:

Για να προφυλαχτεί από τις Σειρήνες, ο Οδυσσέας έφραξε τα αυτιά του με κερί και έβαλε να τον αλυσοδέσουν στο κατάρτι. Κάτι ανάλογο, ασφαλώς, θα μπορούσαν να κάνουν ανέκαθεν όλοι οι ταξιδιώτες -εκτός από εκείνους που οι Σειρήνες πρόφταιναν να τους σαγηνεύσουν από μακριά- ήταν όμως παγκοσμίως γνωστό ότι δεν ωφελούσε. Το τραγούδι των Σειρήνων διαπερνούσε τα πάντα, και το πάθος των σαγηνευμένων δεν ήταν ικανό να σπάσει μόνο αλυσίδες και κατάρτια. Αυτό ο Οδυσσέας δεν το σκέφτηκε, αν και πολύ πιθανόν το είχε ακουστά. Εναπέθεσε τις ελπίδες του σε μια χούφτα κερί και μια αρμαθιά αλυσίδες, και γεμάτος αθώα χαρά για τα πενιχρά του μέσα, έβαλε πλώρη για τις Σειρήνες.

Οι Σειρήνες όμως έχουν ένα όπλο πιο φοβερό και από το τραγούδι: τη σιωπή τους. Και πιθανότερο, παρόλο που δεν έτυχε ποτέ, θα ήταν να γλιτώσεις από το τραγούδι τους, παρά από τη σιωπή τους. Τίποτε στον κόσμο αυτόν δεν μπορεί να αντισταθεί στο αίσθημα πως τις νίκησες με το σπαθί σου, ούτε στην αλαζονεία που επακολουθεί και σαρώνει τα πάντα.

Κι η αλήθεια είναι πως δεν τραγουδούσαν οι τρομερές Σειρήνες καθώς τις ζύγωνε ο Οδυσσέας γιατί πίστευαν, ίσως, ότι με τη σιωπή τους μόνο θα νικούσαν τούτο τον αντίπαλο – εκτός κι αν, βλέποντας τόση ευτυχία στο πρόσωπο του Οδυσσέα, που μόνο το κερί σκεφτόταν και τις αλυσίδες του, λησμόνησαν κάθε τραγούδι.

Ο Οδυσσέας όμως, τη σιωπή τους, ας μου επιτραπεί η έκφραση, δεν την άκουσε: του φάνηκε πως τραγουδούσαν, και πως μόνο εκείνος δεν τις άκουγε, επειδή είχε λάβει τα μέτρα του. Πριν ξεκινήσει, έριξε μια κλεφτή ματιά, είδε τον καμπυλωμένο λαιμό, τις βαθιές ανάσες, τα δακρυσμένα μάτια, το μισάνοιχτο στόμα, και πίστεψε πως όλα αυτά συνόδευαν τις άριες που ανάκουστες αντηχούσαν γύρω του. Κι έπειτα δεν τις ξανακοίταξε, γύρισε το βλέμμα του πέρα, μα­κριά, κι εμπρός στην αταλάντευτη απόφασή του οι Σειρήνες κυριολεκτικά εξαφανίστηκαν, τόσο που, κι όταν βρέθηκε κοντά τους, μήτε που τις πρόσεξε.

Εκείνες όμως, ωραιότερες παρά ποτέ, συστρέφονταν, τεντώνονταν, παράδερναν τα απαίσια μαλλιά τους με τον άνεμο, και τα γαμψά τους νύχια σέρνονταν πάνω στα βράχια. Και πια δεν ήθελαν να ξελογιάσουν – μόνο να κρατήσουν ένα καθρέφτισμα από τα μεγάλα μάτια του Οδυσσέα ήθελαν, όσο γινόταν πιο πολύ.

Αν οι Σειρήνες είχαν συνείδηση, εκείνη η φορά θα ήταν το τέλος τους. Τίποτε δεν έπαθαν όμως˙ απλώς, ο Οδυσσέας τους ξέφυγε.

Στην ιστορία αυτή υπάρχει πάντως κι ένα υστερόγραφο: Ο Οδυσσέας ήταν, λένε, τόσο πολυμήχανος, τέτοια αλεπού, που μήτε η Θεά του Πεπρωμένου δεν μπορούσε να διαβάσει την ψυχή του. Και ίσως, αν και κάτι τέτοιο υπερβαίνει την ανθρώπινη λογική – ίσως να πρόσεξε στ’ αλήθεια πως σωπαίναν οι Σειρήνες, κι όλες αυτές οι προσποιήσεις που αναφέραμε, ήταν κάτι σαν ασπίδα, που την όρθωσε μπροστά τους, και μπροστά στους θεούς”.