ΜΕΛΙΝΑ ΜΕΡΚΟΥΡΗ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑΤΑ

Πέρασαν χρόνια πολλά , μα δεν την ξεχνάμε – ο Μύρων Μιγάδης δημοσίευσε στην τοπική  ΠΑΤΡΙΔΑ ένα κείμενο με τον τίτλο: «ΣΤΗ ΜΕΛΙΝΑ ΜΑΣ ΤΟΥ ΧΘΕΣ, ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ, ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΤΕ…»

Ο Νίκος Καζαντζάκης με την Μελ΄να και τον Ντασέν - τοέργο γυρίστηκε όσο ζούσε ο μεγάλος κρητικός συγγραφέας
Ο Νίκος Καζαντζάκης με την Μελ΄να και τον Ντασέν – τοέργο γυρίστηκε όσο ζούσε ο μεγάλος κρητικός συγγραφέας

Ανατρέχει στα 1956, άνοιξη ήταν τότε, η Μελίνα δίπλα στον Ντασεν στον Άγιο Νικόλαο αναστατώνουν το νησί μας, κανείς δεν μένει αδιάφορος, το έργο του Νίκου Καζαντζάκη, έδωσε ιδανική ευκαιρία στον σκηνοθέτη και πιο πολύ στην Κρήτη.

Όλοι  τρέξαμε στην μικρή πολιτειούλα , με την άπατη (έτσι λέγανε)λίμνη, το ασήμαντο λιμάνι με το εξαιτετικό ζαχαροπλαστείο και το εστιατόριο που το έβγαλαν (ονόμασαν ) ΡΙΦΙΦΙ, να δουμε τι γινόταν…

Μύρων Μιγάδης 2013, αρχείο ΑΛΚΜΑΝ
Μύρων Μιγάδης 2013, αρχείο ΑΛΚΜΑΝ

Κόσμος και λαός, τα πρώτα χελιδονια του τουρισμού πέταγαν πια στον ανοιξιάτικο ουρανό μας, μα ποιος να το καταλάβει. Εμείς  ξέραμε  μόνο (και αγαπούσαμε) τον Καζαντζάκη και τις διασημότητες του θεάτρου και του κινηματογράφου…

Τότε, την άνοιξη του 1956, μια τριμελής παρέα νεαρών από το Ηράκλειο ξεκίνησε για ένα διήμερο στην πολίχνη της ανατολικής ακτής του Μεραμπέλου, να δούνε τι γίνεται , να παρακολουθήσουν κάποιο γύρισμα της ταινίας «Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΞΑΝΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ», κανείς δεν γνώριζε τη αλλαγή στον τίτλο που είχε κάνει ο διάσημος σκηνοθέτης.

Θα΄ταν Σαββατοκύριακο, πως αλλιώς θα μπορούσαν να πάνε καθημερνή, αφού ήταν  όλοι εργαζόμενοι.  Ένα από τους τρείς, ο πιο φανατικός της θάλασσας και ο πιο ρωναντικός , ως φαίνεται, ξύπνησε πρωί τη δεύτερη μέρα, να κάνει μπάνιο, τη ώρα της ανατολής…ιδού τι θυμάται ο Μύρων Μιγάδης :

Αξέχαστο κινηματογραφικό ζευγάρι
Αξέχαστο κινηματογραφικό ζευγάρι

θυμάμαι νοσταλγικά και καρτερώ την Ανατολή στο Αμμούδι (στην παραλία του Αγίου Νικολάου), τις πρώτες ηλιακτίδες της Ανατολής να χαϊδεύουν την πλάση και το μουρμούρισμα της θάλασσας να κρατά συντροφιά στους νεανικούς συλλογισμούς μου, καρτερώντας τον ήλιο να ζεστάνει και να φωτίσει την πλάση.

Στο παραλιακό τότε στενό δρομάκι, που μας έφερνε από την πόλη, στη μοναχική αλλά τόσο γραφική παραλία , ελάχιστοι άνθρωποι άφταναν κοντά της , για να δεχτουν τα χάδια της θάλασσας και τα κροξίματα των γλάρων, που με λευκές πινελιές, στόλιζαν το ήρεμο θαλασσοστράτι.

Καρτερώντας την Ανατολή, μια γυναικεία  σιλουέτα χάϊδευε με τα βήματά της το έρημο θαλασσοστρατι προς το  Αμμούδι. Για λίγι ένιωσα αμήχανος, όμως μια γλυκειά φωνή, σαν χάδι θαλασσινό, με συνέφερε.

-Καλή μέρα, είναι κρύα η θάλασσα;

Ο Άγιος Νικόλαος την Δεκαετία 1950-60
Ο Άγιος Νικόλαος την Δεκαετία 1950-60

Δειλά δειλά είπα όχι, καθώς εκείνη   αργά αργά έβγαζε ένα φορεμα γκρ’ιζο πυ φορούσε και η θάλασσα χάϊδευε τα πόδια της,.Ο νιόβγαλτος ζεστός ήλιος , έντυνε με χρυσές ακτίνες  κάθε  γωνιά της ακτής..

-Θα μου κάνεις παρέα στο μπάνιο;

-Βεβαίως , γιατί όχι;

Η θάλασσα αγκάλιασε τα κορμιά μας,τότε μου μίλησε  για την ταινία που γύριζαν στον «Αγιο…

Η κοσμική σήμερα Κυτροπλατεία, όπως ήταν πριν τον Πόλεμο , αρχείο "Αλκμαν"
Η κοσμική σήμερα Κυτροπλατεία, όπως ήταν πριν τον Πόλεμο , αρχείο «Αλκμαν»

αφου ντύθηκε με ένα καλημέρα  γλυκό, γελαστό είπε:

-Πρέπει να φύγω, γιατί ο χρόνος είναι ακριβός δυστυχώς…

Τα βήματά της άφησαν τα σημάδια της στην αμμουδιά και η σιλουέτα της χάθηκε στον θαλασσινό ορίζοντα που πριν λίγο είχε στολίσει με το κορμί της η Μελίνα.

Έχουν περάσει τόσα χρόνια, όμως κάθε άνοιξη θυμάμαι νοσταλγικά  το χάδι της φωνής της , στην  έρημη ακτή, στο μουρμούρισμα της θάλασσας που αντέχει ακόμα στο χρόνο  και στον άνεμο, να χαϊδευουν τις γκρίζες αναμνήσεις μου…

 

Ημέρα ΠΟΙΗΣΗΣ η 21 Μαρτίου, το σημερινό κείμενο ίσως δείχνει ότι η ζωή έχει μια δική της τέχνη, την ποίηση της καθημερινής ζωής.

 

 

 

 

 

 

M/S AQUARIUS 1974/ ΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ ΤΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ

Μαξ Πεχστάιν, λιμάνι-υδατογραφία 1919

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Μαραμπού έφτασε στις 14 Απριλίου στο Ηράκλειο, με το κρουαζιερόπλοιο «Aquarius» με σκουρομπλέ μπερέ και ντροπαλό χαμόγελο, κατρακύλησε από τη ψηλή σκάλα το μεγάλου καραβιού στις αγκαλιές που τον περίμεναν. Γρήγορα προσαρμόστηκε στους κρητικούς, έγινε εγκάρδιος φίλος και συμπότης και καθοδηγητής κέντρο μιας νεανικής συντροφιάς.

Συνεχίστε την ανάγνωση M/S AQUARIUS 1974/ ΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ ΤΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ

Η ΔΙΗΓΗΣΗ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ

Η  ΔΙΗΓΗΣΗ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ   (  Η ΤΥΧΕΡΗ  )

Καλοκαιρινή νύχτα στο Μπουρούνι, το φεγγάρι φαινόταν από Ανατολή σε Δύση

 

Στο «Μπουρούνι», έναν απρόσιτο βράχο, στο τουριστικό (σήμερα)θέρετρο της Ανατολικής Κρήτης , συναντήθηκαν πέντε συγγενείς, πρώτα ξαδέρφια από την πλευρά των μανάδων τους.

Την ευκαιρία την έδωσε ένα γεύμα,που προσφέρθηκε από κάποιον, που ζει ακόμα στην άκρη αυτού του βράχου. Η συζήτηση προσανατολίσθηκε , σε ένα πρόσωπο του παρελθόντος που «έπαιξε»  τη Λευκοθέα , πρόωρα χαμένη στην εποχή των παιδικών μου χρόνων.

Ήταν για μένα γυναίκα μυθική, δεν την είχα γνωρίσει καλά, θυμόμουν μόνο το βαθυμελάχρινο χρώμα, τα κυματιστά μαλλιά και σπινθηροβόλα μάτια της.»Θείτσα» της έλεγα κι όταν γύριζε να με δεί, ένιωθα να με ηλεκτρίζει η ματιά της, «θείτσα δώσε μου λίγο γλυκό».

Δεν ζητούσα συχνά, μα δεν την πολυφοβόμουν όπως τη μάνα μου, μια φορά στις δυο ανταποκρινόταν, «να μια κουταλίτσα” μα μην το πεις , δεν έχω πολύ».

Την αγαπούσα αν και ήταν αυστηρή, δεν σήκωνε πολλά – μα έδινε – χωρίς παρακάλια. Άκουγα τους άλλους να μιλούν γι αυτήν με αγάπη σεβασμό, με δέος. «Το είπε η Λεύκη»,ή «Να την ρωτήσουμε, ξέρει και γράμματα», » ποιος να βοηθήσει;» μα έχουμε την Λεύκη, κάτι θα σκεφτεί, κάτι θα βρει.

Ήταν μιά από τις έξι αδερφές της μάνας μου (υπήρχε κι ένας αδερφός), η μόνη που έμαθε γράμματα , που ξέφυγε από τη μεγάλη φτώχεια και την (απερίγραπτη) μιζέρια του (ψαρο) χωριού μας. ‘Οταν τέλειωσα το Δημοτικό, ήμουν το μόνο από τα 15-16 ξαδέρφια, που έδειχνε κάποια κλίση στη μάθηση.

Αυτή που το κατάλαβε και το εκτίμησε ήταν η θεία Λεύκη, αυτή με «έβαλε» στο Γυμνάσιο και φρόντιζε για την πρόοδο μου. Κάθε εξάμηνο, ερχόταν, σαν αληθινός κηδεμόνας, στο σχολείο μου και μιλούσε και με το γυμνασιάρχη.

Ένιωθα υπερηφάνεια που υπήρχε κάποιος να ενδιαφέρεται για μένα και μπορούσε να μιλάει με τόσο ψηλά πρόσωπα.

Όταν έφτασε η είδηση το θανάτου της, έμοιαζε απίστευτη, δεν μπορούσε να συμβεί, ήταν τόσο νέα, υγιής και δυνατή.

Είχε χαθεί μακριά, στην Αθήνα , δεν πολυκατάλαβα τι έγινε. Όταν σταμάτησαν οι σπουδές και τα σχολεία και βρέθηκα μούτσος

(ναυτόπαις) σ΄ένα εμπορικό, εννόησα ότι το τρομερό συμβάν, ήταν πραγματικό και θα άλλαζε τη ζωή μου οριστικά.

Ο φύλακας άγγελος είχε πετάξει στα σύννεφα.

 

 

Φωτογραφία του βράχου, το "Μπουρούνι"
Φωτογραφία του βράχου, το «Μπουρούνι»

 

Συνεχίστε την ανάγνωση Η ΔΙΗΓΗΣΗ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ

Η ΑΝΥΠΑΡΚΤΗ ΧΩΡΑ (THE NON-EXISTENT COUNTRY)- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙEΣ EΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ

 

ΕΠΑΝΑΦΕΡΟΜΕ ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΑΝΑΡΤΗΘΗΚΕ ΠΡΙΝ 7 ΜΗΝΕΣ- Η  ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΑ (ΛΙΓΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΗ)

 

Οδεύοντας προς τις κρίσιμες επιλογές (και εκλογές) θυμηθήκαμε την «Ανύπαρκτη Χώρα» –  η πραγματικότητα είναι αρκετά δύσκολη και περίπλοκη,

η φαντασία και το όνειρο βοηθάνε, να περάσει ο καιρός…

 

Η ΑΝΥΠΑΡΚΤΗ ΧΩΡΑ » (The non-existent country)

Αφιέρωση : στη μνήμη  του Steven  Jobs

Βρέθηκα πρωί πρωί στο κέντρο της άγνωστης πόλης(*). Διαπίστωσα αγγλικές πινακίδες (6)και παράξενα κτίρια, ανθρώπους να κινούνται χωρίς βιασύνη, ήρεμα – χαμηλό ύψος στη δόμηση (κανένας ουρανοξύστης) καφέ με απλωμένα τραπεζάκια στις γωνίες των τετραγώνων.  Μικρά λεωφορεία και λίγα Ι.Χ., άπειρα ποδήλατα και σκεϊπ μπορντ , κινούμενα πεζοδρόμια και μικρά αναβατήρια υπαίθρια, σε σημεία διαφοράς ύψους. Χαμηλοί θόρυβοι και ανύπαρκτη ρύπανση, συνθήκες καλές για την εποχή. Καταστήματα χωρίς  βιτρίνες, ελεύθερη πρόσβαση στο διαδίκτυο.   Στο φυλλάδιο που βρίσκεται παντού, διάβασα:

 

Μελλοντική πόλη - από το διαδίκτυο-δενέχει σχέση με ότι συνάντησα
Μελλοντική πόλη – από το διαδίκτυο-δενέχει σχέση με ότι συνάντησα

Ονομασία, Ανύπαρκτη Χώρα

Πρωτεύουσα, η Πόλη των Καλλιγράφων

Κέντρο της πόλης, Ερευνητικό Κέντρο Εξελιγμένων Τεχνικών Θεμάτων (;)

Κάτοικοι: 33.333

Οικισμοί, η πρωτεύουσα και 6 προάστια

Διάβασα γρήγορα για την οργάνωση της χώρας, την Διοίκηση, την κοινωνική δομή, την εκπαίδευση και την Αγορά και την απασχόληση. Παραξενεύτηκα που δεν υπάρχουν μηχανισμοί καταστολής, εκλογές «δυτικού» τύπου, όπως τις γνωρίζουμε. Η αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, δεν εφαρμόζεται εδώ.

Δεν μελέτησα πολύ τα κοινωνικο – οικονομικά, με κουράζουν και δεν τα πολυξέρω, ενδιαφέρθηκα για τη μόρφωση και  την πολιτική οργάνωση και τις τέχνες.

Να τι κατάλαβα: υπεύθυνοι  κάθε τομέα περίπου 9  , δεν εκλέγονται, αλλά κληρώνονται μεταξύ των ενδιαφερομένων, που αυτοπροτείνονται.  Από τους 30 περίπου χιλιάδες πολίτες της χώρας, συνήθως  υπάρχουν 200-300 υποψήφιοι. Από αυτούς όσοι κληρωθούν, θα ορίσουν έναν , αφού συζητήσουν,  υπεύθυνο και Κήνσορα της Χώρας( κατά κανόνα ομοφωνούν ).

Έτσι έκαναν περίπου και οι αρχαίοι Αθηναίοι  σκέφτηκα.  Όμως να πάνε 2500 χρόνια πίσω;

Αντίγραφα, δηλαδή μελέτες των σπουδαστών , στα αρχαία αγάλματα, είναι τοποθετημένα στις παλτείες/εδώ η Λήδα μ ε τον κύκνο-ανατρέχει στα 380 πΧ.
Αντίγραφα, δηλαδή μελέτες των σπουδαστών , στα αρχαία αγάλματα, είναι τοποθετημένα στις πλατείες/εδώ η Λήδα με τον κύκνο-ανατρέχει στα 380 πΧ.

Άφησα τα πολιτικά για να δω την εκπαίδευση και την καλλιέργεια των κατοίκων.

Εδώ έχει υιοθετηθεί η αντιαυταρχική εκπαίδευση ( ξεχασμένη σήμερα) και φαίνεται να μην ξεκινά από πολύ νωρίς, δηλαδή στα 5 χρόνια. Οι γονείς παίρνουν άδεια 3+3 χρόνια  δηλαδή εξ ίσου ο καθε ένας. Απαγορεύονται οι βρεφικοί νηπιακοί σταθμοί και οι νταντάδες  είναι άγνωστες.  Τα παιδιά είναι απόλυτα προστατευμένα, αν συμβεί κάποιος γονιός να είναι ακατάλληλος, μπορεί να ζητήσει ο ίδιος βοήθεια από την κοινότητα ή να απομακρυνθεί με την μέθοδο που θα σας περιγράψουμε στο παράρτημα (2).

Οι βαθμίδες είναι 4 : χωρίς μεγάλες διαφορές από ότι για εμάς.

Όμως στην Ανώτατη Παιδεία, δεν υπάρχουν Θεωρητική Φυσική και Φιλοσοφία του Δικαίου, Ιατρική και Οικονομία.

Αντίθετα αναπτύσσονται θετικές επιστήμες, εφαρμοσμένα μαθηματικά και εξεζητημένη τεχνολογία άπειρες ειδικότητες σύγχρονης τεχνικής και ψηφιακών αναζητήσεων κλπ,

Γλωσσολογία και παραστάσεις εφαρμογών.

 

Από τα εργαστήρια της τυπογραφίας, μελέτες ελληνικών χαρακτήρων(το σχέδιο παραχωρήθηκε απο το "ideologio"
Από τα εργαστήρια της τυπογραφίας, μελέτες ελληνικών χαρακτήρων(το σχέδιο παραχωρήθηκε απο το «ideologio»), οι χαράξεις ακολουθούν προελληνικό κάναβο

Παραξενεύτηκα, μα είναι πολύ περιορισμένες οι γνώσεις μου για να κρίνω

 

Όμως στις Τέχνες πάλι, ιδού τι περιλαμβάνουν

-Εικαστικές Τέχνες, εφαρμοσμένες τεχνολογίες ανάπτυξης και προοπτικές

– Τυπογραφία

-Καλλιγραφία

-Κινούμενη εικόνα και εφαρμογές  σύνθετης ολογραφίας

-Ερευνητικό Ίδρυμα αντίληψης και ανάπτυξης πρωτοβουλιών

Σταμάτησα κι εδώ, δεν καταλάβαινα πολλά, τι κάνουν και γιατί άραγε;

 

Ο Δαίδαλος, έχει την εκτίμηση των πάντων, ο περίφημος αρχιτέκτων γλύπτης εφευρέτης και  κατασκευαστής - δεσπώζει στη τοιχογραφία της πλατείας των ¨Λανθασμενων επινοησεων"(εδώ ρωμαϊκή απεικόνιση με την Βασίλισσα
Ο Δαίδαλος, έχει την εκτίμηση των πάντων, ο περίφημος αρχιτέκτων γλύπτης εφευρέτης και κατασκευαστής – δεσπόζει στη τοιχογραφία της πλατείας των ¨Λανθασμενων επινοησεων»(εδώ ρωμαϊκή απεικόνιση του Δ.με την Βασίλισσα της Κνωσού)

 

Στο γραφείο ενημέρωσης που κατέφυγα , έλυσα μερικές απορίες και προστέθηκαν άλλες. Η χώρα ιδρύθηκε πριν χρόνια ( μετά το 1973) από ομάδα ακτιβιστών, τεχνικών διαμαρτυριών και πολλαπλών αναζητήσεων. Χαρακτηριστικό όλων ήταν η τεχνική τους εκπαίδευση (απόφοιτοι θετικών επιστημών) η ερευνητική τους μανία και η αποστροφή τους για  τον σύγχρονο τρόπο ζωής.  Επίσης η επιθυμία τους για ανακαλύψεις και εφευρέσεις, το ταλέντο και η ευφυία τους.

Η ανάπτυξη των υπολογιστών ένωσε πολλούς, συγκεντρώθηκαν σε Αμερικανικά Πανεπιστήμια, ίδρυσαν την μυστική απόλυτα στεγανή  ομάδα «Ανύπαρκτη Χώρα»(The non-existent country). Πρόθεσή τους να δημιουργήσουν μια συνεκτική και ομαλή  πνευματική και κοινωνική ένωση, ισχυρή και απρόσβλητη, για να ζήσουν όπως θα επιθυμούσαν.

Πέρασαν χρόνια πολλαπλασιάστηκαν, έγινα χιλιάδες, η ακτβιστική πείρα τους βοήθηκε στην «αναρχική» αλλά  καθόλου χαλαρή ή ασύνδετη οργάνωση.

Η πρώτη επανάσταση των υπολογιστών τους βρήκε έτοιμους, να μπουν μπροστα και να εργασθούν με κέφι και μεγάλη αποδοτικότητα.

‘Οταν ο Στιβ Τζομπς, έφτιαχνε τον πρώτο Μακ στο υπόγειο του σπιτιού του, αυτοί στους δικούς τους χώρους έκαναν «ψηφιακά» θαύματα.(5)

 

St.Jobs -  διαδίκτυο
St.Jobs – διαδίκτυο

Η Χώρα ιδρύθηκε από 1789 ενδιαφερόμενους, με ένα υποσχετικό έγγραφο, που δεν είχε καμιά  νομιμοποίηση – ήταν  όμως πολύ ισχυρό γιατί εξέφραζε την ακλόνητη πεποίθηση  ελεύθερων ανθρώπων.

Κάτι σαν καταστατικό, η «σύνταγμα»,  στην ουσία ένας κανονισμός, με 33 άρθρα, αυτονόητα τα πιο πολλά .

Πρώτο και ακροτελεύταιο άρθρο, «η συμφωνία αυτή είναι προαιρετική, δεσμεύει όσους την υπογράφουν» – όσον καιρο συμφωνούν, έχουν την δυνατότητα να αλλάξουν γνώμη όποτε κρίνουν.

‘Αργησα να αρχίσω να καταλαβαίνω, οι σημειώσεις μου είναι πολύ λίγο κατατοπιστικές, δίνουν μόνο κάποιες ενδείξεις.

Ζήτησα εργασία και άδεια παραμονής, μου έδωσαν απασχόληση, αλλά άδειες δεν προβλεπόταν.

Δούλεψα σε ένα εργαστήριο εξελιγμένης σχεδίασης εικαστικών δεδομένων, με ψηφιακούς δέκτες και ειδικούς προγραμματισμούς.  Μου άρεσε, συνεργάστηκα πολύ αποδοτικά με ανθρώπους που έβλεπα πρώτη φορά.  Συμπάθησα την Βήτα Λώρα, μιαν εξαίσια σχεδιάστρια ολογραφημάτων περιορισμένης απήχησης (πολύ μοντέρνων), φτάσαμε σχεδόν στον έρωτα.

….

Μα εδώ βρέθηκα στα δύσκολα, ο έρωτας δεν ήταν εδώ όπως ήξερα ή φανταζόμουν.  Θυμόμουν κάποιους στίχους…

«…Ο Υμέναιος είναι γι αυτούς

ότι δένει στενά τους θνητούς

και βαρέθηκαν  πια σπιτικά….»(4)

Ρώτησα, από τα μυστήρια των θρησκειών κατάργησαν μόνο(ν) ένα, του γάμου. Μια προφορική δήλωση , σε μια συνέλευση ήταν αρκετή για να σταθεροποιήσει μιαν αισθηματική σχέση. Χωρίς δηλώσεις μπορούσε να διαλυθεί.

Η συνάντηση με η Λώρα, ανατίναξε την ηρεμία μου...(2001σχέδιο Σπύρου Ζ.)
Η συνάντηση με η Λώρα, ανατίναξε την ηρεμία μου…(σχέδιο Σπύρου Ζ.)

Η ερωτική απογοήτευση,  με αποθάρρυνε, παρά τις εξαίρετες συνθήκες δουλειάς, αποφάσισα να φύγω.

Το ζήτησα σε μια συνάντηση του τομέα μου, κανείς δεν προσπάθησε να με μεταπείσει, αν και έδειχναν την συμπάθεια τους, με κάθε τρόπο.

Απλώς πήγα στο γραφείο αποχωρήσεων, εξήγησα ότι δεν επιθυμώ πια την παραμονή μου στην παράξενη χώρα. Μου ζήτησαν να παραμείνω 10 ‘ στον θάλαμο εξόδου της χώρας.

Βρέθηκα στο γραφείο μου στην οδό ….πάροδο   της Oxford street,  λίγο ζαλισμένος,  δεν θυμόμουν κάτι συγκεκριμένο, σαν να ξυπνούσα από ένα έντονο όνειρο.   Σιγά σιγά  άρχισα να γράφω,  προσπάθησα να βρω στους χάρτες (Google και άλλους) την περιοχή, έψαξα όλες τις γωνιές της γης, τίποτα, πουθενά δεν υπήρχε ένδειξη της χώρας αυτής,καμιά   απόδειξη  δεν υπήρχε  και γι αυτά που έζησα.  Η τεχνολογία αιχμής, ίσως μπορεί να καλύψει με ένα δίχτυ ηλεκτρομαγνητικό μια μεγάλη περιοχή, να την εξαφανίσει από τον χάρτη σκεφτόμουν (να την κάνει αόρατη , στους δορυφόρους και τα μέσα ελέγχου).

Ήξερα ότι ίσως βρέθηκα στο κέντρο της ανάπτυξης της πιο προωθημένης ψηφιακής τεχνολογίας, ότι υπάρχει πειραματικό πρόγραμμα  ανάνηψης σκέψεων και εμπειριών.  Ένα ψηφιακό «πλύσιμο» εγκεφάλου, ίσως έχει πια γίνει πραγματικότητα.

Ήταν όνειρο τελικά;

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

(*)=Το πως έφτασα στον απόλυτα στεγανό, προστατευμένο από κάθε άποψη τόπο (εξαφανισμένο – σβησμένο κυριολεκτικά από τους χάρτες), είναι μια άλλη ιστορία, που αξίζει κάποτε να πω.

(1). Τομείς: Εκπαίδευσης, Τεχνολογίας, Αναθεωρήσεων, Γλώσσας και Παραστάσεων, Κοινωνικής  Συμβίωσης, Αλληλεγγύης, Επίλυσης Διαφορών (κάτι σαν Δικαιοσύνης) κλπ

(4). Ποίημα εποχής

(2).Η απόλυτη προτεραιότητα στα παιδιά οδήγησε σε κάποιο έλεγχο της διαπαιδαγώγησης από τους γονείς.   Χωρίς βία ή πίεση οι παιδαγωγοί παρακολουθούν συστηματικά τις «οικογένειες», η ανοικτή κοινωνία δίνει δυνατότητες. Αν υπάρξει δυσχέρεια, βρίσκονται τρόποι με συζήτηση η προσφορά κατάλληλης βοήθειας.  Σε ακραίες περιπτώσεις μπορεί να απομακρυνθούν οι γονείς, με απόφαση της κοινότητας .

(5).Φαίνεται πιθανή η συνεργασία του Steven Jobs με την » non-existent country» από την εποχή της νεότητας του. Δεν αποκλείεται, η  στεγανοποίση της πόλης και της περιοχής της   να πριμοδοτείται από το  APPLE (‘ή άλλη Εταιρεία Στιβ Τζομπς).

Η  APΡLE ίσως είναι ο αποκλειστικός αγοραστής των ψηφιακων προιόντων της Χώρας αυτής και  θα διασφαλίζει και την στεγανότητα των προμηθειών.

Οι μεγάλες πρωτοβουλίες του Στιβ Τζομπς  δηλαδή το μηχανάκι των ήχων, το τηλέφωνο, το Ipad να οφείλονται στην εργασία και το ταλέντο των παλιών συντρόφων του ακτιβιστών της Πόλης των Καλλιγράφων.

(6).Πρώτη γλώσσα χρήσης στην ομιλία και τις συνήθεις εφαρμογές τα Αγγλικά, δεύτερη τα Αρχαια Ελληνικά και τρίτη τα Λατινικά.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ:

Η μόνη ένδειξη της σχέσης του Στιβ Τζομπς με την»Ανύπαρκτη Χώρα», είναι η ονομασία της Πρωτεύουσας,  η καλλιγραφία ήταν η πιο παλιά αγάπη του μεγάλου ανακαινιστή του ψηφιακού χώρου, ίσως οι σύντροφοι της νιότης του να θέλησαν να τον τιμησουν χωρίς να γίνει πολύ φανερό.
Αξίζει να ακουστεί:

ΟΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΗΣ …ΥΠΑΡΧΟΥΣΑΣ ΧΩΡΑΣ ΜΑΣ:

 

Αποκτήσαμε απήχηση...
Αποκτήσαμε απήχηση…

telegraph

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ ΔΩΡΟ…

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 2014

Τα κάλαντα ακούγονται από το πρωί, ευτυχώς άλλαξαν τις πολιτικές εντυπώσεις για λίγο – αισιοδοξία κι ας σκοτεινιάζει ο καιρός-

το κοριτσάκι έχει ματάκια όμορφα κι έξυπνα, δεν μιλάει αρκετά καλά τα ελληνικά, δεν ξέρει τους στίχους, όμως χαράζει την μέρα

με όλα τα χρώματα ενός ουράνιου τόξο που φέρνει αισιοδοξία.

Το κοριτσάκι χαράζει ένα πολύχρωμο τόξο..
Το κοριτσάκι χαράζει ένα πολύχρωμο τόξο…δεν ξέρει καλά τουςστίχους, τσιγγανάκι – ελληνάκι(καφενείο στην πλατεία Δασκαλογιάννη)

 

 

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ ΔΩΡΟ (*)

Δεν έχω δεχθεί πολλά δώρα στη ζωή μου, ακόμα κι όταν ήταν επιβεβλημένα, από υποχρεώσεις σοβαρές, δεν έφταναν εύκολα σε μένα . Καλύτερα βέβαια γιατί πως να βρει κανείς το γούστο και το ενδιαφέρον μου,πως να μ΄ ευχαριστήσει που αν δεν ήμουν δύστροπος, δεν μπορούσα να χαρακτηρισθώ πολύ εύκολος από κανέναν. Και βέβαια οι ιδιαιτερότητες μου δεν ήταν απίθανες αλλά αρκετά μακριά από την κοινή λογική και … χρήση. Όμως η χρονιά εκείνη του 19… μένει στη μνήμη μου γιατί δέχθηκα το πιο σημαντικό και πολύτιμο δώρο της ζωή μου- κι έχει περάσει σχεδόν μισός αιώνας από τότε. Στις χαμηλών εισοδημάτων οικογένειες, δεν είναι τακτικά τα δώρα, που να έχουν κάποια σημασία, όμως συμβαίνουν – τύχη αγαθή.

 

Σπύρος Ζεβελάκης, του Βασίληκαι της Μαρίας από το Κακοδίκι Σελίνου
Σπύρος Ζεβελάκης, του Βασίληκαι της Μαρίας από το Κακοδίκι Σελίνου

Και στα 19… η φτώχεια ενδημούσε στις υπαλληλικές εστίες, που δεν είχαν άλλα έσοδα πέραν του πενιχρού μισθού της υπηρεσίας, όμως ο πάτερ φαμίλιας της δικής μου οικογένειας, μου ενεχείρισε το δώρο πριν την Πρωτοχρονιά, χωρίς περιτύλιγμα και κορδέλες, έλαμπε ολοκαίνουριο στο πρωϊνό φως της 24ης Δεκεμβρίου του 19… – ήταν Παρασκευή  : οι πεντάτομοι “Άθλιοι” του Βίκτωρος Ουγκώ. Σε σχήμα μικρό, πανόδετο σκουρομπλέ, το αριστούργημα του Γάλλου ρομαντικού, έπεσε στα χέρια ενός διψασμένου εφήβου, που λαχταρούσε να διαβάσει και να απολαύσει καλή λογοτεχνία. Από τις πρώτες σελίδες τον καθήλωσε ο συγγραφέας, οτιδήποτε είχε διαβάσει μέχρι τότε (και δεν ήταν λίγα τα βιβλία) δεν πλησίαζε το αριστούργημα, που δίκαια ονομάσθηκε “Κοινωνικό Ευαγγέλιο”.
Αργότερα ωριμότερος ξαναξεφύλλισα τους “Άθλιους” και εκτίμησα την εξαιρετική μετάφραση του Μάρκου Αυγέρη και τον Ουγκώ, που δεν ήταν μόνο μεγαλοφυής ποιητής αλλά και ανυποχώρητος υπέρμαχος της Ελευθερίας, συμπαραστάτης των αγωνιζομένων όπου γης( ενισχύει με ενθουσιασμό και τους Κρητικούς στα 1866).
Το πολύτιμο βιβλίο, διατηρήθηκε σε καλή κατάσταση μέχρι σήμερα και διαβάσθηκε από πολλούς αρκετές φορές και είναι ακόμα εν χρήσει και θα μείνει εσαεί (όπως θα λεγε o καθαρευουσιάνος δάσκαλος moυ).  Το περίφημο δώρο έφερε πίσω, ζωντάνεψε, την πιο σημαντική μορφή του βίου μου, τον άνθρωπο που διαμόρφωσε (πιο σωτα: έπλασε) τον χαρακτήρα, καθόρισε τη μόρφωση μου, επηρέασε την εξέλιξη και τη ζωή μου, τον πατέρα μου Σπύρο Ζεβελάκη.

 

 

Μπεντενάκι, ο καιρός γίνεται βαρύς χειμωνιάτικος - Πρωτοχρονιά : θυελώδεις ανέμοι και βροχή
Μπεντενάκι, ο καιρός γίνεται βαρύς χειμωνιάτικος – Πρωτοχρονιά : θυελώδεις ανέμοι και βροχή

 

ΕΧΟΥΝ ΠΕΡΑΣΕΙ 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΚΑΙ 35 ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ, ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ 2014 ΕΙΝΑΙ Ο ΚΑΙΡΟΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ, ΧΩΡΙΣ ΔΑΚΡΥΑ, ΤΑ ΣΠΥΡΙΑΤΟΥ ΣΤΑΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΡΟΔΙ ΣΥΝΟΔΕΥΟΥΝ ΕΝΑ ΠΟΤΗΡΙ ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΡΑΣΙ-ΑΠΟ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΣΕ-ΓΙΑ ΝΑ ΓΥΡΙΣΟΥΜΕ ΠΙΣΩ ΜΑΖΙ ΤΟΥ. Έζησε μετρημένες και σωστές τις μέρες του, ο Σπύρος Ζεβελάκης, που γεννήθηκε στο Κακοδίκι Σελίνου στα 1910 και άφησε την τελευταία του πνοή στην Αθήνα στα1980.
Έμαθε γράμματα, παντρεύτηκε δυο φορές, έκανε τέσσερα παιδιά και δούλεψε μέχρι την τελευταία του στιγμή. Δεν έγινε γνωστός ευρύτερα, δεν απέκτησε φήμη και “όνομα” ούτε πλούτη ούτε καν οικονομική ευχέρεια. Ενώ ήταν ενημερωμένος , μορφωμένος και νουνεχής δεν χρησιμοποιήθηκε (επιλέχθηκε) από τους συμπολίτες του σε δημόσιες θέσεις και αξιώματα, αν και άνθρωπος ανοικτός και ανιδιοτελής και προσφερόμενος, δεν θέλησε(;) δεν έτυχε, έμεινε μακριά από την τύρβη της πολιτικής, δημοκρατικός από παράδοση και πεποίθηση και εκτεταμένη μελέτη και γνώση. Υπήρξε ένας κοινός θνητός, χαμηλών εισοδημάτων, ακτήμων -εργατικός και σοβαρός , που πρόσφερε την εργασία του, την ευαισθησία και τη γνώση του, στην κοινωνία που έζησε, χωρίς να γκρινιάζει για τα πενιχρά ανταλλάγματα (οικονομικά). Δημιούργησε μια μεσαία (σε μέγεθος) οικογένεια, με 4 παιδια, που με μεγάλη επιμέλεια, στοργή και αγάπη “ανάθρεψε”. Τι πάει να πει η λέξη που έβαλα σε εισαγωγικά, τα παιδιά του τα μεγάλωσε ως παιδαγωγός μεγάλης ικανότητας γνώσης και αξίας. Τα έπλασε τα “δημιούργησε”, λες από την αρχή – ας είναι μεγάλος ο λόγος. Με τα ασήμαντα εσοδα που προέκυπταν από την 16 ωρη συνήθως εργασία του, έψαχνε δασκάλους αν χώλαινε κάποιο, έβρισκε χρόνο για όλα όποτε χρειαζόταν και για ότι έπρεπε. Πιο πολύ όμως χρησιμοποιούσε την ανοχή και την αγάπη, ως παιδαγωγική μέθοδο. Χωρίς περιττές τρυφερότητες και ψεύτικες λέξεις (γλυκόλογα) και μικροαστικές εκδηλώσεις και εφαρμογές. Ηταν εξ άλλου από καταγωγή, ορεινός, ο γλυκύτατος αυτός ανθρωπος, έκρυβε ατσάλι κάτω από το αφοπλιστικό καλοκάγαθο χαμόγελο, σταθερότητα αταλάντευτη, που δεν είχε ανάγκη διακηρύξεων ή επιβεβαίωσης. Και πέρασε πολλά στην σύντομη ζωή του, όχι γιατί είχε κάποιο ελάττωμα ή έκανε κάποιο λάθος – γιατί ο τόπος μας πέρασε βάσαννα, κι αυτός ήταν ένας εντιμος και ενεργός πολίτης της έρημης (ταλαίπωρης) χώρας μας. Δεν παραπονέθηκε, ως το τέλος – ίσως ένοιωθε λίγη περηφάνεια, όχι για τον πολεμικό σταυρό που κάποτε του απένειμαν, μα γιατί έκανε αυτό που νόμιζε σωστό και είδε όλα τα παιδιά του να μορφώνονται. 

Τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς,στο σκούφο του γραφει : καλή Χρονιά - αλβανάκι, μα μιλάει τέλεια ελληνικά
Τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς,στο σκούφο του γραφει : καλή Χρονιά – αλβανάκι, μα μιλάει τέλεια ελληνικά

 

Γοητευτικός στα νιάτα του, το ρεπούμπλικο δεν το εγκατέλειψε ποτέ Λείπει 35 χρόνια τώρα, όλος ο κόσμος άλλαξε, μα αυτός είναι ίδιος όπως όταν μας άφησε. Ανοικτός σε κάθε τι, καθοδηγεί χωρίς να δίνει φόρμουλες λύσεων, χωρίς να επιβάλει άτεγκτες γραμμές, χωρίς δογματισμούς άχρηστους και ξεπερασμένους. Ήταν πάντα φιλελεύθερος, καθένας με το νου και το αίσθημα του ας πορεύεται – μα χωρίς περιορισμούς και δεσμεύσεις, με περίσκεψη και αιδώ. Είναι αδύνατον να γυρίσει πίσω κανείς πολύ ψύχραιμα, πως να πλησιάσει την πηγή των γνώσεων και των αισθημάτων του, χωρις αναταραχή των αισθήσεων και της λογικής του;
Ευτυχώς ένα βιβλίο προσφέρεται, για να εξορκίσουμε το κακό, για να μιλήσουμε στους αθάνατους ίσκιους – να θυμηθούμε  και να ξεχάσουμε.  Θα ψάξουμε στη βιβλιοθήκη μας, κάποτε διαλέγαμε Ρίτσο, μετά Ελύτη Σεφέρη, αργότερα Καβάφη και Σικελιανό – σήμερα τον Παλαμά, ας έχει υποτιμηθεί – τον Δωδεκάλογό του.

 

Κακοκαιρία μα τα χθεσινά κάλαντα ακούγονται ακόμα -με μιαν μπρέλα γεμάτη βροχή...
Κακοκαιρία μα τα χθεσινά κάλαντα ακούγονται ακόμα -με μιαν μπρέλα γεμάτη βροχή…

 

 

(*)Το κείμενο αναδημοσιεύεται διορθωμένο.

 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΣΚΟΥΛΑΣ – Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ – ΠΕΡΑΣΕ ΚΑΙΡΟΣ…

Επαναφέρουμε το κείμενο για τον αξέχαστο φίλο μας, ο καιρός πέρασε πολύ γρήγορα, οι πολιτικές εξελίξεις τρέχουν – ας τον θυμηθούμε, μας  χρειάζονται η εντιμότητα και το κουράγιο του.

 

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΒΑΓΓΕΛΗ ΣΚΟΥΛΑ

Ο Βαγγέλης Σκουλάς, σκίτσο από το Site alkman.gr   του B.Z.
N Ο Βαγγέλης Σκουλάς, σκίτσο από το Site alkman.gr του B.Z.



Ο Βαγγελης Σκουλάς, ο «Καρβάλιο» για όσους τον γνώρισαν, έφυγε την Κυριακή το απόγευμα, για το ταξίδι που τον περίμενε, λίγους μήνες.  Στις 9 Νοεμβρίου 2014,

στις τέσσερις και κάτι το απόγευμα, τόσο άντεξε, τόσο ήταν. «Έτοιμος από καιρό» και θαρραλέος, ´ετσι που να αξίζει σ ´ αυτήν την πόλη. Συναντηθήκαμε τον τελευταίο χρόνο πιο πολύ

μίλησαμε συμφωνούσαμε, χωρίς δογματισμους και προσωπολατρείες πια, ας είμαστε σ’ άλλες παρατάξεις κάποτε. Ο Ανδρέας Παπανδρέου, έχει πια μπει στο ιστορικό του κάδρο

κι δογματική Αριστερά εχει γίνει αγνώριστη, μετά τείχος του Βερολίνου. Η ανάγκη να σταθεί στα πόδια του ο τ´όπος, ήταν κέντρο κάθε συζήτησης, ας ηταν θεμα του ενδιαφέροντος

ο ανταρτοπαπάς πατέρας του, η Κατοχή και η Αντίσταση. Έμπαιναν τα προβλήματα των συμμαχιών και της εξάρτησης,από τα χρόνια της παλιγγεννεσίας και οι ξένοι πάτρωνες,

Εγγλέζοι και Αμερικανοί . Η καταστροφικη πορεία της δημοκρατικής παράταξης, που κάποτε εξέφρασε ο Ανδρέας Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ, η Αριστερά με τον πολύτεμαχισμός και τα προβλήματά  της,

ήταν στο περιθώριο των σχολιασμών αλλα και το φόντο για κάθε σκέψη και καθε εκτίμηση.

Δεν μπορούσαμε να αποφεύγουμε να κάνουμε αντιστοιχίες, η κρίσιμη εποχή μας, εχει καταραμένες αναλογίες με την απαίσια εκείνη εποχή της Κατοχής και του Εμφυλίου.

Πάλι ξένοι δάκτυλοι, πάλι ασυνεννοησία μεταξύ των ελληνων, εντάσεις, μίσος.

 

Με τον σύντεκνο και φίλο του Δημήτρη Ξηριτάκη σε εκδήλωση (για να τιμηθεί ο Μ.Καρέλλης)στο μικρο Κηποθέατρο
Με τον σύντεκνο και φίλο του Δημήτρη Ξηριτάκη σε εκδήλωση (για να τιμηθεί ο Μ.Καρέλλης)στο μικρο Κηποθέατρο

Κάποτε περνούσε η σκέψη:

Αν ο Παπαγιάννης έβλεπε τον Μιχαλολιάκο να χαιρετά ναζιστικά, και τον Κασιδίαρη να γαβγίζει σαν σκύλος των ες- ες, τι θα΄κανε; θα παραξενευόταν θα λεγε:

– καλά τόσοι αγώνες που  πήγαν,τόσο αίμα άδικα χύθηκε ;

Στην εκδήλωση γαι την αποκάλυψη του αδριάντα του Παπαγιαννη Σκουλά στα Ανώγεια
Στην εκδήλωση γαι την αποκάλυψη του αδριάντα του Παπαγιαννη Σκουλά στα Ανώγεια, με αγαπημένο του συγγενικό του πρόσωπο



Ο φίλος που έφυγε, ήταν ευπροσήγορος, καλοσυνάτος, κοσμαγάπητος άνθρωπος. Μα πως τα καταφέρνεις, τον ρωτούσα – πως γίνεται να σε συμπαθούν οι πάντες;

καταλάβαινε πως τον»πείραζα» και χαμογελόυσε ντροπαλά κάτω από τα μουστάκια του. Ο γιος του Παπαγιάννη, είχε το χαρίσματα του πατέρα του, χαρακτήρας ανοικτός θαρραλέος, προσφερόμενος.

Ανιδιοτελής , φιλόξενος ανοικτοχέρης.  Μοίρασε την ζωή του σε δυο επαγγελματικές κατευθύνσεις, την ασκηση  της δικηγορ´ιας και την αγροτική δουλειά.

Συναισθηματικά ηταν ´ισως πιο στενά δεμένος με τη γη, τα χωράφια τις καλλιέργειες – γι αυτό ασχολήθηκε με τον αγροτικό συνδικαλισμό, κι ´εφτασε στην κορύφή του.

Δεν το ήξερα τότε, και τον έκρινα άδικα.

 

Με τον γνωστό δημοσιογράφο και διανοούμενο Π.Γεωργουδή σε ευθυμη στιγμή
Με τον γνωστό δημοσιογράφο και διανοούμενο Π.Γεωργουδή σε ευθυμη στιγμή

 

 

Δεν ήταν μεγαλοαγρότης, ούτε αστός που διαθέτει τσιφλίκια, η μικρομεσαία περιουσ´ια του δεν μπορούσε να ζήσει την πολυμελή του οικογένεια, γι αυτό χρειαζόταν δεύτερη δουλειά, που την απέκτησε με

μύρια βάσανα ( τέλειωσε μετα την Πάντειο  και  την νομική απο το Ηρακλειο, χωρίς να παρακολουθήσει μαθήματα, ενώ είχε οικογένεια και παιδιά) και την άσκησε με επάρκεια.

Η ζωή του δεν ηταν μυθιστορηματική ´οπως του ηρωικού πατέρα του . Μα ήταν ανήσυχο πνεύμα, αισθηματίας (´οπως λένε),ζωηρός και ριζοσπάστης.

Πολύ νέος, με την στρατιωτική στολή ακόμα, μπλέχτηκε στα δίχτυα των ερώτων, η εκλεκτή της καρδιάς του, η πανέμορφη Ιωάννα Σε¨ιμένη, τον ακολούθησε χωρίς δέυτερη σκέψη κι ας φορούσε την ποδια του

σχολείου(16χρονη) ας αντιδρούσαν οι κηδεμόνες της. Η αγαπη ήρθε , δεν προσπέρασε, ´οπως λέει ο ποιητής, κι ´»ηταν είκοσι χρονών κι αυτή μικρο κορ´ιτσι», κλέφτηκαν κι έζησαν 52 χρόνια μαζί, οι παλιότεροι

λένε ότι ´ηταν το πιο όμορφο ζευγάρι του Ηρακλείου.

10411096_10204049187983261_1676434889955909466_n
Με την αδερφή του, στο καφενείο της οδού Καρδυωτίσσης, του Καλομοίρη

Ο Παπαγιάννης, αυτός ο ατίθασος παπάς, ο ηρωικός αντάρτης, ο Παπαφλέσας της Εθνικής Αντίστασης ( oπως τον χαρακτήρισε ο σοφός φιλολογος Μενελαος Πα

ρλαμας) έφυγε από τον μάταιο κόσμο νωρίς, ο Βαγγέλης άνοιξε το δρόμο του, με αγώνα , τα κατάφερε να δημιουργήσει μια καλή οικογένεια, με πολλα παιδια κι εγγόνια,

να προσφέρει στον τόπο του από σημαντικές θέσεις.

Δεν αξιοποίηθηκε όπως θα του ταίριαζε και ανάλογα με τα προσόντα του, για να προσφέρει πιο πολύ. Μια καθόλου ασυνήθιστη κακεντρέχεια, τον ακολουθούσε

-´οπως άλλωστε και τον ανταρτοπαπά πατέρα του – εμπ´οδιζε την άνοδο του και δεν έχασε αυτός βέβαια, άλλά ο τόπος.

 

Ανώγεια Αυγουστος 2014, επίσκεψη στον τόπο που αναπαύεται ο Παπαγάννης Σκουλάς
Ανώγεια Αυγουστος 2014, επίσκεψη στον τόπο που αναπαύεται ο Παπαγάννης Σκουλάς (στο δέντρο γιός του Μιχάλης)

Το Βαγγέλη Σκουλ´α τον τίμησαν οι ξένοι πιο πολυ από τους κρητικούς κομματικούς φίλους του, τον  ανέδειξαν πρόεδρο της ΠΑΣΕΓΕΣ. ´

Οπως και τον Παπαγιαννη τον τίμησαν πιο πολύ οι ξένοι συμπολεμιστές του, που τον ονόμασαν Frear Tack, απο τον αντάρτη ιερωμένο , ήρωα τους Ρομπέν των Δασών,

και ο Πάτρικ Λι  Φέρμορ έγραψε: «ήταν υπέροχος και γενναίος άντρας, προσωποποίση της τιμιότητας, γεναιόδωρος και καλός άνθρωπος, η λεβεντιά του πηγή εμνεύσεως για όλους».

Δεν ειναι δυνατόν να γράψουμε για τον Βαγγέλη Σκουλά χωρίς να θυμηθούμε τον πατέρα του, δεν θα το ήθελε σε καμιά περίπτωση.

10406871_10204049188423272_379223466018134888_n
Με τον Στέλιο Τσακαλάκη, επίσημο -φιλοξενούμενο, στο κεφενείο της γειτονιάς του-κρέας και πιλάφι

Μα ο   περίφημος ανταρτόπαπας Παπαγιάννης είναι μεγάλη  ιστορία, πιο πολύ από τις ηρωικές πράξεις του, μετράει η ζωή του, που τον καθιστά μυθιστορηματικό ήρωα.

Πήγαμε  στα Ανώγεια, μαζί  με τον Βαγγελη  και χωριστά.

Οι κουβέντες που κάναμε σταμάτησαν , υπάρχουν όμως πολλά που θα εκτεθούν κάποτε,  συζητήσεις και ιστορίες και θρύλοι.

Ο Βαγγελης Σκουλάς έκανε την ειρηνική του επανάσταση, μαζί με πολλούς άλλους,όχι τελείως διαφορετικά από  τον Πορτογάλλο Καρβάλιο(που θαυμαζε),

οι χώρες και των δυο ακολούθησαν παρόμοιους δρόμους.

 

Με αιωνόβιο  φίλο του, Ελληνο- βραζιλιανο.
Με αιωνόβιο φίλο του, Ελληνο- βραζιλιανο.

Το βράδυ της Δευτέρας, όταν ολοκληρωνόταν αυτό το κείμενο, μια αδέξια κίνηση ίσως, έριξε το κολωνάτο  ποτήρι με το κόκκινο κρασί που με συνόδευε,

στο μαρμάρινο δάπεδο, έγινε χίλια κομμάτια κι άφησε μια λιμνούλα σαν αίμα και σταγόνες γύρω.  Οι καμπάνες του Αγίου μηνά κτυπούσαν χαρμόσυνα,

ο ήχος από το ποτηρι δεν ακούστηκε.  Μου φάνηκε καλός οιωνός, μια σπονδή στον φίλο που χάθηκε πριν λίγες ώρες.  Μα μια σκέψη τριβίλιζε το νου μου, ο αντάρτης

πατέρας του, που έφυγε στα 1966, πριν μισον αιώνα.

Θα τον περίμενε  το γιο του – καθε ρεαλισμός είχε εξαφανισθεί, σαν να τον έβλεπα εκεί πάνω σε κάποιο αντάρτικο λιμέρι του ουρανού.  Φορούσε τα φυσεκλίκια του αντάρτη

και το σταυρό του ιερατικού σχήματος του,τον αγκάλιασε με λαχτάρα, έκανες πιο πολλά  από όσα έπρεπε για μένα του είπε,

και στεναχωριόσουν για τις ανθρώπινες μιζέριες. Με επέκριναν με αποσχημάτισαν, μα κέρδισα την έφεση στο δικαστήριο του Θεού,

κάποιο δάκρυ φάνηκε στην άκρη του ματιού του  παπά –  μπορεί να λείπουν εδω στα ψηλά οι λύπες κι οι στεναγμοί, συλλογιζόμουν μα όχι η λαχτάρα και τα αισθήματα.

Ας είναι καλό το ταξίδι του, αντιμετώπισε τον πιο σκληρό εχθρό – την επάρατη νόσο – με αλύγιστο θάρρος, δεν τον γονάτισε, έφυγε ‘ορθιος και περήφανος,

χωρίς μεμψιμοιρίες δίχως παράπονο.

Στο καφενείο στην Αγία Παρασκευή του  ΣΜΠΡΟΥΣΛΟΓΙΑΝΝΙΟ, με τον ιδιοκτήτη Γ.Καλομοίρη
Στο καφενείο στην Αγία Παρασκευή του ΣΜΠΡΟΥΣΛΟΓΙΑΝΝΙΟ, με τον ιδιοκτήτη Γ.Καλομοίρη 24 Ιουνίου 2014

______________________________________________________________________________

Μνημόσυνο, χρειάζονται λόγια του ποιητή για τον  φίλο που εφυγε και για  τους «εδικούς  μας» που λείπουν χρόνια.

Εμείς   «οι ζώντες οι  περιλειπόμενοι» ας έχουμε κουράγιο, στη δική μας σειρά όλοι αφήνουν μιαν ίσια λαμπερή γραμμή, το πα-

ράδειγμά τους – φεύγουν αντρόπιαστοι και γενναίοι (έτσι όπως έλεγε κι ήθελε κι ο Βαγγέλης Σκουλάς).

Ο καιρός άλλαξε, χειμώνιασε, ήθελε να προλάβει το Μνημοσυνο στις 3 Νοεμβρίου - τις Σκουλαδοπούλες, ηρωίδες της Αντίστασης, δεν πρόλαβε...
Ο καιρός άλλαξε, χειμώνιασε, ήθελε να προλάβει το Μνημοσυνο στις 3 Νοεμβρίου – τις Σκουλαδοπούλες, ηρωίδες της Αντίστασης, δεν μπόρεσε …

 

 

 

 

 

 

 

ΠΡΙΝ ΑΠΟ 40 ΧΡΟΝΙΑ, Ο ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ ΚΑΘΕ ΒΔΟΜΑΔΑ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

Επαναφέρουμε παλιά ανάρτηση-χωρίς αλλαγές:

ΜΑΡΑΜΠΟΥ:FATA MORGANA( Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ ΤΟΥ)


Εξώφυλλο, με σχέδιο του Γιάννη Μόραλη
Εξώφυλλο, με σχέδιο του Γιάννη Μόραλη

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ ΤΟΥ
Ο τελευταίος χρόνος ( 1974), ήταν για τον ποιητή της θάλασσας και των ταξιδιών, έτος έρωτος και αγάπης. Στις πολλές βιογραφικές εκδόσεις, στις αναμνήσεις και τα δημοσιογραφικά ρεπορτάζ, δεν σημειώνεται ιδιαίτερα το γεγονός-πέραν μιας αναφοράς στην Θ.Σ. και ένα δυο γράμματα προς αυτήν, θεωρείται μάλλον δευτερεύον το θέμα, ο ναυτικός έχει σε κάθε λιμάνι μιαν αγαπημένη -στο κάτω κάτω και ο Μαραμπού ήταν εκ πεποιθήσεως εργένης και για ορισμένους και…αντιφεμινιστής (περίπου μισογύνης!(*). Μα τι σημασία έχουν οι προσωπικές και οι πολύ ιδιαίτερες στιγμές του Νίκου Καββαδία αναρωτιέται ο Χ.Χ. φίλος μας, μήπως δεν πρέπει να εισβάλουμε στην προσωπική του ζωή και να παραβιάζουμε τα “απόρρητα” προσωπικά δεδομένα; Είναι μια άποψη που δεν στερείται σημασίας, μα δεν μπορεί να μας υποχρεώσει σε σιωπή: ο ποιητής δεν είναι ιδιώτης που χρειάζεται προστασία, είναι διακεκριμένη προσωπικότητα που συγκεντρώνει τον γενικό θαυμασμό και το έντονο ενδιαφέρον, θέλουμε να μάθουμε για το βίο και την πολιτεία του κάθε λεπτομέρεια, για την επαγγελματική του κατάσταση , την πολιτική στάση του και τη συναισθηματική του ζωή. Ο Μαραμπού δεν είναι πολιτικός ή επιστήμων ή βεντέτα του αθλητισμού ή του (λαϊκού)πενταγράμμου, για να είναι στην πρώτη γραμμή θέματα που αφορούν σε διάφορους τομείς, σε τεχνικές και οικονομικά ή κοινωνικά ή θρησκευτικά δεδομένα. Είναι ποιητής, και η σοφία και το συναίσθημα δένονται αρμονικά για να δώσουν στίχους που απευθύνονται σε ναυτικούς και στεριανούς, σε νέους και εμπειρίες του, η συναισθηματική του ζωή. Και τον τελευταίο χρόνο των ταξιδιών του στην Κρήτη, ο θαλασσινός που δεν στέριωσε σε καμιάν αγκαλιά, που τον έρωτα τον έζησε κυνηγώντας το όνειρο σε πληρωμένους έρωτες , βρέθηκε σε άγνωστη μεγάλη θάλασσα αισθημάτων. Η νεράιδα που φανταζόταν και σχεδίασαν στο μπράτσο του στην Ανατολή(“μια γριά στο Ανάμ, κεντήστρα στίγματος”-Μαραμπού σελ. 29), ζωντάνεψε από τη σάρκα και τα οστά του κι έπεσε στα γαλάζια νερά του Αιγαίου και τον προσκαλούσε και τον ήθελε. Οι επιφυλάξεις δεν τον συγκράτησαν, έπεσε κι αυτός στον γαλάζιο πόντο. Ο Έρωτας που καθυστέρησε δεκαετίες είχε φτάσει κι η ποίηση ο φύλακας άγγελός του, προσπαθούσε να τον σώσει για άλλην μια φορά. Από τα νιάτα του αγωνίσθηκε να επιβιώσει, πάλεψε με νύχια και με δόντια, τα κατάφερε μα ήταν πολλές και σημαντικές οι “αβαρίες”. Ο αγάπη έβρισκε κάποιο χώρο σε στίχους του που περιγράφουν ιστορίες ναυτικών, αλλά διαπερνούσε και έδενε το ένα με τ’ άλλο πολλά (τα καλύτερα ίσως)ποιήματα του, σαν χρυσή αλυσίδα πολύτιμες πέρλες. Ο έρωτας εκφυλλιζόταν στα λιμάνια με “τα κρεβάτια τα σαραβαλιασμένα-με τα λερά σεντόνια τους τα πολυκαιρισμένα (Τραβέρσο, σελίδα 36 -7.2.1975).
Η Μοίρα είχε σχέδια για το ναύτη που κτυπούσε τον κώδικα Μορς στον ασύρματο των πλοίων που υπηρετούσε, ο μικρόσωμος “μαρκόνης” με το καθαρό λαμπερό βλέμμα, δεν είχε γεράσει παρά τα 60 και περισσότερο χρόνια του και τα 45 πάνω κάτω έτη της επαγγελματικής του ζωής κι ήταν “έτοιμος από καιρό” να υποδεχθεί την πριγκίπισσα των ονείρων του.


10443768_10202924284901387_552275680_n
Την σχεδίαζε για τον καθένα μας-
___________________________________________________________
Και στα 1973 ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, όταν η Ελλάδα μετρούσε με αγωνία τους τελευταίους της μήνες της δικτατορίας, μια ξανθή νεράιδα του έγνεφε από στον Παγασητικό Κόλπο. Αισθάνθηκε αμέσως την ευεργετική ακτινοβολία της και γρήγορα κατάλαβε ότι ο έρωτας, η αγάπη , του προσφερόταν στο ίδιο πακέτο (όπως θα΄λεγε ο εντεκάχρονος μικρός φίλος μου Στέργιος Κ.) “αυτό που φοβόμουν και λαχταρούσα έγινε” θα μονολόγησε. Ανταποκρίθηκε, ήξερε και πέρασε ότι και κάθε κοινότατος ερωτευμένος θνητός. Ο Μαραμπού ήταν γνήσιος ποιητής, έπαιζε με τη ζωή του στους στίχους του, εργάτης της θάλασσας, της σκληρής ζωής, στις κουβέρτες των πλοίων και στα λιμάνια και τα καπηλιά έψαχνε τα πρόσωπα των ηρώων του, έβρισκε τα ινδάλματα της ποίησης του. Η λαϊκότητα ήταν αυθεντική και την ανακαλύπτουμε στα ποιήματά του και (όχι μόνο) αυτή τα καθιστά προσιτά και αγαπητά σε όλους. ( στο πρώτο βιβλίο του , με τον δεκαπεντασύλλαβο που είναι πιο κοντά στο δημοτικό τραγούδι παρά στη λόγια ποίηση, η στιχουργική αρτιότητα πλησιάζει τον Βιτσέντζο Κορνάρο και τον Ερωτόκριτο(1).
Στα ταξίδια του 1974, από την Άνοιξη έως το Φθινόπωρο, ο Μαραμπού περνούσε από το Ηράκλειο κάθε Σάββατο και έμενε αρκετές ώρες, με συντροφιά πάντα-χωρίς εξαίρεση, φίλους που τον περίμεναν. Δεν άργησε να συνδεθεί με όλους, κέντρο μιας συνεκτικής συντροφιάς, πρόσφερε την σοφία και την ευαισθησία του χωρίς καμιά περίσκεψη-σπάταλος από φυσικού του. Μα μπορούσε και να μιλάει ελεύθερα, μακριά από τα κουτσομπολιά της πρωτεύουσας, για πολύ προσωπικά του ζητήματα. Ο έρωτας που συνόδευε η επηρέαζε καθοριστικά τους ήρωές των στίχων του, είχε εισβάλλει στην καθημερινή του ζωή, ήταν στο κέντρο του βίου του. Η ποίηση η μεγάλη αγαπημένη, άφηνε χώρο, να περάσει το “κοριτσάκι” του , γράφει από το Ηράκλειο το Σάββατο 27.7.74, τι σημαίνει, τι είναι γι αυτόν :“η λαμπάδα της πίστης μου. Ανοιχτό σημάδι του έρωτα μου. Όνειρο και τροφή της παραφροσύνης μου”(2).
Ο ώριμος ναύτης, ήξερε πολλά μα δεν υπολόγιζε και τίποτα. Δεν δίστασε να ταξιδέψει στις μακρινές επικίνδυνες θάλασσες, για το μεροκάματο – δεν σταμάτησε γιατί κανείς δεν του χάρισε τίποτε – δεν θα καταδεχόταν και να πάρει -μετά από 45 χρόνια στη θάλασσα, με την έγνοια αυτών που πρέπει να βοηθά: “μετάνιωσα που σου έστειλα τόσα λίγα λεφτά.(…)Δεν υπολόγισα καθόλου τα έξοδά μας. Όμως αυτά που θα φέρω γυρίζοντας θα τα βάλουμε κάτω , να πληρώσουμε τα χρέη μας”.(3)
Τώρα είχε φτάσει η πιο δύσκολη περίσταση, το πλαίσιο που έμοιαζε αιώνιο άλλαζε τελείως, η οικογένεια, η αδελφή που ήταν και ο πιο στενός επιστήθιος φίλος,σαν να απομακρυνόταν γρήγορα, χωρίς να ναι (να συμβαίνει) τίποτα το δραματικό. Γνώριζε, δεν χρειαζόταν η τόση πείρα του, πως τα λουλούδια που άνθιζαν γύρω του, οι μαγικές εικόνες που τον κατάκλυσαν, οι ηδονικές μελωδίες που αντηχούσαν παντού, απαιτούσαν, χρειαζόταν πολλές δυνάμεις, καταλάβαινε πως δεν θα άντεχε για πολύ.

Scan 1

Ηταν σχεδιασμένη στο νου μας,
με παστέλ η υδρόχρωμα
__________________________________________________
Η Άνοιξη του 1974 έφερε τον Μαραμπού στην Κρήτη, γεμάτο από αισθήματα και τραγούδια. Αυτός που από το 1954 δεν είχε εκδώσει ούτε μονόφυλλο, που έγραφε στις 17.12.1965 στην αδελφή του Τζένια”τότε γιατί δεν δοκιμάζω την πέννα; Γιατί τη φοβάμαι, επειδή νομίζω πως δεν μπορώ,γιατί πιστεύω πως η τεμπελιά την έχει σκουριάσει”(4) άρχισε να γράφει με ένταση. Η έμπνευση είχε επιστρέψει (η πέννα έκαιγε, είχε εξαφανισθεί η σκουριά), η σιωπή του ποιητή είχε τελειώσει πια, η ποίηση πάλι συμπαραστάτης και βοηθός μα και πολύ απαιτητική – σαν νόμιμη σύζυγος, δεν έδινε τίποτα χωρίς να πάρει.
Ο Καββαδίας έγραψε το καλύτερο (για πολλούς) ερωτικό του ποίημα ( Fata Morgana) το καλοκαίρι της χρονιάς αυτής, είναι σαν σύνοψη των ερωτικών του εμπειριών και περίληψη των επιστολών που γράφει “εν πλω”, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από τις τρεις που δημοσίευε ο Τάσος Κόρφης, στο βιβλίο του που συμβάλλει στην μελέτη της ζωής και του έργου του. Ενώ δεν αλλάζει το ύφος και το στυλ του, ο λεγόμενος “τρόπος”, μανιέρα του Μαραμπού, τίποτε δεν είναι σαν και πρώτα. Η απλότητα και η “ρεαλιστική γραφή” δίνει τη θέση της σε μια σύνθετη εικονογράφηση, με σουρεαλιστικά και συμβολικά στοιχεία, η παλέτα του έχει εμπλουτισθεί, σε χρώματα και αποχρώσεις, οι ήχοι, οι μελωδίες του, ακολουθούν ασθματικές συγχορδίες.
(…)
Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ΄τη Σαντορίνη
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκουρίνη.
(…)
Πουθ΄ έρχεσαι; Απ΄τη Βαβυλώνα.
Που πας; Στο μάτι του Κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πως τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.”
Μιλούσε με ένεση στους φίλους της Κρήτης για την νέα του κατάσταση, για τα προβλήματα που είχε μια τέτοια σχέση, λόγω ηλικίας και συνήθειας . Δεν ήταν γέρος, δεν μπορούσε κανείς να προσδιορίσει τα χρόνια που τον βάραιναν, μεσήλικας θα λέγαμε, ευχάριστος και χαριτωμένος. Ας ήταν σαν τον πατέρα μου, γεννημένοι την ίδια χρονιά, με λίγα μαλλιά , το ίδιο μπόι και βάρος, δεν έμοιαζαν καθόλου. Ήταν ζωντανός,κινητικός, ακούραστος, δεν φοβόταν ένα παραπάνω ποτηράκι ρακί, άνοιγε τη ζωή του στους άλλους και έπαιρνε αν νόμιζε ότι κάτι αξίζει τον κόπο. Ήταν νέος έτσι που ένοιωθε και ζούσε και απολάμβανε κάθε στιγμή, ο ερωτευμένος ραδιοτηλεγραφητής. Μετέδιδε στους νεότερους γύρω του, κέφι και ζωντάνια και σαν ποιητής πρόσφερε τα δώρα της τέχνης του και σαν καλός δάσκαλος, το απόσταγμα της σοφίας του. Όποιος τον πλησίασε τότε, στην Κρήτη που έβγαινε μαζί με τη χώρα, από τον λήθαργο(εφιάλτη) της δικτατορίας, “έπαθε κι έμαθε”όπως θα έλεγαν κάποτε. Ο βιοπαλαιστής της θάλασσας, δεν ήταν ο εστέτ των σαλονιών, ο σνομπ της υψηλής τέχνης, ήταν ο ποιητής της θάλασσας, των ταξιδιών και των ονείρων. Στην πιο σημαντική περίοδο του βίου του έφτασε στα ακρογιάλια του νησιού μας, Στην Κρήτη το νησί των θεϊκών ερώτων, ο Μαραμπού κουβαλούσε το κοριτσάκι του, στο μυαλό και την καρδιά του, παντού όπου πήγαινε, γινόταν κι αυτή μέλος της μεγάλης συντροφιάς μας. Την γνωρίσαμε, την συμπαθούσαμε και την θαυμάζαμε, ο καθένας μας είχε τη δική του εικόνα γι αυτήν, σχεδιασμένη από τον ποιητή. Κανείς δεν παραξενευόταν, τίποτα δεν μας φαινόταν αφύσικο, ας προβληματιζόταν ο Μαραμπού, ας τον έκαιγαν σκέψεις κι αισθήματα.

την σχεδίαζε...
την σχεδίαζε…


Ηταν σαν πριγκίπισσα του παραμυθιού (Σ.Ζ. προσχέδια για την Κεραδοπούλα)
________________________________________________________
Το κοριτσάκι του δεν ήταν ένα τυχαίο πλάσμα, μια μαθήτρια Λυκείου που συνάντησε σε κάποιο μπαρ ενός λιμανιού. Ήταν πτυχιούχος της φιλολογίας, που ολοκλήρωνε τις σπουδές της, με γνώσεις και αγάπη στην ποίηση, μια ολάνθιστη αμυγδαλιά τον χειμώνα εκείνο, στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης.(5) Η ιδανική ύπαρξη, που έπρεπε κάποτε να ρθει, είχε φτάσει, ήταν αληθινή – όσο μπορεί κανείς να είναι βέβαιος. Η ανατροπή ήταν αναπόφευκτη, “ένα ποτάμι με ζεστή λιωμένη πίσσα/άγριο ακαταμάχητο απειλητικό”(4) μα τίποτα δεν ήταν πιο συγκινητικό, πιο όμορφο, πιο ακαταμάχητο. Αν άλλαζαν τα πάντα δεν τον ένοιαζε για τον εαυτό του, μα είχε και υποχρεώσεις πολύ βαριές. Προσπαθούσε να βρει λύσεις, αυτός ο πολύπειρος των πέντε θαλασσών και των έξι ηπείρων, τα’ χανε σε απλές προσθέσεις και πολλαπλασιασμούς. Μιλούσε στους νέους κρητικούς φίλους του, για λεπτομέρειες συναισθηματικές και τους καθόλου κομψούς ή έξυπνους χειρισμούς του. Ζητούσε γνώμες που ήταν αδύνατον να πάρει και άκουγε προσεκτικά όποιον ήθελε κάτι να πει, άσχετον συνήθως. Έτσι περνούσε το καλοκαίρι του 1974 στα ταξίδια στο Αιγαίο και τις στάσεις στην Κρήτη – η ζωή του μετρούσε εντυπώσεις σχέσεις και στάδια, μια καμπή είχε σημειωθεί, ας μην είναι αυτοκινητόδρομος η ανοικτή θάλασσα. Έγραφε ασταμάτητα, στίχους και επιστολές, μα δεν ήταν πια τα ίδια πρόσωπα, ούτε στις αφιερώσεις ούτε στους παραλήπτες. Η νεράιδα του παραμυθιού, που είχε πια ονοματεπώνυμο, αναφερόταν στις προμετωπίδες των στίχων και στους παραλήπτες των αεροπορικών φακέλων των επιστολών.
Και σταματούσε πάντα κάθε Σάββατο απόγευμα, στην πλατεία Δασκαλογιάννη του Ηρακλείου, στο κεντρικό ταχυδρομείο, για το τακτικό γράμμα στο κοριτσάκι του. Ήταν συνήθως κεφάτος, μετά από αρκετά ποτά και καλούς μεζέδες και κανείς δεν ρωτούσε, το πως και γιατί- ήταν τόσο καθιερωμένο και αυτονόητο το γράμμα του Σαββάτου.
Δεν υπήρχε η παραμικρή περιέργεια από κανέναν για το περιεχόμενο των επιστολών, αργότερα μετά από 16 χρόνια διαβάσαμε στο βιβλίο του Τάσου Ρομποτή, ένα από τα γράμματα αυτά, που ταχυδρομήθηκε από το Ηράκλειο το Σάββατο 18.5.1974:

Scan 2

«Πέρασαν πολλά χρόνια, μα το κορίτσι του Καββαδία, είναι πάντα όπως το σχεδίασε τότε
_________________________________________________________________
Μ/S Aquarius
Σαββατο 18-5-1974
Μ΄ ακολουθάς στο Αιγαίο.Τρυφερό πλάσμα, κοριτσάκι αγαπημένο. Ξαναβρίσκω κοντά σου καινούργιαν αφή, γεύση, όραση καινουργια. Περνάω από εποχές που δεν γνωρισα:νηπιακηηλικια σφηβία. Μετανιωμένος σα δαρμένο σκυλί για ότι αποστράφηκα, για ότι περιφρόνησα κάνοντας τον παληκαρά και το μάστορα εκεί που δεν έπρεπε. Δεν ξόδεψε τίποτα ταξιδεύοντας, γιατί νόμζα πως δεν είχα τίποτα. Όχι από τσιγκουνιά, από άγνοια.(…)
Σε φιλώ δυνατά
Κόλιας
Άλλο ένα γράμμα μετά από ένα περίπου μήνα:
Μ/S Aquarius
Από Ηράκλειο γαι Ρόδο, Σάββατο 27.7.1974
Κοριτσάκι μου.

Θαλασσωμένο αποψε το Αιγαίο. Το ίδιο και εγώ.(…)Η παρηγοριά μου η «ώρα» σου. Η λύπη μου ότι δεν κυβέρνησα ουτε στιγμή το καταπληκτικό θαλασσινό σκαρί, κορμί Σου. Από δειλία κια ατζαμοσύνη σήκωσα το κόκκκινο σινιάλο της Ακυβερνησίας. Είδα χθες, πολλές φορές την κοπέλα της πλώρης: λυσίκομη φιγούρα να σκοτεινιάζει, να θέλει να κλάψει. Σα να χε πιστέψει για πρώτη φορά ότι πέθανε ο Μεγαλέξαντρος, όμως το καρχηδόνιο επίχρισμά του έμενε το ίδιο λαμπρό. Με το αυτοκρατορικό κάλυμμά του. Κόκκινο της Πομπηίας, Rosso Romano, πορφυρό της Δαμασκός. Βελούδο που σκεπάζει το ιερό δισκοπότηρο. “Οστρακο ωκεάνεια αλμυρό. Κρασί βαθυκόκκινο που δίνει δόξα στοκρύσταλλο. Πληγή από κοπίδι κινεζικο. Αστραπή.Βυσσινί ηλιοβασίλεμα (…)

Σε αγκαλιάζω Κόλιας

Ζωγράφοι και χαράκτες την είχαν σχεδιάσει...
Ζωγράφοι και χαράκτες την είχαν σχεδιάσει…

Μετά από σαράντα πια χρόνια, ξαναδιαβάζουμε για πολλοστή φορά τα ίδια βιβλία , τους στίχους και τα λίγα ερωτικά γράμματα του ποιητή- όταν δεν μας κατακλύζουν οι μουσικές και τα όργανα, που ανεξέλεγκτα δοκιμάζουν το ταλέντο πολλών και την δική μας αντοχή . Συλλογιζόμαστε το “ναύτη που μετρά το άσπρο χαλίκι” , ο Μαραμπού δεν ήταν ένας από μας, μα ο ποιητής των οριζόντων που λαχταρούσαμε. Στους τελευταίους μήνες είχε βρει τον κομμένο κάβο της έμπνευσης, η καλή νεράιδα των ερώτων, έδεσε με ναυτικό κόμπο τις δυο άκρες – και επιχείρησε το τελευταίο κρίσιμο δημιουργικό του ταξίδι, να γράψει όπως αισθανόταν, χωρίς ψεύτικες ντροπές και περιττές σεμνοτυφίες. Έχουμε διαβάσει σημαντικά ερωτικά ποιήματα και επιστολές των μεγάλων της λογοτεχνίας μας, από τον Ελύτη έως τον Σεφέρη και τον Σικελιανό, ποιος δεν θυμάται την “ Μαρίνα των βράχων “και το ναύτη ποιος δεν σημείωσε την ελευθεριότητα της έκφρασης του Νομπελίστα του 1963, στις επιστολές στη Μαρώ; Ο Καββαδίας ξεχωρίζει, από όλους και γιατί είναι και από άλλη “φάρα” κατηγορία, τάξη(6). Η υψηλή (οικονομικά) καταγωγή του δεν τον προστάτευσε από την πολύ σκληρή βιοπάλη – που τον τοποθέτησε στους ναύτες για δέκα χρόνια και σε λίγο καλύτερη κατάσταση μετά(ασυρματιστής). Τα ερωτικά του ποιήματα, δεν ξεχωρίζουν από τα γράμματα και εκφράζουν τον παθιασμένο έρωτα του ναύτη, την σωματική σαρκική σχέση, την ηδυπάθεια και τη λαγνεία – δεν υπάρχουν όρια και γραμμές. Ο πληρωμένος έρωτας, είναι μια καταφυγή στο λιμάνι, ο κίνδυνος δεν τον σταματά, η σωματική επαφή υποκαθιστά την ψυχική σχέση-γίνεται εύκολα πάθος και διαστροφή – ο Μαραμπού γνωρίζει πόση ανθρωπιά και αθωότητα κρύβεται “στις κάμαρες τις στενές, μικρές, σαν όλες βρωμερές” και την έκανε τραγούδι. Όμως όταν συνάντησε τον αληθινό έρωτα, όταν η αγάπη πρόβαλε , ο ντελικάτος και λεπταίσθητος διανοούμενος , μπορούσε πια να μιλήσει πιο καθαρά και άμεσα , να δώσει εικόνες και αισθήματα που να συγκινούν πιο πολύ τους ανθρώπους- ο ναύτης και ο ποιητής ταυτίστηκαν, ο εργάτης και ο σκεπτόμενος ήταν το ίδιο πρόσωπο, ο ένας δάνειζε στον άλλον και το αποτέλεσμα ήταν εξαιρετικό.
Η “ψυχή” του είχε ανοίξει τα μάτια της όπως στο μύθο του Απουλήιου (Μεταμορφώσεις, “έρως και ψυχή”) και η ομορφιά ήταν απερίγραπτη.
(όπως και οι κίνδυνοι, μόνο στα παραμύθια υπάρχει ευτυχές τέλος (7)

Περίμενε χρόνια στο μπράτσο του....
Περίμενε χρόνια στο μπράτσο του….

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
(*). Φ.Φιλίππου: «Ο πολιτικός Νίκος Καββαδίας» σελιδα 142/…Η Ελένη Χαλκούση(…)ταξίδευε μαζί του συχνά και τον γνώρισε επαρκώς. Προικισμένη με έμφυτο χάρισμα της διαίσθησης-κατι που λείπει από τους άντρες-δεν δίστασε να τον χαρακτηρίσει μισογύνη, κρίνοντά τον από τα βιβλία του και τις προφορικές αφηγήσεις του…(της είχει αφιερώσει το ΠΟΥΣΙ)
1. Η στιχουργία και η γλώσσα του Κορνάρου, είχαν οδηγήσει τους πρώτους μελετητές στο συμπέρασμα ότι ότι ο ποιητής είναι κοντά στο δημοτικό τραγούδι. Ακόμα κι ο Σεφέρης είχε επιφυλάξεις για την επίδραση του περιβάλλοντος στην διαμόρφωση της ποιητικής γλώσσας του Ερωτόκριτου. Στοιχεία και αντιστοιχίες υπάρχουν στον Καββαδία, αλλά ισχύουν σχεδόν όλα τα επιχειρήματα που διατύπωσε ο Στ.Αλεξίου για να αποδείξει ότι είναι έντεχνη (λόγια καλύτερα) η δημιουργία Βιτσέντζου Κορνάρου.
2. Από επιστολή του ποιητή
3.Οι οικονομικές δυσκολίες φαίνεται να τον ακολουθούν πάντα. Δεν πήρε οικονομικές ενισχύσεις η καλλιτεχνικές συντάξεις. Όταν έγιναν γνωστές οι επιχορηγήσεις FORD (εποχή συνταγματαρχών)-δυο συνήλικοι του ο Οδυσσέας Ελύτης και ο φίλος του Στρατής Τσίρκας είχαν πάρει ενισχύσεις οικονομικές. Δεν εξέφρασε γνώμη για τον ποιητή των «Προσανατολισμών», ενώ δικαιολόγησε τον συγγραφέα του» Πολιτικού ΚΑΒΒΑΦΗ»και της τριλογίας, «“έχει σοβαρά προβλήματα» είπε.
4. ΤΡΑΒΕΡΣΟ, Fata morgana, τέταρτο τετράστιχο
5. Η πληροφορία προέρχεται από το βιβλίο του Τ.Κόρφη για τον Καββαδία (καταγραφή σελ.80) και ελέγχεται για την ακρίβειά της – ίσως η γνωριμία έγινε νωρίτερα.
6.Ας μην θεωρηθεί «ιεροσυλία» η σύγκριση με τους μεγάλους της λογοτεχνίας μας , ο Νίκος Καββαδίας είναι ποιητής αξιόλογος, το μέγεθός του θα εκτιμηθεί από τον μόνο αδέκαστο κριτή : το χρόνο.
7.Για ενδιαφερόμενους, το εξαιρετικό παραμύθι υπάρχει και στην «Ελληνική Μυθολογία», στον τόμο «¨Ηρωες» σελ.341- που επόπτευσε ο Ι.Θ.Κακριδής
. 


ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ 2014, ΔΙΑΜΟΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΤΑ ΨΗΦΟΔΕΛΤΙΑ

Πριν δυο χρόνια αναρτήσαμε το κείμενο που ακολουθεί. Το επαναφέρομε ανανεωμένο, λόγω επικαιρότητας.  Η Δημοτικές κυρίως εκλογές,  είναι πιο κοντά στον πολίτη (στην συμμετοχή), δημιουργούν ενδιαφέρον και προάγουν κάποιες συζητήσεις.Ο «ΑΛΚΜΑΝ» παρακολουθεί και έχει φίλους στους πρωταγωνιστές αλλά και σε άλλους συμμετέχοντες, σ΄ αυτούς αφιερώνεται το άρθρο, με τις ευχές για επιτυχία.

Οι νέες συμμετοχές στον Δήμο Ηρακλείου (απόλυτη) αλφαβητική σειρά :

 

Ηλίας Λυγερός, μηχανολόγος μηχανικός, γιος του Σταύρου Λυγερού - φίλου της δεκαετίας 1965-75
Ηλίας Λυγερός, μηχανολόγος μηχανικός, γιος του Σταύρου Λυγερού – φλίες από τη δεκαετία 1965-75

 

 

 

 

Βασίλης Λαμπρινός, Πρόερδρος του Δικηγορικού ΣυλλόγουΗρακλείου,  οι οικογενειακές φιλίες πάλι ΑΠΌ την ίδΙα δεκαετία 1965-75
Βασίλης Λαμπρινός, Πρόερδρος του Δικηγορικού ΣυλλόγουΗρακλείου, οι οικογενειακές φιλίες πάλι ΑΠΌ την ίδΙα δεκαετία 1965-75

Και οι δυο εκλεκτές υποψηφιότητες κινούνται με ευγένεια και υψηλό ήθος – δημιουργώντας της προυποθέσεις μιας αντιπαράθεσης που μπορεί να είναι πολύ αποδοτική – πρώτη φορά ίσως στην πολιτική ιστορία του Ηρακλείου. Και οι δυο δεν χρησιμοποίησαν φωτογράφο για τις πρώτες εικόνες τους στις εφημερίδες και το διαδίκτυο – έτσι αδικούνται κάπως (δεν είναι κακό -σώνει και καλά- μια καλή λήψη και μια επιτυχημένη φωτογραφία, θα  παρατηρούσαμε).

 

____________________________________________________________________________________________________

 

EΚΛΟΓΕΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΚΑΦΕ

Ο απόμαχος ναυτικός Μανόλης Δουλ.(α) μίλησε διακόπτοντας την ακατάσχετη πολιτικολογία που γινόταν όλο και πιο θορυβώδης (λόγω και των δύσκολων συνθηκών): Θα σας πω μιαν ιστορία, να δείτε τι συμβαίνει αλλού, δεν είναι ο πολιτισμένος λεγόμενος κόσμος μας σε όλα ο καλύτερος. Η φωνή του είχε γρέζα και κόμπους, όταν άρχισε σιγά σιγά : πριν τριάντα (και περισσότερο) χρόνια «εξώκοιλα» σε ένα λιμάνι ενός νησιού της Νότιας Αμερικής,κάπου κοντά στην Κόστα Ρίκα. Μια κοπέλα πανέμορφη σαν βραζιλιάνα κρεολή, με σπίτωσε» σε μια χαμοκέλα(1), κι όχι μόνο έχασα το πλοίο μου (ένα φορτηγό του Αγγελάτου(β) αλλά βρέθηκα και πίσω από τα σίδερα χωρίς διαβατήριο και μάνε-ι(2).

Σαν τον Γιαβάς, του Κόντογλου/εδώ μια ζωγραφική απόδοση του Ηρακλειώτη ζωγράφου Αριστείδη Βλάση
Σαν τον Γιαβά τον θαλασσινό του Κόντογλου/εδώ μια ζωγραφική απόδοση  του ναυτικού στα νιάτα του-του Ηρακλειώτη ζωγράφου Αριστείδη Βλάση

Η κοπέλα τα κατάφερε και με έβγαλε από τη φυλακή, και καταλήξαμε στο χωριό της, έναν οικισμό με φυτείες καφέ και ψαρόβαρκες. Δεν άργησα να προσαρμοστώ, ήξερα να ψαρεύω και το μεροκάματο δεν με δυσκόλεψε. Περνούσε ο καιρός, περνούσα καλά,
ξεχάστηκα σ αυτήν την γωνιά της γης, το δικό μου νησί που γεννήθηκα είχε εξοριστεί σε μιαν απόμερη άκρα της μνήμης. Τον τρίτο χρόνο της παραμονής μου έγινε η τοπική εκλογή, για την ανάδειξη του “δήμαρχου” δηλαδή οχι ακριβώς όπως εδώ, του “αρμόδιου” της τοπικής κοινωνίας εκπροσώπου στο κεντρικό συμβούλιο – κάτι μεταξύ κοινοτάρχη – ή βουλευτή ή και μάγου της παράδοσής τους. Μα δεν ήταν όπως ήξερα, τελείως διαφορετικά και απίθανα. Οι ενδιαφερόμενοι(υποψήφιοι), που σπάνια ξεπερνούσαν τους δέκα, έπρεπε να αναρτήσουν τα ονόματά τους στα “εκλογικά κέντρα” που δεν είχαν καταλόγους και χαρτιά και δικαστικούς αντιπροσώπους, ήταν τα μπαρ και τα καφενεία των περιοχής. Ο καθένας υποψήφιος, αφού έμπαιναν σε αλφαβητική σειρά όλοι, έπρεπε να διαλέξει ένα είδος καφέ – υπήρχαν πολλά: εσπρέσο, γαλλικός, ελληνικός(τουρκικός), φραπέ, freddo, nescafe, latte, capuccino, decaffeine, americano …κα να το προσθέσει στο όνομά του π.χ. Antonio – Φραπέ,Fernando-Γαλλικός κλπ.
Η ψηφοφορία άρχιζε την ώρα του πρωϊνού καφέ, σε κλίμα ευχάριστο, χωρίς αντιδικίες γιατί κανείς δεν είχε καμιά μανία να εκλεγεί. Ούτε οικονομικά οφέλη υπήρχαν (μισθός ή σύνταξη ή απαλλαγές) ούτε προαγωγή ούτε αλλαγή του τρόπου ζωής κανενός.
Το κοινοβούλιο λειτουργούσε 3 εβδομάδες το χρόνο, η εκλογή σήμαινε συμμετοχή στα κοινά, προσφορά και τίποτα άλλο.
Μα το παράξενο – που γι αυτό σας ταλαιπωρώ, ήταν ο τρόπος της επιλογής. Ούτε κάλπη ούτε ψηφοδέλτια ούτε κουκιά ή σφαιρίδια .

Δεν υπήρχαν ψηφοδέλτια κουκιά ή σφαιρίδια, πρόσθεταν το όνομά τους σε ένα είδος καφέ…-σχέδιο Σπύρου Ζ.

__________________________________________________________________________________________________

-Καλά πως ,τι σχέση είχαν οι καφέδες; : αναρωτηθήκαμε όλοι.
-Ο κάθε ψηφοφόρος διάλεγε και ένα είδος καφέ, αυτόν που αντιστοιχούσε στο όνομα του υποψηφίου που προτιμούσε(γιαυτό είχε γράψει ο καθενας το όνομα του σε ένα είδος) και απολάμβανε μετά το ρόφημά του, με ή χωρίς τσιγάρο ή πουράκι (δεν υπήρχαν τότε απαγορεύσεις).
Μέχρι το απομεσήμερο, είχαν ψηφίσει όλοι σχεδόν και σταματούσε η παρασκευή των καφέδων, που βέβαια δεν ήταν δωρεάν αλλά πολύ φτηνοί ασφαλώς .
Το βραδάκι, μαζευόταν οι καφετζήδες και οι μαγαζάτορες και έκαναν , απολογισμό και λογαριασμό και τελική εκκαθάριση. Πόσοι όλοι οι καφέδες του καθενός. Η μεγαλύτερη τελική κατανάλωση, σήμαινε και επιλογή του αντιπροσώπου.

Η καταστροφή ήταν μεγάλη όπως στο Muerto Besendao φωτογραφία της Sarah Roesink

Μείναμε άναυδοι, κανείς δεν ήθελε να πιστέψει τον συνταξιούχο ναύτη.
-Καλά δεν υπήρχαν κόμματα, ανταγωνισμοί και διαιρέσεις; ρώτησε ο πιο θαρραλέος
-Μόνο στην περιοχή αυτή είχα καθιερωθεί αυτός ο τρόπος, νομίζω απάντησε, η ζωή τους ήταν περίπου ίδια όλων (οικονομικά) δεν υπήρχαν πλούσιοι ή πολύ διακεκριμένοι πολίτες ( αυτοί πήγαιναν στο πιο μεγάλο νησί που κυριαρχούσε, στην ευρύτερη περιοχή). Οι κομματικές εντάσεις είχαν μειωθεί τόσο που να μην εντοπίζονται πια, οι κομματισμός είχε συρρικνωθεί σαν… είπε κάτι που δεν γράφεται – και οι κομματικές ταυτότητες δεν θυμόταν κανείς πότε (και άν) υπήρξαν.
Ξέραμε τις τερατολογίες των ναυτικών και δεν επέμενε κανείς στην αμφισβήτηση , όμως προέκυψε η γενική πια απορία.
-Καλά γιατί δεν έμεινες σ’ αυτόν τον ιδανικό τόπο;
-Καταστράφηκε, βούλιαξε πές, από έναν τρομερό σεισμό , όπως στο Muerto Besendao(3), έβγαλε με προσοχή από την εσωτερική τσέπη του ναυτικού αμπέχονου, μια μικρή ξεφτισμένη φωτογραφία και μας έδειξε την «κρεολή» του νησιού των καφέδων, δεν μας εντυπωσίασε, έμοιαζε με ινδιάνα , μα κανείς δεν έκανε σχόλιο

Η συζήτηση έκλεισε, η πολιτικολογία επανήλθε δριμύτερη, κραυγαλέα και απωθητική, ποιον θα μαυρίσουμε και γιατί…
Ο παλιός ναυτικός δεν παρακολουθούσε, τα μάτια του μισόκλειστα, το πουράκι κρεμόταν στα χείλη του σβηστό, άραγε γύριζε στο νησί του καφέ, στον “απωλεσθέντα” παράδεισό του;

Η φωτογραφία δεν εντυπωσίασε κενέναν, η κρεολή έμοιαζε με ινδιάνα…

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
(α)Ο γέρος ναυτικός έμοιαζε με τον ήρωα το Φ.Κόντογλου (Ηρακλή Γιαβάσογλου- Γιαβά Θαλασσινό).Τον περιγράφει:
» Ήταν ένας γέρος αγέραστος και πολύξερος, που γυρόφερε πολλές φορές την υδρόγειο σφαίρα…»δες: Φώτη Κόντογλου έργα- ΓΙΑΒΑΣ Ο ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ- ΕΚΔΟΣΗ , ΑΣΤΗΡ
(β)Μάλλον πρόκειται για τον εφοπλιστή που ήταν θείος(από την πλευρά της μάνας) του Ν.Καββαδία
(1) χαμόσπιτο, άθλιο κατάλυμα
(2) money, χρήματα
(3) Μεγάλη καταστροφή και εξαφάνιση,δες: http://www.alkman.gr/?p=5452