ΓΙΑΤΙ Ο ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ ΔΕΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟΝ ΚΑΒΑΦΗ

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ “ΜΑΡΑΜΠΟΥ”:

«Πηγαίνοντας στην Αλεξάνδρεια ήθελα να πραγματοποιήσω κι ένα παλιό όνειρό μου, που πολλές φορές με βασάνισε. Να γνωρίσω τον ποιητή που έχει συνδέσει το μυστήριό του με το μυστήριο της ηδονικής πόλεως, τον Κ.Π. Καβάφη. Πέρασα πολλές φορές από το σπίτι που μου είπαν πως κάθεται και τον οραματίστηκα σκυμμένο να γράφει στο σκοτεινό του δωμάτιο. Όμως δεν πήγα. Πρέπει ν’ αφήνει κανείς μιαν επιθυμία του ανεκπλήρωτη. Πρέπει κανείς να αφήνει κάτι να τον βασανίζει…»
(Απόσπασμα από τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του 22χρονου Νίκου Καββαδία, στην εφημερίδα «Πειραϊκόν Βήμα», Φεβρουάριος 1932).

Υποσημείωση:
Αν όμως ο Καββαδίας άφησε ανεκπλήρωτη την επιθυμία του να συναντήσει τον Καβάφη, κάποια επαφή μαζί του φαίνεται να υπήρξε και μάλιστα πριν από το ταξίδι του στην Αλεξάνδρεια. Στον κατάλογο των παραληπτών των ποιημάτων του Καβάφη υπήρχε το όνομα του ποιητή του «Μαραμπού» (πληροφορία Γ.Π.Σαββίδη).
Φωτογραφίες των Κ.Π. Καβάφη και Νίκου Καββαδία σε νεαρή ηλικία.

ΈΝΑΣ ΦΙΛΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΛΙΑ…

 

Ο παλιός και σεβαστός  και εγκάρδιος φίλος Λέων Καρ. ήρθε αυτό το καλοκαίρι – είχε χρόνια αρκετά να φανεί.  Μαζί του η κ. Ελένη πάντα ευγενική και σταθερή και λιγάκι αυστηρή (στη ματιά της).   Στη υποδοχή δεν υπήρχαν πολλά  λόγια ούτε διαχύσεις , μόνο δυο λουλούδια ταπεινά για την  κυρία .

Το βράδυ μετά τις συναντήσεις με πολλούς φίλους και τραπεζώματα και ήπιο γλέντι με ποτά απείρου κάλλους και φαγητά εκλεκτά, φτάσαμε όλοι μαζί στο ξενοδοχείο, που τον περίμεναν ξενοδόχοι και διάφοροι επίσημοι και μη.  Τους απέφυγε ευγενικά κι αφού τακτοποίησε την σύντροφο στο δωμάτιό τους κατέβηκε για λίγο.

Το μικρό καφενεδάκι (όχι του Μάο)στην οδο Νεκταρίου στα Ψαράδικα -του Μ.Μανταουτσάκη και της Ιρέμ

-Δεν νυστάζω μου είπε, είχα μείνει μόνος ήξερα ότι μπορεί να ήθελε ένα ποτό πριν τον ύπνο και του πρότεινα μια ασήμαντη διαδρομή σε ένα καφενεδάκι διανυκτερεύον .Ήθελα να μιλήσω μαζί του, ο σοφός δημοσιογράφος ήταν πηγή αστήρευτη – όταν (σπάνια τύχαινε) τον άκουγα σκεφτόμουν “δεν απέσβετο λάλον ύδωρ “. Το ένα φέρνει τ΄ άλλο  και ξεχαστήκαμε, στους καπνούς του κουτουκιού, ο “Μάο” (παρατσούκλι) του Ταβερνιάρη, μας περιποιόταν  με περισσή προσοχή, σαν να καταλάβαινε ότι ό “ξένος’ δεν ήταν καθόλου τυχαίο πρόσωπο. Η νύχτα είχε βαθύνει,  βρέθηκα να κοιμάμαι σε άγνωστο δωμάτιο, όταν άκουσα μια παιδική  φωνή :

“ Μάνα τι γυρεύει αυτός στο κρεβάτι μου;”  Ξεξύπνησα κατάλαβα ότι είχα βρεθεί στο σπίτι κάποιου γνωστού μου οικοδόμου, μα δεν θυμόμουν πως.

“Εγώ τον έβαλα” είπε κάποιος από την κουζίνα, δεν ήταν πολύ στα σύγκαλά του .

Ευχαρίστησα τους ανθρώπους κι εξαφανίστηκα λίγο ντροπιασμένος, το βράδυ είχαμε  ραντεβού για θέατρο, έπρεπε να  κάνω πολλά αυτήν τη μέρα.

Δεν είχα ανησυχήσει για τον μεγάλο φίλο μου, ήταν έμπειρος, αυτός θα με “τακτοποίησε” όταν είδε ότι είχα ζαλιστεί κάπως.

Το θέατρο μας τράβηξε σαν μαγνήτης…(1)

Το θέατρο δεν ήταν τυπικό με ιταλική σκηνή και κουίντες αλλά σε ελεύθερο χώρο,  χωρίς αμφιθεατρικές κερκίδες  και διαζώματα, σχεδόν επίπεδα όλα.  Τραγωδία με πολύ νέους ηθοποιούς, σκοτεινό περιβάλλον, απουσία σκηνικών, “ο λόγος πρέπει να λάμπει μόνο” έγραφε ένα πανώ στην είσοδο .   Τα καθίσματα ήταν ακατάστατα , σκόρπια, ο καθένας τοποθετούσε το δικό του όπου ήθελε.  Υπήρχαν και κάτι σαν ανάκλιντρα  (πιο πολύ σαν κρεβάτια ήταν), πήρα ένα από αυτά και μισοξάπλωσα. Δεν ήταν κάτι το εξαιρετικό, μα είχε κάποιο ενδιαφέρον η νεανική παράσταση.

Έγινε διάλειμμα όμως και ο Λέων φάνηκε να έχει κουραστεί,  ας πάμε είπε,  αρκετά είδαμε.  Στο δρόμο κανείς δεν έκανε το παραμικρό σχόλιο, μα δεν έμοιαζε η πόλη με την δική μας. Το σκηνικό σαν από μεσαιωνικό θέατρο, ζωγραφισμένο με παστέλ χρώματα, το Ηράκλειο μιας άλλης εποχής ή άλλη περιοχή.

Όμως δεν ήταν έτσι,  δεν βαδίζαμε μα τα πόδια αλλά με οχήματα .  Ο Λέοντας κι η Ελένη με μια παλιομοδίτικη μοτοσικλέτα, οι λοιποί με”σιτροέν” του πολέμου. Μια στιγμή το μπροστινό φτερό της Χάρλεϋ αποκολλήθηκε κι κύλησε στην άσφαλτο με θόρυβο.   Ένας νεαρός βγήκε από ένα γραφείο και το μάζεψε,  αλλά αρνήθηκε να το δώσει στον Καραπαν.

-Μα παιδί μου είναι δικό μου”του είπε οργισμένος ο φίλος μου.

Φύγαμε όλοι, δεν επέμεινε.

-”Δουλεύει στην εφημερίδα μου” ίσως γίνει κάποτε Διευθυντής , σχολίασε αργότερα χωρίς κανένα θυμό.

 

είχε σημειώσει: Ogden Nash: “The trouble with a kitten is THAT Eventually it becomes a CAT”

___________________________________________________________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Μπορεί να φανεί   σε πολλούς φανταστική η συνάντηση,

όμως έγιναν όλα  ακριβώς έτσι – στις 8 και 9 Αυγούστου του 2012

-Αυτοί που φεύγουν γυρίζουν κάποια(ν) ώρα , αν τους περιμένουμε/κανείς όμως δεν μπορεί να πει πότε και γιατί.

Εξώφυλλο βιβλίου που αποδίδεται στον Λέοντα Καρ. ενώ δεν έχει ούτε ονομα ούτε ψευδώνυμο συγγραφέα ( 1997)/ απόσπασμα από επιλογή  Ogden Nash: “The trouble with a kitten is THAT Eventually it becomes a CAT”

(1) Φωτογραφία από παράσταση του ΘΕΑΤΡΟΥ ΚΥΠΡΟΥ1991

(2)Το μικρό καφενεδάκι του Μ.Φανταουτσάκη

EΚΛΟΓΕΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΚΑΦΕ

Ο απόμαχος ναυτικός Μανόλης Δουλ.(α) μίλησε διακόπτοντας την ακατάσχετη πολιτικολογία που γινόταν όλο και πιο θορυβώδης (λόγω και των δύσκολων συνθηκών): Θα σας πω μιαν ιστορία, να δείτε τι συμβαίνει αλλού, δεν είναι ο πολιτισμένος λεγόμενος κόσμος μας σε όλα ο καλύτερος. Η φωνή του είχε γρέζα και κόμπους, όταν άρχισε σιγά σιγά : πριν τριάντα (και περισσότερο) χρόνια “εξώκοιλα” σε ένα λιμάνι ενός νησιού της Νότιας Αμερικής,κάπου κοντά στην Κόστα Ρίκα. Μια κοπέλα πανέμορφη σαν βραζιλιάνα κρεολή, με σπίτωσε” σε μια χαμοκέλα(1), κι όχι μόνο έχασα το πλοίο μου (ένα φορτηγό του Αγγελάτου(β) αλλά βρέθηκα και πίσω από τα σίδερα χωρίς διαβατήριο και μάνε-ι(2).

Σαν το Γιαβά τον Θαλασσινό, του Κόντογλου -πρόχειρο σχέδιο με μολύβιτου Β.Ζ.

Η κοπέλα τα κατάφερε και με έβγαλε από τη φυλακή, και καταλήξαμε στο χωριό της, έναν οικισμό με φυτείες καφέ και ψαρόβαρκες. Δεν άργησα να προσαρμοστώ, ήξερα να ψαρεύω και το μεροκάματο δεν με δυσκόλεψε. Περνούσε ο καιρός, περνούσα καλά,
ξεχάστηκα σ αυτήν την γωνιά της γης, το δικό μου νησί που γεννήθηκα είχε εξοριστεί σε μιαν απόμερη άκρα της μνήμης. Τον τρίτο χρόνο της παραμονής μου έγινε η τοπική εκλογή, για την ανάδειξη του “δήμαρχου” δηλαδή οχι ακριβώς όπως εδώ, του “αρμόδιου” της τοπικής κοινωνίας εκπροσώπου στο κεντρικό συμβούλιο – κάτι μεταξύ κοινοτάρχη – ή βουλευτή ή και μάγου της παράδοσής τους. Μα δεν ήταν όπως ήξερα, τελείως διαφορετικά και απίθανα. Οι ενδιαφερόμενοι(υποψήφιοι), που σπάνια ξεπερνούσαν τους δέκα, έπρεπε να αναρτήσουν τα ονόματά τους στα “εκλογικά κέντρα” που δεν είχαν καταλόγους και χαρτιά και δικαστικούς αντιπροσώπους, ήταν τα μπαρ και τα καφενεία των περιοχής. Ο καθένας υποψήφιος, αφού έμπαιναν σε αλφαβητική σειρά όλοι, έπρεπε να διαλέξει ένα είδος καφέ – υπήρχαν πολλά: εσπρέσο, γαλλικός, ελληνικός(τουρκικός), φραπέ, freddo, nescafe, latte, capuccino, decaffeine, americano …κα να το προσθέσει στο όνομά του π.χ. Antonio – Φραπέ,Fernando-Γαλλικός κλπ.
Η ψηφοφορία άρχιζε την ώρα του πρωϊνού καφέ, σε κλίμα ευχάριστο, χωρίς αντιδικίες γιατί κανείς δεν είχε καμιά μανία να εκλεγεί. Ούτε οικονομικά οφέλη υπήρχαν (μισθός ή σύνταξη ή απαλλαγές) ούτε προαγωγή ούτε αλλαγή του τρόπου ζωής κανενός.
Το κοινοβούλιο λειτουργούσε 3 εβδομάδες το χρόνο, η εκλογή σήμαινε συμμετοχή στα κοινά, προσφορά και τίποτα άλλο.
Μα το παράξενο – που γι αυτό σας ταλαιπωρώ, ήταν ο τρόπος της επιλογής. Ούτε κάλπη ούτε ψηφοδέλτια ούτε κουκιά ή σφαιρίδια .

Δεν υπήρχαν ψηφοδέλτια κουκιά ή σφαιρίδια, πρόσθεταν το όνομά τους σε ένα είδος καφέ...-σκίτσο:Τελώνιο

-Καλά πως ,τι σχέση είχαν οι καφέδες; : αναρωτηθήκαμε όλοι.
-Ο κάθε ψηφοφόρος διάλεγε και ένα είδος καφέ, αυτόν που αντιστοιχούσε στο όνομα του υποψηφίου που προτιμούσε(γιαυτό είχε γράψει ο καθενας το όνομα του σε ένα είδος) και απολάμβανε μετά το ρόφημά του, με ή χωρίς τσιγάρο ή πουράκι (δεν υπήρχαν τότε απαγορεύσεις).
Μέχρι το απομεσήμερο, είχαν ψηφίσει όλοι σχεδόν και σταματούσε η παρασκευή των καφέδων, που βέβαια δεν ήταν δωρεάν αλλά πολύ φτηνοί ασφαλώς .
Το βραδάκι, μαζευόταν οι καφετζήδες και οι μαγαζάτορες και έκαναν , απολογισμό και λογαριασμό και τελική εκκαθάριση. Πόσοι ολοι οι καφέδες του καθενός. Η μεγαλύτερη τελική κατανάλωση, σήμαινε και επιλογή του αντιπροσώπου.

Η καταστροφή ήταν μεγάλη όπως στο Muerto Besendao φωτογραφία της Sarah Roesink

Μείναμε άναυδοι, κανείς δεν ήθελε να πιστέψει τον συνταξιούχο ναύτη.
-Καλά δεν υπήρχαν κόμματα, ανταγωνισμοί και διαιρέσεις; ρώτησε ο πιο θαρραλέος
-Μόνο στην περιοχή αυτή είχα καθιερωθεί αυτός ο τρόπος, νομίζω απάντησε, η ζωή τους ήταν περίπου ίδια όλων (οικονομικά) δεν υπήρχαν πλούσιοι ή πολύ διακεκριμένοι πολίτες ( αυτοί πήγαιναν στο πιο μεγάλο νησί που κυριαρχούσε, στην ευρύτερη περιοχή). Οι κομματικές εντάσεις είχαν μειωθεί τόσο που να μην εντοπίζονται πια, οι κομματισμός είχε συρρικνωθεί σαν… είπε κάτι που δεν γράφεται – και οι κομματικές ταυτότητες δεν θυμόταν κανείς πότε (και άν) υπήρξαν.
Ξέραμε τις τερατολογίες των ναυτικών και δεν επέμενε κανείς στην αμφισβήτηση , όμως προέκυψε η γενική πια απορία.
-Καλά γιατί δεν έμεινες σ’ αυτόν τον ιδανικό τόπο;
-Καταστράφηκε, βούλιαξε πές, από έναν τρομερό σεισμό , όπως στο Muerto Besendao(3), έβγαλε με προσοχή από την εσωτερική τσέπη του ναυτικού αμπέχονου, μια μικρή ξεφτισμένη φωτογραφία και μας έδειξε την “κρεολή” του νησιού των καφέδων, δεν μας εντυπωσίασε, έμοιαζε με ινδιάνα , μα κανείς δεν έκανε σχόλιο

Η συζήτηση έκλεισε, η πολιτικολογία επανήλθε δριμύτερη, κραυγαλέα και απωθητική, ποιον θα μαυρίσουμε και γιατί…
Ο παλιός ναυτικός δεν παρακολουθούσε, τα μάτια του μισόκλειστα, το πουράκι κρεμόταν στα χείλη του σβηστό, άραγε γύριζε στο νησί του καφέ, στον “απωλεσθέντα” παράδεισό του;

Η φωτογραφία δεν εντυπωσίασε κενέναν, η κρεολή έμοιαζε με ινδιάνα...

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
(α)Ο γέρος ναυτικός έμοιαζε με τον ήρωα το Φ.Κόντογλου (Ηρακλή Γιαβάσογλου- Γιαβά Θαλασσινό).Τον περιγράφει:
” Ήταν ένας γέρος αγέραστος και πολύξερος, που γυρόφερε πολλές φορές την υδρόγειο σφαίρα…”δες: Φώτη Κόντογλου έργα- ΓΙΑΒΑΣ Ο ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ- ΕΚΔΟΣΗ , ΑΣΤΗΡ
(β)Μάλλον πρόκειται για τον εφοπλιστή που ήταν θείος(από την πλευρά της μάνας) του Ν.Καββαδία
(1) χαμόσπιτο, άθλιο κατάλυμα
(2) money, χρήματα
(3) Μεγάλη καταστροφή και εξαφάνιση,δες: http://www.alkman.gr/?p=5452

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΣΤΑΜΑΤΑΚΗΣ: ΕΝΘYΜΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΝΟΛΗ ΡΑΣΟYΛΗ


Τον είχα δει ξαφνικά την Πέμπτη, τον περασμένο μήνα, στις 17 Φεβρουαρίου τοθ 2011, στο Μοναστηράκι, δύο ή τρεις βδομάδες πριν από το ραντεβού του με τον βαρκάρη. Περίμενε το πράσινο στη διασταύρωση Ερμού και Αθηνάς, γύρω στη μία το μεσημέρι. Έβγαλα το κεφάλι μου από το παράθυρο του ταξί, του φώναξα με όλη μου τη δύναμη: ΜΑΝΟΛΗ, ΜΑΝΟΛΗ. Γύρισε προς το μέρος μου, σήκωσα ψηλά το χέρι μου για να με δει, του ξαναφώναξα: ΜΑΝΟΛΗ, ΜΑΝΟΛΗ. Είπα στον ταξιτζή να σταματήσει, μέχρι να βρει, όμως, κάποια άκρη, η απόσταση μεγάλωσε, τα είκοσι-τριάντα μέτρα, έγιναν ογδόντα, εκατό. Γύρισα πίσω, εκεί που τον είχα δει μερικά λεπτά πριν, να ξεχωρίζεις με το μαύρο καπέλο του ραβίνου. Είχε πολύ κόσμο την ώρα εκείνη το Μοναστήρι. Σε αναζήτησα σε όλη την πλατεία, κοίταξα προς τα κάτω στην οδό Ερμού. Είχε γίνει άφαντος. Ήθελα να μιλήσουμε για λίγο. Όπως πάντα, κάτι θα βρίσκαμε να πούμε… Ίσως, τούτη τη φορά, να του έλεγα πως κι εγώ τα αγάπησα τα τραγούδια του. Ύστερα έμαθα ότι έφυγε, έτσι όπως ήλθες, μόνος.

Εργο του Ρουσσέτου Παναγιωτάκη, στενού φιλου του Μανόλη Ρασούλη

Έφυγε ως άτακτος, άτακτος όντας μια ζωή. Εικόνες μου έρχονται στο μυαλό, καταιγιστικά. Εξήντα χρόνια πίσω, στο 8ο Δημοτικό Σχολείο, εκεί στα Δερμιτζίδικα, μαζί για πρώτη φορά, συμμαθητές στην πρώτη κι ύστερα σ’ όλες τις τάξεις του Δημοτικού. Άτακτοι μαθητές, ακόμη και όταν οι συμπαθέστατοι δάσκαλοί μας –μου έρχονται αίφνης στο μυαλό η γεμάτη καλοσύνη δεσποινίς Ρεβυθάκη, η δασκάλα μας της τετάρτης και ο υπομονετικός κύριος Κυριακάκης, της έκτης– προσπαθούσαν να μας ημερέψουν. Όχι, αυτά που ήθελαν να μας βάλουν στο κεφάλι δεν ήταν αυτά που εμείς θέλαμε να μάθουμε. Δεν εξηγούσαν τίποτα απ’ όσα βλέπαμε, δεν απαντούσαν σε κανένα από τα ερωτήματά μας.

Μείναμε άτακτοι. Το ξέραμε από τότε. Μήπως δεν ήταν αυτός που το 1957, στη μικρή μας παρέα των άτακτων της έκτης, τη μέρα εκείνη που ο δάσκαλος μάς είπε πως μάθημα δεν θα γινόταν, έπρεπε να γυρίσουμε γρήγορα στα σπίτια μας, κόσμος θα έβγαινε στους δρόμους, μπορεί να χυνόταν αίμα. Οι Άγγλοι είχαν κρεμάσει στην Κύπρο τον Παληκαρίδη, μαθητή γυμνασίου. Κι εμείς, μαθητές Δημοτικού, διαλέξαμε να γίνουμε ένα με το πλήθος, το εξαγριωμένο πλήθος… Και να δούμε, με άγρια χαρά, το βρετανικό προξενείο να καίγεται…

ΟΦΗ πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, διακρίνονται ο Βάβουλας κι ο Καρασάβας

Πόσες φορές, αλήθεια, δεν βρεθήκαμε στα Καμίνια, στο γήπεδο του ΟΦΗ: «Θα με βάλεις κι εμένα μέσα θείο;». Και, συχνά, κάποιος φίλαθλος θα βρισκόταν να μας πάρει από το χέρι σαν να ήμασταν παιδί του ή ανίψι του – αλλιώς θα σκαρφαλώναμε τον τοίχο από το αρμένικο νεκροταφείο για να δούμε τον Βάβουλα, τον Καρασάβα, τον Στρατάκη, τον Παπουτσάκη, τον Ηλιού, τον Καψάλη, τον Μακατούνη… Η οικογένεια του ΟΦΗ δεν σε ξέχασε: τούτη την Κυριακή, πριν τον αγώνα, οι ομιλίτες θα τηρήσουν ενός λεπτού σιγή στη μνήμη σου…

Ο Ρασούλης μεταξύ Ρουσσέτου και Ξανθόπουλου, Χριστούγεννα του 2009(;)

Μου έρχονται στο μυαλό εικόνες από τα χρόνια που πέρασαν, αλλά δεν χάθηκαν… Εκεί στο «Διόνυσο»(3), Δεκέμβρης του ’67, χούντα, χειμώνας, με τον «χωριάτη» να μας βάζει κονιάκ, εγώ να λέω πως είμαστε πια σε πόλεμο, κι εσύ να επιμένεις πως δεν υπάρχει μόνον ένας δρόμος, να λες πως η σόμπα-κουκουνάρι που μας ζέσταινε ήταν το φεγγάρι που είχε έρθει να μας κάνει παρέα …

Ήθελε να φύγει. Έξω πίστευε πως θα ήταν πιο χρήσιμος. Λίγο μετά τον έβλεπα ξανά στο σπίτι του Νίκου και της Ρέας(1), στο Παγκράτι. Έφευγε για την Αγγλία, όπου οι Μοίρες τού είχαν κλείσει ραντεβού με τον Τρότσκι, τη Λούξεμπουργκ, την Βανέσα Ρεντγκρέιβ… Κι εκεί, πάλι κοινοί μας φίλοι σε περίμεναν: ο Μπάμπης, ο Μανόλης, λαμπράκηδες που είχαν σκορπίσει στα πέρατα της Ευρώπης…

Ύστερα πίσω ξανά στην Ελλάδα, αναζητώντας απαντήσεις μέσα από δρόμους που έτεμναν κάθετα υπαρκτούς και ανύπαρκτους κόσμους, στο σπίτι του Κωστή(2), στη Δαφνομήλη, κι ύστερα στο Ηράκλειο, στα Λιοντάρια, συζητήσεις απίστευτες, όλα στο τραπέζι, επανάσταση, έρωτας, ισότητα, κοινοκτημοσύνη, ανατολικές θρησκείες, μεταφυσική, δάσκαλοι έκτου και εβδόμου βαθμού, που μπορούν να φεύγουν από το σώμα τους, να πηγαίνουν όπου θέλουν, κι ύστερα να γυρνούν πάλι πίσω, όποτε θέλουν… Και με διαβεβαίωνε πως δεν υπήρχε κίνδυνος, παρά την τόση πολυκοσμία, να μπει κανείς, επιστρέφοντας, σε άλλο σώμα…

Μακάρι να είχε δίκιο . Και τώρα να μετεωρίζεται πάνω από το Θιβέτ, και να σχίζει σαν αητός τους ουρανούς της Ινδίας, κι ύστερα να πετάει πάνω από τη γη των Ιουδαίων. Και να δίνει στο τέλος μια βουτιές πίσω στους αιώνες για να βρίσκεται ανάμεσα στα αδέλφια του τους Μινωίτες…

Μα κι αν ακόμη έκανε λάθος, πάλι δεν πειράζει. Ξέρω πολλούς ζωντανούς που είναι πιο πεθαμένοι κι από τους πεθαμένους. Ξέρω και πεθαμένους που είναι πιο ζωντανοί κι από τους ζωντανούς.

(1) σπίτι Νικου Γιανναδάκη- Ρέας Γαλανάκη (παντρεμένοι τότε)
(2) Μάλλον Κώστας Καρυωτάκης
(3) περίφημο μπάρ (κλαμπ τότε)με τον Γάλλο Ζακ και το Μάριο (Ιωαννίδη) στη θέση περίπου του σημερινού ΤΑΚΕ FIVE
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Οι εικόνες είναι από το αρχείο του Ρουσέτου Παναγιωτάκη, τον ευχαριστουμε.

ΟΙ ΔΙΑΚEΚΡΙΜEΝΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ – ΤΟ ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ ΤΩΝ ΔΟΛΟΦΟΝΩΝ

ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΑΨΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ…

Μοιάζει η ζωή ψεύτικη ή όλα συμβαίνουν σε μένα;(όπως λέει ο Γιάννης Ανδρεαδάκης) έχετε γνωρίσει από κοντά κανέναν αληθινό (καταδικασμένο η όχι) δολοφόνο; ρώτησα προ ημερών 10 ηλικιωμένους (άνω των 50 ) γνωστούς μου. Ούτε από κοντά ούτε από χιλιόμετρα απάντησαν όλοι, χωρίς εξαίρεση. Έμεινα έκπληκτος, η καταγωγή μου από το Κ…. της ορεινής Κρήτης με είχε φέρει εξ απαλών ονύχων -κυριολεξία- σε επαφή με φονιάδες και αγρίους πλην γενναίους άντρες. Πριν παρακολουθήσω (διδαχθώ) την αλφαβήτα είχα μάθει να πυροβολώ με ντουφέκι κατά τι ψηλότερο από το μπόι μου και οι μάχες μετά την κατοχή και τον εμφύλιο, ποτέ δεν είχαν σταματήσει στις απόμερες απρόσιτες περιοχές της Κρήτης. Οι λεγόμενες οικογενειακές διαφορές ήσαν επαρκείς συνήθεις αιτίες και αφορμές δεν έλειπαν.
Έμεινα έκπληκτος με τις απαντήσεις,όχι βέβαια γιατί έπρεπε σώνει και καλά να έχουν ανέβει στα βουνά οι γνωστοί και συνάδελφοι, αλλά γιατί στην φιλειρηνική πόλη μας είχα συναντήσει περισσότερους δολοφόνους, απ ότι στις κορυφές των ορέων . Και όχι μόνον αυτό, μερικοί είχαν γίνει και φίλοι μου. Ξανασκεφτόμουν μα δεν άργησα να καταλάβω, πως δεν ήταν όπως φάνηκαν τα πράγματα. Πολλοί και διακεκριμένοι φονιάδες, έχουν “αποχρωματισθεί”(κυριολεκτικά) στην πόλη, είναι μεγαλο νοικοκύρηδες και κανείς δεν ξέρει ή δεν θυμάται πράξεις παλιές και στυγερές-που δεν πληρώθηκαν(τιμωρήθηκαν) και όλες. Η υπερ ανεκτική πόλη μας, εύκολα συγχωρεί και πολύ άνετα επαν εντάσσει άτακτους και απείθαρχους συμπολίτες μας. Καλά οι άλλοι, μα εγώ που γνωρίζω καλά; Πως απέκτησα φιλίες πως δέθηκα με τόσους υπερ παραβατικούς ανθρώπους. Δεν ξέρω, ήταν όλοι ειλικρινείς και προσφερόμενοι και φιλότιμοι. Ενώ κανείς τους δεν είχε ανώτατη παιδεία, δεν ήταν χαμηλού επιπέδου, διέθεταν όλοι αξιόλογη “κοινωνική μόρφωση” και δείκτη νοημοσύνης πάνω απ το μέσο όρο (αν υπάρχει κάτι τέτοιο βέβαια).

Οι μαμάδες των παιδικών χρόνων...

ΠΡΙΝ ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ

Μέσα στη κάψα του καλοκαιριού γύριζα πίσω αιώνες, στα θρανία του Δημοτικού και τους πρώτους αληθινούς φίλους, οι εντυπώσεις δε έχουν σβήσει ακόμα, τα παιδιά παίζουν αμέριμνα στα στενά της παλιάς πόλης, το Πρότυπο σχολείο στην άκρη της κακόφημης συνοικίας του “Λάκκου” δεν έχει καμιά ιδιαιτερότητα, οι δάσκαλοι χωρίς ειδίκευση πλην ενός, που έχει και το βαρύτερο χέρι (είναι ο Διευθυντής). Η πρώτη παιδική κοινότητα ήταν τυχερή, το κοινωνικό χαρμάνι, είχε πετύχει, μικρο επαγγελματίες, τεχνίτες και υπάλληλοι οι γονείς, δεν δημιουργούσαν διαχωρισμούς και ανταγωνισμούς στα παιδιά και η αγία ράβδος, καθιερωμένη και στο Πειραματικό, εξίσωνε σκληρά βέβαια αλλά δίκαια. Στην πέμπτη τάξη είχαμε δημιουργήσει μια στοιχειώδη δανειστική βιβλιοθήκη, και οι έρευνες μας στο μεγάλο χαντάκι του Γεωπονικού, έφερναν στο φως σπάνια απολιθώματα αλλά και συμπαθητικά σαλιγκάρια και απαίσιους γυμνοχοχλιούς και εντόπιζαν φυτά άγνωστα που έπρεπε να ονοματίσουμε.

Παρατηρούσαμε τα πάντα και κρατούσαμε σημειώσεις...

Η φιλία ήταν αποτέλεσμα των κοινών απασχολήσεων των ατέλειωτων παιγνιδιών και του διαβάσματος. Με τα βιβλία ο κόσμος άνοιγε, μπορούσαμε να πάμε παντού, τα οικονομικά δεν έμπαιναν εμπόδιο, το Παρίσι φαινόταν πιο κοντά από την Αθήνα και το Λονδίνο από τη Θεσσαλονίκη. Γιατί βέβαια η λογοτεχνία που άρχισε να μας συγκινεί, δεν είχε σχέση με την Ελλάδα και το Κλεινόν Άστυ, αλλά με τους μεγάλους συγγραφείς …..
Η φιλία άνθιζε σαν συγκινητικό λουλούδι του αγρού-δεν σχετιζόταν με κοινωνικές σχέσεις και επαφές σαλονιών, δεν είχε ανάγκη οικονομικών ενισχύσεων και δεν επηρεαζόταν από το επίπεδο των οικογενειών μας.

Λαϊκές εκδόσεις και διασκευές μεγάλων έργων, από τα σπίτια μας

Έτσι έφτασα στο Γυμνάσιο, τελείως απροετοίμαστος. Η πρώτη επαφή τραυματική, εξετάσεις μέσα σε καύσωνα εξοντωτικό, ηλίαση και κρεβάτι. Η πρώτη τάξη είχε άλλα πρόσωπα, οι στενοί φίλοι είχαν χαθεί λόγω ονομάτων (άλλα τμήματα) ή λόγω κατεύθυνσης, αφού υπήρχαν δυο διαφορετικά γυμνάσια (Πρακτικό-Κλασικό). Είχα μείνει μόνος, το κατάλαβα αργά, η νέα μαθητική μου κοινότητα ήταν διαφορετική, κανένας δεν ενδιαφερόταν για βιβλία και ανακαλύψεις – το ποδόσφαιρο και ο αθλητισμός ήταν πια τα κυρίαρχα καθημερινά θέματα. Τα γυαλιά που φορούσα – ο μόνος σ όλο το σχολείο- δημιουργούσαν αξεπέραστα εμπόδια για την μπάλα και σχέση μου με τα βιβλία δεν βοηθούσε καθόλου – άρχισα να κλείνομαι επικίνδυνα, μοναχικός από τη φύση μου, αγωνιζόμουν να βρω κάποια επαφή με τους συμμαθητές μου, μάταια. Πέρασαν δυο σχεδόν χρόνια στο απωθητικό περιβάλλον, τα αδέλφια μου δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα, οι σχέσεις και μ’ αυτά δεν είχαν έκταση και βάθος – το ποδόσφαιρο και ο αθλητισμός ήταν το άπαν τους.
Μα όταν η εφηβεία άρχισε να με αλλάζει, οι δυνάμεις μέσα μου δεν μπορούσαν να βρουν κάποια έξοδο, η φαντασία και η λογική έδειχναν τον αναγκαστικό δρόμο, προς τα έξω. Βρήκα μεθόδους επαφών, ανακάλυψα απασχολήσεις που μου ήταν άγνωστες…

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ

Το ερώτημα ήταν τι ενδιαφέρει τους άλλους; Η απάντηση δεν ήταν πολύ δύσκολη, η καθημερινότητα, η διασκέδαση, ο χαβαλές, το φουτ μπώλ και τα κορίτσια βέβαια-αν και δεν δηλωνόταν πρώτο το θέμα και κατηγορηματικά. Δεν άργησα να διαισθανθώ και άγνωστες μέχρι τότε διαφορές. Υπήρχαν εύποροι και μη μαθητές. Υπήρχαν και ιδιωτικά σχολεία, μα κανένας δεν τα είχε σε εκτίμηση. Μπερδευόμουν μα δεν πολυνοιαζόμουν, ήταν τόσο λίγοι οι εύποροι τότε και τόσο ανυπόληπτα τα σχολεία των ευπόρων. Μα η μάλλον μοναχική τάση μου, η χαμηλή οικονομική κατάσταση της οικογένειάς μου και το ψηλό πνευματικό επίπεδο της, με απομάκρυναν από τα βουτυρόπαιδα και με έφερναν κοντά στην πλεμπάγια, τους μάγκες και τους κακούς μαθητές (τους μη επιμελείς για την ακρίβεια). Βρήκα εύκολα απήχηση, έγινα ο αρχηγός των τελευταίων θρανίων. Έγινε μια φυσική και τελείως αυθόρμητη ανταλλαγή, πρόσφερα βοήθεια στα μαθήματα (φροντιστήριο) και μου άνοιξαν τον κόσμο γύρω μου. Εντάχθηκα όσο μπορούσα, ας έμοιαζα σαν τη μύγα μες το γάλα- ήμουν πιο κάτω σε πολλά και υπερείχα σε λίγα. Όμως βρήκα πάλι φίλους, αληθινούς, η απόλυτη μόνωση είχε τελειώσει πια.

Το Πανεπιστήμιο - εδώ Πολυτεχνείο- πριν τα τανκς και την αποτέφρωση της βιβλιοθήκης του

ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

Η νέα φάση με απομάκρυνε από την επαρχιακή πόλη μου, με έφερε στο κέντρο. Πάλι ανάγκη νέων φίλων πριν καλά καλά μάθω τους παλιούς. Στο φροντιστήριο δεν υπήρχαν πολλοί, τα μαθήματα σε μεγάλη ένταση, δεν άφηναν και περιθώρια. Όμως η ανάγκη επαφής έφερε κοντά του γείτονες στην Οδό Αρματολών και Κλεφτών (αλήθεια έτσι) που ήταν άλλων σχολών. Τώρα το θέμα ήταν τζόγος και σεξ, οι απασχολήσεις της επαρχίας έμοιαζαν πολύ μακρινές. Τα έμαθα εύκολα και τα δυο. Όχι φυσικά δωρεάν και χωρίς απώλειες (όχι μόνο οικονομικές). Μα δεν τέλειωναν όλα εύκολα, εδώ η μάθηση ήταν χρονοβόρα και ακριβή. Κόλλησα αρκετά, βρέθηκα σε παγίδα που δεν μπορούσα να βγω. Περνούσε ο καιρός κι όταν ξεμπέρδεψα με όλα αυτά, ξανά στην επαρχία μου, χωρίς φίλους πάλι.

Η ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΦΑΣΗ

Η επιστροφή στην πατρίδα που δεν φαινόταν ανέφελη, συνδυάστηκε με κάποιο γνωστό συμμαθητή, που με μεγάλη ανιδιοτέλεια πρόσφερε απασχόληση, δουλειά δηλαδή, σε καλές συνθήκες. Δεν άργησε να γίνει φίλος και καλός, όμως στον επαγγελματικό κύκλο άρχισαν να προστίθενται πελάτες που γρήγορα γινόταν φίλοι. Ήμουν εκπαιδευμένος πια στις διαπροσωπικές επαφές και σχέσεις, αφήνοντας κατά μέρος τα πολύ προσωπικά μου ενδιαφέροντα, “τις ενδιάθετες τάσεις μου” , αποκτούσα αν όχι πολλές, αρκετές φιλίες. Δεν έκανα διαχωρισμούς και εκλεκτικές επιλογές, ήταν αρκετό να ναι προσφερόμενοι και ειλικρινείς οι άνθρωποι. Μου άρεσαν περισσότερο οι αυθόρμητοι και ανοικτοί χαρακτήρες, που διέφεραν πολύ από μένα. Ο πρώτος που έγινε γρήγορα κοντινός και οικείος ήταν ο συνεργάτης-βοηθός του “συμμαθητή” μου, που έγινε και δικό μου δεξί χέρι στις γραφειοκρατικές υποθέσεις, Γιώργος Μ. Πως είχε προσληφθεί δεν ξέρω ήταν συνταξιούχος του Δημοσίου, ευγενικός και χαμογελαστός ήξερε τον δυσπρόσιτο τομέα των Υπηρεσιών και των Υπαλλήλων καλά, μας βοηθούσε να διεκπεραιώσουμε δουλειές σημαντικές χωρίς φακελάκια πολλά και μπαξίσια. Η εκτίμηση μας στο καλό ποτό και τον καλό μεζέ, μας οδηγούσε μετά την εργασία σε “στέκια” που συχνάζουν τύποι της πιάτσας, απολαμβάναμε τα διαλείμματα και μαθαίναμε τι γίνεται κάτω από την ήρεμη ακίνητη επιφάνεια της κοινωνίας μας. Το οινόπνευμα φέρνει εξομολογητικές διαθέσεις, ο ηλικιωμένος ο φίλος μου δεν άργησε να διηγηθεί τη ζωή του. Ήξερα ότι ήταν ορεινός δεν παραξενεύτηκα που ήταν αυτουργός φόνων. Μα μου έκανε εντύπωση ότι μιλούσε με πολλή ψυχραιμία όχι για ένα αλλά για πολλά εγκλήματα , η “αποστασιοποίηση” έμοιαζε σε μένα αφύσικη. Κόλλησε μόνο σε ένα φονικό, ήταν η ηλικία του θύματος – δεκαοκτώ χρόνων – “δεν μπορώ να το ξεχάσω” σημείωσε και το προσπέρασε. Όλα ήταν παλιά κρίματα, που έμοιαζαν σαν ανήκουν σε έναν κόσμο που πέρασε χωρίς να αφήσει ίχνη. Είχα μάθει ότι ο καλοστεκούμενος Γιώργος Μ. είχε χωρίσει από την πρώτη σύζυγό του λόγω απάτης – τον είχε εγκαταλείψει χάριν ενός εραστή (νεοτέρου) – δεν είχε αντιδράσει, δεν έσφαξε κανέναν. Κάποτε παρατήρησα ενώ δεν με πρόσεχε- ότι οπλοφορούσε, πολύ διακριτικά. Χαθήκαμε όταν αποσύρθηκε από την εργασία του. Την ίδια εποχή, μια επαγγελματική ιστορία, με έκανε να επισκεφθώ τον Κώστα Τ. στις φυλακές της Αγιάς. Ήταν καταδικασμένος για τον φόνο ενός δικηγόρου και τον βαρύτατο τραυματισμό ενός άλλου και έπρεπε να γίνει συμφωνία μ έναν πελάτη μας που είχαν προβλήματα ορίων, ήταν “σεφήδες”. Στην αγροτική φυλακή του φερόταν με σεβασμό, έμοιαζε με αργεντινό ιδιοκτήτη μεγάλων εκτάσεων. Δεν έμεινε πολύ “μέσα”, συναντηθήκαμε πια όταν ήταν ελεύθερος και ιδιοκτήτης μεγάλου ξενοδοχείου. Επιβλητικός και σοβαρός, ήξερε να διηγείται, το αγροτόπαιδο είχε γίνει πιλότος της ΡΑΦ στον πόλεμο, μετά τσιφλικάς στη Ροδεσία και αργότερα μεγαλο ξενοδόχος στην Κρήτη.

Ο φίλος Κ.Τ. επίσημος και σοβαρός, από το χωριό του στην ΡΑΦ...

Πάντα αυτοκυριαρχημένος ήρεμος, καλοντυμένος, ένας ευπατρίδης που ωστόσο είχε βάψει τα χέρια του με αίμα. Γίναμε φίλοι, μα κάτι με ξένιζε πάντα, η ατσαλάκωτη εμφάνιση, ο επίπεδος (ουδέτερος) χωρίς αίσθημα λόγος του, η λιτότητα που πλησίαζε την τσιγκουνιά. Η αδυναμία εκμυστηρίευσης, η έλλειψη κάποιας ανάγκης μεταμέλειας, η ευγένεια που είχε πολλή τυπικότητα και λίγο βάθος. Σπανιότατα, τον ένοιωθα να έχει (να δείχνει)κάποια ανησυχία, ήξερα όμως ότι μπορεί να έκανα λάθος – ας λένε ότι ο φονιάς πάντα φοβάται, μια σκιά που μπορεί να τον πλήξει. Μετά από πολλά χρόνια, απομακρυνθήκαμε, για ασήμαντη αφορμή. Πριν λίγο έμαθα για τον Θάνατό του (και της γυναίκας του) και την διαθήκη του (ήταν Άγγλος υπήκοος) : άφησε την μεγάλη περιουσία του σ ένα ίδρυμα για την προστασία των άγριων πτηνών.

Ο ΤΡΙΤΟΣ ΦΙΛΟΣ

Ο τρίτος δολοφόνος που έγινε φίλος μου, δεν μοιάζει με τους άλλους δυο. Αυτός δεν σκότωσε επειδή είχε αντιδικίες οικογενειακές (όπως ο Γιώργος Μ.) η συμφέροντα οικονομικά μεγάλα (΄0πως ο Κ. Τ.),έδρασε κάτω από την θυελλώδη πίεση αισθημάτων και παραλογισμών . Σκότωσε την αγαπημένη του σύζυγο, πλήττοντας και την ίδια του τη ζωή.

Ο τρίτος φίλος ήταν πιο ειλικρινής και αυθόρμητος...

Όταν το γνώρισα ήταν 15 χρόνια στη φυλακή, ανταποκρίθηκα σε μιαν έκκληση του, επειδή ήταν στο επαγγελματικό μου συνδικάτο, πέρασα τους άθλιους χώρους επισκεπτηρίου της φυλακής του, του έφερα δυο βιβλία και λίγα γλυκά. Κρατήσαμε επαφή, με γράμματα και επισκέψεις, με τρομοκρατούσε η ιδέα της προσέγγισης στο “αναμορφωτικό” ίδρυμα, έσερνα δύσκολα τα βήματα μου εκεί. Όταν άρχισε να παίρνει “΄άδειες” ήταν δυνατόν να συναντηθούμε εκτός φυλακής, να μιλάμε με άνεση. Ήταν ευπαρουσίαστος, νέος ακόμα, είχε μια κόρη που ζούσε στο εξωτερικό με την αδελφή του αλλά όχι άλλες ισχυρές οικογενειακές διασυνδέσεις. Η φιλία δεν ήταν σταθμισμένη, ήταν ετεροβαρής, είχε ανάγκη μεγάλη κι εγώ μπορούσα να προσφέρω μιαν ελάχιστη συνδρομή, μα η φιλία δεν έχει ανάγκη τύπους και ισορροπίες, είναι υπόθεση αισθημάτων και διάθεσης. Ο τρίτος ( βαρυποινίτης) φίλος, δεν μου πρόσφερε ιστορίες και διηγήσεις του παρελθόντος, δεν έμαθα ποτέ καν το αδίκημά του. δεν ήπιαμε ποτέ ένα ποτό μαζί. Κι όμως ήταν ο πιο αισθαντικός και ηλικρινής από όλους, έδειχνε με τη στάση του, με το σώμα και το πρόσωπό του, τα αποτέλεσματα του μεγάλου κρίματος. Η φυλακή δεν είχε μειώσει την ελευθερία και την άνεση του για 18 χρόνια, ο ίδιος περιόριζε τη ζωή και τον εαυτό του, ίσα ίσα στα αναγκαία, για να βρει κάτι η κόρη του. Ο νέος και ωραίος που έκοψε το νήμα της ζωής της γυναίκας του, έκοβε σταδιακά τον εαυτό του και το βίο του, ο φόνος δεν έχει εξιλασμό, η τιμωρία δεν έχει έλεος – μου το έλεγε με τη στάση του χωρίς κανέναν περιττό λόγο. Όταν ολοκληρώθηκε η ποινή του, έφυγε για την πατρίδα του. Δεν ξανασυναντηθήκαμε.

Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΟΥ ΤΕΤΑΡΤΟΥ ΦΙΛΟΥ

Όταν μου τηλεφώνησε ο “συμμαθητής” και συνεργάτης που είχε γίνει πια ο στενότερος φίλος μου με ζώσανε φίδια, “έλα …ανάγκη”, είπε ασθμαίνων. Τον βρήκα στο διώροφο διαμέρισμα του καταματωμένο, πάνω από άψυχο σώμα της γυναίκας του. Ήταν αδύνατον να αρθρώσει πια λέξη, έδειχνε απεγνωσμένα τη σκάλα. Τραγικό ατύχημα, ήταν ολοφάνερο. Ακολούθησε η συνήθης διαδικασία, νοσοκομειακό, σειρήνες, ιατροδικαστές και αστυνομίες. Ανέλαβα όλες τις υποχρεώσεις που ακολουθούν τέτοια γεγονότα, ο φίλος μου είχε πλήρη ανικανότητα για οτιδήποτε, δεν μπορούσε να συνέλθει από το σοκ, τον άφησα στα χέρια των γιατρών και τω νοσοκόμων, ιδιωτικής ψυχιατρικής κλινικής. Το μοναδικό τέκνο του το ανέλαβε ο ετεροθαλής αδελφός του που ζούσε σε κοντινή περιοχή – τέλειωνε το Λύκειο και βέβαια είχε κι αυτό υποστεί μεγάλο ψυχικό πλήγμα.
Η αναστάτωση στη ζωή μου ήταν μεγάλη, συγκέντρωνα τις δυνάμεις μου να αντιμετωπίσω τα προβλήματα, ο ψυχαναλυτής μου έκανε αγωνιώδεις προσπάθειες να με συνεφέρει, δεν απέφυγε (αν και ήταν εναντίον κάθε φαρμακευτικής αγωγής) ένα υπνωτικό για τις ανήσυχες βραδιές. Όταν πέρασαν οι πρώτοι καθόλου εύκολοι μήνες, η ζωή γύριζε σε πιο κανονικό ρυθμό, ο φίλος μου επέστρεφε από το ταραγμένο ψυχικό του ταξίδι, φαινόταν πια φως. Σε έξι μήνες αφού οι κλιικοί ψυχολόγοι και οι νευρολόγοι έκαναν συμβούλιο, απεφάνθησαν ότι είχε αποκατασταθεί η (ψυχική) υγεία του (ισορροπία), τον έστειλαν πίσω στο κόσμο των λογικών, δηλαδή στο γραφείο του (δουλειά) και σε μένα. Η απερίγραπτη χαρά μου δεν κράτησε πολύ. Ανακάλυπτα καθημερινά μικρές διαφορές στη συμπεριφορά του ανθρώπου που γνώριζα πολύ καλά. Αφηρημάδα ξαφνική, επιμονή σε λεπτομέρειες ασήμαντες, φράσεις περίεργες που δε είχαν πολύ ειρμό. Το βλέμμα του σκοτείνιαζε εύκολα – αυτός ο τόσο ανοικτόκαρδος, δεν γελούσε πια. Όταν κατάλαβα ότι είχε συμβεί μια αλλαγή που δεν είχε επιστροφή, προσπάθησα να προσαρμοστώ στον “άλλο” φίλο μου. Τα πηγαίναμε πάλι καλά, μα κάτι είχε ραγίσει στις σχέσεις μας. Είχα την ελπίδα ότι δεν μπορεί, θα συνέλθει πιο πολύ, θα επιστρέψει ο παλιός εγκάρδιος και εκδηλωτικός σύντροφος. Όμως ένα βράδυ, μου ζήτησε μια απόλυτα στεγανή και προσωπική συζήτηση. Είχε ανάγκη εξομολόγησης, το καταλάβαινα όταν ένοιωθα πάνω μου το τρομαγμένο βλέμμα του, φοβόμουν περισσότερο από ότι αυτός.

Η σύζυγος, από την εκθεση "ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΟΧΘΗ" Δημοτική Πινακοθήκη Αθηνών 004

-”Πρέπει να σου πω κάτι που με βασανίζει πολύ”δήλωσε σχεδόν επίσημα, “νομίζω ότι ο θάνατος της συζύγου μου δεν ήταν ατύχημα!”συνέχισε χωρίς καμιά βιασύνη.

Μα πως αντέτεινα έκπληκτος, αφού το βεβαίωσαν με απόλυτη σιγουρια η αστυνομία και ο ιατροδικαστής – έγινε και αναπαράσταση, ήμουν εκεί.
“Δεν την έσπρωξε κανείς με το χέρι του”, μα δεν έπεσε μόνη της , δεν ήταν ατύχημα , ήταν έγκλημα “ έμεινα ενεός, όπως λέγανε παλιά.
“Και το χειρότερο είναι ότι εγώ είμαι ο ένοχος ! ”
. Παραλογίζεται σκέφτηκα, μετά από όσα πέρασε…
“Μην νομίζεις πως τρελάθηκα, με θεράπευσαν οι τρελογιατροί, είμαι μια χαρά- δεν έχω καμιά μανία. δεν ακούω φωνές δεν νοιώθω οσμές ανύπαρκτες.
Μα διέπραξα κάτι αποτρόπαιο, έκανα κάτι απαίσιο, που δεν πίστευα ότι θα μπορούσα. Άκου λοιπόν τι συνέβη. Το βράδυ εκείνο, η Τζένη (σύζυγος) είχε τα συνήθη νευράκια της. Από λόγο σε λόγο δεν άργησε να εκτραχυνθεί η κατάσταση, ήμουν κακόκεφος, δεν άντεχα τις ατέλειωτες στριγκλιές της, στα λόγια της δεν έδινα ούτως ή άλλως σημασία. Η παθολογική ζήλεια της την έκανε επιθετική, αναζητούσε μια ομολογία μου, που δεν μπορούσα να κάνω- αφού είμαι μονογαμικός και πεντακάθαρος. Όταν άρχισε να σπάει τα πάντα, της έπιασα το χέρι, με δάγκωσε σαν τίγρη, μάτωσα μα δεν έδωσα σημασία. Να, έδειξε σημάδι από δόντια στο μπράτσο του.
Ανέβηκε την εσωτερική ξύλινη σκάλα, στάθηκε στο κεφαλόσκαλο και συνέχισε το επεισόδιο. Την παρατηρούσα σαν να ταν άγνωστη ενοχλητική κάμπια. Μου προκαλούσε απέχθεια, δεν ήθελα να την αγγίξω για όλο το χρυσάφι της γης…
‘Τότε πως (γιατί) ευθύνεσαι;” ρώτησα αμήχανα
‘Όσο την παρατηρούσα τόσο ανέβαινε ένας πρωτόγνωρος απίθανος θυμός μέσα μου , συνέχισε χωρίς να με ακούει, ξεχείλιζα από αγανάκτηση από πρωτοφανή για μένα μανία. Ήθελα να πατήσω την άθλια κάμπια, να την εξαφανίσω από το πρόσωπο της γης. Η όμορφη ευγενική κοπέλα που αγάπησα, ήταν (έγινε) ένα τέρας, μόρφαζε άγρια στην άκρη του σκαλοπατιού, κινιόταν σαν πολύσπαστο. Ένα πρωτόγνωρο μίσος πολλαπλασίαζε κάθε αρνητικό αίσθημα, κάθε κακή σκέψη γι αυτήν . Να χαθεί να καταστραφεί, να πάψει να υπάρχει, το ήθελα με όλη τη δύναμη του είναι μου. Δεν μπορούσα να την αγγίξω, μα πρέπει να χάσει την ισορροπία της, αφού το θέλω τόσο πολύ, είχα μια αίσθηση ότι μπορεί να γίνει. Έκανε βήματα σαν σχοινοβάτης, λίγο ήθελε να πέσει. Η τηλεόραση είχε δείξει τηλε- κινήσεις, υπάρχει δυνατότητα; ήθελα να γίνει, έπρεπε να τιμωρηθεί.
Όταν έχασε την ισορροπία της (επιτέλους) όταν κίνησε σπασμωδικά τα χέρια της να πιαστεί από κάπου, όταν τα πόδια της ακροβατούσαν στο κενό – πριν συντριβεί το κεφάλι της στο μάρμαρο – ήμουν βέβαιος ότι τα κατάφερα, την είχα σπρώξει με τη δύναμη της σκέψης μου, την είχα εκτελέσει, όπως της άξιζε”.

Ο φίλος μου ήταν ανακουφισμένος, ένα μεγάλο βάρος είχε φύγει κι εγώ προσπαθούσα να συγκεντρώσω την σκέψη μου. Δεν έκανα σχόλια, δεν είπα κάτι. Ας πάμε για μια μπύρα του πρότεινα, δεν ξαναμιλήσαμε γι αυτό.
Την επομένη πήρα ένα σημείωμα του:
“Αποφάσισα να ξενιτευτώ, ζήτησαν έναν εθελοντή τεχνικό για κατασκευή νοσοκομείου στην Όμποε (Αφρική)- θα ναι για 5 χρόνια, αν αντέξω, φεύγω το απόγευμα”

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Αποφάσισα να εργασθώ μόνος, αποφεύγοντας στενούς φίλους – η οικογένεια πρόσφερε ένα ασφαλές λιμάνι

ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΟΖΑΚΗΣ : ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ

Σταύρωση, μέσα του 15ου αιώνα Ναός Υ.Θ.Σπηλιώτισσας (Π ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ)

ΣΥΓΧΩΡΑ ΜΕ ΝΑΖΩΡΑΙΕ…(*)

Η νύχτα ήτανε βουβή, θλιμένη. Πυκνό το σκοτάδι, κρεμότανε πάνω από τη βαρυπενθούσα πόλη.Παράξενη τούτη η νύχτα, πλανεύτρα – τη νόμιζες κοιμισμένη, μα μέσα στην ησυχία της ένοιωθες κατάψυχα τα στοιχειά της ζωής – τη λύπη τη χαρά, την κίνηση, τη δύναμη κι όλα τ΄άλλα-να μάχονται μεταξυ τους αγριεμένα/δεν ήταν φίλοι πια, δεν ενώνονταν χωνεμένα να κάμουν ζωή, είχαν διαλύσει- στρατός που οπισθοχωρεί-και τώρα ήθελαν ν αφανίσουν το ένα το άλλο.
Και η Ιερουσαλήμ είχε μαζευτεί καταφοβισμένη-κουράστηκε ολημερίς να φωνάζει και να βρίζει τον Ναζωραίο. Κατάφερε να τον σταυρώσει, μα σαν της έφυγε η πολλή μανία, ένοιωσε τι είχε κα΄μει, ψυχανεμίζονταν πραγματα φοβερά κι έτρεμε.
Την ώρα τούτη ο Πιλάτος, αδύνατος, κτλαχλωμος, με ασπρισμένα τα μαλλιά, πηγαινοερχότανε νευρικά μ έσα στο παλάτι του, ψιθύριζε ακατάληπτες λέξεις, κουνο΄θσε τα χέρια του. Από την ώρα που παράδωσε στους Εβραίους τον Χριστό, δεν μπορεί να βρει ησυχία. Κάποιος μέσα του μουγκρίζει ακούει τις μυστικές κατάρες που του φέρνει ο άνεμος(…)
Ανήμπορος να σταθεί ο Πιλάτος έπεσε εξαντλημε΄νος πάνω σ ένα ντιβάνι. Εκει του ρθε ευεργετικό το κλάμα. Τρέχανε ώρα πολλή τα μάτια του, ‘ωσπου ησύχασε (…)
Κα είδε ένα όνειρο που του φάνηκε ατέλειωτο. ¨ητανε λέεισ΄ένα πυκνοσκόυ=τεινο μέρος, ολομόναχος. Άγρια μακρόνυχανυχτοπούλια σκιζανε τον πηκτό αερα και ύαινες πουρλιάζανε φρικτά. Αυτός προχωρούσε αργά-αργά, δεν ήξερε που πήγαινε μια δύναμη ακατανίκητη έννοιωθε να τον τραβά(…)
Είδε τον Ναζωραίο ολόϊδιο, όπως τον είχε δει και πριν λίγες ώρες, πάνω στο σταυρό.
Μα δεν ήταν λυπημένος, ένα αχνό χαμόγελο ξάνοιγε τα λεπτά του χείλια.Τα μάτια του είχαν μια απέραντη συμπόνια και αντί αγκάθινο στεφάνι, είχε ένα χρυσοφώτεινο κύκλο.(…)

Δομίνικος Θεοτοκόπουλος, Διαμερισμός Ιματίων 17ος αιώνας

Απέναντι ένα πρωτόφαντο μυθικό τέρας τον έβλεπε αγριεμένο και σιγα σιγά κοντοσίμωνε. Είχε το σώμα του τίγρη, το κεφάλι του αετού κια την ουρά του φιδιού – κι αο τις πλευρές του ξεφύτρωναν δυο ζευγάρια μαχαιρωτές φτερούγες.
– Η Ρώμη, σκέφτηκε ο Πιλάτος και γέμισε η καρδιά του τρόμο. Περίμενε. Να τώρα θα σπαράξει τον Σταυρωμένο, σκεπτόταν και ένοιωσε δυο καφτά δάκρυα να πετιούνται ακράτητα. Μα ξαφνικά είδε τον Ναζωραίο να κατεβαίνει από τον σταυρό και να προχωρεί ήσυχα γελαστά ρος το στοιχειό. Σαν έφτασε κοντά, άπλωσε το χέρι του καιτουχαϊδεψε το κεφάλι. Τότε εκείνο του δωκεμια με το μυτερό ράμφος του, τίναξε τα νύχιατου να τον ξεσκίσει.Ένα κράχ ακολυστηκε, είδαν το θεριό να διαλύεται και να σκορπίζει στους τέσσερις ανέμους.
-Χριστέ μου, έκανε να φωνάξει ο Πιλάτος κι έπεσε σα γόνατα Χριστέ μου…μα εκείνη τη στιγμή ξύπνησε.
Είχε τρομάξει, η καρδιά του κτυπούσε δυνατά. Χίλιες διάφορες σκέψεις περάσανε από το μυαλό του (…)
μια ιδέα σαϊτεψε τον ταραγμενο νου του, την έδιωξε ξανάρθε. Στο τέλος το πήρε απόφαση. (…)πήγε μέσα από τα χωράφια προς τον Γολγοθά. Τα αγκάθια ξεσχίζανε τα αμάθητα πόδια του, τοπανωφόρι μπέρδεψε κάτω κι έπεσε(…) βιαζόταν, έφτασε στους πρόποδες κι άρχισε να ανεβαίνει. Κάτω από τα πόδια του τριζανε φρικτα τα πεταμ΄να κόκαλα,πιο,πέρα γελούσε απαίσιαμια νεκροκεφαλή. Όταν έφτασε στην κορυφή έιδε τους τρεις σταυρούς, λαχανιασμένος, ματωμένος , κατακίτρινος.Γύρω, τριγύρω μεθυσμενοι στρατιώτες παραμιλούσαν μέσα στο οχαλήτο τους. Το βλέμμα του καρφώθηκε στον μεσαίο Σταυρό. Εκεί πάνω ήτα ο Χριστός , με το στεφάνι που ο ίδιος τους είχε βάλει,πεθαμένος.
Ο Πιλάτος από τη λύπητου κοίταζε, κοίταζε.
Δυνατός αέρας σηκώθηκε, πήρε μια στάλα αίμα του Σταυρωμένου και την έφερε στο στόμα του Πιλάτου.
Ένοιωσε να τον καίει, έβγαλε ένα ουρλιαχτό,,έεσε και αγκάλιασε τη βάση του σταυρού. ¨Ολοι οι ήχοι της φύσης ενώθηκαν στη φοβερή λέξη πυ του βίτσιζε τ αυτιά : Σταυρωτή ! ¨Εβαλε τα κλάματα.
-Συγχώρα με Χριστέ μου μουρμούρισε, συγχώρα με. Τόλεγε πολλές φορές στον ίδιο πάντα σκοπό, σαν όλοι οι αμαρτωλοί. Και τότε κάτι άλλαξε, ο Χριστός έχασε τη ματωμένη αγριάδα του, ο τόπος έχασε τη θανατερή όψητου, ο Πιλάτος άκουσε μια γλυκειά, απόκοσμη φωνή, καμωμένη από τους ανέμους.
– Ας είσαι συγχωρεμένος. Πολύ πόνεσες για το λάθος σου το ανθρώπινο, τόσβησες. Πήγαινε και πίστευε.
Η ψυχή του Πιλάτου γέμισε ευτυχία. Σήκωσε τα μάτια το στον ουρανό και είδε ένα αστέρι να στριφογυρίζει τρελά και ύστερα να σβήνει και να χάνεται.

Εσταυρωμένος, 20ος αιώνας Σαλβαδόρ Νταλί

(*) Δημοσιέυθηκε στο μαθητικό περιοδικό ” ΜΑΘΗΤΙΚΟΙ ΠΑΛΜΟΙ” το Β΄Γυμνασίου Ηρακλείου στα 1957. Ο Συγγραφέας του διηγήματος Γιώργος Ροζακής, δεκαοκτάχρονος τότε, θα ξενιτευθεί, θα εγκαταλείψει την λογοτεχνία, θα σπουδάσει οικονομικές επιστήμες θα ζήσει χρόνια πολλλά στο εξωτερικό, ποτέ δεν θα τον συγκινήσουν οι μπίσνες και τα χρήματα, θα μείνει πάντα αγνός και ανιδιοτελής, σκεπτόμενος, προσφερόμενος, ιδανικός διανοούμενος.

ΜΑΡΑΝΤΗΣ Γ. : ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΗΡΑΚΛEΙΟ

Μας αρέσει να ξεφυλλίζουμε παλιά βιβλία, όταν ξεχωρίζουμε σελίδες ενδιαφέρουσες, παρά τον κόπο, τις αντιγράφουμε.Σήμερα έτυχε το κρητικό ηθογράφημα του Κ. Μαράντη :”ΣΤΟ ΚΑΣΤΡΟ”

Εξώφυλλο,πάνω αναπαράσταση της πύλης των τριών Καμαρών (Αγίου Γεωργίου)

“Την εποχή εκείνη (…)(1) στην πλατεία του μεγάλου Κάστρου, στις “Τρεις Καμάρες” ‘οπως λεγότανε έτσι απ’ αφορμή την “Πύλη του Λαζαρέτου” που ήταν η Ανατολικη στο βενετσιάνικο φρούριο του παλιού Χάνδακα, με τα τρία εσωτερικα τόξα της και τις καλλιτεχνικότατες ανάγλυφες παραστάσεις που πλαισίωναν την εικόνα του Αγίου Γεωργίου, και τον “Ενετικό Λεόντα¨,το σήμα της Γαληνότατης Δημοκρατίας. Σ΄αυτήν την πλατεία τότε τα περισσότερα καφενεία ήσαν τούρκικα. Η Κρήτη είχε γίνει αυτόνομη, όμως εξακολουθούσαν κάμποσα χρόνια βραδύτερα να πλειοψηφούν οι Τούρκοι στο Κάστρο, σχεδόν ως την εποχή της ανταλλαγής.(…)
Έτσι και τα καφενεία της πλατείας εξακολουθούσαν επί χρόνια να τάχουν οι Τούρκοι. Ένα από αυτά ήτανε του Σαλή Αγά, πλούσιου τουρκοκρητικού, με μεγάλη κτηματική περιουσία, πράγμα που δεν τον εμπόδιζε να κρατά το επάγγελμα του καφετζή.

Ο Σαλή Αγάς, σε σκίτσο του Γεράσιμου Γρηγόρη

Και είχε κατορθώσει να αναδείξει το καφενείο του, ένα από τα πιο πολιτισμένα εκείνη την εποχή, κέντρα της πλατείας.
(…) σύχναζαν όχι μόνο οι μεγάλοι μπέηδες του Κάστρου, οι πλουσιότεροι και οι πιο μορφωμένοι εφέντηδες, μα και πολλοί από την καλή τάξη των Χριστιανών εμπόρων κλπ(…)
Ο Σαλή αγάς όμως με τη λουράτη ποδιά μπροστά του και προπαντός με το πρόσχαρο και γελαστό ύφος του και τα έξυπνα αστεία του, με την άψογη κθαριότητά του και ακόμη τον εκλεκτό καφέ και ναργιλέ του, τους φημισμένους “ντοντουρμάδες”(2)του τα καλοκαίρια, και τα έξοχα γλυκά του, ειχε τραβήξει την καλύτερη πελατεία της πλατείας (…) Τα “ραμαζάνια” μόλις νύχτωνε κι ‘αναβαν τα καντήλια στους μιναρέδες (το καντίλ γκεγκερσί) η πολιτεία αντιλαλούσε από τις φωνές των ιμάμηδων(…) Τότε τέλειωνε η νηστεία της ημερς και οι Τούρκοι με αληθινή βουλιμία έπεφταν στο φαϊ στα σπίτια τους και στα τούρκικα μαγεριά (τα τσαστσίδικα) όπως τάλεγαν(…)

Η πλατεία σήμερα,κυριαρχουν οι πανύψηλες γερμένες αντένες, μπροστά από τον αμήχανο Άγνωστο Στρατιώτη (1928)

(1)= Κρητική Πολιτεία (1899-1913)
(2) =Παγωτά της εποχής
Τρεις Καμάρες = Πλατεία Ελευθερίας

ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ (ΗΡΑΚΛΕΙΟ 1980)

Εξώφυλλο προγράμματος 1980

Πέρασε κι όλας τόσος καιρός, θυμόμαστε χωρίς νοσταλγία και σημειώνουμε βήματα πίσω αρκετά. Τι κι αν στην 30ετία απόκτησαμε αυτοκίνητα και έγχρωμη ΤV και ιδιόκτητη στέγη. Ο Μάνος Χατζηδάκις θα μας κοροϊδεύει από τις κουίντες του ουρανού του. Ο “Μουσικός Αύγουστος” του είναι πια μια μια γιορτή της τοπικής Αυτοδιοίκησης, κρατά όλο το καλοκαίρι και μετέχει όποιος έχει διάθεση. Πρωταγωνιστές οι λαϊκοί τραγουδιστές (π.χ. Μ.Χατζηγιάννης-Χ.Αλεξίου κλπ) και τα Δημοτικά Θέατρα(π.χ. της Ρούμελης, της Πάτραςκλπ) και ότι προσφέρεται κάθε σαιζόν. Και οι εκδηλώσεις διαχέονται στα προάστια και τα χωριά, καλύπτουν ανάγκες διασκέδασης και αναψυχής. Θα αναρωτηθείτε προς τι ο ψόγος. Όλα καλά και άγια και ο κόσμος της περιμέτρου πρέπει συμμετάσχει στον πολιτισμό και την πρόοδο. Μα αυτά ας μείνουν ανοικτά κι ας πάμε πίσω…

Μάνος Χατζηδάκις, πενήντα πέντε χρόνων τότε
Αυτά έγραφε ο Μάνος τότε, στα 1980

Και πραγματοποιήθηκε το σχέδιο και κράτησε από τις 18 έως τις 24 Αυγούστου, χωρίς να γίνει μεγάλος ντόρος, ήσυχα και όμορφα και γλυκά. Με κάποιους γνωστούς συμπολίτες μας στην οργάνωση, από μέρους της Μουσικής Ακαδημίας Κρήτης – μεταξύ τους ο Γιώργος Μαρινάκης (γιατρός) και ο Γιάννης Περτσελάκης (αρχτέκτων). Τους υποβλέπαμε κάπως, τι είναι αυτή η Ακαδημία και τι θέλει, σχολιάζαμε αβασάνιστα, ως συνήθως. Όμως την επόμενη χρονιά θα αλλάξουν τα πάντα στην μικρομεσαία ομορφάσχημη πόλη μας, καθώς ο “Μουσικός Αυγουστος” θα ενσκύψει ως θύελλα…

Ο Γιάννης Περτσελάκης, νεότατος τότε ώριμος σήμερα