ΜΑΝΟYΣΟΣ ΦΟΥΜΗΣ : ΕΛΛΗΝΙΚΗ (ΜΕΛΟ) ΤΑΙΝΙΑ 1963

ΕΛΛΗΝΙΚΗ (ΜΕΛΟ)  ΤΑΙΝΙΑ  1963

 

Αφιερωμένο στον άτυχο φίλο ΧΧ

 

Ώμο βρήκε για να κλάψει, χέρι για να κρατηθεί

και προσμένει της αγάπης, το φιλί να ζεσταθεί

Να φυσήξει των ερώτων ο ζεστός  Νοτιάς να φέρει

μες τη μέση του χειμώνα τ΄όμορφο το καλοκαίρι

 

Κι όταν πάψει η στεναχώρια και μονάχη της σταθεί

η καρδιά της να κτυπήσει κι άλλην αγκαλιά να βρει

……..

Όλα  θα ναι ξεχασμένα το καράβι ποντισμένο

στο βυθό κάποιος πνιγμένος με το πρόσωπο πρισμένο

Τα δυο μάτια  του γεμάτα φύκια και μικρά  κοχύλια

πεισμωμένος λες δαγκώνει τα γαλάζια του τα χείλια

 

Δεν αισθάνεται – στα βράχια η καρδιά και το μυαλό του

δεν τον νοιάζει που περνάνε ψάρια από το μάγουλό του

Περασμένα ξεχασμένα μοναχός του στο ταξίδι

ο καθένας μας θα πάρει ότι η Μοίρα του του δίδει

Ποιος να πήγαινε μαζί του πως να τον ακολουθούσε

μόνος του στων αισθημάτων το δικό του κόσμο ζούσε

 

Δεν εγνώριζε συμφέρον – λογική τι να την κάνει

έλεγε και προσπαθούσε την καρδιά πρώτη να βάνει

Στα ταξίδια αναζητούσε  της λαχτάρας του την άκρη

στο γαλάζιο του πελάγου στων ωκεανών τα μάκρη

 

Κι ήρθαν μέρες δίχως ήλιο και μεγάλες καταιγίδες

και το θολωμένο κύμα έσβησε καλές ελπίδες

Η λαχτάρα το μεράκι πνίγηκαν σε κάποιες ξέρες

τώρα στο βυθό κοιμάται δεν μετρά νύχτες και μέρες

 

Αναπαύεται, τα φύκια στρώνουν μαλακό το στρώμα

κατακόκκινα κοράλλια του στολίζουμε το σώμα

 

Κι απ τη θάλασσα η ψυχή του σ΄ουρανούς ψηλά πετάει

το γαλάζιο λες πως πάντα λαχταρά και κυνηγάει

Την Αγάπη έχει κοντά του άγγελο και φύλακά του

και  στον κόσμο των πνευμάτων, είναι εκεί κοντά του

Κι όταν Κείνη τον ξεχνάει και φιλί κάποιου ζητάει

ενώ δεν τον συλλογιέται, αυτός πάλι λαχταράει

 

Ούτε της θαλάσσης κύμα ούτε φύκια και κοχύλια

θα τον κάνουν να ξεχάσει τα δυο κόκκινά της χείλια

 

 

 

 

ΗΛΙΑΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ: “ΕΓΧΕΙΡΊΔΙΟΝ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΚΛΕΦΤΗ”

Σκηνή από το έργο “Ο ΚΛΕΨΑΣ ΤΟΥ ΚΛΕΨΑΝΤΟΣ”
Σκηνοθεσία: Μάριο Μονιτσέλι
Πρωταγωνιστούν: Βιτόριο Γκάσμα, Ρενάτο Σαλβατόρι, Κλαούντια Καρντινάλε, Μαρτσέλο Μαστρογιάνι

 

Ο Ηλίας Πετρόπουλος, δεν πρόλαβε να γυρίσει στην πατρίδα του, τα βιβλία του όμως διατηρούν ακόμα ενδιαφέρον: αντιγράφουμε  από το “Εγχειρίδιο”:

Ο κήπος των κλεφτών

 

(…)

Ο Κλέφτης είναι το Υποκείμενον της κλοπής. Διαρήκτης είναι η πιο καλλιγραφημένη μορφή Κλέφτη.

Καθώς η έννοια του Εργάτη έτσι και του Κλέφτη είναι γενικευμένη έννοια. Ότι αγγίζει ο Κλέφτης το παίρνει ο ανεμος.

Είπαμε Κλέφτης είναι πας όστις, δια προσωπικής εργασίας, αφαιρεί αλλότρια αντικειμένα προς βιοπορισμόν.

Ο Κλέφτης απεχθάνεται την ιδιοποίηση αντικειμένων. Το είδος και ο τρόπος αφαιρέσεως ένων αντικειμένων προσδιορίζει την ειδικότητα

του Κλέφτη.  Στην Antiqua  οι Κλεφτες ταξινομούνται στις εξής ειδικότητες:

1.Πορτοφολάς

2.Κλεφτοτσαντάς

3.Κλεφτης αυτοκινήτων

4.Κλέφτης σκυλιών

5.Μπουκαδόρος

6. Γρυλάκιας

7. Μπουγαδολέφτης

8.Κλεφτοκοτάς

9.Ψιλικαζής

10.Καλντεριμιτζής

11.Αυτός που ψειρίζει ρούχα

12.Αυτοί που κάνουν Μετακόμιση Κλοπή

13.Αυτός που σπάει βιτρίνες

14.Κλέφτης της απασχολήσεως

15 Κλέφτης εκκλησιών

16. Ποντικός ξενοδοχειων

17. Κασαδόρος

18.Κλειδάς

19.Διαρήκτης

 

(…)ως προ την απήχηση:

Ο Διαρήκτης θεωρείται φίνος, ο κλεφτοτσαντάς τσογλάνι, ο Μπουγαδικλέφτης φτωχομπινές κλπ

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Θα πρεπε να συμπληρωθεί ο κατάλογος:

2ο. Μικροκλέφτες του Δημοσίου χρήματος

21.Μεγαλοκλέφτες του Δημοσίου χρήματος

…(ας προσθέσετε…)

Απήχηση: οι πρώτοι κυρίως δημόσιοι υπάλληλοι και μικροί επαγγελματίες   διαφόρων ειδικοτήτων κλπ , δεν έχουν καλό όνομα θεωρούνται φτωχοπρόδρομοι

οι δεύτεροι, πολιτικοί και χειρουργοί γιατροί- καθηγητέ ς και  διασημότητες θεωρούνται τσακάλια (τους μισούν και τους…ζηλεύουν πολλοί)

 

Εξώφυλλο του βιβλίου που εξέδωσε ο Γιάννης Δουβίτσας (ΝΕΦΕΛΗ 1979)

 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ:

Από το βιβλίο “ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΚΛΕΦΤΗ” ένα “λαϊκόν και μακάβριον ευθυμογράφημα” που εξέδωσε ο Γιάννης Δουβίτσας των εκδόσεων ΝΕΦΕΛΗ ΣΤΑ 1979

του  Ηλία Πετρόπουλου : σεσημασμένου διαρήκτη-καθηγητού ου Β.Ι.Τ.Τ.Δ. της  ANtiqua/Αντιπροέδρου τςη αδελφότητος Αpομάχων Διαρηκτών της Adina (έτσι (αυτο)παρουσιάζεται ο εκλεκτός -δηλαδή ανατρεπτικός – συγγραφέας

 

 

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΖΑΝΗΣ : Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΟΥ ΤΟΣΤ

  1. ……μετά, όπως σας είπα πέρασα από το σπίτι της. Με έβαλε να καθίσω στη γνώριμη θέση, εκεί που χρόνια
    θρονιαζόμουνα όταν ζωγραφίζαμε παρέα και η κουβέντα μας ή καμία φορά και η σιωπή μας
    συμπληρωνόταν από δάκρυα και αναμνήσεις. Ψάχναμε συνεχώς ένα νέο εικαστικό θέμα για την επόμενη έκθεση,
     μα σπάνια καταλήγαμε σε λογικά συμπεράσματα. Οι αναμνήσεις, διαθέτουν

    θολή εικόνα και πικρή γεύση. Όταν γεμίζαμε τον τόπο χρώματα και το πάτωμα με ιδέες, ήταν η ώρα του τοστ.
    Είχαμε σχεδίασει εκτός των άλλων και πολλά μαγαζιά, που θα ασκούσε την “τέχνη” της, σε αυτό το τόσο απλό,
    αλλά εύγευστο τετράγωνο ψωμάκι. Της άρεσε να την αποκαλώ βασίλισσα του τοστ.
    Ετούτη την φορά η επίσκεψη μου ήταν διαφορετική. Είχαμε και οι δυο μας πολλά να πούμε, διαλέγοντας όμως την σιωπή.
    Αεικίνητη όπως πάντα μου έδωσε τον χρόνο να περιεργαστώ ένα μεταλλικό κουτάκι που βρισόταν μπροστά μου,
    παρακινώντας με να δώ τι έχει μέσα, μου το έδωσε η γιαγιά του γιου μου, είπε. Το άνοιγμα του με αιφνιδίασε,
    ε έβαλε να σκέφτομαι πειρατικούς θησαυρούς, κρυμμένους στα σεντούκια, σε αχαρτογράφητα νησιά,
     να ξεχειλίζουν από χρυσάφια, διαμαντικά, πολύτιμες λαμπερές πετρούλες, χρυσοποίκιλτα αντικείμενα
    –κολιέδες, δαχτυλίδια, βραχιόλια-….
    Όμως, σε αυτόν τον θησαυρό που είχα μπροστά μου, κάτι πολυτιμότερο τράβηξε το βλέμμα μου και αυτό, ήταν
    μια δακτυλήθρα……
    Σας παρουσιάζω και τα πειστήρια ….
    Φωτογραφία: ......μετά, όπως σας είπα πέρασα από το σπίτι της. Με έβαλε να καθίσω στη γνώριμη θέση, εκεί που χρόνια θρονιαζόμουνα όταν ζωγραφίζαμε παρέα και η κουβέντα μας ή καμία φορά και η σιωπή μας<br /><br /><br /><br /><br />
συμπληρωνόταν από δάκρυα και αναμνήσεις. Ψάχναμε συνεχώς ένα νέο εικαστικό θέμα για την επόμενη έκθεση, μα σπάνια καταλήγαμε σε λογικά συμπεράσματα. Οι αναμνήσεις, διαθέτουν<br /><br /><br /><br /><br />
θολή εικόνα και πικρή γεύση. Όταν γεμίζαμε τον τόπο χρώματα και το πάτωμα με ιδέες, ήταν η ώρα του τοστ. Είχαμε σχεδίασει εκτός των άλλων και πολλά μαγαζιά, που θα ασκούσε την "τέχνη" της, σε αυτό το τόσο απλό, αλλά εύγευστο τετράγωνο ψωμάκι. Της άρεσε να την αποκαλώ βασίλισσα του τοστ.<br /><br /><br /><br /><br />
Ετούτη την φορά η επίσκεψη μου ήταν διαφορετική. Είχαμε και  οι δυο μας πολλά να πούμε, διαλέγοντας όμως την σιωπή. Αεικίνητη όπως πάντα μου έδωσε τον χρόνο να περιεργαστώ ένα μεταλλικό κουτάκι που βρισόταν  μπροστά μου, παρακινώντας με να δώ τι έχει μέσα, μου το έδωσε η γιαγιά του γιου μου, είπε. Το άνοιγμα του με αιφνιδίασε, με έβαλε να σκέφτομαι πειρατικούς θησαυρούς, κρυμμένους  στα σεντούκια,  σε αχαρτογράφητα νησιά, να ξεχειλίζουν από χρυσάφια, διαμαντικά, πολύτιμες λαμπερές πετρούλες, χρυσοποίκιλτα αντικείμενα –κολιέδες, δαχτυλίδια, βραχιόλια-....<br /><br /><br /><br /><br />
Όμως, σε αυτόν τον θησαυρό που είχα μπροστά μου, κάτι πολυτιμότερο τράβηξε το βλέμμα μου και αυτό, ήταν μια δακτυλήθρα......<br /><br /><br /><br /><br />
Σας παρουσιάζω και τα πειστήρια του εγκλήματος.….

28Η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ : ΟΧΙ ΣΤΟ ΦΑΣΙΣΜΟ ΤΟΝ ΝΑΖΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ

 

 

Νταλί : Το πρόσωπο του πολέμου/ 1940-41 /Ρότερνταμ, Μουσείο 64Χ79 εκ

 

 

Ο ΑΛΚΜΑΝ δεν συγκινείται από επετείους, δεν συμμετέχει (συνήθως)σε εθνικούς εορτασμούς, όσο μελετάει τόσο βεβαιώνεται ότι κρύβουν ή συσκοτίζουν
 τα πράγματα, παραποιούν τα γεγονότα και αναδεικνύουν “μερικές” εικόνες για εξυπηρέτηση πολιτικών εθνικών ή άλλων σκοπών. ‘Ομως σέβεται

την γενική εκτίμηση ορισμένων ιστορικών περιόδων και τα καθολικά αιτήματα.

Ενώ δεν έχει σε υπόληψη (απεχθάνεται) την πολιτική Μεταξά και το  ΟΧΙ του, εκτιμά την ομόθυμη αντίδραση των Ελλήνων στο Φασισμό τον Ναζισμό και τον πόλεμο.

Αν λοιπόν γίνονται ακόμα παρελάσεις (είναι αρκετά  αμφίβολη η σκοπιμότητά τους) θα πρεπε στους σκοτεινούς καιρούς, αντί να μπερδεύονται

οι  λανθασμένες ή και άθλιες  οικονομικές κλπ πολιτικές στις μαθητικές παρελάσεις – αντί να εξωθούνται τα παιδιά σε ενέργειες κακού γούστου (επιεικής  έκφραση)-

να διατρανωθεί  (με την ευκαιρία αυτή) το ΟΧΙ στον Φασισμό και τον πόλεμο.  Η Ισπανία,  η  Ιταλία,  η Ελλάδα στον σκληρότερο  τροχό των οικονομικών βασάνων

θ’ αντέξουν,αν κλείσουν την πόρτα στο μαύρο παρελθόν  τους αν πουν :  ΝΟΝ PASARAN (ΔΕΝ ΠΕΡΝΟΥΝ) τουλάχιστον οι πιο μαύροι και σκοτεινοί εφιάλτες του 20ου αιώνα.

 

ΣΠΥΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ : “Ο θρήνος των Καλαβρύτων”. Το Δεκέμβριο του 1943 οι Χιτλερικοί κάψανε τα Καλάβρυτα. Κλείσανε τα γυναικόπαιδα στο σχολείο κι έβαλαν φωτιά. Οι γυναίκες πετούσαν τα παιδιά από τα παράθυρα να μην καούν, και τσακιζότανε…

 

ΣΙΦΗΣ ΚΑΜΑΡΗΣ, ΠΕΡΑΣE ΚΑΙΡΟΣ ; ( ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΝHΜEΣ)

 

 

Σίφης Καμάρης στην κορυφή ( Τρούλο) του Αγίου Μηνά – η επιφύλαξη στο ύψος, δεν τον εμπόδισε να ανταποκριθεί στην πρόσκληση του Γραφείου Βασιλάκη Περτσελάκη – που μελετούσαν την στήριξη του μνημείου.

Όπως κάθε χρόνο, μια μικρή  συνήθως παρέα επισκέπτεται το Κοξαρέ,  για να τιμήσει έναν εξέχοντα φίλο, που μας περιμένει εκεί. Ότι κι αν συμβαίνει κι αν βρέχει κι αν χιονίζει, την τελευταία Κυριακή του Οκτωβρίου,  αυτοί οι αμετανόητοι φίλοι  του Σίφη, δεν πρόκειται να αλλάξουν γνώμη,  να τροποποιήσουν το πρόγραμμά τους.   Και επειδή δεν  είναι τόσο καθιερωμένο, να γίνονται συνάξεις και επιστροφές στο παρελθόν, όταν δεν έχουν διασκεδαστικό περιεχόμενο – μερικοί μεμψιμοιρούν.   Καλά γιατί;  Αυτά είναι υποθέσεις  άλλων.  Και μερικοί που ακόμα τον θυμούται με θαυμασμό και αγάπη λένε: γιατί ένταση και ρυθμός έντονος,( στα λόγια και τα αισθήματα) να γίνουν σωστές αντικειμενικές και  ψύχραιμε ς εκτιμήσεις της προσωπικότητας  και της αξίας του Σίφη Καμάρη (εννοούν ότι  και οι επέτειοι δεν προσφέρουν τίποτα, μπορεί να να παραποιούν).

Τρίτος ψηλά δεξιά Σίφης Καμάρης, το παιδί ο Βαγγέλης Καμάρης/οι τρεις κυρίες στο κέντρο από δεξιά: Κρήτη και Δόξα Σπμώκου, Νίκη Σπαντιδάκη/Δεύτερος δεξιά Μανόλης Γκαζής /από εκδρομή φοιτητική 1963

Τι να τους πούμε, που δεν υπάρχει καμιά επαφή  στο ζήτημα και   δεν τους αφορά η επίσκεψη,  αφου δεν έρχονται. Γιατί τα σχόλια προς τι η κριτική. Εδώ ζήσαμε  πολλά χρόνια, ζυμώσαμε  “τον άρτον τον επιούσιον” με το Σίφη, όχι πάντα εύκολα και ευχάριστα.  Εδώ μοιραστήκαμε ψωμί κι αλάτι.  Δεν έχει η ζωή  μας ανάγκη “επιστημονικών”εξηγήσεων και τελικών εκτιμήσεων και απολογισμών.  Κύλησε εξ ‘αλλου σαν μικρό ποταμάκι, στην άνυδρη περιοχή,  χωρίς νά γίνει χείμαρος ποτέ, δίχως να προκαλέσει ζημιές στα χωράφια.  Όσοι είναι εδώ το γνωρίζουν καλά κι ας σκέφτονται πως είναι αλλιώς τα πράγματα.

 

1966 (;) δεξιά στο πρώτο επίπεδο,ο Σίφης Καμάρης και δεξιά του ο Νίκος Βεριγάκης-δεξιότερα πίσω Γιώργος Ζεβελάκης

Ο Σίφης ήταν το κέντρο μιας μεγάλης παρέας που περιορίσθηκε, ήταν ο άτυπος ηγέτης μιας γενιάς που έψαξε πολύ κι ας μην κατέληξε σε πολλά συμπεράσματα κι ας μη βρήκε λύσεις. Ήταν όμως ένας δείκτης, για όσους τον γνώσισαν ή  τον άκουσαν.   Ήταν ένα πρότυπο, κι ένα γράδο (μετρητής ). Πρόβαλλε (αποτελούσε) ένα  πρότυπο  εντιμότητας, ανοχής , εργατικότητας και νηφαλιότητας. Το μόνο που αποθάρρυνε ήταν η έκδηλη ικανότητα κι η φανερή (χωρίς να την εκμεταλεύεται ή να την τονίζει) ευφυϊα,  που τον απομόνωνε κάποτε, χωρίς να το θέλει.

Όσοι πάνε κάθε χρόνο στο χωριό της μάνας  του (Κοξαρέ)  δεν το κάνουν μόνο για να τιμηθεί η μνήμη του.  Είναι γιατί δεν έπαψε κα κυκλοφορεί αναμεσά μας- και δεν θα πάψει ποτέ.  Χαμογελαστός ή  (σπάνια) συνωφρυωμένος,  θα συμπληρώνει τις μικρές παρέες μας . Και τα Σάββατα (όχι πια τακτικά) το φθινόπωρο θαναι μερικές φορές  :

 

Παλιό κανόνι στο βενετσιάνικο λιμάνι του Ηρακλείου, χρησιμοποιήθηκε για μπίντα (δέστρα) πλοίων

Ασημένιος ουρανός

θάλασσα αλπακάς

το λιμάνι δίχτια γεμισμένο

στα παλιά κανόνια

δένουνε σκοινιά

κάβους καραβιών ποντισμενων

 

Και θα μας κοιτάει λίγο κοροϊδευτικά με καλοσύνη, “στίχοι θα  πει, μόνο στίχοι…”(αμφιβάλλοντας  πολύ για το μέτρο και τα … σταθμά μας)

 

Στις 28 του τρέχοντος Οκτωβρίου , στις 11 ακριβώς, όποιος θέλει θα ναι μαζί μας στο Κοξαρέ, έξω από το χωριό, θα μας βρει εύκολα και θα αφήσει ένα λουλουδάκι στο Σίφη.

Αυθεντικό ψηφοδέλτιο εκλογών, σημειωμένα τα αποτελέσματα της μεγάλης σύγκρουσης Κέντρου – Αριστεράς/Ν.Βεριγάκης υποψήφιος πρόεδρος και
πρώτος σε σταυρούς Αντώνης Γκαζής δεύτερος, Σίφης Καμάρης τρίτος/Νίκος Κακαουνάκης δεν εξελέγει, Κιουρτζόγλου Μαχάλης δεύτερος στην Εξελεκτική

ΓΙΑΤΙ Ο ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ ΔΕΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟΝ ΚΑΒΑΦΗ

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ “ΜΑΡΑΜΠΟΥ”:

«Πηγαίνοντας στην Αλεξάνδρεια ήθελα να πραγματοποιήσω κι ένα παλιό όνειρό μου, που πολλές φορές με βασάνισε. Να γνωρίσω τον ποιητή που έχει συνδέσει το μυστήριό του με το μυστήριο της ηδονικής πόλεως, τον Κ.Π. Καβάφη. Πέρασα πολλές φορές από το σπίτι που μου είπαν πως κάθεται και τον οραματίστηκα σκυμμένο να γράφει στο σκοτεινό του δωμάτιο. Όμως δεν πήγα. Πρέπει ν’ αφήνει κανείς μιαν επιθυμία του ανεκπλήρωτη. Πρέπει κανείς να αφήνει κάτι να τον βασανίζει…»
(Απόσπασμα από τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του 22χρονου Νίκου Καββαδία, στην εφημερίδα «Πειραϊκόν Βήμα», Φεβρουάριος 1932).

Υποσημείωση:
Αν όμως ο Καββαδίας άφησε ανεκπλήρωτη την επιθυμία του να συναντήσει τον Καβάφη, κάποια επαφή μαζί του φαίνεται να υπήρξε και μάλιστα πριν από το ταξίδι του στην Αλεξάνδρεια. Στον κατάλογο των παραληπτών των ποιημάτων του Καβάφη υπήρχε το όνομα του ποιητή του «Μαραμπού» (πληροφορία Γ.Π.Σαββίδη).
Φωτογραφίες των Κ.Π. Καβάφη και Νίκου Καββαδία σε νεαρή ηλικία.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΑΒΒΑΚΗΣ, ΕΝΑΣ “HOMO UNIVERSALIS”

Έφυγε ένας ακόμα φίλος των νεανικών χρόνων,  ο Γιάννης Σαββάκης, την Τετάρτη 17η Οκτωβρίου πήρε τη βάρκα για να περάσει τον Αχέροντα ποταμό , πλήρωσε τον “οβολόν”  του  ,  όπως συνηθίζεται στον σκοτεινόν κωπηλάτη για τον κάτω κόσμο.

Δεν φτάνουν πια χαρούμενες ειδήσεις, στο απεχθές πολιτικό τοπίο και  τον ζόφο της εποχής, περισσεύει σκοτάδι και θειάφι και ενεδρεύει ο θάνατος.

Όχι πως είναι νωρίς, για όσους πέρασαν την 7η δεκαετία της ζωής, μα όσο είναι δύσκολο να αποδεχθούμε τα πολιτικά γεγονότα  άλλο τόσο (και πιο πολύ) είναι να πεισθούμε για την εξάντληση ενός χρόνου που έμοιαζε ατέλειωτος.

 

Το κέντρο της παλιάς πόλης, οι στρατώνες (δικαστήρια κλπ)σαν παλιά γκραβούρα

Ο Γιάννης νέος για την εποχή μας ακόμα,  ζωηρός και δημιουργικός, δυνατός και ευαίσθητος θα σκεφτόταν νέες απασχολήσεις. Μετά τα δέντρα και τα φυτά (του επαγγέλματος και των οικογενειακων κτημάτων)τον ενδιέφεραν χίλια πράγματα. Κάποτε ζωγράφισε με επιτυχία  πίνακες που εξέπληξαν αυτούς που γνωρίζουν την τέχνη των χρωμάτων. Μετά  , όταν αισθάνθηκε να τον πνίγουν σκέψεις και  ιδέες σχεδίασε μιας  άλλης κατεύθυνσης πόνημα :  ένα βιβλίο.  Ενώ στη ζωγραφική μπορούσα κάπως, λόγω σπουδών και επαγγέλματος,  να εκτιμήσω τις επιδόσεις του (και να ζηλέψω και λίγο)  στις θεωρητικές αναλύσεις ήμουν μακριά από κάθε αποτίμηση.  Όταν τον είδα να καταπιάνεται με θέματα πολύ πιο κοντά στις προσωπικές μου προτιμήσεις παραξενεύτηκα και (γιατί όχι) αμφέβαλα, καλά θα μπορέσει αυτός  ο γεωπόνος να σχεδιάσει την πόλη μας (σκέφτηκα);  Είδα κάπου κρεμασμένο το μεγάλο σχέδιο του Χάνδακα,  ασπρόμαυρο με σημειώσεις, σαν γκραβούρα παλιάς εποχής και διάβασα κάτω κάτω τ’ όνομά του.   Έμοιαζε εργασία ενός  μελετητή που ξέρει να σκιτσάρει και   ενός  σχεδιαστή που γνωρίζει την ιστορία των μνημείων του τόπου μας.  Του ζήτησα ένα αντίγραφο και βέβαια του έδωσα θερμά  συγχαρτήρια για την δουλειά του.  Αν και είμαστε από παιδιά σ αυτήν την πόλη (και σε φιλικές – συνδεδεμένες στενά οικογένειες) παρά τις επαφές, βρεθήκαμε  πολύ κοντά  μόνο στα φοιτητικά χρόνια. Τότε ο άνεμος  της εξέγερσης  παρέσυρε του πάντες και οι δημοκρατικοί αγώνες, έδιναν ευκαιρίες για μεγάλες παρέες και ακόμα σημαντικότερες συνάξεις και συγκλονιστικές (μερικές φορές)  εμπειρίες. Στα αργόσυρτα βήματα της επαρχιακής μας ζωής στην πόλη μας μετά, ποιος να δει  κανέναν και τι να κάνει.  Μόνο τυχαία γινόταν μια γνωστοποίηση και ακόμα σπανιότερα μπορούσε να φτάσει μια πληροφορία, που δεν αφορούσε σε  κοινωνικά γεγονότα (γάμους, γεννήσεις, κλπ).

 

Η ακτή του Μεραμπέλου, φωτοκόπια contact το χρώμα αχνό, διακριτικό, οι πληροφορίες πολλές

Έτσι κάποτε (τελευταία) σε μια στιγμιαία συνάντηση,   είδα να κρατάει ένα μεγάλο ρολό – νόμιζα ότι  ήταν πολεοδομικό σχέδιο.  Έκανα λάθος, ήταν μεγαλύτερης “κλίμακας” ήταν ένας  χάρτης της Κρήτης.  Όταν τον άνοιξε η έκπληξη ήταν πολύ  ευχάριστη. Ο σχεδιαστής ίσως είχε ωριμάσει, χρησιμοποιούσε χρώματα και  έδινε πανοραμικές όψεις, ζωντάνευε το νησί μας και πρόσθετε άπειρες εικόνες και πληροφορίες. Χρησιμοποίησε ότι απλούστερο, ξυλομπογιές και μελάνι και πρόσθεσε (αυτήν τη φορά) και  γνώσεις για την σημερινή εποχή. Τώρα έδινε (έδειχνε) όλη την γκάμα των γνώσεων του και των ικανοτήτων του.  Έδειξα στον ειδικότερο  Σπ. Ζεβ.  που ίσως θα μπορούσε να δει εφαρμογή αυτού του επίπονου σχεδίου.  Θα το μελετούσε και σίγουρα θα βρει κάποια χρήσιμη εφαρμογή.

Δεν προλάβαμε να κάνουμε την αναγκαία συζήτηση,  ο Γιάννης βιάστηκε,  δεν υπήρχε άλλος χρόνος.

 

Όταν βρισκόμαστε στην στροφή του δρόμου καταλαβαίνουμε τι δεν προλάβαμε,  μα δεν είναι ποτέ αργά.  Ότι έγινε δεν θα χαθεί, ούτε μια ανάσα ούτε μια σκέψη ούτε ένα ανεφάρμοστο σχέδιο, συλλογιζόμουν…

Ο  Γιάννης Σαββάκης ήταν έντονη ύπαρξη,  δεν τον χωρούσε ο φτενός τόπος μας.  Μεγαλόσωμος και επιβλητικός, έψαξε μέχρι το τέλος, δεν έμεινε στην στενή άνυδρη γη μας, με σταυρωμένα χέρια.   Ήξερε και έσκαψε να βρει, κάτω απ΄τ αμπέλια των προγόνων του. Σαν Homo universalis, όπως θα λεγε κάποιος  δάσκαλός μας, από την επιστήμη της γης στη ζωγραφική, από εκεί στην αρχιτεκτονική και το σχέδιο και τον στοχασμό.

Δεν θα τον φοβίσει ο Αχέροντας ποταμός  κι ο επίφοβος  Κωκυτός (ήταν παρηγορητική η σκέψη)-  ξέρει καλά πως, όσοι περνούν από εκεί ξεχνούν, κάθε τι που πληγώνει.

 

 

 

 

ΓΑΥΔΟΣ ΤΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ (ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΚΡΗΤΗ)

Το καλοκαίρι συνεχίζεται στην Κρήτη παρά την πρώτη μπόρα. Ψηλές θερμοκρασίες, ήμερες θάλασσες και πολλοί (ακόμα) επισκέπτες – αλλά και χωρίς καλή διάθεση  – εν μέσω μιας κρίσης που βρισκεται στην κορύφωσή της . Στο κεντρο του οικονομικού τυφώνα, δεν είναι  άνετα και  (γιαυτό) η  μνήμη γυρίζει σε διαδρομές που δεν ξεχνιόνται. Το νησάκι της γιαγιάς Μαρίας, είναι η πιο προσφιλής διαδρομή  –  Σέλινο και Γαύδος λοιπόν.

ΤΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ – κείμενο αφιερωμένο στην Θεανώ και τον Τζων,

που δεν πρόλαβαν σ΄αυτές τις διακοπές να τα δουν όλα στο νησί μας.

______________________________________________________

 

“Σαρακίνικο” κάποτε λιμανάκι των πιο άγριων Σαρακινών πειρατών , σήμερα ιδανικό ειρηνικό ακρογιάλι

 

Η Γαύδος είναι νοτιότερο άκρο της Ευρώπης, το ξέρουμε από το Δημοτικό, κατοικούσε( το μάθαμε στο Γυμνάσιο) η νεράιδα το Ομήρου, που θέλησε να κρατήσει για πάντα κοντά της τον Οδυσσέα (η  Καλυψώ ).*

Για μας Γαύδος είναι κυρίως το “Σαρακίνικο” ένας κόλπος που δεσπόζει στη βορεινή της πλευρά, απέναντι από την Κρήτη, (σχεδόν πάντα) ήσυχος χρυσοπράσινος , μαγευτικός.

Κάθε καλοκαίρι ετοιμαζόμαστε για το ταξίδι της Γαύδου, στο πενθήμερο του Δεκαπενταύγουστου. Μικροί μεγάλοι, με την ίδια (χαρούμενη) διάθεση, θα επιστρέψουμε στο εξωτικό νησί, με τους κέδρους και τα πεύκα και την παρθένα ακρογιαλιά, ν΄ανασάνουμε λίγο, μακριά από τον “πολιτισμό”  της καθημερινής μας ζωής.

 

Η αρχιτεκτονική, είναι μια δομική πέτρας, χωρίς καν κονιάματα, απλή και απέριττη

 

Εκεί απουσιάζουν πολλά από τα δεινά μας (ΙΧ , δίκτυα, αγορές, τράπεζες). Δεν έχει φεστιβάλ, υποχρεώσεις και συγκεκριμένο ωράριο. Δεν χρειάζονται παπούτσια, κορδόνια και κάλτσες, σιδερωμένα ενδύματα. Τα σώματα είναι τις πιο πολλές ώρες γυμνά και η άμμος το καλύτερο κρεβάτι,  για φτωχούς και πλουσίους.

Οι περισσότεροι αποφεύγουν ακόμα και το “φύλλο  συκής” εξ άλλου  όλοι  είναι ίδιοι, κάτω από το εκτυφλωτικό φως, που τρώει τους όγκους και εξαφανίζει τις λεπτομέρειες.  Η ανθρώπινη παρουσία είναι φυσική, της λείπει ο εξοπλισμός κα τα τεχνικά εξαρτήματα, δεν προσβάλλει το τοπίο κι όταν ο ήλιος χαμηλώνει και πέφτει το σούρουπο, ότι το όμορφο, αναδεικνύεται και μα ς καθηλώνει.

 

Μασαιωνικά εκκλησάκια, ονειρεύονται τους θρύλους της Ορθοδοξίας

Κι όταν έρχεται η νύχτα ασέληνη, στο στερέωμα  τρεμοπαίζουν άπειρες φλογίτσες

σ΄ έναν τεράστιο πολυέλαιο και (νομίζεις ότι) κουδουνίζουν τα κρύσταλλα στον ελαφρόν άνεμο.

Και οι οπτασίες ξετυλίγονται τα μεσάνυχτα , και βλέπουν αυτοί που θέλουν, μορφές και συμπλέγματα παράδοξα, ελληνικά και αραβικά και και χορούς απερίγραπτους-και τα σπαθιά αναδεύονται και τα τόξα γεμίζουν κι ο έρωτας παίζει με ψυχές και σώματα και κάθε σπασμός  δροσερεύει  στην ήσυχη θάλασσα.

Η νύχτα είναι ζωντανή στο ακρογιάλι, η Καλυψώ μπορεί να μην έζησε πολύ με τον Οδυσσέα, να έκτισε μόνο στο Σαρακίνικο το παλάτι της. Μα δεν χάνει καμιά από τις τέλειες παγίδες που έστησε. Η Θεά διάλεξε τη νύχτα για τις παραστάσεις κια τα παιγνίδια της, άφησε στη μέρα τις προϋποθέσεις που φέρνουν τα θύματα στην αγκαλιά της.

 

Τα κτίσματα, σπίτια, που λες και φύτρωσαν στο βράχο, δεν ξεχωρίζουν καθόλου στο τοπίο

Η Γαύδος έχει το πιο ελκυστικό ακρογιάλι της χώρας μα, δεν  είναι το ομορφότερο ίσως, μα σίγουρα το πιο φυσικό για τα μάτια και τα σώματα των ανθρώπων. Είναι ένα ατέλειωτο, αναπαυτικό ανάκλιντρο, που μπροστά του αχνίζει το πέλαγος -κεντημένο με τις βελόνες των πεύκων, σκιασμένο από τα κρόσσια των κέδρων.

Στην ακρογιαλιά αυτή, έχουν απαλύνει όλες οι σκληρότητες του νησιού, όλα είναι ήπια μαλακά και οικεία. Όλα μας αγκαλιάζουν με με χαμόγελο και συμπάθεια.

Να ναι που σ αυτόν τον κολπίσκο -πριν χρόνια πολλά- έγιναν βαρβαρότητες, έτρεξαν αίματα, που απάλυνα κάθε γωνιά εξάγνισαν τον τόπο. Μήπως η βία στόμωσε και δεν κόβει πια σ΄αυτά τα χώματα κια μας φαίνεται σήμερα ειρηνικός και αναμάρτητος;

 

Η βία στόμωσε κάποτε σ αυτόν τον τόπο κι είναι σήμερα ειρηνικός και αναμάρτητος

Ένας μεγάλος μαύρος βράχος, σαν προϊστορικό θηρίο, προστατεύει το ακρογιάλι-είναι ξεχασμένος και άχρηστος πια.

 

Πιο βαθιά στην κοιλάδα δυο μεσαιωνικά εκκλησάκια μέσα στο δάσος, ονειρεύονται τις παραδόσεις και τους θρύλους της ορθοδοξίας.

Το έδαφος σ’ όλο το νησί ξερό και πετρώδες, κατρακυλάει από τους λόφους  στη θάλασσα, θρυμματίζεται  και φτάνει στην παραλία σαν άχνη  ασημένιας ζάχαρης.

 

Βουκολικό σκηνικό, ο χρόνος παγωμένος αιώνες πολλούς…

Η Γαύδος είναι άνυδρη, όμως στο Σαρακίνικο, αν χαράξεις  την άμμο, αναβλύζει γλυκό νερό.

Αν δεν ήταν η Καλυψώ, κάποιος άλλος θεός θα έμεινε εδώ κι ευλόγησε τον τόπο, και τακτοποίησε τα πάντα με μεράκι και σοφία-σχεδίασε την παραλία, τοποθέτησε τους βράχους, φύτεψε όπου έπρεπε κάθε δέντρο και σκόρπισε την άμμο όπου χρειαζόταν για να  αναπαύεται κανείς στη σκιά.

 

Εσωτερικό σπιτιού-μαγαζιού, το κορίτσι θα χει μεγαλώσει μα ο καναπές θα ναι εκεί στη θέση του

Οι σκέψεις σ αυτό το μέρος δεν ξεκαθαρίζουν. Δεν μπορείς να γράψεις, να διαβάσεις ή να συζητήσεις. Όλα παρασύρουν τις αισθήσεις, οι ήχοι , τα χρώματα, οι μυρωδιές-η αλμύρα που σκάει τα χείλη, το πυκνό στρώμα των φυκιών και η απαλή άμμος.

Σ αυτό το περιγιάλι, μπορείς μόνο (εύκολα)να ονειρεύεσαι…

ΣΗΜΕΙΩΜΑ:

Παλιά διαδρομή  προγραμματισμλενη από τον ΕΟΣ (ακόμα γίεται κάθε Δεκαπενταύγουστο) τότε  οργανωτρια η κ. Κική Βασιλειάδη – το πρώτο ταξίδι  ήταν σημαδιακό και το τέταρτο και τελευταίο αξέχαστο. Το κείμενο δημοσιεύθηκε κάποτε στα ΝΕΑ, χωρίς φωτογραφίες (αρχείο Β.Ζ.)

(*)=Πιστεύεται ότι η Γαύδος  είναι η αρχαία Ωγυγία του Ομήρου:

“ΚΑΙ ΣΤΟ ΝΗΣΊ ΟΙ ΑΘΆΝΑΤΟΙ ΤΗΣ ΩΓΥΓΊΑΣ ΜΕ ΡΊΞΑΝ

ΤΗΣ   ΚΑΛΥΨΩΣ ΤΗΣ ΦΟΒΕΡΗΣ ΚΙ ΩΡΙΟΜΑΛΛΛΗΣ ΛΗΜΕΡΙ”

(Οδύσσεια 244, μεταφ. Εφταλιώτη-ΟΔΗΓΟΣ ΣΠΑΝΑΚΗ)