Η ΔΙΗΓΗΣΗ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ

Η  ΔΙΗΓΗΣΗ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ   (  Η ΤΥΧΕΡΗ  )

Καλοκαιρινή νύχτα στο Μπουρούνι, το φεγγάρι φαινόταν από Ανατολή σε Δύση

 

Στο «Μπουρούνι», έναν απρόσιτο βράχο, στο τουριστικό (σήμερα)θέρετρο της Ανατολικής Κρήτης , συναντήθηκαν πέντε συγγενείς, πρώτα ξαδέρφια από την πλευρά των μανάδων τους.

Την ευκαιρία την έδωσε ένα γεύμα,που προσφέρθηκε από κάποιον, που ζει ακόμα στην άκρη αυτού του βράχου. Η συζήτηση προσανατολίσθηκε , σε ένα πρόσωπο του παρελθόντος που «έπαιξε»  τη Λευκοθέα , πρόωρα χαμένη στην εποχή των παιδικών μου χρόνων.

Ήταν για μένα γυναίκα μυθική, δεν την είχα γνωρίσει καλά, θυμόμουν μόνο το βαθυμελάχρινο χρώμα, τα κυματιστά μαλλιά και σπινθηροβόλα μάτια της.»Θείτσα» της έλεγα κι όταν γύριζε να με δεί, ένιωθα να με ηλεκτρίζει η ματιά της, «θείτσα δώσε μου λίγο γλυκό».

Δεν ζητούσα συχνά, μα δεν την πολυφοβόμουν όπως τη μάνα μου, μια φορά στις δυο ανταποκρινόταν, «να μια κουταλίτσα” μα μην το πεις , δεν έχω πολύ».

Την αγαπούσα αν και ήταν αυστηρή, δεν σήκωνε πολλά – μα έδινε – χωρίς παρακάλια. Άκουγα τους άλλους να μιλούν γι αυτήν με αγάπη σεβασμό, με δέος. «Το είπε η Λεύκη»,ή «Να την ρωτήσουμε, ξέρει και γράμματα», » ποιος να βοηθήσει;» μα έχουμε την Λεύκη, κάτι θα σκεφτεί, κάτι θα βρει.

Ήταν μιά από τις έξι αδερφές της μάνας μου (υπήρχε κι ένας αδερφός), η μόνη που έμαθε γράμματα , που ξέφυγε από τη μεγάλη φτώχεια και την (απερίγραπτη) μιζέρια του (ψαρο) χωριού μας. ‘Οταν τέλειωσα το Δημοτικό, ήμουν το μόνο από τα 15-16 ξαδέρφια, που έδειχνε κάποια κλίση στη μάθηση.

Αυτή που το κατάλαβε και το εκτίμησε ήταν η θεία Λεύκη, αυτή με «έβαλε» στο Γυμνάσιο και φρόντιζε για την πρόοδο μου. Κάθε εξάμηνο, ερχόταν, σαν αληθινός κηδεμόνας, στο σχολείο μου και μιλούσε και με το γυμνασιάρχη.

Ένιωθα υπερηφάνεια που υπήρχε κάποιος να ενδιαφέρεται για μένα και μπορούσε να μιλάει με τόσο ψηλά πρόσωπα.

Όταν έφτασε η είδηση το θανάτου της, έμοιαζε απίστευτη, δεν μπορούσε να συμβεί, ήταν τόσο νέα, υγιής και δυνατή.

Είχε χαθεί μακριά, στην Αθήνα , δεν πολυκατάλαβα τι έγινε. Όταν σταμάτησαν οι σπουδές και τα σχολεία και βρέθηκα μούτσος

(ναυτόπαις) σ΄ένα εμπορικό, εννόησα ότι το τρομερό συμβάν, ήταν πραγματικό και θα άλλαζε τη ζωή μου οριστικά.

Ο φύλακας άγγελος είχε πετάξει στα σύννεφα.

 

 

Φωτογραφία του βράχου, το "Μπουρούνι"
Φωτογραφία του βράχου, το «Μπουρούνι»

 

Συνεχίστε την ανάγνωση Η ΔΙΗΓΗΣΗ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ ΤΑ ΤEΛEΥΤΑΙΑ ΤΑΞΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΚΡHΤΗ, Η ΟΥΕΝΤΙ

Ηρερολόγιο 1995-David Hochney, (σαν το Ηράκλειο της φαντασίας μας)

Μα δεν έκανε ταξίδια στην Κρήτη ο Μαραμπού, παρατήρησε πικρόχολος φίλος μας, κάτοικος του κλεινού άστεως, μια στάση στην επαγγελματική διαδρομή του ήταν -εννοούσε δεν έκανε ταξίδια ελεύθερης επιλογής στο Ηράκλειο, αλλά η επίσκεψη ηταν υποχρεωτική. Λες κι η θάλασσα φυραίνει και το πλοίο γίνεται ποδήλατο, αν δεν κάνουμε διακοπές και διαδρομές αναψυχής. Το ερώτημα είναι πότε δημιουργούνται φιλίες, στις επαγγελματικές ή άλλες υποχρεωτικές απασχολήσεις (πχ στρατός) ή όταν έχουμε ελεύθερο χρόνο, όταν διασκεδάζουμε ή όταν επιχειρούμε τουριστικές διαδρομές (μερικοί βέβαια επιμένουν:»λένε ζήσαμε κι εννοούν γλεντήσαμε»-Μ.Αναγνωστάκης)

 

Scan 1
«Λουλούδι έμοιαζε αλπικό»σχέδιο του Σ.Ζ.)

Συνεχίστε την ανάγνωση ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ ΤΑ ΤEΛEΥΤΑΙΑ ΤΑΞΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΚΡHΤΗ, Η ΟΥΕΝΤΙ

ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ

 

 

ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΔΑΚΡΥ
Τρίτη Δημοτικού σε σχολείο της Κυψέλης (Αθήνα,2014). Ώρα φαγητού. Η Ρουθ είναι μια χαριτωμένη μαυρούλα από χώρα της Αφρικής. Κολλητή με την Άντζελα από τις Φιλιππίνες και την Ντενίς από τη Ρουμανία. Τρώνε ήσυχα και συζητούν μεταξύ τους. Η Ρουθ όμως ξαφνικά αρχίζει να κλαίει. Πλησιάζω στην παρέα και τις ρωτάω τι έχει. Θυμήθηκε τη γιαγιά της που έχει πεθάνει, μου λέει η Ντενίς. Της είπαμε να θυμηθεί κάτι λυπητερό για να κλάψει και να δούμε τι χρώμα έχουν τα δάκρυά της. Μετά θα κλάψουμε κι εμείς, εγώ με την Άντζελα.
( Από αφήγηση της δασκάλας ΑΝΝΑΣ Ζ.)

Μαθήτρια Δημοτικού
Μαθήτρια Δημοτικού

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Το περιστατικό δείχνει ότι δεν στέγνωσε ακόμα η ευαισθησία και η τρυφερότητα σ αυτήν τη έρημη χώρα(The Wasteland).

Ευχαριστούμε θερμά την κ. Σοφία Λιλιμπάκη, που μας παραχώρησε το κείμενο

 

 

ΜΕΡEΣ ΤΟΥ 85 (7-6-1985)

ualorh-0064

 


Μια μικρή ηρακλειώτικη συντροφιά, χαζολογούσε στο γνωστό μπαρ του κ.Κωνσταντίνου Χιωτέλη. Συνεχίστε την ανάγνωση ΜΕΡEΣ ΤΟΥ 85 (7-6-1985)

ΌΠΟΥ ΑΠΟΔEΙΚΝYEΤΑΙ ΟΤΙ ΣΩΤHΡΙΑ ΜΠΟΡEΙ ΝΑ ΦΑΝΟYΝ ΚΑΙ ΤΑ ΑΝEΠΑΡΚH, ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΑΡΙΩΔΗ ΜΕΣΑ, ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ

Ο Κάφκα παραλλάσσει το μύθο των Σειρήνων για να φτάσει, μέσα από την παραλλαγή του, στο ίδιο συμπέρασμα.
Φεύγεις, για να χάσεις τον εαυτό σου, και μετά, αφού το ξαναβρείς ξαναγυρίζεις ένας άλλος, ο οποίος ξέρει γιατί γυρίζει.
Εκτίθεσαι στις Σειρήνες, δεν τις φοβάσαι, τις προκαλείς.
Σύμφωνα με τον Όμηρο, ο Οδυσσέας δεν είχε βάλει κερί στ’ αυτιά του, αλλά είχε αλυσοδεθεί στο κατάρτι. Να ακούσει την πρόκληση και να ξέρει σε τι είπε όχι (στην εκδοχή της Οδύσσειας οι Σειρήνες τραγουδούσαν, ενώ στην παραλλαγή Κάφκα ήταν σιωπηλές).
Στον Κάφκα, εκτός από τις σιωπηλές Σειρήνες (τη σιωπή των οποίων τη θεωρούσε ως «όπλο πιο φοβερό και από το τραγούδι»), ο Οδυσσέας είχε και κερί στ’ αυτιά, αλλά, ενώ οι Σειρήνες δεν τραγουδούσαν, αυτός νόμισε ότι τραγουδούσαν, και ότι κατάφερε να τις αγνοήσει. Ήθελε να γυρίσει στην Ιθάκη, έχοντας «φύγει» και ύστερα από τόσες «Σειρήνες», ήξερε και γιατί ήθελε να επιστρέψει.
Αν δεν ήθελε να αναμετρηθεί με όλες τις «Σειρήνες» του κόσμου, απλούστατα, δεν θα έφευγε, θα έμενε στη σιγουριά του «βασιλείου» του. Αυτός ήθελε να τις γνωρίσει, να αναμετρηθεί μαζί τους, να τις «νικήσει» και να ξαναπάει στην Ιθάκη του, στο νέο του εαυτό!

» Φραντς Κάφκα

Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΣΕΙΡΗΝΩΝ

Όπου αποδεικνύεται ότι σωτήρια μπορεί να φανούν και τα ανεπαρκή, ακόμη και τα παιδαριώδη μέσα:

Για να προφυλαχτεί από τις Σειρήνες, ο Οδυσσέας έφραξε τα αυτιά του με κερί και έβαλε να τον αλυσοδέσουν στο κατάρτι. Κάτι ανάλογο, ασφαλώς, θα μπορούσαν να κάνουν ανέκαθεν όλοι οι ταξιδιώτες -εκτός από εκείνους που οι Σειρήνες πρόφταιναν να τους σαγηνεύσουν από μακριά- ήταν όμως παγκοσμίως γνωστό ότι δεν ωφελούσε. Το τραγούδι των Σειρήνων διαπερνούσε τα πάντα, και το πάθος των σαγηνευμένων δεν ήταν ικανό να σπάσει μόνο αλυσίδες και κατάρτια. Αυτό ο Οδυσσέας δεν το σκέφτηκε, αν και πολύ πιθανόν το είχε ακουστά. Εναπέθεσε τις ελπίδες του σε μια χούφτα κερί και μια αρμαθιά αλυσίδες, και γεμάτος αθώα χαρά για τα πενιχρά του μέσα, έβαλε πλώρη για τις Σειρήνες.

Οι Σειρήνες όμως έχουν ένα όπλο πιο φοβερό και από το τραγούδι: τη σιωπή τους. Και πιθανότερο, παρόλο που δεν έτυχε ποτέ, θα ήταν να γλιτώσεις από το τραγούδι τους, παρά από τη σιωπή τους. Τίποτε στον κόσμο αυτόν δεν μπορεί να αντισταθεί στο αίσθημα πως τις νίκησες με το σπαθί σου, ούτε στην αλαζονεία που επακολουθεί και σαρώνει τα πάντα.

Κι η αλήθεια είναι πως δεν τραγουδούσαν οι τρομερές Σειρήνες καθώς τις ζύγωνε ο Οδυσσέας γιατί πίστευαν, ίσως, ότι με τη σιωπή τους μόνο θα νικούσαν τούτο τον αντίπαλο – εκτός κι αν, βλέποντας τόση ευτυχία στο πρόσωπο του Οδυσσέα, που μόνο το κερί σκεφτόταν και τις αλυσίδες του, λησμόνησαν κάθε τραγούδι.

Ο Οδυσσέας όμως, τη σιωπή τους, ας μου επιτραπεί η έκφραση, δεν την άκουσε: του φάνηκε πως τραγουδούσαν, και πως μόνο εκείνος δεν τις άκουγε, επειδή είχε λάβει τα μέτρα του. Πριν ξεκινήσει, έριξε μια κλεφτή ματιά, είδε τον καμπυλωμένο λαιμό, τις βαθιές ανάσες, τα δακρυσμένα μάτια, το μισάνοιχτο στόμα, και πίστεψε πως όλα αυτά συνόδευαν τις άριες που ανάκουστες αντηχούσαν γύρω του. Κι έπειτα δεν τις ξανακοίταξε, γύρισε το βλέμμα του πέρα, μα­κριά, κι εμπρός στην αταλάντευτη απόφασή του οι Σειρήνες κυριολεκτικά εξαφανίστηκαν, τόσο που, κι όταν βρέθηκε κοντά τους, μήτε που τις πρόσεξε.

Εκείνες όμως, ωραιότερες παρά ποτέ, συστρέφονταν, τεντώνονταν, παράδερναν τα απαίσια μαλλιά τους με τον άνεμο, και τα γαμψά τους νύχια σέρνονταν πάνω στα βράχια. Και πια δεν ήθελαν να ξελογιάσουν – μόνο να κρατήσουν ένα καθρέφτισμα από τα μεγάλα μάτια του Οδυσσέα ήθελαν, όσο γινόταν πιο πολύ.

Αν οι Σειρήνες είχαν συνείδηση, εκείνη η φορά θα ήταν το τέλος τους. Τίποτε δεν έπαθαν όμως˙ απλώς, ο Οδυσσέας τους ξέφυγε.

Στην ιστορία αυτή υπάρχει πάντως κι ένα υστερόγραφο: Ο Οδυσσέας ήταν, λένε, τόσο πολυμήχανος, τέτοια αλεπού, που μήτε η Θεά του Πεπρωμένου δεν μπορούσε να διαβάσει την ψυχή του. Και ίσως, αν και κάτι τέτοιο υπερβαίνει την ανθρώπινη λογική – ίσως να πρόσεξε στ’ αλήθεια πως σωπαίναν οι Σειρήνες, κι όλες αυτές οι προσποιήσεις που αναφέραμε, ήταν κάτι σαν ασπίδα, που την όρθωσε μπροστά τους, και μπροστά στους θεούς».

Ο ΛΑΒΥΡΥΝΘΟΣ (ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ)

Σκίτσο της Helen Hatherley, London 1969

Η Πρωτοχρονιά του 196.. μας βρήκε πανί με πανί. Τι είχε συμβεί; Μετά από ολονύκτια ζαροπαιξία στο υμιυπόγειο του Νίκου Β. όλοι -δεν ήταν σύμπτωση-τα χάσαμε όλα, μέχρι την τελευταία μας δεκάρα. Μόλις είχε χαράξει, (δεν γινόταν τότε αλλαγές ώρας)ήταν σχεδόν 7 π.μ.και η πόλη (Αθήνα)κοιμόταν ακόμα, τα πάντα ήταν κλειστά. Περιορισμένη η στεναχώρια για την χασούρα γιατί είχαν περισέψει τσιγάρα που αρκούσαν για την απόλαυση των πρωινών καφέδων που ετοίμαζε χωρίς να γκρινιάζει (καθόλου) ο πιο κατάλληλος γι αυτό («στον Γιώργο τούρκικο καφέ όπως θες» – έγραφε σε χαρτί κολλημένο στον τοίχο). Οι συζητήσεις δεν σταματούσαν η ατυχία μπορούσε κάπως να εξηγηθεί, αφού κανένας δεν θεωρούσε τον εαυτό του τυχερό μα η γκαντεμιά δεν ήταν βέβαια κάτι καλοδεχούμενo. Τα θέματα ήταν ατέλειωτα και μόνο το μεσημέρι καταλάβαμε ότι υπήρχε πρόβλημα, από την πείνα που άρχισε να ενοχλεί τους πιο καλομαθημένους και δεν άργησε να μας θερίζει όλους.

Στις γιορτές, αφήναμε τις μεγάλες διαδηλώσεις της εποχής, για τις πιο ανόητες "διασκεδάσεις"

Ψάξαμε στην πιάτσα, τα καφενεία και τα εστιατόρια ήταν κλειστά, δεν υπήρχαν όμως και χρήματα για καμιά προμήθεια. Μαύρα φίδια άρχισαν να μας ζώνουν, κι όταν ο πιο ευτραφής από όλους μας Κώστας Α. κόντευε να βάλει τα κλάματα από την πείνα, ο ψυχραιμότερος Μονόλης Χρ. είπε πολύ δυνατά:
«όταν η τύχη δεν βοηθά
ο νους ίντα θα κάνει
αν τρέχεις φτάνεις τον καζά (1)
κι ανέ σταθείς σε φτάνει»
Η μαντινάδα λειτούργησε σαν καταπραϋντικό, αν και δεν ήταν αισιόδοξη μας έδωσε κουράγιο.

Μετά από πολλές προσπάθειες (και χιλιόμετρα) φτάσαμε στο κέντρο, άνοιξε αργά μετά τις 2 μ.μ. το εστιατόριο του ΝΤΟΒΑ έτσι νομίζω λεγόταν και σ΄ αυτό είχε βιβλιαράκι (δηλαδή τεφτέρι για πίστωση) ο Μανόλης Χ. κι έτσι βολευτήκαμε όλοι.

Πέρασε καιρός, ο Μανόλης Χρ. που είχαμε συνηθίσει να μας βγάζει από δύσκολες περιστάσεις, απομακρύνθηκε από την παρέα, εγκατέλειψε τις σπουδές του και προσπάθησε να μπει στο χώρο των επιχειρήσεων, χωρίς επιτυχία. Ήταν πανέξυπνος ευπροσάρμοστος, αισιόδοξος και πειστικός τίποτα δεν μπορούσε να τον κάμψει. Όταν η πρώτη προσπάθεια απέτυχε, αντί να υποχωρήσει παντρεύτηκε και προχώρησε στο δεύτερο μεγαλύτερο βήμα. Νέα εταιρεία, γραφεία πολυτελή στην ακριβή περιοχή της πόλης, διαφημίσεις και προβολή. Πριν σταθεροποιηθεί τον κτύπησε μια επάρατη ασθένεια. Η είδηση έπεσε σαν βόμβα στον κύκλο μας, οι»γιατροί»(φοιτητές ιατρικών και παραϊατρικών σχολών) μας εξήγησαν την τρομερή πάθηση : νόσος Μπέργκερ (Buerger)- ανίατη (αποφρακτική) θρομβοπάθεια. Η επιχειρηματική του προσπάθεια φυσικά έληξε άδοξα, μόνο κάπου στην Αγγλία υπήρχε νοσοκομείο ειδικευμένο στην τρομερή πάθηση, που οδηγούσε αναπόφευκτα σε συνεχείς ακρωτηριασμούς .
Το κρητικό του δίστιχο ερχόταν στο νου μου :
«…αν τρέχεις φτάνεις τον καζά
κι ανέ σταθείς σε φτάνει»

Λαβύρινθος, στη σύγχρονη εποχή επηρέασε λογοτέχνες όπως ο Μπόρχες (επισκλεφτηκε την Κρήτη τυφλός, αναζητώντας το μύθο του)

Ο Μανόλης Χρ. πήγε στο εξωτερικό, χωρίς χρήματα (το μυαλό του πήρε άπειρες στροφές) βρήκε και όχι μόνο αυτό, στο κρεβάτι του πόνου, εκεί που του αφαίρεσαν το ένα του πόδι, δεν γονάτισε, κράτησε όλο το κουράγιο του. Στη διπλανή κλίνη θεραπευόταν κάποια κοπέλα από ένα ατύχημα, της έδινε κουράγιο και δεν άργησε να τον ερωτευθεί. Μας την έστειλε στην Ελλάδα για φιλοξενία ήταν η Ηelen Hath., ακόμα παίρνουμε κάρτες και ευχαριστίες. Μετακόμισε λίγο αργότερα στην Αμερική( ΗΠΑ), εκεί ήταν και το πιο μεγάλο ειδικευμένο ίδρυμα για την αρρώστια του. Πήρε μαζί την οικογένεια του, τη γυναίκα και τα δυο παιδιά του και δημιούργησε μιαν επιτυχημένη αυτήν τη φορά επιχείρηση, την εφημερίδα (περιοδικό)»ΕΛΛΗΝΙΚA NEA»(Greek News) που γρήγορα έγινε το όργανο των απανταχού Αποδήμων (Ελλήνων). Ήξερε το δρόμο της απαίσιας πάθησης του, όταν οδηγήθηκε ξανά στο χειρουργικό τραπέζι για την αποκοπή του άλλου ποδιού του, άντεξε πάλι την πιο τρομερή(αυτήν τη φορά) δοκιμασία. Ήταν τόσο δυνατός; Σίγουρο είναι ότι ήταν ατρόμητος, άνθρωπος από ατσάλι, μπορούσε να σπάσει μα δε λύγιζε με τίποτα. Χρησιμοποίησε την αναπηρία του σαν εφόδιο στη νέα δουλειά του(δημοσιογραφία), με το καροτσάκι γύριζε τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, από αεροπλάνο σε ελικόπτερο από πλοίο σε σιδηρόδρομο, έτρεχε ακούραστος, συνάντησε όλους τους επίσημους και επιφανείς της γης (κανείς δεν μπορούσε να του αρνηθεί μια συνέντευξη). Κάποτε ενώ έβγαινε από τα γραφεία του στη Νέα Υόρκη με το αναπηρικό καροτσάκι που το έσπρωχνε ένα νέος συνοδός του, τον σταμάτησε ένοπλος ληστής: «τα λεφτά σου(το πορτοφόλι σου) ή τη ζωή σου», ο Μανόλης πρότεινε το στήθος του «ρίξε» είπε, ο ένοπλος πυροβόλησε ενοχλημένος τον νέο που έσπρωχνε το καρότσι.
….
Επισκέφτηκε επισήμως την Αθήνα και τους παλιούς του φίλους στη δεκαετία του 1980, είχε αγοράσει και ένα κεντρικό διαμέρισμα για την οικογένειά του, κατάφερνε να κινείται μόνος του, να περνάει όλα τα εμπόδια της αφιλόξενης (για ανάπηρους τουλάχιστον ) πόλη και της δύσκολες εισόδους (λόγω πολλών σκαλοπατιών) των πολυκατοικιών. Η αισιοδοξία του ήταν φανερή, αν και ήξερε το ζοφερό του μέλλον, μόνο το τσιγάρο δεν έλεγε να κόψει, δεν είχε καμιά σημασία να καθυστερήσει λίγο την εξέλιξη της νόσου.
Γύριζε συνεχώς στο μυαλό μου
«όταν η τύχη δεν βοηθά
ο νους ίντα θα κάνει…»

Τον Δεκέμβριο του 1989 έφτασε στην ιδιαίτερη πατρίδα του την Κρήτη και το χωριό του. Με επισκέφτηκε και μου ζήτησε λόγω των επαγγελματικών μου δυνατοτήτων βοήθεια. Ήθελε χάρτες και στοιχεία μιας περιοχής της Μεσσαράς κοντά στο Χωριό Χουστουλιανά, μου εξήγησε ότι επιχειρούσε μιας μεγάλης κλίμακας δημοσιογραφική έρευνα που χρηματοδοτούσε και το αμερικανικό περιοδικό το NAΤΙONAL GEΟGRAFIC. Έμεινα έκπληκτος όταν κατάλαβα ότι συνδεόταν με την πιο ενδιαφέρουσα υπόθεση όλων των εποχών, τον Μινωϊκό Λαβύρινθο. Ίσως είμαστε κοντά στην πιο συνταρακτική ανακάλυψη των αιώνων, είπε ο Μανόλης Χρ. Σαν να βρισκόταν σε πυρετό, η μεγάλη αναπηρία του δεν υπήρχε πια, ήταν ένας ερευνητής που πλησίαζε το εκπληκτικό, το πιο φανταστικό εύρημα όλων των αιώνων.
Προσπάθησα να εκφράσω επιφυλάξεις μα ήταν αδύνατο, είχε έλθει σε επαφή με του πιο σημαντικούς αρχαιοκάπηλους που λυμαίνονται το νησί μας, είχε προσφέρει ένα τεράστιο ποσό (το είχε συγκεντρώσει από προσφορές Αμερικανών και αρχαιοφίλων από παντού)για να έχει την δημοσιογραφική αποκλειστικότητα της πληροφορίας. Μου εξήγησε ότι δεν τον ενδιέφεραν καθόλου τα τυχόν πολύτιμα αρχαιολογικά ευρήματα και αυτό το είχε καταστήσει σαφές στους παράνομους ανασκαφείς(και το είχαν καταλάβει) ούτε οι δάφνες της αρχαιολογίας, του αρκούσε να είναι ο πρώτος στον κόσμο που θα δημοσιοποιούσε την πρωτοφανή είδηση. Ήξερα τους θρύλους και τις λαϊκές παραδόσεις που μιλούν για κρυμμένους θησαυρούς στον μεγάλο κάμπο, περιγραφές για απίθανα χρυσά αγάλματα και ταύρους και αμύθητης αξίας κοσμήματα και σκεύη.

Ιωσήφ Χατζηδάκης, ερευνητής της περιοχής Μεσσαράς, από λεύκωμα της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολ'ης

Ο αρχαιολόγος Ιωσήφ Χατζηδάκης (“Περιήγησις της Κρήτης”)από τον 19ο αιώνα ανέφερε τοποθεσίες με την ονομασία “χατζινέδες, τουτέστιν Θησαυρούς”. Μα ότι μου έλεγε δεν μπορούσα να το πιστέψω. Μήπως είχε πέσει θύμα απατεώνων, αυτός ο πανέξυπνος άντρας, που έπιανε πουλιά στον αγέρα και ποτέ δεν μπόρεσε να τον γελάσει (κοροϊδέψει) κανείς. Έθεσα πλήθος προφανών ερωτημάτων, μου εξήγησε αρκετά αλλά όχι πλήρως το τι συνέβη. Είχε καλές συνδέσεις για πληροφορίες ( επαγγελματικοί λόγοι) με κύκλους του υποκόσμου της Μεγαλούπολης (Νέας Υόρκης) και από εκεί ήρθε σε επαφή με τους εμπόρους αρχαίων αντικειμένων, νόμιμους και μη. Ο ίδιος ήταν γνωστός ως άνθρωπος εμπιστοσύνης, τον είχαν εγγυηθεί πολλοί και διάφοροι κάθε κατεύθυνσης «παραβατικοί», άσπροι μαύροι και κάθε φυλής τύποι. Η συμφωνία ήταν να επισκεφτεί μόνος και να φωτογραφήσει το σπήλαιο (Λαβύρινθο) να αντλήσει τα απαραίτητα στοιχεία και να κάνει ανακοινώσεις σχετικές, σε χρόνο που θα συμφωνούσαν – πριν(2) Ο τρόπος πληρωμής μου φάνηκε επικίνδυνος, μα δεν έλαβε υπ όψη τις εκτιμήσεις μου: «δεν έχω πολλά να χάσω, σε κάθε περίπτωση»παρατήρησε. Το ραντεβού είχε κλειστεί για την τρίτη μέρα μετά τα Χριστούγεννα. Φορτώθηκε Χάρτες και φωτογραφικές μηχανές και ξεκίνησε το πρωϊ της Τετάρτης, 28 Δεκεμβρίου. Αν δεν γυρίσω σε δυο μέρες, μην ανησυχήσετε μου είπε, θέλω οπωσδήποτε η είδηση να δημοσιευθείτην Τρίτη την Πρωτοχρονιά. Ίσως φύγω λοιπόν αμέσως, αν είναι καλά τα αποτελέσματα. Δεν δέχθηκε αντιρρήσεις. Το ότι υποτιμούσε τους κινδύνους της μαφίας των αρχαιοκαπήλων ήταν φανερό, μα και κάθε επιμονή έμοιαζε μάταια, ήταν πολύ έμπειρος σε δύσκολες δουλειές για να δεχθεί συμβουλές από άσχετους.

H εμφάνιση του λαβυρίνθου στο έργο του Μπόρχες έγινε σε μια σχετικά όψιμη περίοδο της ζωής του, αν και η ιδέα υπήρχε πίσω από πολλά μυθοπλαστικά δημιουργήματά του. Στο «υποθετικό ποίημά» του το 1942 διαπιστώνει ότι ο λαβύρινθος οδηγούσε τα βήματά του από κάποια ημέρα της παιδικής του ηλικίας (NEA 28.7.2007


Δεν ήρθε την επομένη, χάθηκε για μέρες. Τηλεφωνήσαμε στη γυναίκα του, στην εφημερίδα του στις ΗΠΑ. Δεν ήταν εκεί αυτός, μα δεν φάνηκε να ανησυχεί.» Μου έστειλε τηλεγράφημα ότι βρίσκεται καθ΄οδόν προς Νέο Δελχί» είπε πολύ βέβαιη ότι δεν υπάρχει κάτι έκτακτο. Ρώτησα πλαγίως για την υπόθεση του Λαβυρίνθου, μα δεν ήξερε κάτι, δεν θέλησε να την ανακατέψει σκεφτήκαμε. Όταν μετά από 20 μέρες έφτασε μια κάρτα από τις Ινδίες, ησυχάσαμε τελείως ”σας φιλώ, από τη χώρα των Μαχαραγιάδων και των ελεφάντων έγραφε- Ο Λαβύρινθος απέτυχε, αλλά πάντα υπάρχουν περιθώρια – θα ξανάρθω”.
Σε μένα υπήρχαν αμφιβολίες ακόμα και όταν έφτασε η επόμενη κάρτα του από την Νορβηγία : «καθ’ οδόν προς Βόρρειον Πόλον, πρέπει να σταματήσουμε την καταστροφή» σημείωνε με έμφαση.

Οι ευχέ ςγια το 2012 συνοδευόταν από την έκκληση για προσπασία του περιβάλλοντος

Οι πληροφορίες από τους δικούς του (από Αμερική) ήταν καλές, γυρίζει στους πάγους, σε αποστολές απίθανες με παγοθραυστικά , έλεγαν, αλλά κανένα στοιχείο δεν αποδείκνυε πλήρως αυτόν τον ισχυρισμό, οι συγγενεις του στο χωριό δεν ήξεραν κάτι περισσότερο.
Έχουν περάσει είκοσι χρόνια (και περισσότερα )από τις γιοτρές του 1990, η Πρωτοχρονιά «έπεφτε» Τρίτη τότε που προγραμμάτιζε ο Μανόλης Χρ. την ανακοίνωση της μεγάλης είδησης – δεν υπήρξε μέχρι σήμερα κανένα απτό ίχνος του.
Το έντυπο της Νέας Υόρκης με την διεύθυνση των παιδιών του υπάρχει ακόμα, ο ίδιος έχει ξεχαστεί- κάποιες εξηγήσεις από τους δικούς του δεν ήταν (σε μένα) πειστικές. Όταν έφτασε η οικολογική κάρτα του Σπ. και της Σαρ.από το Λονδίνο, η μορφή του ήρθε μπροστα μου, το ανοικτόκαρδο πρόσωπό του και τα γαλάζια σπινθηροβόλα μάτια του, σαν να τον άκουγα να λέει :» Προσέξτε οι πάγοι λειώνουν, ο κόσμος θα χαθεί…»
Αυτός σκηνοθέτησε τα πάντα σκεφτόμουν, σαν να τραγουδούσε κάποιος κοροϊδευτικά :
«..αν τρέχεις δεν σε φτάνει ο καζάς
μ΄ανε σταθείς σε φτάνει»

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
(1)Καζάς=διοικητική διαίρεση επί Τουρκοκρατίας-αραβική λέξη, σημαίνει και την φασαρία, ταλαιπωρία , μπλέξιμο, ατύχημα,συμφορά “Ωφου καζάς” =κρητική έκφραση = Ώφου μπελάδες
Ίσως προέρχεται( άλλη εκδοχή) από την τουρκική λέξη
kazah=τρομακτικό
Δεν αποκκλείεται να έχει ιταλικη προέλευση,καζάς= κάζο (συμβάν)
(2)Είναι γνωστό ότι πολλές σπουδαίες αρχαιολογικές ανακαλύψεις είχαν υποδειχθεί με έμμεσο τρόπο από αρχαιοκάπηλους – που άφηναν εντελώς ακάλυπτες τις τομές του εδάφους και τα υπόλοιπα των “εργασιών” τους ( άχρηστα γι αυτούς κομμάτια)

ΕΠΙΜΕΤΡΟ:
Φίλος του Μ.Π. μας έστειλε ποίημα του που έιχε δημοσιευθεί, σε φοιτητικό περιοδικό, ξερπενάει το μέσο πνευματικό επίπεδο των νέων εκείνης της εποχής.

ΤΟ ΚΡΙΜΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

Ποιος να΄ταν ανάμεσα σ όλους αυτούς...

Το μολύβι βαραίνει στα δάκτυλά μου, πως να πω αυτήν την ιστορία; Ο φίλος μου ήταν περίεργος, sui generis τον χαρακτήριζαν πολλοί- δεν θα θελε άραγε; Αν βρισκόταν εδώ, χωρίς αμφιβολία θα γινόταν Τούρκος, αλλά είναι τόσο απόμακρος πια. Δεν θα τον ένοιαζε αν παρέλειπα το αληθινό του όνομα νομίζω – δεν πίστευε σε υπερβάσεις και η αιωνιότητα ήταν γι αυτόν, μια πομφόλυγα, που σκάει στον αγέρα. Συνεχίστε την ανάγνωση ΤΟ ΚΡΙΜΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΓΕΛΙΟΥ ΚΑΙ Η ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΛΥΓΜΩΝ

Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΓΕΛΙΟΥ ΚΑΙ Η ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΛΥΓΜΩΝ

Στα βάθη της Ασίας, στις υπώρειες του Θιβέτ

Ξεφυλλίζοντας παλιά τσαλακωμένα βιβλία, έπεσα πάνω στις σημειώσεις του Τζόζεφ Σμιτ, που δεν άργησαν να με παρασύρουν(πιο σωστά ταξιδέψουν) στην Άπω Ανατολή και σε ιστορίες άγνωστες τελείως – πάντα η Κίνα ήταν πολύ μακριά, χαμένη στην αχλή των μύθων.
Ο ανθρωπολόγος Τζόζεφ Σμιτ που είχε γνώσεις καλές Βοτανολογίας και στέρεη φιλολογική παιδεία, ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για την κουλτούρα της φυλής Τσι Τε που ζούσε στα βάθη της Ασίας και κοντά στις υπώρειες των βουνών που κυκλώνουν το Θιβέτ. Έζησε 30 σχεδόν χρόνια στην περιοχή, μελετώντας συστηματικά, τα λογοτεχνικά κείμενα και τις προφορικές πηγές, ήθη και τα έθιμα, με ακάματο θάρρος και απέραντη υπομονή και απερίγραπτη εργατικότητα. Στα 1949, με την επικράτηση των κομμουνιστών, δυσκολεύθηκε η εργασία του που στηριζόταν και στην έρευνα θρησκευτικών πηγών και κωδίκων μοναστηριών – η απέχθεια των νέων πολιτικών αρχών έθετε αξεπέραστα πολλές φορές εμπόδια. Ο θάνατος του στα 1964, μετά την λαίλαπα της λεγόμενης πολιτιστικής επανάστασης του Μεγάλου Τιμονιέρη, άφησε το εικοσάτομο έργο του σκορπισμένο σε περιοχές απρόσιτες πλην τριών μεγάλων 200ων σελίδων τετραδίων που είχε εμπιστευθεί στον πιο στενό φίλο του τον κινέζο μεταφραστή του, Κουαν Τσι Πο, που διέφυγε στη Δύση μετά τον θάνατο της Χήρας του Μάο. Η έκδοση των κειμένων αυτών με τον τίτλο : ΣΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΤΖΟΖΕΦ Κ.ΣΜΙΤ – διεργασίες και πολιτικές του Η΄ αιώνα στην Κίνα ( από έμμετρες διηγήσεις και θρησκευτικούς κώδικες) από τον οίκο “TIRIN SHIH” πραγματοποιήθηκε με την βοήθεια της κόρης του ανθρωπολόγου, στα 1975.

Κομφούκιος, ο μεγάλος δάσκαλος εξήγησε...

Η επαφή μου με το έργο του ‘Εζρα Πάουντ(*) είχε ξυπνήσει το ενδιαφέρον μου για την Κίνα και τις παραδοσιακές Τέχνες της, μα με απωθούσαν πάντα οι ιστορικές λεπτομέρειες όσο και οι σύγχρονες πολιτικές της εξελίξεις. Αυτή τη φορά διάβασα προσεκτικότερα, διατρέχοντας τα περιεχόμενα, έπρεπε να αρχίσω να επιλέγω θέματα. Ας πάμε στο βάθος του χρόνου συλλογίστηκα, το θέμα με παραξένεψε πολύ : “Η Αυτοκρατορία του γέλιου, Η’ αιώνα π.Χ.”
Σύμφωνα με έμμετρη διήγηση του μοναχού Χι Σιαο Ξι, ο αυτοκράτορας Σου Χι της δυναστείας Σογκ, αφού υπέταξε τις άγριες απολίτιστες φυλές του Βορά, και εγκαθίδρυσε μετά από 100 χρόνια μια μόνιμη μια απαρασάλευτη τάξη και ειρήνη, απαγόρευσε ρητά τις διαμαρτυρίες και τους υψηλόφωνους διαλόγους και τις έριδες , που μάστιζαν εκείνα τα χρόνια τους Κινέζους όλων των τάξεων και των φυλών. Μετέτρεψε το παραδοσιακό θέατρο, σε κωμική σκηνή, απαγόρευσε κάθε θέαμα ή ακρόαμα που μπορούσε να θεωρηθεί ότι έχει δραματικό ή οπωσδήποτε μη θετικό και αισιόδοξο περιεχόμενο. Παράλληλα έλαβε πολλά φιλολαϊκά μέτρα και κτύπησε αποφασιστικά τους Μανδαρίνους και τις μεγάλες οικογένειες .Η αυστηρή βλοσυρή αυτοκρατορία δεν άργησε να εξελιχθεί (μετατραπεί)σ ένα φιλόγελο μεγάλο κράτος, χαρούμενων ανθρώπων. Στο όνομα του αυτοκράτορα προστέθηκε το επίθετο ο Χαρούμενος, η χώρα πήρε πια το όνομα Αυτοκρατορία του Χαμόγελου, και σιγά σιγά, μετά το θάνατο του βασιλιά, Αυτοκρατορία του Γέλιου. Μα είναι δυνατόν να έγιναν έτσι τα πράγματα, σαν παραμύθι μου φαινόταν. Συνέχισα το διάβασμα…

Τέχνη της Άπω Ανατολής, η Κίνα είναι η κοιτίδα της

Η εποχή του χαμόγελου, είχε αφήσει έξω από την επιρροή των διατάξεων της μεταρρύθμισης μόνο μια περιοχή, το Θιβέτ.Η χώρα αυτή που είχε πλήρη αυτονομία και θρησκευτική διοίκηση, αντέδρασε στις εξελίξεις και οδηγήθηκε στον αντίποδα και σε εισαγωγή πιο συντηρητικών πολιτικών. Απαγορεύθηκε το γέλιο, καθιερώθηκε η λεγόμενη “επώδυνη προσευχή” οι ιεροτελεστίες και όλες οι ατέλειωτες τελετές(**) έπρεπε να έχουν δραματικό περιεχόμενο και συγκρατημένη έκφραση. Αργότερα μετά από αιώνες ο Κομφούκιος θα προσπαθήσει να εξηγήσει, κυρίως να δώσει ηθική βάση σ αυτήν την εξέλιξη.
Ο κόσμος και κυρίως οι προσκυνητές που συνέρρεαν πάντα από κάθε γωνιά της αχανούς Κίνας, έδωσαν τότε στο Θιβέτ το όνομα “η Χώρα των Λυγμών”

Ο ερευνητής επιβεβαίωσε την διήγηση του μοναχού, με σχετικούς θρύλους, βέβαια η ιστορική τεκμηρίωση είναι ακόμα πολύ μακριά.
Η Αυτοκρατορία δεν κράτησε πολύ, οι βάρβαροι του βορά κατέλυσαν το κράτος αυτό και το Θιβέτ επανήλθε στις πάγιες ιεροτελεστίες και τις αιωνόβιες συνήθειες.

Απόσπασμα του ΚΟΜΦΟΥΚΙΟΥ καλλιγραφημένο

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
(*)Για κάθε ενδιαφερόμενο, υπάρχουν πέραν των άλλων οι υποδειγματικές μεταφράσεις έργων του ΕΖΡΑ ΠΑΟΥΝΤτου Χάρη Φλαβιανού, του «ΧΙΟΥ ΣΕΛΓΟΥΙΝ ΜΩΜΠΕΡΛΥ» (ΕΣΤΙΑ) και των «Κάντος CX-CXX»(ΝΕΦΕΛΗ). Ακόμα πολύ ενδιαφερον το βιβλίο του ΖΗΣΙΜΟΥ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΥ ¨Από την Πίζα στην Αθήνα- Η περίπτωση ΠΑΟΥΝΤ».
(**)Επώδυνες προσευχές και τελετές πραγματοποιήθηκαν στην Ευρώπη στον Μεσαίωνα (ΙΓ΄& ΙΔ΄ αιώνα) με φρενίτιδα, άγριες (αυτο)μαστιγώσεις και εκδηλώσεις μετανοίας