ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΑΒΒΑΚΗΣ, ΕΝΑΣ “HOMO UNIVERSALIS”

Έφυγε ένας ακόμα φίλος των νεανικών χρόνων,  ο Γιάννης Σαββάκης, την Τετάρτη 17η Οκτωβρίου πήρε τη βάρκα για να περάσει τον Αχέροντα ποταμό , πλήρωσε τον “οβολόν”  του  ,  όπως συνηθίζεται στον σκοτεινόν κωπηλάτη για τον κάτω κόσμο.

Δεν φτάνουν πια χαρούμενες ειδήσεις, στο απεχθές πολιτικό τοπίο και  τον ζόφο της εποχής, περισσεύει σκοτάδι και θειάφι και ενεδρεύει ο θάνατος.

Όχι πως είναι νωρίς, για όσους πέρασαν την 7η δεκαετία της ζωής, μα όσο είναι δύσκολο να αποδεχθούμε τα πολιτικά γεγονότα  άλλο τόσο (και πιο πολύ) είναι να πεισθούμε για την εξάντληση ενός χρόνου που έμοιαζε ατέλειωτος.

 

Το κέντρο της παλιάς πόλης, οι στρατώνες (δικαστήρια κλπ)σαν παλιά γκραβούρα

Ο Γιάννης νέος για την εποχή μας ακόμα,  ζωηρός και δημιουργικός, δυνατός και ευαίσθητος θα σκεφτόταν νέες απασχολήσεις. Μετά τα δέντρα και τα φυτά (του επαγγέλματος και των οικογενειακων κτημάτων)τον ενδιέφεραν χίλια πράγματα. Κάποτε ζωγράφισε με επιτυχία  πίνακες που εξέπληξαν αυτούς που γνωρίζουν την τέχνη των χρωμάτων. Μετά  , όταν αισθάνθηκε να τον πνίγουν σκέψεις και  ιδέες σχεδίασε μιας  άλλης κατεύθυνσης πόνημα :  ένα βιβλίο.  Ενώ στη ζωγραφική μπορούσα κάπως, λόγω σπουδών και επαγγέλματος,  να εκτιμήσω τις επιδόσεις του (και να ζηλέψω και λίγο)  στις θεωρητικές αναλύσεις ήμουν μακριά από κάθε αποτίμηση.  Όταν τον είδα να καταπιάνεται με θέματα πολύ πιο κοντά στις προσωπικές μου προτιμήσεις παραξενεύτηκα και (γιατί όχι) αμφέβαλα, καλά θα μπορέσει αυτός  ο γεωπόνος να σχεδιάσει την πόλη μας (σκέφτηκα);  Είδα κάπου κρεμασμένο το μεγάλο σχέδιο του Χάνδακα,  ασπρόμαυρο με σημειώσεις, σαν γκραβούρα παλιάς εποχής και διάβασα κάτω κάτω τ’ όνομά του.   Έμοιαζε εργασία ενός  μελετητή που ξέρει να σκιτσάρει και   ενός  σχεδιαστή που γνωρίζει την ιστορία των μνημείων του τόπου μας.  Του ζήτησα ένα αντίγραφο και βέβαια του έδωσα θερμά  συγχαρτήρια για την δουλειά του.  Αν και είμαστε από παιδιά σ αυτήν την πόλη (και σε φιλικές – συνδεδεμένες στενά οικογένειες) παρά τις επαφές, βρεθήκαμε  πολύ κοντά  μόνο στα φοιτητικά χρόνια. Τότε ο άνεμος  της εξέγερσης  παρέσυρε του πάντες και οι δημοκρατικοί αγώνες, έδιναν ευκαιρίες για μεγάλες παρέες και ακόμα σημαντικότερες συνάξεις και συγκλονιστικές (μερικές φορές)  εμπειρίες. Στα αργόσυρτα βήματα της επαρχιακής μας ζωής στην πόλη μας μετά, ποιος να δει  κανέναν και τι να κάνει.  Μόνο τυχαία γινόταν μια γνωστοποίηση και ακόμα σπανιότερα μπορούσε να φτάσει μια πληροφορία, που δεν αφορούσε σε  κοινωνικά γεγονότα (γάμους, γεννήσεις, κλπ).

 

Η ακτή του Μεραμπέλου, φωτοκόπια contact το χρώμα αχνό, διακριτικό, οι πληροφορίες πολλές

Έτσι κάποτε (τελευταία) σε μια στιγμιαία συνάντηση,   είδα να κρατάει ένα μεγάλο ρολό – νόμιζα ότι  ήταν πολεοδομικό σχέδιο.  Έκανα λάθος, ήταν μεγαλύτερης “κλίμακας” ήταν ένας  χάρτης της Κρήτης.  Όταν τον άνοιξε η έκπληξη ήταν πολύ  ευχάριστη. Ο σχεδιαστής ίσως είχε ωριμάσει, χρησιμοποιούσε χρώματα και  έδινε πανοραμικές όψεις, ζωντάνευε το νησί μας και πρόσθετε άπειρες εικόνες και πληροφορίες. Χρησιμοποίησε ότι απλούστερο, ξυλομπογιές και μελάνι και πρόσθεσε (αυτήν τη φορά) και  γνώσεις για την σημερινή εποχή. Τώρα έδινε (έδειχνε) όλη την γκάμα των γνώσεων του και των ικανοτήτων του.  Έδειξα στον ειδικότερο  Σπ. Ζεβ.  που ίσως θα μπορούσε να δει εφαρμογή αυτού του επίπονου σχεδίου.  Θα το μελετούσε και σίγουρα θα βρει κάποια χρήσιμη εφαρμογή.

Δεν προλάβαμε να κάνουμε την αναγκαία συζήτηση,  ο Γιάννης βιάστηκε,  δεν υπήρχε άλλος χρόνος.

 

Όταν βρισκόμαστε στην στροφή του δρόμου καταλαβαίνουμε τι δεν προλάβαμε,  μα δεν είναι ποτέ αργά.  Ότι έγινε δεν θα χαθεί, ούτε μια ανάσα ούτε μια σκέψη ούτε ένα ανεφάρμοστο σχέδιο, συλλογιζόμουν…

Ο  Γιάννης Σαββάκης ήταν έντονη ύπαρξη,  δεν τον χωρούσε ο φτενός τόπος μας.  Μεγαλόσωμος και επιβλητικός, έψαξε μέχρι το τέλος, δεν έμεινε στην στενή άνυδρη γη μας, με σταυρωμένα χέρια.   Ήξερε και έσκαψε να βρει, κάτω απ΄τ αμπέλια των προγόνων του. Σαν Homo universalis, όπως θα λεγε κάποιος  δάσκαλός μας, από την επιστήμη της γης στη ζωγραφική, από εκεί στην αρχιτεκτονική και το σχέδιο και τον στοχασμό.

Δεν θα τον φοβίσει ο Αχέροντας ποταμός  κι ο επίφοβος  Κωκυτός (ήταν παρηγορητική η σκέψη)-  ξέρει καλά πως, όσοι περνούν από εκεί ξεχνούν, κάθε τι που πληγώνει.

 

 

 

 

ΓΑΥΔΟΣ ΤΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ (ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΚΡΗΤΗ)

Το καλοκαίρι συνεχίζεται στην Κρήτη παρά την πρώτη μπόρα. Ψηλές θερμοκρασίες, ήμερες θάλασσες και πολλοί (ακόμα) επισκέπτες – αλλά και χωρίς καλή διάθεση  – εν μέσω μιας κρίσης που βρισκεται στην κορύφωσή της . Στο κεντρο του οικονομικού τυφώνα, δεν είναι  άνετα και  (γιαυτό) η  μνήμη γυρίζει σε διαδρομές που δεν ξεχνιόνται. Το νησάκι της γιαγιάς Μαρίας, είναι η πιο προσφιλής διαδρομή  –  Σέλινο και Γαύδος λοιπόν.

ΤΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ – κείμενο αφιερωμένο στην Θεανώ και τον Τζων,

που δεν πρόλαβαν σ΄αυτές τις διακοπές να τα δουν όλα στο νησί μας.

______________________________________________________

 

“Σαρακίνικο” κάποτε λιμανάκι των πιο άγριων Σαρακινών πειρατών , σήμερα ιδανικό ειρηνικό ακρογιάλι

 

Η Γαύδος είναι νοτιότερο άκρο της Ευρώπης, το ξέρουμε από το Δημοτικό, κατοικούσε( το μάθαμε στο Γυμνάσιο) η νεράιδα το Ομήρου, που θέλησε να κρατήσει για πάντα κοντά της τον Οδυσσέα (η  Καλυψώ ).*

Για μας Γαύδος είναι κυρίως το “Σαρακίνικο” ένας κόλπος που δεσπόζει στη βορεινή της πλευρά, απέναντι από την Κρήτη, (σχεδόν πάντα) ήσυχος χρυσοπράσινος , μαγευτικός.

Κάθε καλοκαίρι ετοιμαζόμαστε για το ταξίδι της Γαύδου, στο πενθήμερο του Δεκαπενταύγουστου. Μικροί μεγάλοι, με την ίδια (χαρούμενη) διάθεση, θα επιστρέψουμε στο εξωτικό νησί, με τους κέδρους και τα πεύκα και την παρθένα ακρογιαλιά, ν΄ανασάνουμε λίγο, μακριά από τον “πολιτισμό”  της καθημερινής μας ζωής.

 

Η αρχιτεκτονική, είναι μια δομική πέτρας, χωρίς καν κονιάματα, απλή και απέριττη

 

Εκεί απουσιάζουν πολλά από τα δεινά μας (ΙΧ , δίκτυα, αγορές, τράπεζες). Δεν έχει φεστιβάλ, υποχρεώσεις και συγκεκριμένο ωράριο. Δεν χρειάζονται παπούτσια, κορδόνια και κάλτσες, σιδερωμένα ενδύματα. Τα σώματα είναι τις πιο πολλές ώρες γυμνά και η άμμος το καλύτερο κρεβάτι,  για φτωχούς και πλουσίους.

Οι περισσότεροι αποφεύγουν ακόμα και το “φύλλο  συκής” εξ άλλου  όλοι  είναι ίδιοι, κάτω από το εκτυφλωτικό φως, που τρώει τους όγκους και εξαφανίζει τις λεπτομέρειες.  Η ανθρώπινη παρουσία είναι φυσική, της λείπει ο εξοπλισμός κα τα τεχνικά εξαρτήματα, δεν προσβάλλει το τοπίο κι όταν ο ήλιος χαμηλώνει και πέφτει το σούρουπο, ότι το όμορφο, αναδεικνύεται και μα ς καθηλώνει.

 

Μασαιωνικά εκκλησάκια, ονειρεύονται τους θρύλους της Ορθοδοξίας

Κι όταν έρχεται η νύχτα ασέληνη, στο στερέωμα  τρεμοπαίζουν άπειρες φλογίτσες

σ΄ έναν τεράστιο πολυέλαιο και (νομίζεις ότι) κουδουνίζουν τα κρύσταλλα στον ελαφρόν άνεμο.

Και οι οπτασίες ξετυλίγονται τα μεσάνυχτα , και βλέπουν αυτοί που θέλουν, μορφές και συμπλέγματα παράδοξα, ελληνικά και αραβικά και και χορούς απερίγραπτους-και τα σπαθιά αναδεύονται και τα τόξα γεμίζουν κι ο έρωτας παίζει με ψυχές και σώματα και κάθε σπασμός  δροσερεύει  στην ήσυχη θάλασσα.

Η νύχτα είναι ζωντανή στο ακρογιάλι, η Καλυψώ μπορεί να μην έζησε πολύ με τον Οδυσσέα, να έκτισε μόνο στο Σαρακίνικο το παλάτι της. Μα δεν χάνει καμιά από τις τέλειες παγίδες που έστησε. Η Θεά διάλεξε τη νύχτα για τις παραστάσεις κια τα παιγνίδια της, άφησε στη μέρα τις προϋποθέσεις που φέρνουν τα θύματα στην αγκαλιά της.

 

Τα κτίσματα, σπίτια, που λες και φύτρωσαν στο βράχο, δεν ξεχωρίζουν καθόλου στο τοπίο

Η Γαύδος έχει το πιο ελκυστικό ακρογιάλι της χώρας μα, δεν  είναι το ομορφότερο ίσως, μα σίγουρα το πιο φυσικό για τα μάτια και τα σώματα των ανθρώπων. Είναι ένα ατέλειωτο, αναπαυτικό ανάκλιντρο, που μπροστά του αχνίζει το πέλαγος -κεντημένο με τις βελόνες των πεύκων, σκιασμένο από τα κρόσσια των κέδρων.

Στην ακρογιαλιά αυτή, έχουν απαλύνει όλες οι σκληρότητες του νησιού, όλα είναι ήπια μαλακά και οικεία. Όλα μας αγκαλιάζουν με με χαμόγελο και συμπάθεια.

Να ναι που σ αυτόν τον κολπίσκο -πριν χρόνια πολλά- έγιναν βαρβαρότητες, έτρεξαν αίματα, που απάλυνα κάθε γωνιά εξάγνισαν τον τόπο. Μήπως η βία στόμωσε και δεν κόβει πια σ΄αυτά τα χώματα κια μας φαίνεται σήμερα ειρηνικός και αναμάρτητος;

 

Η βία στόμωσε κάποτε σ αυτόν τον τόπο κι είναι σήμερα ειρηνικός και αναμάρτητος

Ένας μεγάλος μαύρος βράχος, σαν προϊστορικό θηρίο, προστατεύει το ακρογιάλι-είναι ξεχασμένος και άχρηστος πια.

 

Πιο βαθιά στην κοιλάδα δυο μεσαιωνικά εκκλησάκια μέσα στο δάσος, ονειρεύονται τις παραδόσεις και τους θρύλους της ορθοδοξίας.

Το έδαφος σ’ όλο το νησί ξερό και πετρώδες, κατρακυλάει από τους λόφους  στη θάλασσα, θρυμματίζεται  και φτάνει στην παραλία σαν άχνη  ασημένιας ζάχαρης.

 

Βουκολικό σκηνικό, ο χρόνος παγωμένος αιώνες πολλούς…

Η Γαύδος είναι άνυδρη, όμως στο Σαρακίνικο, αν χαράξεις  την άμμο, αναβλύζει γλυκό νερό.

Αν δεν ήταν η Καλυψώ, κάποιος άλλος θεός θα έμεινε εδώ κι ευλόγησε τον τόπο, και τακτοποίησε τα πάντα με μεράκι και σοφία-σχεδίασε την παραλία, τοποθέτησε τους βράχους, φύτεψε όπου έπρεπε κάθε δέντρο και σκόρπισε την άμμο όπου χρειαζόταν για να  αναπαύεται κανείς στη σκιά.

 

Εσωτερικό σπιτιού-μαγαζιού, το κορίτσι θα χει μεγαλώσει μα ο καναπές θα ναι εκεί στη θέση του

Οι σκέψεις σ αυτό το μέρος δεν ξεκαθαρίζουν. Δεν μπορείς να γράψεις, να διαβάσεις ή να συζητήσεις. Όλα παρασύρουν τις αισθήσεις, οι ήχοι , τα χρώματα, οι μυρωδιές-η αλμύρα που σκάει τα χείλη, το πυκνό στρώμα των φυκιών και η απαλή άμμος.

Σ αυτό το περιγιάλι, μπορείς μόνο (εύκολα)να ονειρεύεσαι…

ΣΗΜΕΙΩΜΑ:

Παλιά διαδρομή  προγραμματισμλενη από τον ΕΟΣ (ακόμα γίεται κάθε Δεκαπενταύγουστο) τότε  οργανωτρια η κ. Κική Βασιλειάδη – το πρώτο ταξίδι  ήταν σημαδιακό και το τέταρτο και τελευταίο αξέχαστο. Το κείμενο δημοσιεύθηκε κάποτε στα ΝΕΑ, χωρίς φωτογραφίες (αρχείο Β.Ζ.)

(*)=Πιστεύεται ότι η Γαύδος  είναι η αρχαία Ωγυγία του Ομήρου:

“ΚΑΙ ΣΤΟ ΝΗΣΊ ΟΙ ΑΘΆΝΑΤΟΙ ΤΗΣ ΩΓΥΓΊΑΣ ΜΕ ΡΊΞΑΝ

ΤΗΣ   ΚΑΛΥΨΩΣ ΤΗΣ ΦΟΒΕΡΗΣ ΚΙ ΩΡΙΟΜΑΛΛΛΗΣ ΛΗΜΕΡΙ”

(Οδύσσεια 244, μεταφ. Εφταλιώτη-ΟΔΗΓΟΣ ΣΠΑΝΑΚΗ)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ…

Στα τετράδια των ημερολογίων γράφουν ακόμα,  πιο συχνά  στη “Δημιουργία σημειώματος”των Ipad,  των ΗΥ και των κινητών τηλεφώνων, αντιγράφουμε :

 

 

Αφιέρωση: στον  Jens Jauson  και την   Rama Lee, που έφυγαν σήμερα από την Κρήτη και έγραψαν ότι είναι : paradise

 

5.10.2012

 

Τα φύλλα πέφτουν και φέρνουν βροχή

τα μαλλιά σου δακτυλίδια πλέκουν στον άνεμο

 

Στον κόρφο σου ν΄ αναπαυθώ

όταν τα χείλη σου σχεδιάζουν χαμόγελα

και  κατρακυλούν καμπάνες γλυκόηχες

των ερώτων σειρήνες κι επιφωνήματα

 

6.10.2012

 

Χνούδια φτερά και πούπουλα

σφήκες πουλιά και φύλλα

φωλιές  μ΄αγριοπερίστερα

πορτοκαλιές και μήλα

 

7.10.2012

 

Φύτρωσαν φτερά μετά τη βροχή

πέταξαν μικρά πουλιά

έμειναν στο χώμα

φιλιά και λόγια

 

Φθινόπωρο, η Κρήτη ακόμα ιδανικός τόπος διακοπών

 

ΧΩΡΙΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΧΩΡΙΣ ΟΡΙΑ

Φωτογραφία χαμηλής ανάλυσης (β.ζ.)σαν από πίνακα του Σπύρου Βασιλείου

 

 

Η χώρα στη δίνη μιας ανεξέλεγκτης κρίσης, χωρίς καθαρή κατεύθυνση, χωρίς καμιά συνοχή,  δίχως  φίλους επιστήθιους, ανάδελφη και μίζερη και κακαποδομένη. Πρώτη φορά μετά τον Εμφύλιο, τόσο απομονωμένη, τόσο γελασμένη και καταφρονεμένη κα το χειρότερο : εξευτελισμένη  και στους δικούς της ανθρώπους, που ζαλισμένοι δεν βρίσκομε  άκρη, δεν βλέπουμε καμιάν ακτίδα.  Και μνημονεύομε Άγγελο Σικελιανό και Μανόλη Αναγνωστάκη. Και διαβάζομε τον “ακατανόητο” Κάλβο, που ακούεται ως ψαλμός  (και λόγω γλώσσας) .  Και μπορεί να ντραπούμε για την παραλυτική στάση αναμονής, για την δηλητηριώδη γκρίνια και την φουσκωμένη αβελτηρία.  Ίσως  δούμε πιο καθαρά, να προσπαθήσουμε με κάθε τρόπο και  (τότε) ολα ν΄αλλάξουν.

 

 

 

 

ΦΛΕΓΚΑΣ ΠΑΙΖΕΙ ΣΚΑΚΙ ΜΕ ΤΟΝ…ΦΛΕΓΚΑ

Μια χαριτωμένη σύνθεση με πρωτότυπο θέμα. Ο Ναυπάκτιος φωτογράφος Κώστας Φλέγκας (1943-2000) παίζει σκάκι με τον εαυτό του. Τα βιογραφικά του εν συντομία: Παρουσίασε αξιόλογη επαγγελματική δραστηριότητα στο Παρίσι 1967-1973, συνδέθηκε με την Λίλα Ντε Νόμπιλις και τον Γιάννη Τσαρούχη και φωτογράφισε με καλλιτεχνική ευαισθησία τους πίνακές τους. Ταξίδεψε στην Αφρική και δημοσίευσε τις εντυπώσεις του στην «Ελευθεροτυπία». Είχε επαφή με το Ηράκλειο, το επισκέφτηκε πολλές φορές και φωτογράφισε τα αξιοθέατά του. Δεν ήσαν λίγοι οι Ηρακλειώτες που τον γνώρισαν και συνδέθηκαν φιλικά μαζί του όπως οι: Μ. Ρουσάκης, Κ. Ασλάνης, Κ. Παλαιολόγος, Γ. και Β. Ζεβελάκης κ.α.

ΜΑΝΤΙΝΑΔEΣ (ΔΙΣΤΙΧΑ) ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΣΙΚΟΥΔΙΑ

Εποχή οίνων και  (σε λίγο) αποσταγμάτων

 

 

Αφιέρωση: στον Γιάννη  Οικονόμου (από Ζήρο)  που  πολλοί λένε ότι παράγει το καλύτερο κρασί της Κρήτης – το ψάχνουμε να το δοκιμάσουμε και η ρακή του που έτυχε να απολαύσουμε κάποτε, ήταν νέκταρ – ας μην φανεί υπερβολή .

 

Λύρα και ποτά στην Κρήτη του Μεσοπολέμου – από το λεύκωμα της NALLY’S : ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ 1992

 

Είν΄ο σεβντάς σου κάρβουνο που καίει και καϊναντίζει

μα και σαν την πρωτόρακη(1) μεθάει και με ζαλίζει!

 

 

Ήταν σαν την πρωτόρακη – η πρώτη αγάπη απού ΄χα

με ζάλιζε και μ΄έβγαζε κι απ΄τα δικά μου  ρούχα

 

 

Πίνω κρασί και δεν μεθώ ρακή και δεν με πιάνει

μα το φιλί σου το γλυκύ μπορεί να με τρελάνει

 

 

Είναι ο σεβντάς σου  δυνατός σαν τη ρακή  την πρώτη

κι αν σε χτυπά στην κεφαλή ύστερα λες : χαρώ τη  (2)

 

(1)= Πρωτόρακη, η πρώτη που βγαίνει από τον αποστακτήρα. Πολύ δυνατή σε οινόπνευμα και κυρίως σε ξυλόπνευμα, που είναι ακατάλληλο για πόση. Πρέπει να μην ανακατεύεται με την κανονική τσικουδιά (παλιά την χρησιμοποιούσαν σαν οινόπνευμα στις αρρώστιες).  Βέβαια αυτό δεν ήταν  γνωστό στα χωριά μας, πριν τον Πόλεμο.

(2)Επιφώνημα επιδοκιμασίας και τρυφερότητας, κυρίως στη Δυτική Κρήτη.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ ΚΑΙ ΔΟΥΒΙΤΣΑΣ ΣΤΗ ΒΙΚΕΛΑΙΑ ΤΟ 1989

 ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ ΚΑΙ ΔΟΥΒΙΤΣΑΣ ΣΤΗ ΒΙΚΕΛΑΙΑ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΟ 1989
Μια ωραία εκδήλωση της Ένωσης Φιλολόγων Ηρακλείου Κρήτης πραγματοποιήθηκε στη «Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη» την 5η Μαρτίου 1989. Προσκεκλημένος ο Μανόλης Αναγνωστάκης (όρθιος αριστερά) που παρουσίασε τη σειρά «Η πεζογραφική μας παράδοση», της οποίας είχε την επιμέλεια. Καθιστός ο εκδότης της «Νεφέλης» και της σειράς Γιάννης Δουβίτσας. Περίοδος αξιόλογης πνευματικής δραστηριότητας της ιστορικής βιβλιοθήκης που εδώ και δεκαπέντε περίπου χρόνια παραμένει σχεδόν κλειστή.

Η φωτογραφία, από το αρχείο του Γ.Ζ., ήταν  μέχρι σήμερα ανέκδοτη.

ΜΑΝΤΙΝΑΔEΣ ΤΟΥ 1910 – ΤΟ ΤEΤΡΑΔΙΟ ΤΟΥ ΜΙΧΑHΛΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΑΚΗ – ΚΑΤΩ ΑΣΙΤEΣ

 

Ετικέτα του τετραδίου : γράφει 6η Ιουνίου 1910

σελιδα 24 και 25:

 

Ως άφτει το λιανό κερί και δεν ανελιγώνει (3)

έτσ΄αγαπά κι ο φρόνιμος και δεν ξεφανερώνει

 

Ώστε να ζω λιγνό  κορμί θα σέρνω τον σεβντά σου

να κάνω τα χατήρια σου και συ πουλί μου ξάσου (4)

 

Ώστε να ζω θα σ αγαπώ κι ώστε να παραδώσω

κι ώστε να φέρουν οι καιροί την ζήση να τελειώσω

 

Άραγες ναν΄άλλο κορμί έτσι τυρανισμένο

σαν το δικό μου θλιβερό και κατηγορημένο

 

Σαν γέρος απορρίφθηκα και δεν ψηφώ τη νιότη

και περπατώ στη γη κλιτά και λεν το κι οι ανθρώποι  (1)

 

Γράφω παραπονέματα λόγια του μισεμάτου

ο χωρισμός σου μ έφερε στσοι ζάλες του θανάτου

 

Κόσμο θωρώ και γη πατώ κι άνθρωπο δεν γνωρίζω

Χριστέ μου τόσα βάσανα και πως τα νταγιαντίζω (2)

 

Σαν το πουλάκι στο κλουβί στέκω και συλλογούμαι

πως δεν μπορώ να σου μιλώ κι όλο παραπονούμαι

 

Από λεύκωμα ” ΤΑΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ”NELLY’S” 1927

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

(1) κλιτά=θλιμμένα, μελαγχολικά/στον Ερωτόκριτο σελ.579 (πρώτη έκδοση)

(2)νταγιαντίζω=αντέχω

(3)ανελιγώνει=για στερεά λιπώδη, αρχίζει να λιώνει

(4)ξάσου = να κάμεις ότι θέλεις (εξουσία σου-εξούσα σου-εξά σου-ξα σου)

Το τετράδιο του Μιχαήλου Χριστοδουλάκη  (Κάτω Ασίτες, 1888-1985), περιέχει κυρίως μαντινάδες του 1910, είναι καλά διατηρημένο.(Αρχείο “Αλκμάν”)