ΣΤΙΧΟΙ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ : ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ , ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ

2012-10-22 11.52.07

Η ηρεμία τ΄απόβροχου έχει μείνει

στη στάλα ενός κλαδιού – κι η ανατριχίλα

συλλογισμούς για το χειμώνα δίνει.

Φεύγουν  με το νοτιά τα ξερά φύλλα.

 

Μέρες του Οχτώβρη , εδώ, στην εξοχή

τραγούδια στα νερά , χρώμα στα δάση

και μ’ονη ανησυχία, με τη βροχή

η ιδέα του χωρισμού μην ωριμάσει.

 

κι έτσι τ΄αχνάρια της επιστροφής

στις ρηγιλές  μήπως χαθούν εσπέρες

Έρχονται, τώρα,οι ώρες της σιωπής

και τ’ άσπρα, μικρά σ΄τννεφα φοβέρες.

 

Μα η θαλπωρή, θφινόπωρο, ες κρατήσει

κι η πρώτη,βιαστική, κρουστή σταγόνα

τόσο, που η καρδια να συνηθίσει

για τα κρύα τα βράδια του χειμώνα.

 

Αυτά τα βράδια μόνος ποιος περνά!

Έχουνε οι αψηλοί καπνοί παραστρατήσει

Για ‘οτι μικρό η μεταμέλεια τυραννά

κι είναι η μονότονη βροχή να μην αρχίσει.

 

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ :

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ  (1912-1940)

Οι ιστορίες της ελληνικής λογοτεχνίας δεν τον μνημονεύουn.

Ο Γιώργος Καρατζάς γεννήθηκε στον Πειραιά το 1912.

Για τη ζωή του ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά.

Ξέρουμε μόνο ότι ήταν ραχιτικός και με υγεία μόνιμα κλονισμένη, ότι σπούδασε νομικά χωρίς να καταφέρει να ολοκληρώσει τις σπουδές του και ότι η αρρώστια, το πιοτό και η έντονη νυχτερινή ζωή τον οδήγησαν πρόωρα στο θάνατο, σε ηλικία μόλις 36 ετών.

Πέθανε στις 7 Ιανουαρίου του 1948. Δυο μήνες αργότερα, δημοσιεύτηκε στη Νέα Εστία μια λακωνική αλλά συγκινημένη νεκρολογία, η οποία υπογράφεται από τον Ανδρέα Ανδρεόπουλο και η οποία μας παρέχει μερικές πρόσθετες πληροφορίες: υπήρξε φίλος και μαθητής του Τέλλου Άγρα και γνώριζε σε βάθος την ποίηση των Γάλλων συμβολιστών.

Ο Καρατζάς εμφανίστηκε στα γράμματα το 1933 δημοσίευε  ποιήματα στον Ρυθμό, στη Νέα Εστία, στα Πειραϊκά Γράμματα, καθώς και σε άλλα έντυπα. Το 1940 συγκέντρωσε τη μικρή ποιητική παραγωγή του σε μια ολιγοσέλιδη πλακέτα με τίτλο Εσπερινά. Read more at: http://www.literature.gr/

 

 

 

 

 

 

 

 

ΛΑΖΑΡΟΥ ΛΟΥΙΖΑ : Η ΡΙΜΑΔΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ – Ο ΣΑΧΛΙΚΗΣ ΚΙ Ο ΜΠΟΥΝΙΑΛΗΣ

 

ΛΑΖΑΡΟΥ ΛΟΥΪΖΑ, Η ΡΗΜΑΔΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ : Η ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΜΙΑΣ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΜΕΝΗΣ ΑΠΟΠΛΑΝΗΣΗΣ

– Η ΠΑΓΙΔΑ

 

Ο ΑΘΥΡΟΣΤΟΜΟΣ ΣΑΧΛΙΚΗΣ ΚΙ Ο ΘΡΗΣΚΌΛΗΠΤΟΣ  ΜΑΡΙΝΟΣ  ΤΖΑΝΕΣ ΜΠΟΥΝΙΑΛΗΣ

 

Scan

Αρχή της χρονιάς, επίσκεψη σε βιβλιοπωλείο,ας είναι τόσο εκτός, συρμού ( μόδας).

Ψάχνοντας με μανία Καραγκιόζη και κείμενα που τον αφορούν, μετά το υπόγειο βιβλιοπωλείο

του Μ. Κυριάκη, στο “Φωτόδεντρο”, με τον νέο Δραμουντάνη, εξαιρετικά ευγενικό και εξυπηρετικό.

Βρήκε μιαν άκρη με τα φυλλάδια της ΑΓΚΥΡΑΣ (εκδόσεις αρχαίες) και προθυμοποιήθηκε να μου βρει φυλλάδες της “Κρητικής Αναγέννησης”.

μου ΄δειξε το αχνό ροζ εξώφυλλο, : Η ΡΙΜΑΔΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, της Λουϊζας Λαζάρου , πρόσεξα, τον υπότιτλο,

“του επονομαζομένου και καταληψία”.

Τίποτα ψεύτικο θα ναι σκέφτηκα, το ξεφύλλισα όμως για κάθε περίσταση (αμφιβολία).

Δεν πολυπρόσεξα, μα η επιμελημένη τυπογραφική δουλειά και η εκδοτική αρτιότητα με έκαναν να αποφασίσω να το αγοράσω ,

ήταν λίγο κάτω από τα 10 ευρώ – ας είναι είπα , χαλάλι τους. Χαρούμενος άνοιξα το βιβλιαράκι των 200(!)σελίδων

στο γραφείο, να ναι λαυράκι; Είχα πριν 20 μερες δει το άγνωστό μου έργο του Στέφανου Σαχλίκη : ,

και την ΦυΛΛΑΔΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ( Μαρίνου Μπουνιαλή)που με είχαν ενθουσιάσει, ήταν ψηλά ο πήχης,

μα οτιδήποτε σχετικό θα χε σημασία. … Άρχισα να διατρέχω τις αναλύσεις , εισαγωγές , προλεγόμενα,

κριτικές προσεγγίσεις, σημειώσεις του επιμελητή. Με “έπιασαν” οι πρώτες παράγραφοι, ο επιμελητής

ΜΑΡΙΟΣ ΑΛΜΠΑΝΤΗΣ σαν γνωστός μου φάνηκε, η επιμονή του να διαβάσω παρακάτω με έβαλαν

σε υποψίες, ξεπερνούσαν τις γνωστές εμμονές των λογίων. Άφησα γρήγορα (ευτυχώς) τα εισαγωγικά κείμενα για να δω στίχους

 

Ο 'Αγιος Ευάγγελος,  - επιχειρεί κατάληψη/σχέδιο ΒΖ χρωματισμός Ναταλίας
Ο ‘Αγιος Ευάγγελος, – επιχειρεί κατάληψη/σχέδιο ΒΖ χρωματισμός Ναταλίας

… …

Σκόνταψα αμέσως, στον έκτο στίχο…μια ασυνήθιστη σε κείμενα λέξη, κοινή και πασίγνωστη, θέλησε να με εκπλήξει.

Ας είναι συλλογίστηκα, κι ο Σαχλίκης είναι αθυρόστομος, πάμε παρακάτω. Φάνηκε μου μια στιχουργική δεξιοσύνη,

μα γρήγορα βρήκα τεχνικές ατέλειες : “…ήρθαν ντοτόροι και μαμές κουρείς και προφεσόροι/με το σερνικοβότανο να κάνει το αγόρι

” Η στιχουργική άνεση ήταν τελείως φτιαχτή, η ποιητική ανύπαρκτη. “Διήλθα ταχέως” το ποίημα, για να σκαλώσω στις σημειώσεις

του επιμελητή, κι ο Αλμπάντης δεν άργησε να γίνει ότι ήταν εξ αρχής ( ο άγνωστος) Αμπλάντης.

Τελικά είχα πέσει “σούμπιτος” στην παγίδα ! Δεν έφταιγε μόνο το δόλωμα “ Η ΦΥΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ…”

μα και η μανία μου με την κρητική λογοτεχνία της “Όψιμης Κρητικής Αναγέννησης “. Διατρέχοντας τους 400 και παραπάνω στίχους ,

έπεφτα πάνω στον Μαρίνο Τζάνες τον λεγόμενο Μπουνιαλή και τον Στέφανο Σαχλίκη, τους ήσσονες αλλά καθόλου ασήμαντους

ποιητές του 14-16ου αιώνα, που τριβύλιζαν το νου μου εδώ και μήνες. Η παρωδία της φιλολογικής ανάλυσης (κριτική) έδειχνε

γνώσεις και ρηχότητα, η στιχουργική τεκμηρίωση, που ήταν ευτελής (πνιγμένη) από την ανυπαρξία οίστρου (έμπνευσης)

και η μυθιστορηματική κατάληξη των σημειώσεων του επιμελητή, που ήταν ένα κουβάρι, που δεν μπορεί κανείς να ξεμπερδέψει

– αποτελούν ένα τρίπτυχο που δεν του λείπει το ενδιαφέρον. Ίσως το έργο ήταν (εκ προθέσεως) αυτό, μια σύνθεση ασήμαντων

αντιφατικών προβληματικών κειμένων (και στίχων) που με κάποιον απρόβλεπτο, ανορθόδοξο “παράλογο” τρόπο συνιστούν

μια συνολική αμφισβήτηση της καθιερωμένης φιλολογικής ανάλυσης και κριτικής και των σοφών εκφραστών της ( Αλεξίου,

Μανουσακας – Παναγιωτάκης κλπ). Ο συγγραφέας χρησιμοποίησε δόκιμο τρόπο, η κυρία στιχουργός κι ο επιμελητής

είναι το ίδιο πρόσωπο , ο ίδιος κρύβεται στις κουίντες απολύτως ανώνυμος. Τελευταία ανάλογη περίπτωση ήταν

ο Μανούσος Φάσσης και ο Αναγνωστάκης, να ναι το ίδιο σημαντικοί κι οι νέοι μας συγγραφείς; Θα φανεί κάποτε,

ίσως το προλάβουμε, οι διαδικασίες δεν είναι γρήγορες, αυτό που θα εκτιμούσαμε είναι ότι δεν κρύβεται ποιητής στα παρασκήνια,

λόγιος ή  μη συγγραφέας ; Θα δούμε.

 

Αγιογραφία της ΚΤΡΗΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ, το  κοσμικό αρχιτεκτονικο φόντο , γίνεται σημαντικό
Αγιογραφία της ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ, το κοσμικό αρχιτεκτονικο φόντο , γίνεται σημαντικό / Η ζωγραφική της βενετσιάνικη εποχής, ίσως έφτασε την ποιηση αν δεν την «ξεπέρασε». Τα αδέρφια του Μπουνιαλή διακρίθηκαν ως αγιογράφοι.

 

ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ:

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΊΘΑΝΟ, το έργο της Λουϊζας και του Μάριου,  να έχουν άλλη στόχευση.  Την αμφισβήτηση και αποδόμηση όλων των αναλύσεων

και κάθε κριτικής προσέγγισης των έργων των δύο στιχουργών της  » Κρητικής Αναγέννησης», του Σαχλίκη και του Μπουνιαλή, που φαίνεται να εμπνέουν τους

συγγραφείς του βιβλίου που παρουσιάζουμε.  Είναι πραγματικά για πολλούς αμφίβολο, αν ο Σαχλίκης ανήκει στον 14ο αιώνα κι όχι στον 16ο, και πολύ περίεργο

να χαρακτηρίζεται «ολιγογράμματος» ο  Μπουνιαλής.  Η βωμολογία κι άκρατος σεξισμός, χρησιμοποιούνται στην στιχουργία του Αγίου ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, ως

παρωδία του Σαχλίκη και η αγιότητα  του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ για να σατιρίσουν τον θρησκόληπτο  Μαρίνο, αλλά και (αντιθέτως) για να ανεβάσουν την εκτίμηση μας  

στην ποιότητα και τη σημασία των έργων τους.

 

Ο ΦΩΤΗΣ ΑΓΓΟΥΛΕΣ, EΝΑΣ ΛΑΪΚΟΣ ΑΓΩΝΙΣΤHΣ ΠΟΥ ΕΓΡΑΦE ΠΟΙHΜΑΤΑ

Φώτης Αγγουλές, από το βιβλίο της Ε.Παπαδημητρίου αφιερωμένο στον ποιητή/Κέδρος 1978

Το στίγμα

Σ` έναν νεαρό φασίστα που βρέθηκε σκοτωμένος,
πάνω σε μια Ρούσσικη χιονισμένη στέπα

Και μέσ` στα χιόνια, θησαυρούς
το άρπαγο μάτι βλέπει;
ξανθέ φονιά, τι σ` έφερε
σ` αυτήν εδώ τη στέπη;
Μέσα στη νύχτα, φονικό
ποιανού έστηνες καρτέρι;
Ποιος σ` έβλαψε τόσο μακριά;
Ποιόν ξέρεις; Ποιος σε ξέρει,
εδώ που χρόνια εμόχθησε
το εργατικό το χέρι
να χτίσει την καλύβα του
και μια ζωή να φτιάσει;
Νυχτερινέ διαγουμιστή,
πως θες να σε δικάσει,
το χέρι αυτό που του γκρεμνάς,
ότι από χρονιά χτίζει;
Ποια καταδίκη στο φονιά
και στο φασίστα αξίζει;
Τώρα φωλιάζουν στο άσαρκο
κρανίο σου σκοτάδια,
κι απ` της φυλής σου τα όνειρα,
είναι τα στήθια σου άδεια.

Κι ίσως μια μάννα, ένα παιδί!
κάπου να σε προσμένει,
μα εσύ, θα μένεις πάντοτε
ξένος σε χώρα ξένη
(…)*

Γερμανοί στρατιώτες στην εισβολή εναντίον της Ελλάδας (αφιέρωμα ΝΕΩΝ)

(*)Το ποίημα έχει και άλλο ένα τετράστιχο, μπορεί να το διαβάσει όποιος θέλει στο διαδίκτυο.

Σ` ευχαριστώ

Νησάκι μου ολοπράσινο, ανθοπλήμμυρο, μυρολουσμένο,
φιλόξενο, μυριόχαρο και πολυαγαπημένο,
σ` ευχαριστώ και σ` αγαπώ και δεν ξεχνώ πως μούγινες
μητέρα της ορφάνιας μου, πατρίδα του ξενιτεμού μου,
και κοίμισες τον πόνο μου, μες στ` άνθια σου και μούδωσες
το χάδι της παρηγοριάς, στις νύχτες του καημού μου.

Και τώρα, ιδές, όπως κεντά το σκίνο η Χιωτοπούλα
για να δακρύσει τ` ακριβό κι ευωδιαστό μαστίχι,
όμοια κι η σκέψη μου, κεντά το σκίνο της αγάπης μου,
για να κυλήσουν μιας βαθιάς ευγνωμοσύνης δάκρυα ,
και να σου γίνουν στίχοι.

Μύλοι της Χίου, όπως σ όλα τα νησιά του Αιγαίου

Θα φύγω

Για ένα ταξίδι θα φύγω – ποιος το ξέρει;
Μ` ένα καράβι; με φτερά πουλιού; μ` ένα μαχαίρι;

Κι αν είναι οι νύχτες όμορφες πολύ και το νησί μου
στις μυρωδιές του Γιασεμιού και του Διατσίντου(1) είναι λουσμένο,
τόσο πολύ με πίκραναν κι οι ξένοι κι οι δικοί μου,
που εγώ δεν έχω ν` αγαπώ τίποτα εδώ και να προσμένω.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
(1)=γιατσέντο το (ουσιαστικό) [ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ :‹ ιταλ. giacinto ‹ λατ. hyacinthus ‹ αρχ. ελλ. υάκινθος] το φυτό «πολυανθές το κονδυλόρριζο». Αλλιώς γιατσίντο, διατσέντο, διατσίντο συνώνυμα: υάκινθος.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ:
Στην αλληλογραφία του με τον Δ. Τσάτσο, όπως μας θυμίζει σε βιβλίο για τη γενιά του 30, ο» μείζων» λογοτέχνης Τάσος Γουδέλης (που χαρακτηρίζει τον Αγγουλέ “ήσσονα ποιητή”), ο Σεφέρης τον χαρακτηρίζει… «γιακωβίνο” (…)

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ βασισμένη σε άρθρο του Δημ. Γκιώνη στην Ελευθεροτυπία (30-10-2004)
Ο Φώτης Αγγουλές γεννήθηκε το 1911 στον Τσεσμέ. Ψαρομανάβης ο πατέρας του, Αγγουλές το παρατσούκλι του.(…)
Εβγαλε δεν έβγαλε τη Β’ Δημοτικού(…) Προτίμησε, να βοηθάει τον πατέρα του.
Σε ηλικια 14-15 χρόνων διάβασε κάποιο ποίημα (…)κι άρχισε να σκαρώνει στίχους.(…)
Ενα σατιρικό του ποίημα κατά του δικτάτορα Μουσολίνι στην εφημερίδα «Αλήθεια» τον οδηγεί στο δικαστήριο. Αθωώνεται, αλλά είναι πια σημαδεμένος αριστερός και «επικίνδυνος» ώς το θάνατό του.

"Μέση Ανατολή" έργο του αρχιτέκτονα και ζωγράφου Θ.Τσίγκου-εμπνευσμένο από τη, σκληρή εμπειρία  των έμπεδων
«Μέση Ανατολή» έργο του αρχιτέκτονα και ζωγράφου Θ.Τσίγκου-εμπνευσμένο από την σκληρή εμπειρία των έμπεδων

Ακολουθεί μια περιπετειώδης ζωή: στράτευση, Μέση Ανατολή, βοηθητικός λόγω φρονημάτων, σαλπιστής, ασυρματιστής, αποσπασμένος στην Ιερουσαλήμ, να τυπώνει στο τυπογραφείο του Πατριαρχείου το στρατιωτικό ψυχαγωγικό περιοδικό «Ελλάς».
Όταν έγιναν συλλήψεις, εγκλεισμοί σε στρατόπεδα και φυλακές – μαζί τους και ο Φώτης.
Επιστροφή στην Αθήνα, αλλά η πείνα τον ξανάφερε στη Χίο. Το 1948,

Πειραιάς στα 1947 - ήταν το μοναδικό πέρασμα για όλα τα νησιά

καθώς τύπωνε μια παράνομη εφημερίδα, πιάνεται και γραμμή στα Γιούρα.
Αποφυλακίζεται το 1956 έχοντας συμπληρώσει τα 2/3 της ποινής του. Για λίγο στην Αθήνα, και ξανά στη Χίο. (…). Είχε όμως τη συμπαράσταση και την αγάπη των απλών ανθρώπων. Τον κερνούσαν, τον χαρτζιλίκωναν, του έδιναν ψάρια να τα μεταπουλήσει.Ακολούθησαν αρρώστιες και μια πρόωρη σύνταξη από το σωματείο τυπογράφων. Εσβησε σ’ ένα πλοίο, σ’ ένα ταξίδι από τη Χίο στον Πειραιά στα 1964.

ΤΑΣΟΣ ΚΟΡΦΗΣ: ΧΑΪ ΚΟΥ (ΠΑΥΣΙΛΥΠΑ)

Άκαρπη νύχτα
τι περιμένεις να σου φέρει
ο αποσπερίτης;

Κάθου και μίλα
με υπομονή στο βράχο
θα σου αποκριθεί

_________________________________________________________
Στάλα τη στάλα
βάθυνες την ψυχή μου
θα την ραγίσεις


_________________________________________________________

Ω, σε θυμάμαι,
σκιά παιδικού χεριού
σ΄άσπρα λουλούδια.

_________________________________________________________

Χρόνια φευγάτη.
Η λεύκα που φύτεψε
γεμίζει πουλιά.

_________________________________________________________
Με ξερολιθιά
δάκρυ πάνω στο δάκρυ
χτίζεται εκκλησιά.

__________________________________________________________
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Από την ποιητική συλλογή του ΤΑΣΟΥ ΚΟΡΦΗ (ΤΑΣΟΣ ΡΟΜΠΟΤΗΣ). «ΠΑΥΣΙΛΥΠΑ- ΣΟΝΕΤΑ ΚΑΙ ΧΑΪ ΚΟΥ», έκδοση ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ 1987

Γ.Δ.ΣΙΔΕΡΗΣ : ΤΟ ΚΕΡΜΑ ΙΙ

ΤΟ ΚΕΡΜΑ ΙΙ

(από την ποιητική συλλογή «Το χαμαί»,έκδοση ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 1992)

Ποιος να προσευχηθεί
Ο Θεός για μας;
Εμείς για σας;
Οι άλλοι για το Θεό;
Με τα χιόνια και τους σεισμούς κατεβήκαμε στη σκόνη και την άμμο.
Μπήκαμε στην αγάπη την υγρασία τις μυστικές σφαγές
Το αντίτιμο ένα κέρμα με κεφαλή στις δυο του όψεις
Λάμποντας πιο παράξενα να κλέβουμε φτωχά ένας τον άλλον.
Λίγες φορές που κοιταχτήκαμε στο πρόσωπο
Μόνο τα στίγματα παρατηρούσμε φθονώντας
Τον άλλονε που ίσως ήτανε λιγότερο κατεστραμμένος
Ποτέ τα μάτια
Ποτέ τη θάλασσα.
Δείτε την πόλη μας που στρέφει
Όχι για να βρει τα βουνά της μα για να πέσει σαν
συρμός πάνω στα σίδερα και τα ντουβάρια.
Εδώ θα ζήσωμε μέχρι το τελευταίο λιπαρό μας αίμα
Και μόνο ο αγέρας θα΄ναι όρθιος κι αθώος
Να πάρει τις στάχτες και τα λίγα φύλλα
Να εγκαθιδρύσει την εξουσία των σκληροτράχηλων
εντόμων.

Σαλβαδόρ Νταλί, Το θλιβερό άθλημα (Καταστροφικό παιγνίδι)1929, ελαιογραφία και κολάζ

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Γ.Δ.ΣΙΔΕΡΗΣ, Ηρακλειώτης γιατρός, ποιητής και μουσικός

ΜΑΝΟΣ ΛΟΥΚΑΚΗΣ, "ΖΗΤΩ ΤΟ ΞEΝΟΔΟΧEΙΟΝ ΤΗΣ ΜEΓΑΛΗΣ ΒΡEΤΑΝΙΑΣ"

Από την έκθεση της ΤΑΤΕ "Poetry and Dream" - (Surrealism and Beyond)-έργο του Γιάννη Κουνέλη

ΠΡΙΝ ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΜΑΝΟΣ ΛΟΥΚΑΚΗΣ ΑΦΗΝΕ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΙ ΑΝΑΧΩΡΟΥΣΕ ΠΡΟΣ ΑΓΝΩΣΤΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ

Ένας χρόνος είναι ένα καλάμι που λυγίζει ο άνεμος
ως πότε υπομονή, χωρίς αγκάθι μνήμης

Η πόλη μας έχει μαζεμένα περιστέρια και φωνές
κι οι φίλοι (επιμένουν) να καρφώνουν λέξεις χωρίς (όχι απαραίτητη) σημασία

Ένας χρόνος

Χωρίς καμιά ντροπή, γιατί συμβαίνουν τα επακόλουθα και είναι ντυμένα τα γεγονότα και η λύπη σαν αράχνη δένει κόμπους για μέλισσες του πρωινού
κι έντομα της νύχτας.

Γυρίζω στους ίδιους δρόμους, αναζητώ τον ίδιον παράδοξο φίλο. Δεν μπορεί να μ αποφύγει, κι ας μην τον νοιάζει καθόλου.

Δεν θα λεγε τίποτα, δεν θα σημείωνε φιλολογικά σφάλματα και κοινά ( δραματικά) λάθη.
“ κι άλλα λουλούδια memoriae”

Όταν μιλάει προσέχω πολύ, να μην χάσω ήχους και γράμματα να μην ξεφύγω των “νοημάτων”. Πως γίνεται να τον καταλαβαίνω;

Μανόλης Σαριδάκης, ακρυλικό σε καμβά -εικόνα πέραν του ρεαλισμού

Η πόλη της γέννησης ο χώρος που ανατραφήκαμε έχει θάλασσες και μουράγια, κανόνια και βενετσιάνους με οικόσημα και την σημαία με κόκκινα κρόσσια. Όταν πρασινίζουν τα νερά και τα ποντίκια βγαίνουν από τις υπόγειες γαλαρίες, τα γλαρόπουλα πετούν χαμηλά κι ο ορίζοντας χάνεται, ξέρεις πως δεν είσαι αυτός που περίμενε (ήθελε).

Η σκουριασμένη άγκυρα, ακίνητη χρόνια πολλά μπροστά στο φρούριο

-Η μεγάλη σκουριασμένη άγκυρα, δεν αλλάζει ούτε άλλος βρίσκεται.
-Το λιμάνι τα δρομάκια τα λιοντάρια μα τ ανοικτά στόματα, οι φίλοι δεν γίνεται ν αλλάξουν.

-Πρέπει να τον διαβάσω, να μιλήσει στους πολλούς, αφού βρήκα το πρώτο του βιβλίο: “Ζ’ΗΤΩ ΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟΝ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗ΅ΒΡΕΤΑΝΙΑΣ”

Εξώφυλλο της ποιητικής πρώτης συλλογής του Μ.Λουκάκη 1989

Γυρίζει στο νου μου, τον παρατηρώ, προσέχω τις κινήσεις και ξαναδιαβάζω με μανία …

Είναι απρόβλεπτος, όταν παίρνει το σφυρί καρφώνει σε γωνιές και αρμούς και ακμές, επειδή έχει γνώση και πείρα πρέπει να μας πει έμπρακτα, πως έτσι γίνεται- δεν κοροϊδεύω (όπως το πλήθος των τεχνιτών κάθε είδους).

Ενώ ο τρόπος του είναι δύσκολος, μερικές φορές προσπαθεί να ναι πιο κατανοητός, εξομολογείται χωρίς καμιάν επιφύλαξη, περίσκεψη ή αιδώ.
Αντιγράφουμε από το “ΖΗΤΩ…”

Σαλβαδόρ Νταλί 1931, "η εμμονή της μνήμης"

ΣΤΑ ΜΑΡΜΑΡΕΝΙΑ ΑΛΩΝΙΑ

Να που ξεχνώ, αναγνώστη αυτό που είμαι/και πάλι με ρωμέικα τραγούδια πάω να πω αυτό που δεν μπορώ να πω,γιατί δεν έχει μέλλον.
Τι γυρεύω εγώ-με τους φανταχτερούς μανδύες του μυαλού μου και τους κροσσωτούς χιτώνες μου-τι γυρεύω μέσα στις λέξεις του ά-νοστου δεκαπεντασύλλαβου, μέσα στους ρυθμούς μιας στιχουργίας ταιριαστής σε ακρίτες, αρματολούς, κλέφτες, ρεμπέτες, αντάρτες, αναρχικούς, χασικλήδες, πρεζόνια, σφουγγαράδες, βουτηχτές, τσολιάδες και γειτονιές που αγάπησα, ξαγάπησα και κοντεύω οριστικά να ξεχάσω.

Αναγνώστη, τώρα, το νιώθω, νιώθεις πως κάτι σ΄αυτό το ποίημα πάει κάπου να με προδώσει. Μαζί μου, αγάπη μου, ακούς τις λέξεις να μου φεύγουν, να κατρακυλούν το δικό τους ρέμα, ν΄ ακουμπούν τις δικές τους γωνιές – μεθυσμένες να ψάχνουν τη δική τους γωνιά, τον πάγκο για το δυνατό κτύπημα στο μέτωπο,για να ξεματώσει η μύτη τους,για ν΄αστράψει το φως τους σαν dry-jin από ήλιο και κάμελ παπουτσιών στα μάτια μου, ν΄ακουστεί επιτακτική η φωνή της Γωγώς της barwoman : “ Πρόσεξετέ τονε . Θα σκοτωθει”. “


Εισήλθε στον ναό της ποιήσεως, ως πιστός από χρόνια,
μαθητής και δάσκαλος και φύλακας, ιερέας και νεωκόρος και κατασκευαστής λειτουργικών αντικειμένων- έπρεπε να συμπληρώσει (ολοκληρώσει;) την μεγάλη λειτουργία που συνέθετε, για να παραδώσει χωρίς λύπη καμιά, στην φαινόλη αλώβητον τον σκελετόν του.(2)

Καθόλου προσεκτικός, άργησε να πάρει αποφάσεις, φάνηκε σαν ολιγογράφος καθυστερημένος – δεν ήταν έτσι. Έψαξα μόλις βρήκα τον πρώτο του τόμο ξαναθυμήθηκα, Στους αντίποδες της αφελούς και συναισθηματικής ποιήσεως(να ήξερε τον Φρίντριχ Σίλερ ;)(3) δοκιμάζει και εκθέτει κι όταν μας πλησιάζει, απομακρύνεται, σαν να μην θέλει να καταλάβουμε τις συμπάθειες του.

Σ.Νταλί. "Ζευγάρι με τα κεφάλια γεμάτα σύννεφα" ελαιογραφία σε ξύλο 1936

“Αυτή τη γυναίκα,
Κείνην που διάβαζε προσεκτικά νύχτες και νύχτες αμίλητη
τη σκέψη μου
Που την είδες, εσύ, που την ξέρεις;
(…)
Τις παλάμες της με τις φλέβες που αγάπησα,
που τυλίγαν πέντε πέντε τις μέρες μου στην ανέμη τους.
(…)

Λένε πως στα βιβλία έχει σημασία η πρώτη παράγραφος (σκέψη του συγγραφέα) και η τελευταία. Στα ποιήματα η πρώτη λέξη και το τελευταίο γράμμα(ήχος).
Στο “Ξενοδοχείον της Μεγάλης Βρετανίας” ο Μάνος Λουκάκης διαλέγει για το Finale από τα αρχαία θρησκευτικά κείμενα μικρά αποσπάσματα και επιχειρεί συνοπτικά (όχι εκτεταμένα) σχόλια.
Δεν κρύβεται, μα δεν θέλει να δείξει την αδυναμία του, το ποίημα γίνεται προσευχή, εξομολογείται την αθωότητα του, χωρίς να επιθυμεί λύπη κανενός – σαν να προτείνει ένα τρόπο για τη δική μας ομιλία, ίσως να ναι κοινά τα πάθη μας.

Στέφανος Καμάρης, γλυπτό 15Χ15Χ15 εκ., "παγίδα για καλά ΄νειρα και εφιάλτες"2012, από το βιβλίο " The story of Tchtatelnikov"

“Και τι να πεις τώρα
Πως Σε χτυπούνε και πως πονάς πιο πολύ
Κι από το γράμμα που διαβάστηκε σχεδόν ανάποδα
Και πως ενέπαιξάν Σε και δεν το ξερες
εν το νιωθες που οι άλλοι Σ΄ερήμωσαν και Σε λεηλατούσαν
Σου άφηνανε μονάχα τον πρωινό τρόμο στα χέρια
Και την αγάπη Σου για κείνους που ακόμα κρατούν
Έναν Κεραμεικό(4) ολόκληρο
Στην αμμουδιά του ¨Αγιου θαμμένο;”

Όταν βρήκε τον καλλιτεχνικό του δρόμο, ήδη ήταν διαμορφωμένη η τεχνική και ο τρόπος, από τους σημαντικότερους Έλληνες δημιουργούς και ο υπερεαλισμός είχε επηρεάσει όλες τις τέχνες και κυρίως την ποίηση και καιτη ζωγραφική.
Όμως αν και το πλατύ κοινό όχι γνώρισε αλλά και θαυμασε και τραγούδησε τον Ελύτη αλλά καιτον Εγγονόπουλο (!) έμεινε (όπως ήταν φυσικό) πολύ μακριά από την σουρεαλιστική ποίηση. Η επιλογή ταλαντούχων συνθετών (μουσικών ακριβέστερα) βοήθησε αλλά και η προσπάθεια των ίδιων των ποιητών. Ο Ελύτης συνέθεσε τραγούδια σναισθηματικής ποιήσεως(Δελφίνι δελφινάκι και όλα της συλλογής «ΤΑ ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ») πολύ κοντά (και πολύ υψηλότερα) από τους στιχουργούς του λεγόμενου «έντεχνου». Αυτό δεν άλλαξε καθόλου την κατάσταση στο χώρο της λογοτεχνίας. Η υπερρεαλιστική ποίηση έχει τους δικούς της αναγνώστες αλλά παραμένει απόμακρη, τελείως ακατανόητη και πιο πολύ άγνωστη στον «μέσο» άνθρωπο.

Έργο του E.Wadsworth, από την έκθεση "Surrealism and Beyond" (Λονδίνο) με τίτλο : Poetry and Dream

Ο Μ.Λ. σε σύντομο σχετικά χρόνο, πρόσφερε μια σειρά συλλογών, που φτάνουν σιγά σιγά στο «ειδικό» κοινό της ποίησης. Όμως ήταν απόλυτος στις επιλογές του και δεν έκανε καμιάν υποχώρηση. Αν και χρησιμοποίησε (πολύ περιορισμένα) ακόμα κια τον παραδοσιακό στίχο, δεν άλλαξε τον τρόπο, της άμμεσης εκ βαθέων γραφής. Δεν ξέρουμε ποια θέση θα καταλάβει (και αν) στον λογοτεχνικό μας χώρο – μα δεν έχουμε αμφιβολία πως οι «μεγάλοι» ποιητές – στιχουργοί που προβάλλονται από τα ΜΜΕ αλλά και τα κάποιας κυκλοφορίας «πνευματικά» έντυπα δεν θα ξεπεράσουν το πλαίσιο που τους καθιέρωσε (το λαϊκό πεντάγραμμο) κι ο Μάνος Λουκάκης θα μείνει σαν παράδειγμα πνευματικής εντιμότητας και καλλιτεχνικού ήθους

MANOΣ ΛΟΥΚΑΚΗΣ: Η ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ(EΠΑΝΑΛΗΨΗ)

Μάνος Λουκάκης, ποιητής και κριτικός-στο Ηράκλειο τη Μεταπολίτευση

Τον έψαχνα καιρό, στα περιοδικά και τις εφημερίδες και τον εντόπισα τελικά στο διαδίκτυο, στο site «Με τον τρόπο του Μάνου Λουκάκη»- έστειλα σχόλια και μηνύματα- μα δεν ήταν αυτός. Δεν βιαζόμουν , παίζουμε στην παράταση και νομίζουμε πως έχουμε ακόμα πολύ χρόνο. Την Τρίτη το πρωί μόλις άνοιξα τον Μac (υπολογιστή) η είδηση από το ΙΝΤΡΕΝΕΤ κτύπησε παράφωνα, σαν κακόγουστο αστείο,» έφυγε ο Μάνος Λουκάκης» δεν άντεξε. Όπως κατασταλάζει το χώμα στο θολό νερό μετα από νεροποντή, ξεκαθάρισε η πληροφορία, αργά-αργά κατάλαβα. Είχα παρακολουθήσει την πορεία του, ήξερα πως ειχε βρει έναν δρόμο να ταιριάζει στα βήματά του, χαιρόμουν όταν εύρισκα κάποιο βιβλίο του. Μα δεν τα είχα πάρει όλα, πάντα αύριο, δε χάθηκε ο καιρός. Μα είχε φύγει, η κλεψύδρα στέγνωσε, κι ακόμα συλλογιζόμουν-τα ακατανόητα που γίνονται, έπρεπε να προλάβω , στον Αγιο Νικόλαο που ήταν και δική μου πατρίδα.

Τελευταίο έργο : "Χαρτομάντης" έκδοση ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ΅2008

Το πρώτο που έπρεπε όμως ήταν βιβλία του που μου λείπουν, πως γίνεται να μην τα έχω; Ευτυχώς συμπλήρωσα τις συλλογές του όλες- η πρώτη μόνο ήταν χαμένη στις ατέλειωτες διπλές σειρές της βιβλιοθήκης, «Το ξενοδοχείο της Μεγάλης Βρετανίας» θα το ανακάλυπτα αργότερα. Μια μαύρη αράχνη έδενε τις κλωστές της βαθιά, ο Μάνος ακουγόταν να μιλά σιγανά, οι στίχοι του από πολλές μεριές σχεδίαζαν εικόνες – χρώματα κοβαλτίου ηλεκτρικές συνδέσεις και φως και κινήσεις αργών λίθων και γωνίες σκληρών θαυμάτων.

οι πόρτες τα κεραμίδια η στέψη των καμπαναριών

Διάβαζα με μανία, σημείωνα σειρές, τον άφηνα να με μαγεύει – ο γητευτής δεν νοιαζόταν, πόσο τον κατανοούν, δεν κάνει εκπτώσεις δεν χαμηλώνει τον πήχη. Ο Μπρετόν έλεγε να μην εκχυδαϊζουμε την τέχνη, η υπέρβαση δεν μπορεί να ζυγιάζεται για να μας δώσουν πιο πολλά, σκεφτόμουν, «με τον τρόπο του Μάνου Λουκάκη» ίσως όπως έγραφε το Blog- δεν ήταν εκεί μα υπήρχε ένας νέος φίλος, που καταλάβαινε.
Όταν συμπλήρωσα το κείμενο, προσπάθησα να το μεταφέρω στο Alkman.gr- απέτυχα, ο Δαίμονας του «τυπογραφείου» δεν άλλαξε ας χάθηκε το μελάνι κι ο τσίγκος-εξαφάνισε την εργασία πολλών ωρών.
Η νύχτα είχε προχωρήσει, η απογοήτευση υποχώρησε, αύριο θα (ξανα)συνεχιστεί η διήγηση…

Εξωφυλλο της ποιητικής συλλογής: " Η ρομάνς της μοδίστρας" έκδοση ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ 2002

Τετάρτη πρωϊ, συγκεντρώσεις εργατικές (υπαλληλικές) και ο Μάνος Λουκάκης σύντροφος σε μια βόλτα στα στενά του Ηρακλείου. Ο ποιητής είναι ξένος στην πόλη του, είχε πει κάποιος – να χε δίκιο; Η μνήμη ανασχημάτιζε στίχους από τον Βιτσέντσο Κορνάρο:
«Κι ήφερνε ξόμπλια απόμακρα, πράματα περασμένα
και κατά πως τα σάζασι τα’λεγεν έναν ένα »
ο Μάνος χαμογελούσε έπρεπε να διαλέγω εγώ, ότι θ’ άρεσε ότι θα ταίριαζε στη διαδρομή μας.
(1.α)
«Τζαμαρίες προς τη θέα της θάλασσας προς την άκρη
των δρόμων της πόλης μου μα
Στους διαδρόμους οι πάγκοι ωχροί κι οι καρέκλες
σπασμένες ακέφαλες δίχως
(…)
Στρατονόμοι στις γωνίες σκούπιζαν τ΄άρβυλα
τ΄άναυδο χώμα. Η Παναγία
Η Μυρτιδιώτσσα με το κλαρί του κατιφέ στ’ αυτί
ανέκφραστη στον καναπέ της σκάλας

(…)
Μονολόγησε» ΤΟΣΟ ΕΠΙΜΟΝΑ ΤΟΣΟ ΡΟΜΑΝΤΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟΣΟ ΛΥΠΗΜΕΝΑ»(1)

Και βέβαια να προσπερνάς
Τις περιστάσεις

Μα η μορφή ενός που χάθηκε
Θα σε αφήνει πάντα πίσω της,

Καθώς αφήνει πίσω της τον ποιητή
Η συνείδησή του,

Μόνο άλλωστε στον ύπνο μας
Οι ωκεανοί χαρτογραφήθηκαν σωστά.

«Φεύγαμε . Κι έβρεχε
κι έτρεμαν οι επιγραφές. Αντιφέγγιζαν
Στο λάκκο απέναντι απ΄το μπάρ.»

Πως φάνηκε ο παλιός Ηρακλειώτης λόγιος( Μενέλαος Παρλαμάς), που βρέθηκε ; Από τους στίχους του Μάνου Λουκάκη:
Τον ποταμό μου εξιστόρησαν προχθές
«Πλέουν οι λέξεις πλέουν»έλεγαν
«κι ύστερα ησυχάζουνε στις όχθες με τραγούδια»

Η φωνή του Παρλαμά τόνιζε :Είναι ευχάριστες οι λυρικές εκπλήξεις-παρένθεση μέσα στην πεζολογία του σύγχρονου Μεγάλου Κάστρου»»
Τα στενά διασώζουν λεπτομέρειες, σαν να πάγωσε ο χρόνος – οι πόρτες τα κεραμίδια, η στέψη των καμπαναριών των εκκλησιών, τα περιστέρια των δρόμων και τα ψίχουλα.
Καλά μα τι γυρεύει εδώ, στην απόμερη γωνιά μας ο Έζρα Πάουντ; «Θαλεγες πως ήταν ο αγέρας μες στην καμινάδα»(2) συμβούλεψε ο Μάνος Λουκάκης : » ο καιρός είναι σκοτεινός , το πέλαγο μολυβένιο, ας πάμε στο Βενετσιάνικο λιμάνι».Στρίψαμε προς την εμπορική ζώνη .
«Οι εφτά μπαλτάδες
Τα σπίτια τους μοναχοί τους τα κάνανε αποθήκες,
Ναυτικά τετράδια θερισμένα μαζί με λάθη,
Αυλές να παιδεύουν τα ζάλα της σούστας
Μέσα στην έγνοια τωνπαιδιών
Και της σιωπής του ξένου
.»(3)

Μόνο περιστέρια έμειναν στους δρόμους και δυο ψίχουλα ψωμιού

Ήξερα πως δεν θα μείνει πολύ, δεν γύρισα να κοιτάξω. Εφυγε όπως παλιά, δίχως αποχαιρετισμό-μα τότε οι δρόμοι μας ήταν γεμάτοι περιστέρια και ψευδαισθήσεις.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:(1α), (1), (3) στίχοι του ποιητή Μάνου Λουκάκη-(2) στίχος του Έζρα Πάουντ (από το canto LXXXIII) μεταφρασμένος (Α.Ζέρβας , «Ασματα της Πίζας) από την προμετωπίδα της συλλογής «Σαν τη Μαρία το πρωϊ»

Τρίτη, Τετάρτη 10&11 Μαϊου 2011 Ηράκλειο/επανάληψη 24.3.2012

ΤΑΣΟΣ ΚΟΡΦΗΣ:ΣΤΙΧΟΙ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ

Από το λεύκωμα του Ν.Γ.ΠΕΝΤΖΙΚΗ, 12 ζωγραφιές-έκδοση περιοδικού ΣΥΝΑΞΗ 1997

ΤΑΣΟΣ ΚΟΡΦΗΣ:

(…)
δυνατά πηδάλια για κάτι τέτοιο,
εύστροφοι χειρισμοί, μια και το χώμα
είναι γεμάτο πράσινες, ξεκούραστες παγίδες(…)

Εδώ καράβια χάθηκαν, πνίγηκαν αύτανδρα,
τα χέρια των ανθρώπων άλλαξαν την όψη της γης

Σαν τα πουλιά που αναζητούν μια πλώρη καραβιού
για να κουρνιάσουν ,
χαμένα μεσοπέλαγα, με κόντρα τον καιρό,
χωρίς ελπίδες ξηράς,
ψάχνω να βρω ένα κορμί να ξαποστάσω

Τμήμα έργου, Ν.Γ.Πεντζικη

ΑΠΟΗΧΟΣ Αλκμάν (ΣΧΟΛΙΑ) :

19.9.2008

Ο δρόμος γέμισε νυχτερίδες
στις πόρτες σκούριασαν τα κλειδιά
κι η καρδιά κτυπά
μάταια…

2.11.2002

Τα καθημερινά προβλήματα
χρειάζονται πιο ξεκούραστες μέρες…

11.11.2002

δίσταζε να της πει
ότι ο έρωτας της
του στοίχιζε πολύ ακριβά

2.12.2002

Ακόνιζε τις αισθήσεις του
στην μοναξιά των άλλων

11.12.2002

Βρισκόταν μεταξύ ουρανού και θαλάσσης
ακυβέρνητος

12.12.2002

Ο διάδρομος μακρύς ατέλειωτος
και μετρημένα τα βήματα…

Από το λεύκωμα του Ν.Γ.ΠΕΝΤΖΙΚΗ, 12 ζωγραφιές-έκδοση περιοδικού ΣΥΝΑΞΗ 1997

ΤΑΣΟΣ ΚΟΡΦΗΣ::

(…)
Στους κρίκους των χειροβομβίδων
ακροβατούσε ο χαμός(…)

Ήρθε κοντά μου, απρόσμενα, γεμίζοντας
πυρομαχικά τις δεσμίδες (…)

ΑΠΟΗΧΟΣ Αλκμάν(ΣΧΟΛΙΑ):

5.11.2002

σκιρτούσε στις παλάμες του
σαν μικρο πουλί

(…)
κανένα τόπι δεν πηδά στον ουρανό
καμιά ελπίδα δεν φέγγει
(…)

10.11.2002

Τα λογάριαζα όλα
μα δεν σε περίμενα

14.11.2002

Δεν γινόταν να τα κερδίσουμε όλα
χωρίς να χάσουμε πολλά

ΤΑΣΟΣ ΚΟΡΦΗΣ:

Ηλιόχαρη μέρα σε κουρασμένο τόπο. Ευώδιαζε
δίκταμο στα λίγα, κυρτωμένα δέντρα.
Έρωτας, λέγεται, φυτρώνει
στο βράχο

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Οι στίχοι του Τάσου Κόρφη είναι από το βιβλίο
του “ΠΟΙΗΜΑΤΑ”, εκδόσεις ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ 1983