ΣΠΥΡΟΣ ΖΕΒΕΛΑΚΗΣ – ΠΕΡΑΣΑΝ 40 ΧΡΟΝΙΑ…


Ο Σπύρος Ζεβελάκης, 1936 Αγιος Νικόλαος

Πέρασαν κι όλας σαράντα χρόνια, ο πατέρας μου έφυγε βιαστικά και νωρίς, δεν έγιναν μνημόσυνα, δεν βρέθηκε χώρος να τον αναπαύσει. Τον περιμένει βέβαια στο χωριό του (Σέλινο), στην εκκλησία της Αγίας Τριάδος, ο παππούς του ο Γιάννης – κάποτε θα ΄ρθει το”πλήρωμα του χρόνου” θα γυρίσει στο χώρο των προγόνων του.

Πάντα όμως ζει στην μνήμη των τεσσάρων γιων του και των οκτώ εγγονών του, και σε όσους τον γνώρισαν – οι δικοί του φίλοι εξέλειπαν βέβαια όλοι – μα υπάρχουν οι δικοί μας .

Το κείμεμενο που αναρτήθηκε πριν 10 χρόνια στο site μας, του σοφού φίλου του Κώστα Καφάτου(ένα γράμμα) – είναι ο καλύτερος επιμνημόσυνος αποχαιρετισμός -που πρέπει να γίνεται κατα τα ειωθότα, από τον καλύτερο που τον γνώρισε.

1925 Στο κεντρο ο Γιάννης Ζεβελάκης, Αριστερά ο Δημόκριτος (δεν μπορουσαν να φανταστουν ο Καφάτος κιο Ζεβελάκης, ότι (ότι πιθανον)προέρχονται από την ίδια οικογένεια Σκορδίλη (13ο αιώνα )

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΦΑΤΟΣ ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΠΥΡΟ ΖΕΒΕΛΑΚΗ (στις 23-Ιουλίου 1980)

Ο αγαπητός φίλος μου Σπύρος έφυγε για το μεγάλο ταξίδι (στις 3.Ιουνίου.1980) που θα πάρουμε όλοι αργά ή γρήγορα. Ο αξέχαστος φίλος μου έφυγε πολύ γρήγορα. Θα έλεγα πως τον ζηλεύω, εάν δεν φανταζόμουν ότι είναι αμαρτία. Του Θεού δουλειά είναι να χαρίζει στον καθ ένα μας- και ειδικά στον πιστό ή στον δίκαιο- εισιτήριο για το μεγάλο ταξίδι. Είπα στον πιστό ή δίκαιο και αυτός ήταν ο αγαπητός μου φίλος Σπύρος. Προοδευτικός σ΄όλες τς εκδηλώσεις της ζωής του- στις ιδέες και τις πεποιθήσεις του – παρέμεινε μέχρι τέλους της ζωής του πιστός και δίκαιος : στο σπίτι του, στο γραφείο του και γενικά στη ζωή του.
Γιαυτό είμαι βέβαιος. Όσο μπορεί κανείς να είναι βέβαιος από μια συνεργασία που είχαμε σχεδόν σ΄όλη μας τη ζωή.. Ανυστερόβουλη και αδελφική συνεργασία- στα πλαίσια της πρακτικής ζωής, του πνευματικού κόσμου – που δέσαμε συνταιριάζοντας στον ταραγμένο, άβολο σημερινό βίο μας. Περάσαμε δύσκολες μέρες αλλά σαν συνεργάτες σε μια σκληρή υπηρεσία, ο αγαπητός αξέχαστος Σπύρος απεδείχθη πιστός και ειλικρινής συνεργάτης – γρανίτης στο ήθος και στο χαρακτήρα – με δυο λέξεις – άφοβος κρητίκαρος πολεμιστής.

Σπύρος Ζεβελάκης και Μεταξούλα Μπία ισως πικ-νικ στον Αλμυρό, 1936(;)

Ποτέ δε μου δόθηκε η ευκαιρία να εξασκήσω την εξουσία στις σχέσεις μας. Νεότερος (σημ.Αλκμαν:ήταν ο Σπύρος) κατά πολύ, πάντοτε τον συμβουλευόμουν στις ειδικές υπαλληλικές σχέσεις μας σαν ανώτερό μου, και εκείνος ανταποκρινόταν με λεπτότητα και ευγένεια και σοφία.
Γιατί μεταξύ πολλών πηγαίων αρετών ήταν και η σοφία πλαισιωμένη με σπάνια για την εποχή μας μόρφωση. Ένας εξαίρετος τύπος για όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του : ήταν ανυποχώρητος δημοκράτης κι επειδή η Δημοκρατία και η Ελευθερία είναι από πιο τα πολύτιμα αγαθά που χάρισε ο Θεός στον άνθρωπο που είναι,από τα πολυσυζήτητα θέματα του πνευματικού κόσμου.
Στις συζητήσεις μας επρυτάνευε πάντοτε η αγάπη και η κατανόηση, κάποτε και σε πολύ έντονο ύφος. Κι οι δυο μας είχαμε υφισταμένους και έπρεπε να τους κρίνουμε για προαγωγή. Εκείνος άρχιζε με την επιείκεια κα έληγε με τη δικαιοσύνη, αποφεύγων κάθε είδους καταλαλιά και κατάκριση. Η καλοσύνη και η ανθρωπιά εκδηλωνότανε παντού, πρώτα στους υφισταμένους του.
Έτσι σκέφτομαι τον αγαπητό μου φίλο Σπύρο – κι έτσι παρηγορούμαι.(…)
Η ζωή του υπήρξε ένα ωραίο ποίημα που ο καλος θεός το τίμησε και το βράβευσε.(…)

Από το γράμμα που έστειλε στην Ειρήνη Ζεβελάκη, ο Κώστας Καφάτος,Γενικός Δ/ντης της Γεωργικής Υπηρεσίας όταν ο Σπύρος ήταν προϊστάμενος και Δ/ντης των οικονομικών της ίδιας υπηρεσίας( Ήταν γεωπόνος και πατέρας των γνωστών καθηγητών, του βιολόγου Φώτη Καφάτου και του αστροφυσικού Μηνά Καφάτου)

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΚΑΦΑΤΟ
(Πληροφορίες από τα παιδιά του-διαδίκτυο)
Γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό της περιοχής του Αμαρίου, στη νοτιοδυτική πλευρά του Ψηλορείτη, στο νομό Ρεθύμνου. Εφυγε από εκεί το 1920, στα 14 του, και πήγε στην Αμερική, να μάθει τον κόσμο, όπως έλεγε, και να γυρίσει σπουδασμένος στη πατρίδα του.
«Ηταν άνθρωπος διορατικός, φιλόδοξος, αυστηρός, πεισματάρης, εργατικός και οραματιστής»
Ο Κώστας Καφάτος, με «μηδενικά» αγγλικά, πήγε σχολείο στη Νέα Υόρκη, όπου δεν είχε πια την πολυτέλεια να είναι παιδί. «Αποστολή του ήταν μόνο το διάβασμα. Η μάθηση»,
Οταν οι άλλοι έπαιζαν, ο «κύριος Κώστας» μελετούσε. Οταν οι άλλοι αναπαύονταν, εκείνος εργαζόταν σκληρά.
Σπούδασε γεωπόνος στο φημισμένο Πανεπιστήμιο του Κορνέλ. Γύρισε στη πατρίδα του 30 χρόνων και έγινε επιθεωρητής Γεωργίας.

Ο Κώστας Καφάτος, από το πενάκι του γνωστού σκιτσογράφου Γιάννη Ανδρεαδάκη

ΚΑΙ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ:
Ηταν δύσκολη, αλλά και ωραία, η ζωή τους τότε στο Ηράκλειο, όπου οι γονείς τους είχαν αναπτύξει έναν κύκλο ανθρώπων των γραμμάτων και των τεχνών. Η μητέρα τους ήταν δασκάλα. Ο πατέρας είχε, μέσα στις τόσες άλλες δραστηριότητές του, και μεγάλη αφοσίωση στην αρχαιολογία. Κάθε Κυριακή, μετά τη Θεία Λειτουργία, επισκέπτονταν οικογενειακώς το Αρχαιολογικό Μουσείο του Ηρακλείου.
Γνωρίστηκαν με όλους τους αρχαιολόγους που έκαναν ανασκαφές στην Κνωσό, και στον κύκλο των φίλων τους προστέθηκαν ο Νίκος Καζαντζάκης και η γυναίκα του Γαλάτεια.

Φώτης Καφάτος, από τους πιο γνωστούς έλληνες επιστήμονες-δεν ξεχνά την πόλη που γεννήθηκε

Δημοσιεύτηκε την 26 Δεκεμβρίου 2010Συντάκτης ΑΛΚΜΑΝΚατηγορίες Επιλογές,Κείμενα

Μια σκέψη σχετικά μέ το “ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΦΑΤΟΣ, Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ ΣΠYΡΟΣ ΖEΒEΛΑΚΗΣ”

  1. Ο/Η N. Bεριγάκηςλέει:4 Ιανουαρίου 2011 στις 8:51 μμ O Σπύρος Ζεβελάκης έχει καταγραφεί στη μνήμη,σαν εξαίρετος οικογενειάρχης άριστος σύζυγος και πατέρας-πανέξυπνος άνθρωπος με καλή παιδεία και σύγχρονες πολιτικές απόψεις και αρκετό χιούμορ. Ήταν ψύχραιμος στην αντιμετώπιση των δυσκολιών της εποχής των νεανικών μου χρόνων και με επηρέασε σε πολλά πράγματα.Είναι στα μάτια μου η εικόνα του -είμαστε σχεδόν γείτονες- του οικογενειάρχη που γυρίζει από τα ψώνια κάθε πρωί, με το δίχτυ και λίγα λουλούδια για την Ειρήνη.ΑΠΆΝΤΗΣΗ

Αφήστε μια απάντηση 

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΣΧΌΛΙΟ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΣΤΙΧΩΝ ΚΑΙ ΚΕΙΜΕΝΩΝ Ε΄ΜΕΡΟΣ

Η κάρτα των εγκαινίων, ωςεπιστολικό δελτάριο

Ο διαγωνισμός μας συνεχίζεται εν μέσω πανδημίας, που ξαναδείχνει τα δόντια της, ενώ ο “Πατισάχ” έκανε αφρίζοντας την πιρουέτα του και υποκλήθηκε σεμνά στους εχθρούς του.

‘Αλλες ιστοσελίδες ανακοινώνουν ποιητικούς διαγωνισμούς, υπόσχονται χρηματικά δώρα, αποφεύγοντας να ανακοινώσουν κριτές και οργανωτές, ζητώντας τάληρα (δεκάρικα για την ακρίβεια) – εμείς εχουμε ταυτότητα για όποιον ενδιαφερθεί(ας ανοίξει το: alkman.gr), δεν παίρνουμε αλλά δίνουμε μόνο, κάποια δώρα – όχι χρήματα (γιατί δεν έχουμε) και φυσικά δεν ξεχωρίζουμε κανέναν (δεν βραβεύουμε) ούτε απονέμουμε ποιητικούς η λογοτεχνικους τίτλους. Στίχους γράφουν πολλοί και κείμενα άπειροι, ότι αξίζει να διαβασθεί, θα κριθεί από τους αναγνώστες.


Ζωγραφικό έργο του Μ.Σαριδάκη – Ηράκλειο

Με το ψευδώνυμο Μάρω Αλεξίου

Τ’ιτλος :

ΜΑΤΑΙΟΤΗΣ

Έσβησα όλα τα ακούσματα,
τα ψιθυρίσματα 
έγδαρα από το δέρμα μου 
τα ίχνη απ’ τ’ άγγιγματα
ξεκόλλησα, ξετίναξα
ξέχασα τα φιλιά 
τη σκόνη απ΄ τα σκεπάσματα
τα μικροκύτταρα 
κι όλα τα αποτυπώματα 
απ τ’ αγκαλιάσματά 

Εδιωξα από τα χείλη μου την πίκρα του έρωτά σου
τα δάγκωσα, τα μάτωσα να κρύβουν τη φωτιά σου
πυρπόλησα τα μέσα μου κι έκαψα τη θωριά σου
κι οι φλόγες απλωθήκανε, ξημέρωσε μακρυά σου

Κι όσο έκαιγα και σκότωνα κι έδιωχνα και απωθούσα
όσο τα πάθη σου έσβηνα, τα σπλάχνα μου τρυπούσα
κλάδευα τις ελπίδες μου κι έθαβα ότι ποθούσα
τον ήχο της απόγνωσης γνώριμο συνα
ντουσα 
τα λόγια πια είναι περιττά…

μάταια πολεμούσα!

Με το ψευδώνυμο, Βαγιάκης Γιώργος – παλιός μας φίλος


ΤΑ ΛΌΓΙΑ ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ ΠΕΡΙΤΤΆ…


Ο λόφος του Προφήτη  Ηλία,

που ομόρφαινε τη Σαντορίνη,

ήρθε η πικρή στιγμή να γίνει

αλόγων – τεχνολόγων λεία…


Ξερό ψωμί – στεγνό λαγήνι

Η Πύλη του βοριά κλειστή.

Πάνω στου στήθους του τις κόγχες 

δυο επηρμένες ξιφολόγχες

 μακραίνουν τη Σαρακοστή.


Κερί Αναστάσιμο σβησμένο

στου κόσμου τον κατατρεγμό

κρατάει κρυφό και παγωμένο

τον τελευταίο του λυγμό!

Ο Μάριος Δενδρίδης, ψευδώνυμο αγνώστου :

Τίτλος : ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ ΠΕΡΙΤΤΑ

Σκίτσο αρχείου alkman.gr

Ήσυχα όμορφα κι απλά , σαν το χαμόγελο ενός παιδιού


-Η νύχτα  τυλίγει σερπαντίνες σκοτους

και νήματα φεγγαριού.

  • Οι φιλοι έχουν μαζέψει  χώματα και σκόνες,

σκουπιδια και κουρασμένους μορφασμούς,

αντέχουν ακόμα, μα δεν έχουν καιρο .


-Είμαι σαν ποντικός στη φάκα: δεν ειναι παγίδα μα επιλογή…


-Η απόφαση δεν κρίθηκε από στοιχεία ανάγκης μα τύχης.


Τα λόγια, ( όλα μαζεύτηκαν) Είναι πια ΠΕΡΙΤΤΆ

1940, τα μουλάρια βοήθησαν…

Ο Σήφης Κουτσουρέλης από τα Χανιά, μας έστειλε ανεξάρτητα δίστιχα, επισημαίνοντας: οι μαντινάδες είναι δεκαπεντασύλλαβα δίστιχα όμως κάθε δίστιχο δεν είναι μαντινάδα – πως να μην συμφωνήσουμε.

Στην Κρήτη, ακόμα ακούγεται ο ποιητικός ρυθμός της λαϊκής λαλιάς, ανθίζει

με το τραγούδι, με τον χορό πετάει στα σύννεφα.

Δεν  σου τρέχει καβαλαρη 
 μην σκοτώνεις  το  μουλάρι…
Κι ας τα λογια τα πολλά
Αν αν έχει μπεζαχτά(1)

(1)=φράγκα, κέρδος

Είναι τα λόγια περιττά
Όταν η Αγάπη λείπει
Κι ας το μολύβι το χαρτί
Δεν ξεθυμαίνει η λύπη


ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΣΤΙΧΩΝ &ΚΕΙΜΕΝΩΝ Δ΄ΜΕΡΟΣ

Παραδόξως, ο διαγωνισμός ειχε κάποια απήχηση – άγνωστο γιατί (μα θα το μάθουμε),ούτως ή άλλως συνεχίζεται ενώ η πανδημία επιτίθεται, ενώ τα σχολεία ανοίγουν (επί τέλους) και ο άθλιος Πασάς της γειτονιάς μας, άρχισε να προβληματίζεται…


Ο στιχουργός με το ψευδώνυμο Αρ. Λουμπάκης – ΑΓΊΑ ΓΑΛΗΝΗ

Αφιέρωση: στον Κώστα Σχιζάκη, με ευχές καλής ανάρρωσης

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ – ΣΥΝΝΕΦΙΑΖΕΙ…

ΣΥΝΝΕΦΙΆΖΕΙ Ηράκλειο, Μπεντενάκι

Ήρθαν μέρες φθινοπώρου-κι άμφιβάλλεις

ποιος δεν ξέρει πώ ς μετά το καλοκαίρι

σύννεφα ο καιρός θα φέρει

και ρούχα ζεστά θα βάλεις

μα στις πρώτες τις ψυχαλες ιδια θέλεις αγκαλιά

και και πολύ γλυκά φιλιά.

Χαμογέλασε και ξέχνα 

κάποιο στεγνωμένο δάκρυ

μια σταγόνα  στων  ματιών σου

  ήτανε προχτες την  ακρη

μην ξεχνάς πως…

η αγάπη φέρνει πόνο

και χαρά πολύ μεγάλη

κι απ΄τη λάσπη στα ουράνια

πάμε μια στιγμή στην άλλη

και τα λόγια περιττά – ‘οταν η αγάπη ανθίζει

όλος ο κόσμος χαίρεται κι η γη(ς) πανηγυρίζει

Ο Παπαδάκης Αριστομένης , Λασίθι :



από την εκδήλωση στις 4.12.2016

Σαν καφενείο,που ζητάς ένα ποτήρι νερό-

η μέρα αστάθμητη κι η νύχτα κομμάτια βελούδο/, πως να καταλάβεις, που τα δάκρυα  κινούμενη άμμος κι οι στεναγμοί στο τσαλακωμένο χαρτομάντηλο

σαν καφενείο τάβλι με ζάρια κι ο Θεός δεν ρίχνει ποτέ

μην πεις τίποτα : άστατη βοή συμφώνων ήχος…

Το περίμενες τόσο κι οταν τον έφτασε όπου ήθελες,δεν μπορούσες

Ακαθόριστος ζεστός σαν μπάνιο Σαββάτου-γλυστρούσες στα γόνατα -απλωνόσουν να τυλιξεις την ανάσα και το πράσινο δέρμα – στα λαγκάδια των στεναγμων

Ένοιωθες να καρφώνει ασημένια Δόκανα στην καρδιά σου,να πιασει οτι εχασες οτι έσβησες οτι λαχταρούσες – ήταν ένα κύμα  πόσο θα κρατούσε;

Ήρθε για να στεριώσει καθε ονειρο σου,να οικοδομήσει την φθορά των χρόνων : στο κουβάρι που γέμιζε άδειαζαν αίματα, πετούσαν πουλιά άναβαν πηγολαμπίδες

ειχες καταλήξει , ήμερη πτώση, αργή εξαφάνιση – η γέφυρα ήταν πάνω και τίποτα δεν ακουγόταν: δεν υπήρχε το παραμικρό – ούτε χαρά ούτε λύπη και στεναγμός

Τα μάτια άνοιγαν την έκπληξη,μα ήταν αλλού πολύν καιρό -όταν όλα σταματούν χωρίς βία, όταν τα αισθήματα  είναι θολά κι αδιάφορα,δεν χρειάζεται να πει κανεις: τετέλεσται…

Γιατί είναι τα λόγια (πια) περιττά, όταν η αγάπη λείπει

8.12.2018


Ηρακλειο Κέντρο, Λιοντάρια νέοι χορευουν

Η φίλη μας Βασιλική Μ. μας λέει:

Είναι τα λογια περιττά
Όταν η Αγάπη λείπει
Κι οταν φανεί δεν σταματά
Ποτέ το καρδιοκτύπι


Αυτό μιλάει δίνει ρυθμό
Κι είναι η ψυχή στο στόμα 
Κι η Αγάπη γλυκοτραγουδά
Στο μαγικό της δώμα

Κι οταν βρεθούμε στην Ξανθή την άμμο

δεν θα γράψουμε ονόματα…

θα γυρίσουμε στα χρόνια της νιότης:

χωρίς παρελθόν και μέλλον

με τεντωμένο το παρόν

στον αιώνα τον άπαντα…

Η ΠΑΝΔΗΜΙΑ ΚΙ Ο ΛΥΣΑΣΜΕΝΟΣ ΣΚΥΛΟΣ…

Προχωράει η αρρώστια, μετά τα πρώτα βήματα ακολούθησαν την Πανδημία τα επόμενα, αυξήθηκε η ταχύτητα ,ο τρόμος άρχισε να χαϊδεύει την πλάτη μας- μουσκεμένος απο τον ιδρώτα του καύσωνα. 
Κλείστηκαμε μέσα πιο πολύ από την καραντίνα της αρχής.
Η μάσκα είναι απαίσια , αναπνέεις την ανάσα σου – συχαίνεσαι τον εαυτό σου- όσο πιο μεγάλος (ηλικιακά)τόσο το χειρότερο. 
Κι αποφασίσαμε να πειθαρχήσουμε  , γιατί έτσι πρέπει – υπάρχουν όμως τόσοι μυθομανείς ή ανόητοι.

Σχέδιο του site alkman.gr


Κι ο Πασάς της γειτονιάς μας , τρίζει τα δόντια του , ονειρεύεται τον Θρόνο του Πατισαχ (-σούπερ-Σουλτάνου) κι αφρίζει… σαν λυσασμένο σκυλί. Και επειδή ακόμα μας καταδιώκει το φάντασμα της προδοσίας της Κύπρου, δεν εφησυχάζουμε- όμως η χώρα μας ειναι( ευτυχώς)ενωμένη απέναντι στον προαιώνιο εχθρό, ψύχραιμη κι αισιόδοξη. Σκύλος που γαυγίζει δεν δαγκώνει. Θα πνιγεί Στις κραυγές και τα σάλια του.

Δεν είμαστε σίγουροι πως δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος, μα τώρα εχούμε άλλην καθόλου ευκολότερη μάχη : με τον Κορωνοϊό –  ας την Δώσουμε  με αποφασιστικότητα ψυχραιμία και λογική .

Οι Τούρκοι έχουν περισσότερες μάχες να κερδίσουν πριν αποφασίσουν να αντιμετωπίσουν την.Ελλάδα 
Και ο Θεός της μικρής πατρίδας να μας φυλάει…κι ο 
 Αλλάχ ας βάλει μυαλό στους πιστούς του
Κι Οι δυο λαοί να θυμηθούν τους σημαντικότερους ηγέτες τον Κεμάλ,  Τον Γρίζο Λύκο και τον Βενζέιλο, τον αετό της Κρήτης, την υπογραφή του Συμφώνου Φιλίας, Ουδετερότητας και Διαιτησίας, του Πρωτοκόλλου για τον Περιορισμό των Ναυτικών Εξοπλισμών και της Σύμβασης Εμπορίου, Εγκατάστασης και Ναυτιλίας(των χωρών τους ).

Διάσκεψη του Λονδίνου, Δεκέμβριος 1912-ο Βενιζέλος στο κεντρο…

“Με την εν λόγω σύμβαση δόθηκε η δυνατότητα στους υπηκόους του καθενός από τα δύο κράτη να ταξιδεύουν ή να εγκαθίστανται (με κάποιους περιορισμούς) στο έδαφος του άλλου κράτους”
Συμπληρώνονται  90  χρόνια τον Οκτώβριο απο την υπογραφή της Ελληνοτουρκικής Φιλίας που καταστρέφει με μανία ο Πασάς της γείτονος.
Η πυρκαγιά της Μόριας προσθέτει φόβους, οι μασκούλες των μικρών παιδιών, ανάδεικνύουν την αβελτηρία, την πιο αγιάτρευτη αρρώστια κάποιων γνωστών μας( λιγοι αλλά αρκετοί για να σκοτεινιάζουν την προ βληματικη μας εκπαίδευση).

Κρητικοί για τον Βαλκανικό Πόλεμο/βιβλίο Γ.Παναγιωτάκη (Αγώνες Κρήτης..)

Κι ο Αλκμάν, θα αφήσει την εσωτερική και την εξωτερική πολιτική , όχι γιατί δεν θέλει να παίρνει θέσεις, μα γιατί είναι τόσο περίπλοκα και δύσκολα τα προβλήματα, που χρειάζεται νερό και κρασί, νου και γνώσεις που δεν διαθέτουμε. Θα διηγηθούμε ιστορίες και παραμύθια, τουλάχιστον έως ότου κωπάσει η Πανδημία, μετά βλέπουμε…

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΣΤΙΧΩΝ & ΚEΙΜΕΝΩΝ Γ ΄ΜΕΡΟΣ

Τατουάζ στο χέρι του Καββαδία (φωτο διαδικτύου)η τελευταία συλλογή του είχε και το πιο σημαντικό ερωτικό του ποίημα (fata Morgana)

Ο διαγωνισμός συνεχίζεται εν μέσω Πανδημίας, που δεν εννοεί να υποχωρήσει - ακολουθώντας (κατά βήμα)τον άθλιο Πασά της Τουρκίας που θυμήθηκε νίκες περίλαμπρες και αρχαίες επιτυχίες της κάποτε πανίσχυρης Αυτοκρατορίας - ξεχνώντας τις συτριπτικές ήττες και τη διάλυση του "Μεγάλου Ασθενούς" του 19ου αιώνα, που μοίρασαν (κομμάτιασαν) οι μεγάλοι εκείνης της εποχής. Η μικρή και ρακένδυτη Ελλάς τότε (στις αρχές 1821) έδωσε το πρώτο και σημαντικό κτύπημα, στο ράθυμο γίγαντα, που ως προιστορικλο τέρας έπνεε τα λοίσθια.
Η Ευρωπαίοι φιλέλληνες, βοήθησαν πιο πολύ από τις χώρες τους(αποικιοκρατικές) - μα και όλοι(Αγγλία, Ρωσία, Γαλλία κλπ) έδωσαν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο χείρα βοηθείας.

Παλιοί συνηθως αισθηματικοί στίχοι παρουσιάζονται σήμερα.

Μάριος Δεν.

Τα λόγια είναι περιττά, όταν η αγάπη λείπει
μα θέλω να σου πω...

-Άφησε να σταθώ λίγο μπροστά σου
να μετρώ τους ήχους από την καρδιά σου
κι όταν θα σ αγγίζω κι αν θα λαχανιάσεις
κυματα θ ανθίσουν ανοικτής θαλάσσης

Κι όταν θα σ΄αγγίζω κι όταν λαχανιάζεις
κύματα θ άνθίζουν ανοικτής θαλάσσης
κι ύστερα τ αγέρι πρίμα θα φυσάει
σ αγνωστης αγάπης τόπους να μας πάει

...



Ο Ανδρέας Πετράκης

Τα λόγια είναι περιττά, μα η αγάπη
περίσσευε
Αυτός Ανατολικός
εκείνος Δυτικός
δίνουμε ένα ένα τα μέλη
στον Λύκο
(αργήσαμε πολύ να καταλάβουμε)
Ανέμη, διασκευασμένη σε παιδικό μύλο(Λασίθι)

Ο Μανόλης Δερμιτζάκης, .εστειλε δυο δίστιχα:

Τα λόγια είναι περιττά
Όταν η Αγάπη λείπει 
Τα δάκρυα περισσεύουνε  
Κι οι στεναγμοί κι η λύπη

Τα λόγια είναι περιττά
Όταν η Αγάπη λείπει 
Αβάσταχτη είναι η ζωή
Και περισσεύει η λύπη

Νίκος Βέλμος, θεατρίνος αλλά και ζωγράφος και λογοτέχνης(έργο του Κόντογλου)

Ο Μανούσος Φούμης, έστειλε πολύστιχο που επηρεάστηκε από

Μ. Σινιάλο (το αναφέρει ρητά)

H Aγάπη δεν είναι θέαμα

Είναι τσ’ αγάπης το ταξίδι μακρυνό

Και ζήτησες μαζί μου να σε πάρω

Δεν ´ηξερες , δεν ήθελες σκοπό

Κι ούτε πυξίδα θάχα να σαλπάρω

Πίνακας τουΣπύρου Βασιλείου, από το βιβλίο του ΦΩΤΑ ΚΑΙ ΣΚΙΕΣ

Κι όταν κινήσαμε και τα πανιά

Φουσκώνανε του ονείρου

Ήταν σαν ν´ άρχιζε παιγνίδι μαγικό

Κι αγγίζαμε την ομορφιά του απείρου

Κι από τη γη στον ουρανό

Βρεθήκαμε στ ´αστέρια

Ο νους ρηχός βαριά η καρδιά

Μείναμε  μ´ άδεια χέρια 

Δεν έτυχε ότι γύρευες

να παίξεις λαχταρούσες

στο θέατρο το παιδικό 

Σύντροφο αναζητούσες 

Να σε ανεβάζει στα ψηλά

Με τέχνη που γνωρίζει

Κι ο κόσμος να χειροκροτά 

να σε καλοτυχίζει

ΣΦΗΚΕΣ, θέατρο ΚΥΠΡΟΥ 1991 – από εξώφυλλο του προγράμματος της παράστασης

Μές τις δαντέλες  και τα στρας

Τη λάμψη και τα φώτα

Να νοιώθεις σαν Πριγκίπισσα

Κι αυτός δικός σου πρώτα!

Ιδανικός σου παρτενέρ

Ο Μάγος γητευτής σου

Μέσα στου Θεάτρου τη Βουή 

Σύντροφός κι εραστής σου…

Όμως  παιγνίδια που ζητάς 

Στης Τέχνης τα μαγνάδια

Άλλες αγάπες κυνηγούν

Στης νύχτας τα σκοτάδια

Tα λόγια είναι περιττά

Όταν η αγάπη λείπει…

Μα στη σκηνή συνήθισες

Παίζεις χαρά και λύπη

Είναι τσ’ αγάπης,το ταξίδι μακρυνό

Εσύ μου ζήτησες μαζί μου να σε πάρω

Δεν ´ηξερες , δεν ήθελες σκοπό

Κι ούτε πυξίδα θάχα να σαλπάρω

Κι όταν κινήσαμε και τα πανιά

Φουσκώνανε του ονείρου

Ήταν σαν ν´ άρχιζε παιγνίδι μαγικό

Κι αγγίζαμε την ομορφιά του απείρου

Αριστείδης Βλάσης, αγάπη

Χωρίς παράσταση και  θεατές

Η αγάπη με τους δυο κι ανθεί και δένει

Κι είναι ο καρπός  της ο πιο γλυκύς 

Που βρίσκεται στη γη στην οικουμένη

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΣΤΙΧΩΝ & ΚΕΙΜΕΝΩΝ Β΄ ΜΕΡΟΣ

ΣΤΟ ΚΈΝΤΡΟ της πόλης, νέος Ευρωπαίος διαλογίζεται – μακριά από τα εγκόσμια

Με την συμπλήρωση 10 ή 13 χρόνων από την πρώτη ανάρτηση, προκηρύσσει (πανελλήνιο !)διαγωνισμό ποιήσεως &κειμένων. Πρέπει να περιλαμβάνεται η φράση : ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΠΕΡΙΤΤΑ.

Ενώ η πανδημία δεν λέει να κωπάσει, κι ο Σουλτάνος δεν έπαψε να ακονίζει τα σπαθιά του ο Αλκμάν μαζεύει στιχάκια και σκέψεις των φίλων. Ζηλεύει βέβαια τον νέο της φωτογραφίας, που είναι αμέριμνος, σε κάποιον δικό του κόσμο, που ούτε αρρώστια τον πιάνει ούτε στεναγμός.

Έτσι έκαναν φαίνεται και οι αρχαίοι κινέζοι πρίγκικες όταν ήταν έφηβοι, γυρνούσαν την αχανή χώρα τος και ζητούσαν την ελεημόσύνη των φτωχών – ΟΙ Δυτικοί ανακαλύπτουν σιγα σιγά τους Ασιάτες και τους πιο σημαντικούς τους Κινέζους, που δεν αρκούνται να μας διδάσκουν, μας αγοράζουν και ΜΆΛΙΣΤΑ τοις μετρητοίς

ΟΝΕΙΡΑ ΤΟΥ ΣΟΥΛΤΑΝΟΥ: Οι Τρείς Καμάρες, λίγο πριν την Ένωση (1913) και πριν την κατεδάφιση της πόρτας του Αγίου Γεωργίου – Μουσουλμανική εορτή.

Ο Δ. Πυροβολάκης, μας έστειλε το:

THE GAME IS OVER

The game is over. Αυτό το λίγο, το τόσο δα, το ελάχιστο, το τίποτα, δεν μπορείς να τo δώσεις. Δεν έχεις πια και δεν νοιώθεις το κενό .

Και μπερδεύεσαι με άλλους, παίζεις ρόλους χωρίς νόημα, νομίζεις πως ακούγεσαι : δεν υπάρχει ήχος, μόνο μια παντομίμα, χωρίς περιεχόμενο: αφού δεν έχεις τίποτα να δώσεις.


Tα λόγια είναι περιττά.


Χωρίς λύπη, παρά το ραγισμένο βάζο των αισθγημάτων, πρόσφερες ακουσίως, σωσίβιο, ίσως η καρδιά υπακούει σ αγνώστους νόμους, ίσως «βλέπεις» αυτά που ακολουθούν, και πρέπει να κάνεις κάτι,σε όσους νομίζεις ότι δεν φταίνε.
Έτσι κι αλλιώς, τα λόγια είναι περιττά, και τα βαρέθηκες….

Ο Φίλος που υπογράφει : Μπαρόνε Corenti, έστειλε στίχους και με νότες(για όποιον ενδιαφέρεται)

Τα είναι τα λόγια περιττά

Ειναι τα λόγια περιττά
Όταν ακούς τον μπαγλαμά
Να γρατζουνάει
Κάποια ταξίμια μαγικά
Στην έρημο στην αραπιά
Βαθειά πολύ μας πάει

Τα λόγια είναι περιττά
Στην Όαση κάτσε καλά
Ακούς που τραγουδάει
Είν’ ο παράδεισος κοντά
Κι η Αϊσέ χορεύει αργά
Και σε κοιτάει

Τα λόγια είναι περιττά
Τα μάτια της τ’ αστραφτερά
Σε ταξιδεύουν
Και ξέρει δίχως να το πεις
Δίνεις τους θησαυρούς τη γης
Που σου γυρεύουν

Είναι τα λόγια περιττά
Η αγάπη της δεν τα ζητά
Και δεν θα θέλει
Να πάρει όλο το είιναι σου
Την τελευταία την ίνα σου
Αυτό τη μέλλει

Από τα καράβια του Σπύρου Βασιλείου

Ο Γιάννης Α. έστειλε μια σημείωση, πες ότι είναι κείμενο μου έγραψε, για να θυμηθούμε είναι, όπως μια σπονδή μέ λίγο κρασί : τίτλος

Ο Γιάννης Σαβοϊδάκης μας έστειλε:

ΤΑ ΛΟΓΙΑ (ΔΕΝ) ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΙΤΤΑ

αφιέρωση στον Ν.Γεωργομανώλη

Σήμερα 10.8.20 στις8/9 πμ είδα τον Πλουμ. ( Βασίλη) της δεκαετίας 80/90…
Περί.οδος ΨΥΤΟΦΑΡ, μα κάπου μακριά από εκείνην την πάροδο Πειραιώς.
Είχαν κάνει οι συνέταιροι εγκατάσταση με κτίρια…ίσως αποθήκες.
Τα επισκέφτηκαμε για έλεγχο , όπως θα συνέβαινε τότε, στις τακτικές επισκέψεις μου στην Αθήνα, διαπίστωσα ότι μια σκάλα σ έναν χαμηλό εξώστη ,πριν το έδαφος , ύψους 1μετρου περίπου ήταν πολύ στενή, λιγότερο από 1 μ.πλατους ίσως 60-50 πόντους.
Δεν χωράει ούτε έναν ,παρατήρησα, φτιάχτε την. Ο Βασίλης πρόθυμα, εύκολα κατεδάφισε το τμήμα που ήθελε διόρθωση, το σήκωσε το αν και πολύ βαρύ ( μπετόν)με λίγη βοήθεια.
Άρχισε να ρίχνει άμμο και χαλίκια, σαν βάση για την επέκταση της κλίμακας.
Είναι θεμέλιο, πρέπει να βάλεις και τσιμέντο, τον επιτίμησα λίγο, αφού δεν ήταν οικοδόμος, δεν απάντησε ούτε ενοχλήθηκε ούτε είπε κουβέντα, έριξε τσιμέντο και προχώρησε σωστά την κατασκευή…

Το φως σταμάτησε τα συμβάντα…είμαστε τόσο νέοι τότε , απελπιστικά νέοι…

Ατζέντα εποχής (τι λαχτάρες έκρυβε)

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ :Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

Φωτογραφία κειμένου Λετ.Παπαδόπουλου : ΝΕΑ 29.8.2020

Γιάννης Πουλόπουλος, μια φωνή ανάμεσα στ´αστέρια.

Πήρε μαζί του «έναν λυγμό και μια(ν) ευχή» έγραψε στα ΝΕΑ ο φίλος του Λ.Παπαδόπουλος, στίχος μάλλον από τραγούδι τους. Σε κείμενο στη μνήμη του τραγουδιστή, επιχείρησε να ζωγραφίσει το πορτραίτο του Γίαννη Πουλόπουλου, συνεργάτη και φίλου του. Αν έμενε στον ποιητικό υπότιτλο του κειμένου του ο πασίγνωστος στιχουργός και έγκριτος δημοσιογράφος, θα είχε πραγματικά τιμήσει τον αγαπημένο μας καλλιτέχνη του λαϊκού πενταγράμμου.

Λόρκα, ο αδικοχαμένος ποιητής, που αγάπησαν οι Έλληνες και μελοποίησαν πολλοί συνθέτες, δέχθηκε βέλος από τον μεταφραστή του / φωτ.διαδικτύου, το χαμόγελο του, σβήνει κάθε κακόβουλο σχόλιο.


Όμως παρασυρόμενος από την επαγγελματική συνήθεια( διαστροφή) έγραψε το βιογραφικό του, και πρόσθεσε μιαν αξιολόγηση, της ικανότητας και της αξίας του τραγουδιστή.
Και εκεί δεν ξέρουμε αν έκανε λάθος, όμως ξεπέρασε τις γραμμές της αντικειμενικότητας και της σεμνότητας, που συνήθως τον χαρακτηρίζουν. Έβαλε στη σειρά όλους τους ερμηνευτές του λαϊκού τραγουδιού, και τοποθέτησε σε δεύτερη σειρά τον Πουλόπουλο.
Θα του άρεσε αν κάποιος διάσημος τραγουδιστής έβαζε τον ίδιο σε δεύτερη κατηγορία , ως στιχουργό ( μετά τον αδιαμφισβήτητο πρώτο, τον Γκάτσο, τον Ρασσούλη, Παπαγιαννοπούλου, Βίρβο κλπ).
Πρόσθεσε ασήμαντες λεπτομέρειες που αμαυρώνουν την εικόνα του
Γ.Π. Θέλοντας να δώσει μια αντικειμενική εικόνα του. Όμως τα επικήδεια κείμενα, γράφονται η εκφωνούνται, για να τιμηθεί αυτός που απομακρύνεται από τον μάταιο τούτο βίο μας. Κριτική ή αναφορές σχετικές με τη ζωή οποιουδήποτε ,μπορεί ένας δημοσιογράφος να τις επιχειρήσει δημοσίως , όσο βρίσκεται κοντά μας, πόσο μάλλον ´οταν είναι φίλος του.
Κι ακόμα, ο στιχουργός είναι ο ενδεδειγμένος και μόνος κριτής του τραγουδιού και της μουσικής; Για τα δικούς του στίχους, ασφαλώς δικαιούται ναχει γνώμη, αλλά για όλους;
Ξεχνάει πως ο Μπιθικώτσης που θαυμάζει, πριν τον επιλέξει και τον επιβάλλει Θεοδωράκης, δεν τραγουδούσε ούτε τα δικά του τραγούδια( ήταν και λαϊκός συνθέτης) έλεγαν ότι έχει ξύλινη φωνή;
Κι ο ονόητος χαρακτηρισμός για τον Λόρκα( μέθυσος) τι χρειαζόταν, δεν θά ´ηταν καλύτερα να μας εξηγήσει πως μετέφρασε τα τραγούδια του;( ξέρει ισπανικά;)

Ο Γιάννης Πουλόπουλος, ανήκει στο παρελθόν μας, στις πιο αθώες νεανικές αναμνήσεις μας, δεν έχει καμιά σειρά, δεν είναι πρώτος η τελευταίος. Κάποτε στην θλίψη μιας πληγωμένης εφηβείας , μετά στα αισθήματα που άνθισαν και μαράθηκαν – σήμερα ,ακόμα, στις ευχές και και τις λαχτάρες μας …
Θα ακούμε τα τραγούδια του Πουλόπουλου, θα τον θυμόμαστε, αν και είναι αμφίβολο αν γνωρίζουμε τους στιχουργούς τους και τους λαϊκούς και μη συνθέτες του .

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ΤΑ ψηφιακά μέσα και ο κίτρινος τύπος, βρήκαν ευκαιρία, αθλίων δημοσιεύσεων.

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ :Η ΑΓΑΠΗ ΤΥ ΤΖΙΝΙ ΜΑΝTΣΙΝΙ

Η χωριατοπούλα φέρνει φάβα στην Βάβω…

Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΤΖΙΝΙ ΜΑΝΤΣΙΝΙ

pastedGraphic.pdf

(Ένα κρητικό παραμύθι)

pastedGraphic_1.pdf

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Α΄& ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Β΄


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ Δεκαεξάχρονο κορίτσι


ΒΑΒΩ Γριά πάμφτωχη


ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ Νέα γειτονοπούλα


ΚΟΠΕΛΛΑ Χωριατοπούλα

ΓΥΝΑΙΚΑ Α΄ Μέσης ηλικίας νοικοκυρά


ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Ι Ακαθόριστης ηλικίας


ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ ΙΙ Ακαθόριστης Ηλικίας


ΝΕΝΑ Ηλικιωμένη γυναίκα


ΠΑΤΕΡΑΣ Πατέρας της Κεραδοπούλας


ΠΟΥΛΙ Ανήλιαγο πουλί, δεν αντέχει το φως


ΑΧΜΕΤ Υπηρέτης του Τζίνι Μαντσίνι


ΤΖΙΝΙ ΜΑΝΤΣΙΝΙ Ο βασιλιάς της Μάντσα


ΝΤΙΝΑ Βασίλισσα, γυναίκα του Ηρακλή


ΜΕΡΛΙΝΑΡΟΣ Γιγαντόσωμος άρχοντας


ΓΕΡΟΣ Μικρόσωμος γέρος χωρικός


ΚΛΕΦΤΗΣ Από τη συμμορία


ΜΑΧΜΟΥΤ Ο αρχηγός των κλεφτών

ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ Συνοδός της μάνας του Τζίνι


ΜΑΝΑ Του Τζίνι Μαντσίνι


ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ

 Πρόσωπα της αυλής,στρατιώτες ,  ομάδα παιδιών, κλπ

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Α΄


Ακούσατε…ακούσατε… όλοι μικροί μεγάλοι
Θα δείτε μιαν παράσταση που δε θα μοιάζει μ’άλλη(ν)
Αφέντες και παιδόπουλα και σεις καλές γιαγιάδες
Μαμάδες χαριτόβρυτες, για τους παραμυθάδες
Ο λόγος θα’ναι σήμερα, με κρητικές ριμάδες.
Μικροί μεγάλοι τρέξετε χωρίς πολλούς παράδες…


ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Β΄:


Περνούν τα χρόνια κι έρχονται κι άλλα, δε σταματάνε
Του κύκλου τα γυρίσματα πάνω και κάτω πάνε
Τυλίγουν, δένουνε κλωστές σε καλαμένι’ανέμη


ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Α΄


Δώσε της κλώτσο ν’αρχινά σα να φυσούν ανέμοι…


ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Α΄


Τότε που ζούσε μια μικρή, μ’ονείρατα μεγάλα


ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Β΄


Κεραδοπούλα λέγανε την παινεμένη κόρη
Π’αγάπησε χωρίς να δει, έν’άγνωστο αγόρι


ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Α΄


Κάποιο πουλί μες της σκηνής το χώρο θα πετάξει
Δε θα’ρθει Δράκος με φτερά… να μας κατασπαράξει
Ούτε και μάγισσα κακιά θα βγει απ’το καμαρίνι
Και μη φοβάστε θα τον βρει στο τέλος το Μαντσίνι.


ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Β΄


Με τόσες περιπέτειες, ταξίδια σ’ άλλες χώρες
Θα τις γεμίσουμε καλά τις δυο δικές σας ώρες


ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Α΄


Θα ‘χουμε μουσική, χορό, δείτε κι αν σας αρέσει
Μπορείτε να κρατήσετε και γι αύριο τη θέση

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Β΄


Παιδιά το πιο πολύ για σας τα παραμύθια γίναν
Κι αυτή μας η παράσταση, ειν’ όνειρα που μείναν
Στη φαντασία, το μυαλό, ηθοποιών που παίζουν
Και κάνουν το αίσθημα τους φως…


ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Α΄


(ακούει κάποιο θόρυβο στην πλατεία)
Ν’αρχίσουμε πριν μας κτυπούν, τα πόδια στην πλατεία
Στο κάτω κάτω Θέατρο δεν είναι φλυαρία…


ΥΠΗΡΕΤΡΙΕΣ Α΄ΚΑΙ Β΄


Ζητάμε λίγη προσοχή, μην παραπονεθείτε
Να τη γριά, μονολογεί γυρίστε να την δείτε

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ


(Στην μια άκρη της σκηνής ένα άθλιο χαμόσπιτο, στην άλλη το αρχοντικό της Κεραδοπούλας, με τον κήπο του).

η Κεραδοπούλ σπάει το πηλινο τσικάλι

ΒΑΒΩ

Απ΄την Τουρλωτή στο Μόχλος και με βάρκα στο Μαντράκι
στην Κυτροπλατέα το σπίτι, βράχοι μόνο και χοχλάκοι
Εστραβώθηκα και πήρα πάμφτωχο λιμενεργάτη
και  στον άλλο(ν) κόσμο πήγε, μ΄ένα δυο σακιά στην πλάτη
Πήρα δρόμους στο μεγάλο Μοναστήρι είχαν ζητήσει
λιομαζώχτρες , κει στ΄ Αρέτι, λεν αρχόντοι τόχαν χτίσει
με κρατήσαν οι καλόγεροι, για να θρέψω τα παιδιά μου
κι ο Δεσπότης εκτιμούσε, νόστιμα τα φαγητά μου
Μα ήρθαν οργισμένοι χρόνοι κάψανε το Μοναστήρι
ξενοδούλι μεροφάι, το κεφάλι που να γύρει
και τα στόματα τα τόσα, πως μια χήρα να χορτάσει
πίσω στο χωριό της πάλι επροσπάθησε να φτάσει

Πως περάσανε τα χρόνια που να τα θυμάμαι
Τα παιδιά μου και τ’ αγγόνια πέταξαν και πάνε
Σαν την καλαμιά στον κάμπο, έμεινα μονάχη
Συμφορές και πίκρες κάναν το τυρί στην ράχη
Είμαι κακαποδεμένη, έρημη και μαύρη
Μες στην χωνεμένη στάχτη σπίθα πια που να’ βρει;
Με ψωμί χωρίς αλάτι πέρασαν οι μήνες
Ρίζες και βλαστούς μονάχα…έχω κάτι πείνες
(Πλησιάζει φορτωμένη ξύλα μια γυναίκα)

ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ


Γειά χαρά σου κερά Βάβω
Σούφερα μ’ ένα σκουτέλι, φάβα χρυσωμένη
Γα να στήσεις το τσουκάλι και να φας καϋμένη

ΚΟΠΕΛΑ


Απ’τη Σφάκα για το Μόχλος, εξεκίνησα να πάω
κι απ’την Τουρλωτή μου λένε, πως θα πρέπει να περνάω


ΒΑΒΩ


Έχω δροσερό νεράκι κι είναι η ζέστη τόση


ΚΟΠΕΛΑ


Με προσμένουν, πρέπει να ‘μια πίσω πριν νυχτώσει

ΒΑΒΩ

Σαν βουνό να ‘χεις την τύχη, πάντα χρυσοχέρα

Τους αγγέλους στο πλευρό σου να ‘χεις κάθε μέρα

(αγκαλιάζοντια, αποχαιρετιώνται)

Πέρασαν, τρέξαν οι μήνες, όλα μου τα φέραν

Τ’ αλατάκι και το λάδι φτάσαν σε μια μέρα

Τρώγεται όμως η φάβα και καλοψημένη

Δίχως ένα κρεμμυδάκι να’ ναι αρτυμένη;

Λίγη ‘πομονή μονάχα να βρεθεί κρεμμύδι

Όσπριο χωρίς ετούτο, μάτι δίχως φρύδι

(Εμφανίζεται μια μαυροφορεμένη γυναίκα)

ΓΥΝΑΙΚΑ Α΄


Καλησπέρα σου γιαγιούλα.

ΒΑΒΩ


Ώρα σου καλή και σένα
Πάντ’ανοιχτός ο δρόμος σου και τα σκυλιά δεμένα.

ΓΥΝΑΙΚΑ Α΄


Ήρθα από τους Τούρτουλους και της Στείας τα μέρη
που ο Εφεντάκης κάποτε, τους πέρασε μαχαίρι
Δες τι σου στέλνει η μάνα μου, ένα μικρό πεσκέσι
ξέρεις πως δεν σε ξέχασε,στην πρώτη σ” έχει θέση
πρωτο ξαδέρφη της καλή και πάντα αγαπημένη
που στο πιο μακρινό χωριό την έχουν ξορισμένη
Σού’ φερα μικρή πλεξούδα φρέσκα κρεμμυδάκια
Να’χεις όταν μαγειρεύεις, φάβα ή κεφτεδάκια.

ΒΑΒΩ


Εξι μήνες καρτερούσα κι έβδομος εμπήκε
για να φτιάξω το φαγί μου, τύχη που με βρήκε.
Κάτσε λίγο να τα πούμε, άνθρωπο δεν έχω…

ΓΥΝΑΙΚΑ Α΄


Που να βρω καιρό κερά μου, όλη μέρα τρέχω.

ΒΑΒΩ


Μια χαρά σε βλέπω να’ σαι, μείνε ξεκουράσου
Θα δουλεύεις κι αν θα φτάσουν τα γεράματά σου.

ΓΥΝΑΙΚΑ Α΄


Έχω δεκαπέντε χρόνια που είμαι παντρεμένη
Έκλεισα και τα σαράντα νοιώθω κουρασμένη…

ΒΑΒΩ


Στα σαράν’α(ν)θείς και δένεις
Και το σπίτι σου ανασταίνεις
Λέγαν τα παλιά τα χρόνια
Κοίτα λίγο τα μαλλιά μου,
Άσπρισαν από τα χιόνια…
Τώρα πες μου κοπελιά μου
Στα ογδόντα δε φελάς, μόνο το ψωμί χαλάς;

ΓΥΝΑΙΚΑ Α΄
«Να τα φτάσεις τα εκατό,
κι ας μη σε βαστούνε μπλιό»…
Καλή νύχτα θα πηγαίνω, πέφτει το σκοτάδι
Να προλάβω να γυρίσω…

ΒΑΒΩ
Την ευχή μου, καλό βράδυ
Ο Χριστός τη φαμελιά σου να τηνε φωτίζει
Την υγειά και τη χαρά να σασε χαρίζει
(Αποχαιρετιόνται θερμά)

ΒΑΒΩ


(Αρχίζει να μαγειρεύει τραγουδώντας)
Βρήκα ξύλα και κλαδάκια κι άναψα φουνάρα
Να ψηθεί και να χυλώσει, έχω μια λαχτάρα

Χύτρα φύσα και ξεφύσα να την κάνεις λιώμα
Σαν τη δοκιμάσω να’ναι γλύκισμα στο στόμα

Φάβα να ρουφήξεις λάδι μόλις βγείς απ’το τσουκάλι
Θα σ’ανακατεύω μόνο με το ξύλινο κουτάλι

Βράσε φάβα ν’αυγατίσει κίτρινο χρυσάφι
Το στομάχι να γεμίσει το κισμέτ μου γράφει

Βράσε φάβα στην φωτιά μου σου’ βαλα κι αλάτι
Έχω χρόνια και καιρούς να βρεθώ χορτάτη
(τελειώνει το μαγείρεμα)

ΒΑΒΩ


Σα φλουρί κωνσταντινάτο μοιάζει το φαγί μου
Τέτοια τύχη πως συμβαίνει στη φτωχή ζωή μου;
(συλλογίζεται)
Να γευτώ μες την καλύβα δεν πολυταιριάζει
Λάμπει η φάβα χρυσαφένια θησαυρός φαντάζει.
Στη λεκάνη θα τη βάλω σ’εξοχή θα πάω
Στα πλατάνια καθισμένη να την καλοφάω
(Ενθουσιασμένη η Βάβω βάζει σ’ ένα πήλινο λεκανίδι τη
φάβα, και περπατά και ψάχνει μέρος. Σιγοτραγουδά.
Φτάνει στην άλλη άκρη της σκηνής, στον κήπο μερικά παιδιά
παίζουν, η Κεραδοπούλα, μια δεκαεξάχρονη μικρούλα,
παίζει πεντόβολα).

ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Πού ξεκίνησες να πάγεις θείτσα το φαγί σου;

ΒΑΒΩ


(σιγά) Εφτά μήνες καρτερούσα…(δυνατά) Ο Θεός μαζί σου.

ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


(ενώ συνεχίζει να παίζει)
Τι περίμενες γιαγιούλα;

ΒΑΒΩ


Κοίτα τη δουλειά σου
(σιγά) Τα παιδιά παίρνεις στο μύλο, χάνεις τη σοδειά σου.
(Η Κεραδοπούλα απρόσεκτη, χάνει μια πέτρα από το παιγνίδι της, που χτυπά τη λεκανίδα της γριάς. Η φάβα χύνεται στο χώμα).

ΒΑΒΩ
(μένει άναυδη, σαν να την χτύπησε αστροπελέκι)
Ωφου μεγάλη συμφορά, τύχη και πως την παίρνεις
Από το στόμα τη μπουκιά που κάποτε μου φέρνεις;
(Στρέφεται προς την κοπέλα, είναι έξαλλη από το θυμό της)
Την κατάρα μου βρωμιάρα τάχ(ι) μου να σέρνεις
Εφτά χρόνια κι εφτά μήνες να τον περιμένεις…
(παίρνει ανάσα)
Τζίνι τονε λεν Μαντσίνι, τον που θ’ αγαπήσεις
Αυτό που΄ παθα θα πάθεις, άλλον μη ζητήσεις
(κλαίει και οδύρεται)
Ούτε μια μπουκιά στο στόμα, χάθηκεν η φάβα
Πολλούς μήνες καρτερούσα..
(προς τον εαυτό της)…. Πείνα τώρα τράβα.

ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Χίλια να’ ναι τα συγγνώμη για να μαλακώσεις
Δεν το ήθελα γιαγιάκα κι ας μου ξεθυμώσεις.
Τη σπασμένη σου λεκάνη θα την ξεπληρώσω
Και τη στεναχώρια με φλουριά θα στη χρυσώσω

ΒΑΒΩ
Την κατάρα της κατάρας, δε θα τη γλυτώσεις
Τα’ άχι της της καρδιάς μου μόνο πρέπει να πλερώσεις…
Από του Τζίνι το σεβντά, θα πέφτεις στο κρεβάτι
Σα σβούρα θα στριφογυρνάς μα δε θα κλείνεις μάτι.
Κι όταν τραπέζι στρώνεται, την όρεξη θα χάσεις
Μα κι αν θα φάγεις του σκασμού, ποτέ δε θα χορτάσεις.
Κι όταν ζεσταίνεσαι πολύ κι ανάβεις και διψάεις
Σε λίμνη να σε ρίξουνε θα καις και θα κεντάεις

ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


(χαμηλόφωνα)
Και το σίδερο λυγίζει όταν το ζεστάνεις…
(δυνατά)
Πές μου μόνο ποιόνε στην καρδιά μου θες να βάνεις

ΒΑΒΩ


Άσπρο χιόνι στη θωριά του και κατάμαυρα μαλλιά
Κι οι καμάρες των φρυδιών του, από κόρακα φτερά.
Κόκκινα τα μάγουλά του, αίμα στάζουνε λαγού
Και τα μάτια και τα χείλια παίρνουνε καρδιά και νου.

ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Και που ζει πες μου γιαγιούλα, που θα ψάξω να τον βρώ;

ΒΑΒΩ


(τρέχει να εξαφανισθεί)
Κάθε μήνας ήταν χρόνος…. Μαύρη η τύχη μου θαρρώ…
(Η Κεραδοπούλα κινείται προς το σπί της τα παιδιά τραγουδούν)
Σα νεράϊδα γαλανή, μοιάζει σα μιλάει
Άστρα ραίνουν οι ουρανοί κι άνθη τα πελάη

Μέσα στην καρδιά φωτιά κρύβει και φυλάει
Κι όταν καίγεται μπορεί να χαμογελάει

Μια μεταξωτή ποδιά πράσινα πετράδια
Της χαρίσαν τα παιδιά με φιλιά και χάδια

Ο μικρός που φίλησε της χαμογελάει
Ότι και αν της ζήτησε δίνει δε μιλάει

Της αγάπης τα κομμάτια σ’ένα παζλ τα δένει
Κι όταν την κοιτούν στα μάτια μοιάζει αλλοπαρμένη

Έρωτας είναι γι αυτήν της αγάπης χάρη
Δε ρωτά πως και γιατί, δίνει κι ας μην πάρει.

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

Ο πατέρας της έφερε το μαγικο ανήλιαγο πουλό

(Η Κεραδοπούλα αναπαύεται στον κήπο, οι υπηρέτριες συζητούν χαμηλόφωνα)


ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Α΄


Τρεις μήνες και δε μίλησε, η ναι η μοναχοκόρη
Ο κύρης της κι η μάνα της περνούν μεγάλο ζόρι


ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Β΄


Ούτε μπουκιά στο στόμα της δε βάζει κι ούτε πίνει
Το γάλα που κάθε πρωϊ ‘τοιμάζουμε για κείνη

.
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Α΄


Ποιο ξωτικό τη μάτιασε τι μάσια τα’έχουν κάνει
Και δεν ευρέθηκε γιατρός τον πόνο της να γιάνει;


ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Β΄


Κάποιοι ντοτόροι ξακουστοί, προτείναν στον πατέρα
Να φέρει παιγνιδάτορες να παίζουν κάθε μέρα
Μα τίποτε δεν έγινε κι ας ήτανε μαστόροι
Και τα’άψυχα ζωντάνευαν μ’ αδιαφορούσε η κόρη.


ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Α΄


Βαρύ μαράζι και χτικιό την έχουνε χτυπήσει
Δε γέλασε κι ας ήρθανε και κλόουν απ’τη Δύση.
Κι όταν ο Μόλας έστησε μπερντέ του Μαυρομάτη
(του Καραγκιόζη δηλαδή) δε γέλασε κομμάτι.


ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Β΄


Ο αφέντης μας γυρνά παντού και ψάχνει και ρωτάει
Ποιος ημπορεί την κοπελιά να κάνει να γελάει.


ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Α΄


Του κάκου τρέχει και σκορπά τα πλούτη του τα τόσα


ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Β΄


Όταν κανείς χάσει το νου δεν ωφελούν τα γρόσα.
(Εμφανίζεται η Νένα)


ΝΕΝΑ


Εφάνηκεν ο Άρχοντας;


ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Α΄


Γιατί που πήγε Νένα;


ΝΕΝΑ


Για το παζάρι κίνησε, δεν πήρε άλλον κανένα;


ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Α΄


Δεν είδαμε κυρούλα μου, θα ‘φυγε πριν φωτίσει


ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Β΄


Θα ψάχνει κάτι για να βρεί, στην κόρη να ψωνίσει


ΝΕΝΑ


Του μήνυσαν εψές αργά να πάει ν’αγοράσει
Το ποιο παράξενο πουλί, που γέννησεν η πλάση.
Μιλεί λένε και τραγουδεί κι ανθρώπου λόγια ξέρει
Γελά και κάνει μαργιολιές, στο κάθε τι ξεφτέρι…
(πολύ σκεφτική, συλλογίζεται)
Μακάρι να βρεθεί πουλί, τετράποδο ή και ψάρι
Να κάνει ξόρκια, μαγικά τον πόνο να της πάρει
(Οι υπηρέτριες φεύγουν, η Νένα πλησιάζει την Κοιμισμένη
Κεραδοπούλα)


ΝΕΝΑ


Ενύχτωσε κορούλα μου και βγήκε το φεγγάρι
Ας μπούμε στο σπιτάκι μας, κάνε μου αυτήν τη χάρη
(Πλησιάζει ο πατέρας του κοριτσιού, έχει μαζί του το
ανήλιαγο πουλί)

ΠΑΤΕΡΑΣ
Πως πάμε σήμερα μικρό, καλό μου κοριτσάκι;
Δες τι σου φέρνω σήμερα, απ’το Πλατύ σοκάκι
(Αφήνει το πουλί κοντά της)
Είναι το πιο παράξενο πουλί μέσα στη φύση
Κοίτα πως παίζει και γελά, ο πόνος να σ’αφήσει

(Η Κεραδοπούλα κοιτά αδιάφορη, ο πατέρας αμήχανος)


ΝΕΝΑ
Ας μείνουν λίγο μόνα τους, μπορεί να σε φοβάται
Ή να σε ντρέπεται γι αυτό να μην απηλογάται
(Η Νένα και ο πατέρας φεύγουν)


ΠΟΥΛΙ


(τραγουδά εύθυμα)
Η γάτα γέννησε τα’αυγά κι η όρνιθα κατσίκια
Κι ο ποντικός εφόρτωσε σαράντα κολοκύθια
Και πάνω στην πλατίτσα του εννιά κιλά ρεθύθια
Κι όταν έπεσε ροβύθι
Το’φαγ’ένα κουτορνίθι
Κι όταν έπεσ’ένα κι άλλο
Γλέντι έγινε μεγάλο.
(Το πουλί προβληματίζεται, το κορίτσι δεν αντιδρά)
Δεν βλέπω τίποτα καλό, βλέφαρο δεν κουνάει
Τι να της κάνω τι να πω ν’αρχίσει να γελάει;
Ας της πω και του Σεφέρη
Στίχους που κανείς δεν ξέρει
«Πέντε πο-πέντε ποντικάκια
που φορού-που φορούσανε καλπάκια
πέντε χή-πέντε κάτασπρα χηνάκια
που φορού-που φορούσανε σακάκια
πέντε κο-πέντε κόκκινα γατάκια
με μακριά μουστάκια
πήγαν εκδρομή με πέντε γουρουνάκια
Όμως άρχισε να βρέχει κει που τρέχαν και πηδούσαν
Και γυρίσανε στο σπίτι γρήγορα όσο μπορούσαν»
…..
Τα θλιμμένα της τα μάτια να τα βλέπω δεν αντέχω.
Τι τη βασανίζει;Πότε θα μιλήσει;Δεν κατέχω
(Η Κεραδοπούλα απαθής, το πουλί συνεχίζει τις προσπά
θειες, ενώ χάνει το κέφι του επηρεασμένο από το κορίτσι)
ΠΟΥΛΙ
Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη
Δος τη κλώτσο να κινήσει παραμύθι ν’αρχινίσει

Δε βρίσκω τίποτα να πω που να τη συγκινήσει
Το παραμύθι δεν μπορεί τον πόνο της να σβήσει
(Η διάθεση του πουλιού χειροτερεύει)
Να’μουν μάγος να’χα λύχνο σαν τον Αλαδίνο
Την αγάπη να σου δείχνω γέλιο να σου δίνω…

Ας της χορέψω, τέλειωσα τα λόγια, δεν μπορούνε
Ότι έχω μέσα στην καρδιά να δείξουνε να πούνε…
(Το πουλί χορεύει, μέχρι που εξαντλείται, δεν θ’αργήσει
να πέσει αναίσθητο στα πόδια της Κεραδοπούλας)


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


(Σα να ξυπνά από λήθαργο, νομίζει ότι πέθανε)
Κακόμοιρο δεν έφταιξες, σε πήρα στο λαιμό μου…


ΠΟΥΛΙ


(Συνέρχεται στην αγκαλιά της κοπέλας)
Μίλα μικρή μου, μίλα μου, ποιος πήρε τη φωνή σου
Τι σου’σβησε το γέλιο σου την καλή διάθεσή σου;


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Εκλείδωσε η καρδούλα μου σαν τω(ν) Χανιώ(ν) την πόρτα
Και δεν ανοίγει, δε γελά καθώς εγέλα πρώτα…
Και ντρέπομαι να σου το πω…


ΠΟΥΛΙ


Βαρύ το μυστικό σου;
Καμιά φορά ανε μιλείς σου φεύγει ο καϋμός σου…


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Πολύ μικρή τα βάσανα τσ’αγάπης μ’εγεμίσαν
Κι είναι το ποιο παράξενο, πως δεν τονε γνωρίσαν
Ακόμα τα ματάκια μου, αυτόν που με τρελαίνει
Στο νου μου τον ζωγράφισαν με χρώμα που δε βγαίνει.


ΠΟΥΛΙ


Πως γίνεται να τονε θες τον άγνωστό σου φίλο;


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Μια γριά τον έβαλε βαθιά, μες της καρδιάς το φύλλο


ΠΟΥΛΙ


Πως λέγεται που βρίσκεται, πως είναι και τι κάνει;


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Τζίνι Μαντσίνι τονε λεν, κανείς δεν τονε φτάνει
στη χάρη και την ομορφιά, αρχοντογεννημένος
μα σ’ άγνωστο και μακρινό παλάτι ξορισμένος.
Χίλιους ανθρώπους ρώτησα, στην αγορά, στην πιάτσα
Κανένας τους δεν ήξερε τη χώρα και τη ράτσα
Ή τη φυλή και λαό που ζει και διαφεντεύει
Λες και δε βρίσκεται στη γη, στα νέφη βασιλεύει.


ΠΟΥΛΙ


Καλή μου πόσο μ΄άργησες, κόντεψα να πεθάνω.
Αν μίλαγες απ’ την αρχή μπορούσα να σε γιάνω.
Τον Τζίνι σου ξέρω καλά, που βρίσκεται, τι κάνει
Στο ξακουστό παλάτι του, το δρόμο που σε βγάνει.


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


(Κλαίει, αγκαλιασμένη με το πουλί)
Μέσα και βαθιά μου, ρίζωσε νομίζω
Νιώθω τα κλαδιά του μα και τον ανθό
Στη χαρά πετάω και θα τρελαθώ…
(συνέρχεται)
πάντοτε στη σκέψη του γυρίζω


ΠΟΥΛΙ


Τελειώσανε τα βάσανα, ας φύγουμε ας πάμε
Τη νύχτα μόνο θα πετώ, τη μέρα θα κοιμάμαι.


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Γιατί πουλί, πουλάκι μου;


ΠΟΥΛΙ


Το φως με θανατώνει.
Τη φύση του πως ημπορεί κανείς να διορθώνει;
Υπάρχουνε πουλιά πολλά, ψάρια και ζώα τόσα
Που δεν αντέχουνε το φως στο σκότος ζουν καμπόσα.
Ο ήλιος παντοδύναμος κρατά χρυσό βελτόνι
Κι αυτούς που μες τη νύχτα ζουν, πολύ βαθειά πληγώνει


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Πάντα με αχ θα την περνώ την άτυχή μου ζήση
Άραγε θα ‘ρθει ένας καιρός τούτη’η φωτιά να σβήσει;


ΠΟΥΛΙ


Υπομονή , τελειώσανε τα βάσανα κι οι πόνοι


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Θα βρούμε αυτόν π’αγάπησα, θα πάψω να’μαι μόνη;


ΠΟΥΛΙ


Υπομονή και τέλειωσεν η πίκρα σου η μεγάλη


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Πες μου πουλί μου να χαρείς, πες μου για να γνωρίζω
Τι ναι η αγάπη, τι ν’αυτή που δεν την νταγιαντίζω;


ΠΟΥΛΙ


Τι ΄ναι η αγάπη;ρώτησα σαν πήγαινα σχολείο
Ένα σοφότατο πουλί με κόκκινο λοφίο
«πικρό χαμόγελο που στάζει δάκρυ
σωμάτων σμίξιμο σ’ ονείρου μάκρη
άνοιξη σ’ άγονο κι άνδυρο θέρος»
μ’απάντησε…


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Συνέχισε ακόμα πες μου κι άλλα
Τι είναι λοιπόν ο έρωτας τι είναι η αγάπη;


ΠΟΥΛΙ


(σκεφτικό, με σοβαρότητα)
Άνοδος στην κλίμακα που κατεβαίνει
Ήττα που δεν είναι νικημένη


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Μη σταματάς, συνέχισε, μίλα σοφό πουλί μου
Τι’ν’η αγάπη που μετρά και κρίνει τη ζωή μου;


ΠΟΥΛΙ


Σκότος που σκόρπισε τ’ άστρο της μέρας
Φως που το γέννησε κύμα κι αγέρας.


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Σα σκοτεινά τα λόγια σου, πώς να ξεκαθαρίσω
Για την αγάπη πως μπορώ να μάθω να γνωρίσω;


ΠΟΥΛΙ


Ζητάς τσ’ αγάπης μυστικά τα λόγια να τα πούνε
Τα κύματα της θάλασσας σε σκάφη δεν χωρούνε.


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ

Το πουλί κι η Κεραδοπούλα ταξιδεύουν


Μην την τελειώνεις τη μιλιά, μια φράση πες ακόμα
τι’ν’ η αγάπη που σκληρά κτυπά ψυχή και σώμα;


ΠΟΥΛΙ


Μετά το χιόνι, τη βροχή, ο ήλιος πάλι λάμπει
Η πίκρα γίνεται γλυκιά μόλις η αγάπη θα’μπει
Τιν’η αγάπη ρώτησα σαν ήμουνα παιδάκι
Το πιο σοφό απ’ τα πουλιά που ζούσαν στο δασάκι
Ἁφρός του κύματος
Στη θάλασσα της μελαγχολίας
Σελίδα κόκκινη
Στων αισθημάτων τα βιβλία»
μ’ απάντησε στοχαστικά με τα γυαλιά στη μύτη
….
Πάμε να τον γνωρίσουμε στ’αρχοντικό του σπίτι
(Ετοιμάζονται να πετάξουνε)


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Θα πάμε στην Ανατολή;στα νοτικά τα μέρη;
Στη Δύση; Μήπως σ’ οδηγεί το πολικό τ’ αστέρι;


ΠΟΥΛΙ


Είναι μακρύς και δύσβατος ο δρόμος μας καλή μου
Από στεριές και θάλασσες κι εκτάσεις της ερήμου.
Θα δούμε πόλεις και χωριά μ’ οθωμανούς αγάδες
Που κάνουνε γονατιστοί στη Μέκα τεμενάδες
Τους μπεντουϊνους στις σκηνές να πίνουν μαύρο τσάι
Με βάλσμαμο μυριστικό και τις καμήλες πλάϊ

ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Τον κόσμο θα γυρίσουμε να φτάσω στον Μαντσίνι;


ΠΟΥΛΙ


Στα βάθη της Ανατολής, τις διαταγές του δίνει
…Θα δεις ανθρώπους κίτρινους να μασουλάνε ρίζι
και να προσεύχονται σε μια παγόδα που καπνίζει
Κι όταν το Μέγα Σινικό περάσουμε μπεντένι
Απ’το παλάτι θα φανεί καπνός ψηλά να βγαίνει.
Γιατί τα’αρέσει να γλεντά να τρώγει και να πίνει
Με φίλους που’χει μπιστικούς ο βασιλιάς Μαντσίνι…


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Είν’ εύθυμος και γελαστός;


ΠΟΥΛΙ


Ποτέ δεν κατσουφιάζει
Και αν κάποτε σκληρά φερθεί τους μουσικούς φωνάζει
Για να του παίξουνε σκοπούς που ξέρει κι αγαπάει
Να του καλμάρουν την οργή ν’αρχίσει να γελάει.


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Γίνεται να’ναι βασιλιάς και να μην τιμωράει;


ΠΟΥΛΙ


Δεν είπα πως ανέχεται αυτούς που κάνουν λάθη
Δίνει συγγνώμη μια φορά, μετά θα κακοπάθει
Αυτός που δε βάζει μυαλό…


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Μη χάνουμε το χρόνο
Τον Ζίνι τον Μαντσίνι μου, αυτόνε θέλω μόνο…
(Ξεκινούν για το μεγάλο ταξίδι)

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

(Το παλάτι του Τζ. Μαντσίνι. Δυο υπηρέτες στρώνουν ένα επίσημο τραπέζι, μεταφέρουν σερβίτσια και φαγητά. Ο Αχμέτ επιθεωρεί. Το πουλί φέρνει την Κεραδοπούλα στο παράθυρο της τραπεζαρίας, μόλις έχουν τελειώσει οι υπηρέτες)


ΠΟΥΛΙ


Σ’έφερα αρχοντοπούλα μου στο μακρινό παλάτι
Να δεις εκείνον π’αγαπάς.

ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Τι να σου πω, σπολάτι…
…Μα τρέμω και κτυπα η καρδιά, τ’άγνωστο με φοβίζει
αν είναι τα’ονειρεύτηκα ποιος ξέρει ποιος γνωρίζει;


ΠΟΥΛΙ


Κουράγιο, πέρασες πολλά κι έδειξες πως αντέχεις
Αφού πολύ προσπάθησες καλό το τέλος θα έχεις


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Το μέρος σα φανταστικό, τα δέντρα, το παλάτι
Σα να’ναι των παραμυθιών της Νένας μου κομμάτι
Η στέγη σμαραγδένια και- από κοράλλι οι θόλοι
χαγιάτια με μαλάματα, τοίχοι μ” ασήμι κι όλοι
οι κήποι, δέντρα της Εδέμ, πουλιά παραδεισένια
αρώματα μεθυστικά, φρούτα γλυκά μελένια
(μπαίνει στην τραπεζαρία, δεν είναι κανείς,
κοιτάζει έκπληκτη τον πλούτο και την πολυτέλεια)
Σαν αίθουσα για φαγητό και σαν σαλόνι μοιάζει
χαλια μεταξωτά παντού τραπέζια με τοπάζι
πιάτα μ” αχάτη και σκαμνιά, μπροκάρ χρυσοντυμένα
λαγήνια με διαμαντικά και μάλαμα δεμένα
Ντιβάνια με βελούδινο ,ύφασμα καλυμμένα
κουρτίνες χρυσοκέντητες, διαμάντια περασμένα
σε κάθε κρόσσι και παντού οσμές των αρωμάτων
σανταλοξύλου μα κι ανθών, απίθανων χρωμάτων

Τι να’χει τούτο το πιατί, χορταρικό ή ψάρι;
Ας φάγω τώρα μια μπουκιά
(δοκιμάζει)
τι νοστιμιά και χάρη.

(συλλογίζεται, αναρωτιέται)
δεν προλαβαίνω ακόμα
να δω εκείνον που ποθώ, ειν’η ψυχή στο στόμα
(Γυρίζει στο παράθυρο που την περιμένει το πουλί)


ΠΟΥΛΙ


Κερά μου κάναμε πολύ για το παλάτι δρόμο.
Γιατί δεν τον περίμενες;


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Άλλο δεν είχα χρόνο.
Τη σκέψη δε συνήθισα, ακόμα νιώθω πόνο.


ΠΟΥΛΙ


Πώς να γυρίσουμε προτού δεις τον αγαπημένο
Τον Τζίνι τον Μαντσίνι σου;


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Μπορώ να περιμένω…


ΠΟΥΛΙ


Το φως όμως η φύση μου το ξέρεις δεν αντέχει
Το σπίτι του πατέρα σου πάρα πολύ απέχει.


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Θα βρούμε λίγο πιο κοντά απ’τη δική μας χώρα
Ένα σπηλιάρι σκοτεινό να κοιμηθούμε τώρα.


ΠΟΥΛΙ


Γνωρίζω μια βαθειά σπηλιά…βράδυ ξαναγυρνάμε
(συμβουλεύει τη μικρή)
Ότι μας πλήγωσε που με τον καιρό ξεχνάμε


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Ας φύγουμε πουλάκι μου, να φτάσουμε πριν φέξει


ΠΟΥΛΙ


Αμέσως ξεκινήσαμε πριν πούμε κι άλλη λέξη
(Το πουλί παίρνει στα φτερά του την Κεραδοπούλα και χάνονται. Μπαίνει ο Τζίνι Μαντσίνι)


ΜΑΝΤΣΙΝΙ


Μου φαίνονται τα φαγητά σα ναν’δοκιμασμένα
Και τα’ακριβά μου κρύσταλλα θαμπά και νοτισμένα
(φωνάζει δυνατά)
Αχμέτ για τρέξε γρήγορα…ποιος στο σαλόνι μπήκε;


ΑΧΜΕΤ


(Βλέπει τι έχει γίνει, φοβισμένος)
Κανείς δεν ήρθε αφέντη μου
(μονολογεί)
λαχτάρα που με βρήκε.


ΜΑΝΤΣΙΝΙ


Μήπως αποκοιμήθηκες; Δε βλέπεις το τραπέζι;


ΑΧΜΕΤ


Κανείς δεν ήρθε δω, κανείς με τη φωτιά δεν παίζει.


ΜΑΝΤΣΙΝΙ


Ας είναι, για πρώτη φορά τώρα σου τη χαρίζω
Να μην ξανασυμβεί γιατί το ξέρεις πως μανίζω.
(Ο Μαντσίνι αποσύρεται, ο Αχμέτ ακολουθεί,
μονολογώντας)


ΑΧΜΕΤ


Έχει πολλές παραξενιές, τι θέλει δε γνωρίζει
Το’να που φέρνουν του βρωμά και τ’άλλο του μυρίζει.

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

(Το πουλί ξαναπάει την Κεραδοπούλα στο 

παράθυρο της τραπεζαρίας. Η Κεραδοπούλα μπαίνει

χωρίς δισταγμούς και πλησιάζει το τραπέζι)


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Γνωστό το μέρος φαίνεται, δεν έχει λάμψη τόση
Ο πλούτος που με θάμπωσε σα να’χει πια θαμπώσει
(δοκιμάζει τα φαγητά)
νόστιμα και φανταστικά καλά μαγειρεμένα
μα όχι και να κάνουνε να λιγωθεί κανένα.
(δοκιμάζει τα πιοτά)
Πως τρέμουν τα πόδια μου και λαχταρά η ψυχή μου
Αν είναι τώρα και φανεί θα σβήσει την πνοή μου
(Φεύγει τρεχάτη, επιστρέφει στο πουλί)
ΠΟΥΛΙ


Κεραδοπούλα μου χρυσή, τον είδες το Μαντσίνι; Ή
Πάλι λιποψύχησες;…


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Καρδιά δε μου’χε μείνει..


ΠΟΥΛΙ


Υπομονή μικρούλα μου, ας πάμε στη σπηλιά μας
Κι αύριο ξαναρχόμαστε, είν’ο καιρός μπροστά μας
(Φεύγουν όπως την προηγούμενη φορά για την σπηλιά. Ο Τζίνι Μαντσίνι, ακολουθούμενος από τον Αχμέτ εισέρχεται)


ΜΑΝΤΣΙΝΙ


Μη με γελούν τα μάτια μου, ξανά τα ίδια πάλι;
Αχμέτ για κόπιασε να δεις… μη σκύβεις το κεφάλι.


ΑΧΜΕΤ


Τιμώρησέ με άρχοντα, πάρε την κεφαλή μου
Αν το’γραφε η τύχη μου θα χάσω τη ζωή μου.


ΜΑΝΤΣΙΝΙ


Φοβάσαι πάλι να μου πεις πως έχεις την ευθύνη;
Συμπάθα με μα πως μπορώ να βρω το πώς εγίνει;
Τριάντα δυο φυλούσαμε τις πόρτες και τη σκάλα
Ούτε πουλί δεν πέρασε για τη μεγάλη σάλα.


ΜΑΝΤΣΙΝΙ


Να φύγεις γρήγορα’πο δω, πριν ο θυμός με πιάσει
(μονολογεί)
Υπομονή για να σκεφτώ, δεν είναι τόση βιάση.
(Ο Αχμέτ απομακρύνεται φοβισμένος, μονολογεί)


ΑΧΜΕΤ
Μήπως τον έχασα το νου, σα να ‘χει δίκιο τώρα
Δε βλέπω το κεφάλι μου στους ώμους πολλή(ν) ώρα.


ΜΑΝΤΣΙΝΙ

(Παρατηρεί τον Αχμέτ που φεύγει)

Αργός λιγάκι και βαρύς, μα δεν του λείπει γνώση

Φοβάται το κεφάλι του πως δε θα το γλυτώσει..

Μονάχος μου πρέπει να βρω ποιος τα φαγιά πειράζει

Ποιος είν’αυτός που τόλμησε πιοτά να δοκιμάζει.

Στην κάμαρή μου θα κλειστώ μόλις η νύχτα πέσει

Σαν κοιμισμένος θα φανώ στου κρεβατιού τη θέση

Μισάνοιχτη θ’αφήσουνε την πόρτα, δε θα χάσω

Τον κλέφτη το θρασύτατο στα πράσα θα τον πιάσω.

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ

(Η Κεραδοπούλα ξαναμπαίνει απ’το παράθυρο, 

ξαναδοκιμάζει αμίλητη, κοιτάζει την πόρτα)

ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ

Μισάνοιχτη μου φαίνεται η πόρτα, που να βγαίνει;

Στο χωλ ή σε δωμάτιο ή στο λουτρό πηγαίνει;

(Πλησιάζει ρίχνει μια ματιά)

Κρεβατοκάμαρα καλή για το παλάτι τούτο

Πολυτελέστατη πολύ, μεγάλο δείχνει πλούτο

(πλησιάζει το κρεβάτι, μένει εκστατική, ο Τζίνι 

είναι ξαπλωμένος και φαίνεται να κοιμάται)

Χιόνι βλέπω στη θωριά του και κατάμαυρα μαλλιά

Τα καμαρωτά τα φρύδια, από κόρακα φτερά

Κόκκινα τα μάγουλά του, αίμα στάζουνε λαγού

Κι αν ανοίξουνε τα μάτια, θα μου πάρουνε το νου

(μένει λίγο ακίνητη, άφωνη)

Τα λόγια πήρανε μορφή… μοιάζει ζωγραφισμένος

Από τον Γκρέκο που έγινε στον κόσμο ξακουσμένος

ΜΑΝΤΣΙΝΙ

(σιγά)

Το δόκανο μου σ’έπιασε πουλί του παραδείσου…

Ποιος άνεμος σ’έφερ’εδώ…

ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ

(Τον νανουρίζει)

…κοιμήσου εσύ κοιμήσου…

Μήπως δεν είμαι ξυπνητή;μήπως κι εγώ κοιμάμαι

Κι είναι του ονείρου φαντασιά;πόσο πολύ φοβάμαι…

(Τον αγγίζει τρυφερά, αυτός ανοίγει τα μάτια του)

ΜΑΝΤΣΙΝΙ

Αληθινός και ζωντανός, κορίτσι μη φοβάσαι.

Μα πως ξεφύτρωσες εδώ; Από ποιόν τόπο να’σαι;

ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ

Να τα χαρείς τα μάτια σου, άλλην κουβέντα πιάσε…

ΜΑΝΤΣΙΝΙ

Μαλάματα ‘χεις στα μαλλιά στεφάνια της αγνότης

Γλυκύτατη, ναι η λαλιά με τον ανθό της νιότης 

ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ

Με την ελπίδα συντροφιά μες της ψυχής τα βάθη

Σε φύλαγα προσεκτικά, κανείς δεν το’χε μάθει.

Μόνο τα’ανήλιαγο πουλί, το πιο σοφό φαντάσου 

κατάλαβε τον πόνο μου και μ’έφερε κοντά σου.

ΜΑΝΤΣΙΝΙ

Εκεί που πλάσαν το γυαλί που κάμαν το κρουστάλλι

Εκεί σε πλάσανε κι εσέ, γιαυτό δεν μοιάζεις μ’άλλη

(Το πουλί κλείνει προσεκτικά την πόρτα του δωματίου, 

γυρίζει στο μπαλκόνι, τραγουδά σιγά)

ΠΟΥΛΙ

Μιλούν τα μάτια κι η καρδιά

Γλυκά κι ευτυχισμένα

Κι αγιάζει το καντήλι τους

Τα νιάτα τ’ανθισμένα

Και τη στιγμή τη μαγική θα σμίξουνε τα χείλη

Και το κρεβάτι θα στρωθεί

Μ’αστέρια που θα στείλη

Η νύχτα που θ’αχνογελά

Θα κρύψει τη σελήνη

Στα πέπλα των συννέφων της

Να μη ζηλέψει εκείνη

(Ξημερώνει, κοκκινίζει η αυγή, το πουλί ανήσυχο 

προσπαθεί να ειδοποιήσει την μικρή)

ΠΟΥΛΙ

Κεραδοπούλα ξύπνησε, επέρασεν η ώρα

Ξημέρωσε κι αργήσαμε… ποιος θα με σώσει τώρα;

(Η Κεραδοπούλα καθυστερημένα καταλαβαίνει)

ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ

Άργησα και περιμένει το πουλί που μ’έχει φέρει

Με καλεί…θα υποφέρει…εξημέρωσε…πεθαίνει

ΜΑΝΤΣΙΝΙ

Πάρε το δαχτυλίδι μου, πάντα να με θυμάσαι.

ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ

Θα σ’αγαπώ μέχρι να ζω, που φεύγω μη λυπάσαι.

ΜΑΝΤΣΙΝΙ

Με το χάδι μόνο και με το φιλί σου

Πόρτα ξεκλειδώνεις του παραδείσου

ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ

Πριν καλοξυπνήσεις χαϊδεψέ με λίγο

Λέξη να μη λύσει το φιλί πριν φύγω

Αύριο την ίδιαν ώρα

Τρέχω να προλάβω τώρα…

(Η Κεραδοπούλα τρέχει να προλάβει, ανεβαίνει στις φτερούγες του πουλιού και ξεκινούν)

ΠΟΥΛΙ

Θα τρέξω γρήγορα πολύ, να μπω μες τη σπηλιά μου

Μα να τον ήλιο πρόβαλε, θα κάψει τα φτερά μου

ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ

Φοβάμαι πως ξεχάστηκα, το φως θα σε σκοτώσει

Θε μου τον Ήλιο κράτησε, πριν βγει να ξημερώσει

(φεύγουν γρήγορα). 

ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ

(Έχουν φτάσει στη σπηλιά, το πουλί είναι τελείως εξαντλημένο, ενώ η Κεραδοπούλα κλαίει και οδύρεται)

ΠΟΥΛΙ

Μας εβοήθησ’ο Θεός και φτάσαμε καλή μου

ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ

Μα βγήκε ο ήλιος λαμπερός και σ’έκαψε πουλί μου

ΠΟΥΛΙ

Μην κλαίς και μην οδύρεσαι, γραμμένο το’χε η μοίρα

Στο τέλος πήγαμε καλά κι απ’τη χαρά σου πήρα…

ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ

Ωφου την κακορίζικη μυαλό δε μου’χε μείνει…

ΠΟΥΛΙ

Τα κλάματα παράτησε και σκέψου τι θα γίνει

(τελείως εξαντλημένο, μιλά αργά)

Μπροστά σου δες ανοίγονται, ο δρόμος του καλού σου

Και το στρατί που σαν διαβείς, θα φτάσεις στου κυρού σου.

Ο πρώτος είναι δύσκολος, θέλεις καιρόν κι αν φτάσεις

Ο δεύτερος, πιο κοντινός, πας δίχως να κοπιάσεις…

(Το πουλί σβήνει στην αγκαλιά της κοπέλας)

ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ

Στα βάσανα πάλι θα μπώ, δεν έσβησε η κατάρα

Τον ήλιο μου σκοτείνιασε μαύρη βουή κι αντάρα

Ήτανε θαύμα κι έσβησε, μάγια που διαλυθήκαν

Στην παιδική μου την καρδιά, σκοτάδια μ’απλωθήκαν

Έρμο πανέρμο ριζικό, έρμη παντέρμη μοίρα

Τις πίκρες όλες του ντουνιά, απάνω μου τις πήρα

(Καταλαβαίνει πως τέλειωσε το πουλί)

Ήταν νυχτοπούλι με γλυκειά φωνή

Σαν χαμογελούσε φώτιζε το βράδυ

Στη ζωή μου που ήταν έρημη βουβή

Πρόσφερε της παρηγόριας χάδι.

Βρύση που κυλούσε γάργαρο νερό

Πάσχιζε να διώξει την κακοκεφιά μου

Και μ’οδήγησε σε χώρα μακρινή

Για να βρω τον Τζίνι που είχα στην καρδιά μου

(Η Κεραδοπύλα συνέρχεται λίγο και αποφασίζει τι θα κάνει)

Θα προχωρήσω να τον βρω, ζητιάνα κι αν γυρίζω

Τα πόδια και τα χέρια μου στ’αγκάθια κι αν ξεσκίζω.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΑΞΗ


(Στο προσκήνιο οι δυο υπηρέτριες)

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Β

Μικροί –μεγάλοι θεατές, αγαπητοί μας φίλοι κι εσείς κυρά μου, κρύψτε το στην τσάντα το μαντήλι. Δε θα χουμε πικρές στιγμές στο δεύτερό μας μέρος και θα νικήσει τελικά ο παιγνιδιάρης έρως.

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Α

Αυτός δίνει στα νιάτα μας παρηγοριά κι ελπίδα….

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Β΄

Και ταραχή στους ώριμους που πέφτουν στην παγίδα

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Α΄

Ας μην καθυστερήσουμε με τα πολλά τα λόγια εμείς δεν κτίζουμε μ’αυτά ανώγια και κατώγια…

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Β΄

Τεντώνουμε κάποιο σκινί και πάμε απάνω κάτω, απ’την πλατεία στη σκηνή…

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Α΄

….απ’την κορφή στον πάτο. Για να σας μεταδόσουμε το ρίγος αισθημάτων ηρώων του παραμυθιού με πλήθος παθημάτων

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Β΄

Μα να γυρίσουμε ξανά στο θέμα το δικό μας.

Όπως θα καταλάβατε θα την ευρούμε μπρος μας…

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Α΄

Την όμορφη την κοπελιά, αφού καθένας ξέρει πως διάλεξε το δύσκολο δρόμο που θα τη φέρει στου Τζίνι του Μαντσίνι της το μακρυνό παλάτι.

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Β

΄

Θα τύχουν περιπέτειες , θα τρώει ψωμί κι αλάτι

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Α΄

Και θα τις λιώσει τρεις φορές, τις σιδερένειες σόλες

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Β΄

Βλέπεις δε θα’ναι η στράτα της, στρωμένη με τις βιόλες

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Α΄

Μα τρέχει ο χρόνος βιαστικός, δεν θα μας περιμένει, αρχίζουν περιπέτειες…

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Β΄

Κατάκοπη πηγαίνει 

Στη σκόνη, να τα  ρούχα της κουρέλεια και φοράει

Προβιές στα ποδαράκια της κι όμως θα προχωράει…

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Α΄

Στου Ηράκλη  το παλάτι, δες την πόρτα θα κτυπήσει

Κι οι δούλες θα τα’ανοίξουνε για να την ελεήσει

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Β΄

Θα λιώσει αργότερα πολλά παπούτσια σεδερένεια 

Και θα’μπει στο πυργόσπιτο και θα την εύρει έγνοι

Το γίγαντα Μερλίναρο πώς να τον κοροϊδέψεις;

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Α΄

Σταμάτησε μην προχωρείς, μην πούμε κι άλλη λέξη

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Β

Καλά λες, ας τελειώνουμε, ας τη μικρή…να παίξει

………..

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

(Η Κεραδοπούλα ρακένδυτη, κουρασμένη, φτάνει σε κάποιο αρχοντικό σπίτι, κτυπά να της ανοίξουν)

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ

Κακόμοιρη πως θα πεινάς, θέλεις ελεημοσύνη;

ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ

Δουλειά ζητώ, μετά φαΐ, ο αφέντης ας μου δίνει 

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ

Περήφανη μου φαίνεσαι κι ας σου βρωμάν τα χνώτα.

(Μεγαλοφώνως)

Ξαπόστασε μη ντρέπεσαι το βασιλιά μας ρώτα.

ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ

Ποιος είναι ο άρχοντας εδώ, να πάω να του μιλήσω;

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ

Ηράκλη τον φωνάζουνε, περίμενε πιο πίσω.

Σαν θα φανεί τ’απόγευμα, όταν θα σουρουπώνει

Μπορείς να βγείς. Λίγα να πεις πολλά δεν τα σηκώνει.

ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Καλά να” σαι κυρούλα μου, χρόνια πολλά να ζήσεις
κι η τύχη σου να ναι βουνό και πλούτη ν΄αποκτήσεις !
(Ο Ηράκλης πλησιάζει επισήμως , με την ακολουθία του)


ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ


Αφέντη καλώς ώρισες!


ΗΡΑΚΛΗΣ

– Ώρα καλή Μαρία !


ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ


Όλα καλά στ΄αρχοντικό, καμιάν ανησυχία…
Μόνο μια νια που φάνηκε, θέλει να σου μιλήσει

ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Με σεβασμό τον κοσμοξακουσμένο!
Δουλειά ζητώ, γιατί πεινώ και τζάμπα δεν χορταίνω


ΗΡΑΚΛΗΣ


Τα λόγια σου μοιάζουν σωστά, μα τι μπορείς μικρή μου
τσομπάνος μόνο λείβεται, από τη δούλεψή μου.


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Ευχάριστα μου φαίνονται τα πρόβατα κι η στάνη

ΗΡΑΚΛΗΣ

Είναι πολύ σκληρή δουλειά, κορίτσι να την κάνει!


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Δοκίμασέ με και θα δεις , δεν θα μετανοήσεις
(Ο βασιλιάς σκέφτεται λίγο)


ΗΡΑΚΛΗΣ


Ας πας λοιπόν αφού το θες, θα βρεις για να δειπνήσεις
κι η πείνα σου να χορτασθεί, το γάλα είναι ποτάμι
και το τυρί μου να κτισθεί, τον Πύργο μου θα φτάνει.


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Χίλια σπολάτι βασιλιά…


ΗΡΑΚΛΗΣ


Μην έχεις λόγια τόσα


Την ασημένια πρόσεχε, που κάνει χίλια γρόσα
( Ο Ηράκλης αποσύρεται, με την ακολουθία του)


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Ποια να ναι αυτή που διάταξε και την παραπροσέχει ;


ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ


Η χρυσοκουδουνάτη του, μες την καρδιά την έχει !
μαλαματένιο λέρι * της έχουνε κρεμασμένο
κι έχει ασημένιο το μαλλί, πλουμίδια στολισμένο


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Προβάτα ; ζώο δηλαδή ;

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
– Αμ τι νομίζεις θα ΄ ναι
υπάρχουνε και ζωντανά, π΄ανθρώπους ξεπερνάνε !

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

ΝΤΙΝΑ (Βασίλισσα)


Επέρασε πολύς καιρός, τι περιμένει ακόμα ;


ΗΡΑΚΛΗΣ


Μιλάς για την τσομπάνισσα, για ξέπλυνε το στόμα


ΝΤΙΝΑ


Πολύ δεν το” χεις αψηλά το βρωμοχωριατάκι ;


ΗΡΑΚΛΗΣ


Είναι καλό μα κι όμορφο ! Ζηλεύεις το παιδάκι ;


ΝΤΙΝΑ


Τα μάτια της σε ξεγελούν, απ΄τη θωριά μην κρίνεις
υπάρχουν ομορφιές πολλές , τον κόρφο σου να φτύνεις !


ΗΡΑΚΛΗΣ


Μπορεί να γίνονται πολλά μα τούτη ξεχωρίζει
στην καλοσύνη στη δουλειά…


ΝΤΙΝΑ


… το μάτι αλληθωρίζει
Μπορώ με πράξεις να σου πω και να σου τ” αποδείξω
πως είναι μπαγαπόντισσα…


ΗΡΑΚΛΗ


– Κάντο μην βλαστημήξω !
Αν τύχει και δεν το μπορείς, καλύτερα καράβι
να βρες, για τόπους μακρινούς, γιατί φωτιά σε κάβει


ΝΤΙΝΑ


Κι αν χάσεις κιαν διακαιωθώ ;


ΗΡΑΚΛΗΣ


– ότι θέλεις θα γίνει !


ΝΤΙΝΑ


Ανάποδα να τηνε δώ σε γύφτικο καμίνι ! 

                                                                                    (λέρι=κουδούνι   προβάτων)

Κεραδοπούλα παίζει φλογέρα)


ΝΤΙΝΑ
(Μεταμφιεσμένη σε γριά καμπούρα, πλησιάζει)
Καλήν ημέρα κόρη μου 1 τι κάνεις πως περνάεις ;
Ανέβαινα για το βουνό…


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Κάτσε γιαγιά να φάεις
γιατί πολύ ψηλά έχεις βγει, κι ακόμα δρόμο θα έχεις


ΝΤΙΝΑ


Ευχαριστώ σε κοπελιά που το καλό ξετρέχεις
(Κάθεται, το κορίτσι ετοιμάζει)


ΝΤΙΝΑ


Πολύ σε βλέπω σκεφτική, δεν έχω πείνα τόση
σταμάτησε για να μου πεις τι σ” έχει βαλαντώσει
ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Κερά μου πως να σου τα πω, τα χίλια βάσανά μου ;
Τι με πονά τι με λυπεί και σφάζει την καρδιά μου ;
ΝΤΙΝΑ


Γνωρίζω χίλια βότανα , διαβάζω το φλιτζάνι
κατέχω τόσα μυστικά που ο νους σου δεν τα βάνει !
ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Έναν γυρεύω π” αγαπώ, τον Τζίνι τον Μαντσίνι
και πριν τον δω, καιγόμουνα στου πόθου το καμίνι


ΝΤΙΝΑ

Μπορεί κανείς να καίγεται, τον άλλον πριν γνωρίσει ;


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Με λόγια τον ζωγράφισαν, στο νου μου είχε κολλήσει


ΝΤΙΝΑ


Και τι μου δίνεις αν σου βρω, αμέσως τον καλό σου ;


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Ο δρόμος είναι μακρινός…


ΝΤΙΝΑ
– θα βρω τον άνθρωπό σου
μα τάξε μου το χάρισμα , κι αμέσως σε πηγαίνω
ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ
Πες μου τι θες γιαγιάκα μου τι να΄χω εδώ που μένω ;
ΝΤΙΝΑ
Μια προβατίνα θα΄θελα …την ασημένια εκείνη !


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Αυτήν όχι κυρούλα μου, ο αφέντης δεν την δίνει
γιατί πολύ την αγαπά


ΝΤΙΝΑ


-Δεν θέλω καμιάν άλλη
αν δεν μπορείς στο γυρισμό, τα ξαναλέμε πάλι


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Λυπήσου με σταμάτησε, τη γνώμη σου ν΄αλλάξεις
υπάρχουν τόσα ζωντανά, να πάρεις και να σφάξεις


ΝΤΙΝΑ


Ο λόγος σου με χόρτασε και φάτο το ψωμί σου
την ασημένια την προβιά κιας μην ειναι δική σου
αυτή μονάχα θα΄θελα…


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


-και πως θα τα μπαλώσω ;
Πως θα το πω στον άρχοντα και πως θα τον μερώσω ;


ΝΤΙΝΑ


Είναι καλό τ΄αφεντικό και θα σε καταλάβει…
Μ΄αν φοβηθείς, πως ψόφησε πες του κι αυτός το χάβει !
Η πως επαραπάτησε κι έπεσε στο ποτάμι
και πνίγηκε, δεν μπόρεσε κανείς να τη συντράμει


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Με βρίσκεις στην ανάγκη μου, με τον καημό μου παίζεις
πάρ΄την λοιπόν την ασημιά κι άλλο μην με πιέζεις.


ΝΤΙΝΑ


(Βγάζει από τον κόρφο της ένα χαρτί)
Εδώ σε τούτο το χαρτί, είναι σημειωμένο
ένα κρυφό μικρό στρατί, για τον αγαπημένο
τον Τζίνι τον αρχοντικό….θα φτάσεις σε μια μέρα


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


θα τρέξω και μετά γυρνώ, αργατινή κι εσπέρα
(Η Ντίνα παίρνει την ασημένια και χάνεται, η Κ. μελετά το χάρτη)


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Είναι πολύ λεπτομερής ο χάρτης που μ΄αφήνει…
(προσέχει κι ανησυχεί)
Μα δες ξεθώριασε πολύ και το μελάνι σβήνει…
Ώφου και κακοντόπαθα…
(Παρουσιάζεται η Υπηρέτρια του παλατιού)


ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ


Απ το παλάτι σε καλούν να κατεβείς στην πόλη
καινα κρατάς την ασημιά, να την θαυμάσουν όλοι


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Ώφου και κακοντόπαθα η κακομοιριασμένη
λυγίζουνε ταγόνατα το σάλιο μου λιγαίνει…
Ας συνεφέρω για να δω τι πρέπει ν΄απαντήσω


(Η Υπηρέτρια αποχωρεί)
ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


(Μιμείται τη φωνή του βασιλιά)
«Που΄ναι η ασημένια μου να τηνε κανακίσω ; »
(με τη δική της φωνή)
Αφέντη μου αρρώστησε και ψόφησε κει πάνω
της βρήκα χίλια γιατρικά καλά για να την κάνω
μα τίποτα δεν μπόρεσα…
(Δεν μένει ευχαριστημένη ξανά μιμείται)
«Που να η Ασημένια μου φιλιά να την γεμίσω ;»
(απαντά η ίδια)
-Στον ποταμό μου πνίγηκε, πως να τη φέρω πίσω ;
Εγλύστρησε στη ρεματιά, την πήρε το ποτάμι
η νύχτα ήταν σκοτεινή κι ο ουρανός κατράμι
(μονολογεί)
Ας ξεκινήσω κι ο Θεός το χέρι του να βάλει
Αφού δεν έχω λογική στο κούφιο μου κεφάλι !

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

(Η Κεραδοπούλα φτάνει στο παλάτι κατάκοπη)


ΗΡΑΚΛΗΣ


Καλώς τηνε τη μπιστικιά, την πιο καλή μας κόρη
κατέβασες την ασημιά , απ΄τα ψηλά τα όρη ;


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


(προσπαθεί να αρθρώσει λέξη, μα δεν μπορεί)
Μπ…ντ…


ΝΤΙΝΑ


Δε στα΄λεγα Ηράκλη μου


ΗΡΑΚΛΗΣ


Πως πρέπει να μιλήσω ;
Μήπως το νου τον έχασες ;


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


(Πέφτει στα πόδια του βασιλιά)
Πως να σου τα ΄ξηγήσω ;


ΗΡΑΚΛΗΣ


Τι τσαμπουνάς, τι θες να πεις ;ανάβεις το θυμό μου
ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Τιμώρησέ με αφέντη μου…
(μετά γρήγορα)
την έδωσα την ασημιά, το κρίμα στο λαιμό μου!


ΗΡΑΚΛΗΣ


Πως τόλμησες αχάριστη ;


ΝΤΙΝΑ


(μονολογεί)
αλλάζει το σχέδιό μου


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Για μια στιγμή σκότος βαθύ μπήκε στο λογισμό μου
μια γρια μου΄κανε τάξιμο κι έχασα το μυαλό μου


ΝΤΙΝΑ


Τιμώρησέ τη σ” έκλεψε, φωτιά να τηνε κάψει!
(Ακούγεται βέλασμα, μια υπηρέτρια, φέρνει την
ασημένια προβατίνα)


ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ


Βρήκα την ασημένια σου κι είναι θαρρώ κι εντάξει


ΗΡΑΚΛΗΣ


(Αγκαλιάζει το ζώο)
Και που΄ταν η προβάτα μου η παραχαϊδεμένη ;


ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ


Στην κάμερα τσ΄αρχόντισσας ήτανε ξαπλωμένη


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


(προσέχει κι αναγνωρίζει την Ντίνα)
Αυτή ταν η κακιά γρια, με λόγια σε κομπώνει
με τη μεγάλη πονηριά και ψύλλο πεταλώνει
Τη γνώρισ΄απ΄τη μύτη της, τα μάτια και τ΄αυτιά της.


ΗΡΑΚΛΗΣ


(Αργεί μα καταλαβαίνει τι συνέβη)
Κακούργα και πως μπόρεσες τέτοιο να πράξεις κρίμα ;
Να κάνεις τα καράβια σου και να πνιγείς στο κύμα !
Σαράντα χρόνια σε νησί εξόριστη θα μείνεις
Κι αν ξεθυμώσω βλέπουμε μετά τι θ΄απογίνεις!
(Προς Κεραδοπούλα)
Συγχχωρεμένη κόρη μου, η αλήθεια «σέσωκέ σε»
αν θες να μείνεις πάντα εδώ, την άγκυρά σου δέσε !


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Μακάρι να το μπόραγα, μα μέσα στην καρδιά μου
έχω αυτόν τον π΄αγαπώ κι ειναι πολύ μακριά μου


ΗΡΑΚΛΗΣ


Να κάνεις ότι επιθυμείς κανείς δεν σε δεσμεύει
(δίνει διαταγές)
Να πάρει ότι χρειαστεί, το βιος μου περισσεύει


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Πως να σ΄ευχαριστήσω πως; τα λόγια δεν μπορούνε
τα πιο βαθιά αισθήματα που έχει η καρδιά να πούνε !


ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ


Μας λες ότι χρειάζεσαι ; αμέσως θα στα φέρου(ν)


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Δυο παπουτσάκια μοναχά, με σόλες του σιδέρου
(Ο Βασιλιά κι οι δικοί του αποσύρονται,
η μικρή φεύγει τραγουδώντας)
Με σιδερένια τσόκαρα
τους κάμπους θα περάσω
και στα πανύψηλα βουνά
τις σόλες θα χαλάσω
Σαν αστραπή θα τρέχω
και δεν θα σταματάω
γι αυτόνε π΄αγαπάω
ρωτώ και προχωράω..

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ

(Διακρίνεται ένα πολύ ψηλό κτίριο)


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Όσο μακριά μου βρίσκεται, ο νους μου είναι κοντά του
μιαν ώρ΄από το στόμα μου δεν λείπει τ΄όνομά του !

(Προσέχει το κτίριο)
Παράξενο πυργόσπιτο, παράθυρα σαν μάτια
οι πόρτες έχουν σίδερα, κάγκελα τα χαγιάτια
Ποιος άραγε το κατοικεί ; Δεν είν ΄εδώ κανένας ;
(Μπαίνει μέσα, βγαίνει με τυρόψωμο)
Ας περιμένω να τους πω πως ψωμοτύρι πήρα
να μην σκεφτούν πως μπήκανε κλέφτες από τη θύρα
που είχαν ξεχάσει ανοικτή…
(Εμφανίζεται ξαφνικά, ένας θεόρατος άντρας)

εικόνες παραμυθιού


ΜΕΡΛΙΝΑΡΟΣ


Πως τόλμησες και μπήκες ;
Πως πήρες το τυρόψωμο και το πιοτό που βρήκες :


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Συγχώρεσέ με κι ήμαρτον, δεν είμαι κλέφτρα μόνο
πεινούσα κι ήταν ανοικτά…Φωνάζω σαν σιμώνω
να δω ποιος είν΄ αφεντικό, την άδεια να ζητήσω
κανείς δεν ήταν δυστυχώς…


ΜΕΡΛΙΝΑΡΟΣ


Μπορώ να σε ρωτήσω ;
Καλά που μπήκες, ανοικτά την πόρτα μου την έχω
μα το ψωμί και το τυρί πως πήρες δεν κατέχω ;


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Το ξέρω λάθος έκανα, δίψα και πείνα τόση
το νου μου και τη σκέψη μου την είχανε θολώσει !
Περίμενα για να σε δω συγνώμη να ζητήσω
και με δουλειά τα χρέη μου σε σένα να ξοφλήσω


ΜΕΡΛΙΝΑΡΟΣ


Δεν θα σε βάλω φυλακή για την κακή σου πράξη
ας μείνεις στο πυργόσπιτο, συγύρισμ και τάξη
να βάνεις, γιατί μοναχός κανένας δεν προκάνει


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Σα δούλα θα σ΄ύπηρετώ, λίγο φαγί μου φτάνει


ΜΕΡΛΙΝΑΡΟΣ


Για μυαλομένη φαίνεσαι, θα ΄χεις την ευκαιρία
θα σ΄ερωτώ κι αν απαντάς, γλυτώνεις τη δουλεία !

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

(Η Κεραδοπούλα φτάνει στο παλάτι κατάκοπη)


ΗΡΑΚΛΗΣ


Καλώς τηνε τη μπιστικιά, την πιο καλή μας κόρη
κατέβασες την ασημιά , απ΄τα ψηλά τα όρη ;


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


(προσπαθεί να αρθρώσει λέξη, μα δεν μπορεί)
Μπ…ντ…


ΝΤΙΝΑ


Δε στα΄λεγα Ηράκλη μου…


ΗΡΑΚΛΗΣ


Πως πρέπει να μιλήσω ;
Μήπως το νου τον έχασες ;


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


(Πέφτει στα πόδια του βασιλιά)
Πως να σου τα ΄ξηγήσω ;


ΗΡΑΚΛΗΣ


Τι τσαμπουνάς, τι θες να πεις ;ανάβεις το θυμό μου


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Τιμώρησέ με αφέντη μου…
(μετά γρήγορα)
την έδωσα την ασημιά, το κρίμα στο λαιμό μου!


ΗΡΑΚΛΗΣ


Πως τόλμησες αχάριστη ;


ΝΤΙΝΑ


(μονολογεί)
αλλάζει το σχέδιό μου


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Για μια στιγμή σκότος βαθύ μπήκε στο λογισμό μου
μια γρια μου΄κανε τάξιμο κι έχασα το μυαλό μου


ΝΤΙΝΑ


Τιμώρησέ τη σ” έκλεψε, φωτιά να τηνε κάψει!
(Ακούγεται βέλασμα, μια υπηρέτρια, φέρνει την
ασημένια προβατίνα)


ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ


Βρήκα την ασημένια σου κι είναι θαρρώ κι εντάξει
ΗΡΑΚΛΗΣ


(Αγκαλιάζει το ζώο)
Και που΄ταν η προβάτα μου η παραχαϊδεμένη ;


ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ


Στην κάμερα τσ΄αρχόντισσας ήτανε ξαπλωμένη


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


(προσέχει κι αναγνωρίζει την Ντίνα)
Αυτή ταν η κακιά γρια, με λόγια σε κομπώνει
με τη μεγάλη πονηριά και ψύλλο πεταλώνει
Τη γνώρισ΄απ΄τη μύτη της, τα μάτια την κοψιά της
το κατσαρό τσουλούφι της τα μυτερά τάυτιλα της.


ΗΡΑΚΛΗΣ


(Αργεί μα καταλαβαίνει τι συνέβη)
Κακούργα και πως μπόρεσες τέτοιο να πράξεις κρίμα ;
Να κάνεις τα καράβια σου και να πνιγείς στο κύμα !
Σαράντα χρόνια σε νησί εξόριστη θα μείνεις
Κι αν ξεθυμώσω βλέπουμε μετά τι θ΄απογίνεις!
(Προς Κεραδοπούλα)
Συγχχωρεμένη κόρη μου, η αλήθεια «σέσωκέ σε»
αν θες να μείνεις πάντα εδώ, την άγκυρά σου δέσε !


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Μακάρι να το μπόραγα, μα μέσα στην καρδιά μου
έχω αυτόν τον π΄αγαπώ κι είναι πολύ μακριά μου


ΗΡΑΚΛΗΣ


Να κάνεις ότι επιθυμείς κανείς δεν σε δεσμεύει
(δίνει διαταγές)
Να πάρει ότι χρειαστεί, το βιος μου περισσεύει


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Πως να σ΄ευχαριστήσω πως; τα λόγια δεν μπορούνε
τα πιο βαθιά αισθήματα που έχει η καρδιά να πούνε !


ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ


Μας λες ότι χρειάζεσαι ; αμέσως θα στα φέρου(ν)


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Δυο παπουτσάκια μοναχά, με σόλες του σιδέρου
(Ο Βασιλιά κι οι δικοί του αποσύρονται,
η μικρή φεύγει τραγουδώντας)
Με σιδερένια τσόκαρα
τους κάμπους θα περάσω
και στα πανύψηλα βουνά
τις σόλες θα χαλάσω
Σαν αστραπή θα τρέχω
και δεν θα σταματάω
γι αυτόνε π΄αγαπάω
ρωτώ και προχωράω…

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ

(Διακρίνεται ένα πολύ ψηλό κτίριο)


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Όσο μακριά μου βρίσκεται, ο νους μου είναι κοντά του
μιαν ώρ΄από το στόμα μου δεν λείπει τ΄όνομά του !

(Προσέχει το κτίριο)
Παράξενο πυργόσπιτο, παράθυρα σαν μάτια
οι πόρτες έχουν σίδερα, κάγκελα τα χαγιάτια
Ποιος άραγε το κατοικεί ; Δεν είν ΄εδώ κανένας ;
(Μπαίνει μέσα, βγαίνει με τυρόψωμο)
Ας περιμένω να τους πω πως ψωμοτύρι πήρα
να μην σκεφτούν πως μπήκανε κλέφτες από τη θύρα
που είχαν ξεχάσει ανοικτή…
(Εμφανίζεται ξαφνικά, ένας θεόρατος άντρας)


ΜΕΡΛΙΝΑΡΟΣ


Πως τόλμησες και μπήκες ;
Πως πήρες το τυρόψωμο και το πιοτό που βρήκες :


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Συγχώρεσέ με κι ήμαρτοςν, δεν είμαι κλέφτρα μόνο
πεινούσα κι ήταν ανοικτά…Φωνάζω σαν σιμώνω
να δω ποιος είν΄ αφεντικό, την άδεια να ζητήσω
κανείς δεν ήταν δυστυχώς…


ΜΕΡΛΙΝΑΡΟΣ


Μπωρώ να σε ρωτήσω ;
Καλά που μπήκες, ανοικτά την πόρτα μου την έχω
μα το ψωμί και το τυρί πως πήρες δεν κατέχω ;


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Το ξέρω λάθος έκανα, δίψα και πείνα τόση
το νου μου και τη σκέψη μου την είχανε θολώσει !
Περίμενα για να σε δω συγνώμη να ζητήσω
και με δουλειά τα χρέη μου σε σένα να ξοφλήσω


ΜΕΡΛΙΝΑΡΟΣ


Δεν θα σε βάλω φυλακή για την κακή σου πράξη
ας μείνεις στο πυργόσπιτο, συγύρισμ και τάξη
να βάνεις, γιατί μοναχός κανένας δεν προκάνει


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Σα δούλα θα σύπηρετώ, λίγο φαγί μου φτάνει


ΜΕΡΛΙΝΑΡΟΣ


Για μυαλομένη φαίνεσαι, θα ΄χεις την ευκαιρία
θα σ΄ερωτώ κι αν απαντάς, γλυτώνεις τη δουλεία !

ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Εν τάξει ας αρχίσουμε…


ΜΕΡΛΙΝΑΡΟΣ


Πες μου λοιπόν το ένα ;


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Ένας μονάχα ο Θεός, δεν ξέρω άλλον κανένα !


ΜΕΡΛΙΝΑΡΟΣ


Και τι θα πεις για το διπλό ;


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


-Να δυο ξέρει καθένας
το βόδι βγάζει κέρατα


ΜΕΡΛΙΝΑΡΟΣ
-Συνέχισε το τρία ;


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Ο τρισυπόστατος Σταυρός, τον έχουμ΄όλοι χρεία


ΜΕΡΛΙΝΑΡΟΣ


Καλά τα πας το τέσσερα ; Πως σ΄έππιασα λογιάζω!


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Τεσσαρορόγα η γελάδα μας…


ΜΕΡΛΙΝΑΡΟΣ


– Το πέντε τώρα βάζω


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Το χέρι πενταδάκτυλο !


ΜΕΡΛΙΝΑΡΟΣ


΄Εξι, σωστά μετράω ;


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Της Πούλιας τ΄άστρα θες να πεις


ΜΕΡΛΙΝΑΡΟΣ


-Εφτά , σε ξεγελάω ;
ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Εφτά τα θαύματα κι εφτά σοφούς γνωρίζω μόνο


ΜΕΡΛΙΝΑΡΟΣ


Περνάς και φτάνεις, λέγε οκτώ ;


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Χταπόδι, δεν τελειώνω ;


ΜΕΡΛΙΝΑΡΟΣ

Υπομονή μικρή το εννιά :
ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Εννιάμηνη γυναίκα
ΜΕΡΛΙΝΑΡΟΣ

Θαρρώ πως μας τα λες σωστά, έχει σειρά το Δέκα ;


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Πουλάρι στο δεκάμηνο,μην φτάσεις το σαράντα !


ΜΕΡΛΙΝΑΡΟΣ

 
Το έντεκα ;

          
ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ      

           
Σε τόσους μήνες γίνεται το μοσχαράκι πάντα   

                         
ΜΕΡΛΙΝΑΡΟΣ


Τελειώνω πες το δώδεκα ;


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ

Οι μήνες κι οι Αποστόλοι


ΜΕΡΛΙΝΑΡΟΣ


Γλυτώνεις, πήγαιν΄όπου θες, είναι κοντά κι η πόλη


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Και πως θα φύγω που έλιωσε των παπουτσιών η σόλα ;
το σίδερο δεν άντεξε…


ΜΕΡΛΙΝΑΡΟΣ


Μου βρίσκονται απ΄όλα
και σιδερένια τσόκαρα και παπουτσάκια φίνα


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Θα μου τα δώσεις άρχοντα ; γυρίζω σ΄ένα μήνα
να στα πληρώσω κι όσο θες


ΜΕΡΛΙΝΑΡΟΣ


δε δίνω εγώ πιστώσεις
σου κάνω μιαν ερώτηση, απόκριση να δώσεις
Με κέρδισες τη μια φορά, την άλλη ανε κερδίσεις
τα σιδερένια τσόκαρα τσάμπα θα τ΄αποκτήσεις


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Κι αν χάσω , κι αν λάθος τα πω ;


ΜΕΡΛΙΝΑΡΟΣ


-Θα μείνεις τρία χρόνια
να συγυρίζεις τακτικά κουζίνες και σαλόνια !


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Ξεκίνα ξαναρώτα με


ΜΕΡΛΙΝΑΡΟΣ

Σαν έκτιζα το κάστρο
περίφημο και τρομερό και λαμπερό σαν άστρο
πολλοίπερνούσαν, θαύμαζαν, σε χρήμα το εκτιμούσαν
Ούτε οι γραμματιζούμενοι ούτε οι σοφοί μπορούσαν
να πούνε την αξία του «με πράγματα του κόσμου»
πιο,πάνω στέκει απ΄τα λεφτά ο πύργος ο δικός μου


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Λαμπρότατος ο πύργος σου ¨αξίζει όσο αξίζουν
του Μαρταπρίλη τα νερά, που τα σπαρτά ποτίζουν !


ΜΕΡΛΙΝΑΡΟΣ


(Εκπληκτος)
Περίφημα μ΄απάντησες, ποιον είχες δάσκαλό σου
ποιος ειν΄αυτός φώτισε ξάνοιξε το μυαλό σου ;


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑΣ


Σοφότατος και ξακουστός τον λέγαν γεροντάκι


ΜΕΡΛΙΝΑΡΟΣ


Τον γνώρισα πολύ παλιά, να θυμηθώ λιγάκι
Αυτός που γνώριζε καλά τη φύση των ανθρώπω(ν );
την τάξη τους και τη γενιά, τη χώρα και τον τόπο ;


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Αυτός ξεχώριζε καλά λιθάρια και πετράδια…


ΜΕΡΛΙΝΑΡΟΣ


Τραγούδι του΄βγαλαν γνωστό, το λέγαμε τα βράδια
Να τα παπούτσια που έχουνε τη σιδερένια σόλα.


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Πάρα πολύ σ΄ευχαριστώ για το φαγί για όλα
(απομακρύνεται τραγουδώντας)

Μα σιδερένια τσόκαρα τις πόλεις θα περάσω
στα καλντερίμια τα στενά τις σόλες θα χαλάσω
Σαν αστραπή θατρέχω και δεν θα σταματάω
τις σιδερένιες σόλες θα λιώσω που φοράω

ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ

( Η Κεραδοπούλα πλησιάζει σε ένα πηγάδι)


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Κουράστηκα και δίψασα, να ξαποστάσω πρέπει
ένα πηγάδι βλέπω ΄κει με μολυβένια σκέπη
(πλησιάζει εξετάζει)
Πολύ βαθύ και σκοτεινό, σαν να μην έχει πάτο
Να κατεβώ με το σκοινί να δω τι κρύβει κάτω ;


ΦΩΝΗ


Βοήθεια ρίχτε το σκοινί…


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


άνθρωπος ή τελώνι ;


ΦΩΝΗ


Γέρος κακόμοιρος φτωχός που στο πηγάδι λιώνει
( Η Κεραδοπούλα ρίχνει τον κουβά κι ανεβάζει
ένα γεροντάκι)


ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ


Ευχαριστώ σε κόρη μου να ζεις ευτυχισμένη
( Η Κεραδοπούλα τον περιεργάζεται είναι
πασαλειμένος μέλι


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Η σκούφια σου με το μαλλί σα να ναι κολλημένη

Το γεροντάκι


ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ


Τους λουκουμάδες έφτιαχνα, επήρατο σκουτέλι
και στο πιθάρι που έσκυψα , εκόλλησα στο μέλι
Κατάφερα να μην πνιγώ…τα ρούχα μου κολλάνε
αν δεν αλλάξω γρήγορα οι μύγιες θα με φάνε


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Τι κρύβει εκεί στον πάτο του
(δείχνει το πηγάδι)


ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ


κόρη χαριτωμένη
εκεί στα βάθη κρύβεται παλάτι στολισμένο
κανείς δεν το φαντάζεται…


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


είναι καλά κρυμμένο

την σχεδίαζε…


ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ


Έχει σαράντα κάμερες κι εικοσιδυό σαλόνια
κουζίνες, τάβλες αργυρές σ΄ανώγια και κατώγια
Τους θησαυρούς τους δεν μπορεί κανείς να τους μετρήσει
και τα κελάρια που έχουνε με τρόφιμα γεμίσει


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Παππού ποιοι το΄φτιαξαν αυτό το σκοτεινό παλάτι ;

μέσα στα έγκατα της γης κι ακόμα πες μου κάτι
εσύ πως βρέθηκες εκεί χωρίς σκοινί και σκάλα ;


ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ


Σαράντα κλέφτες το ΄κτισαν , που πλούτη έχουν μεγάλα
Αυτοί το κατασκεύασαν μ΄ανθρώπους σκλαβωμένους
κτιστάδες μα και ξυλουργούς τεχνίτες ξακουσμένους
Μα σαν τελειώσαν τις δουλειές , αντί να τους τιμήσουν
τους σκότωσαν, να μην μπορούν να βγουν και να μιλήσουν
Σαράντα χρόνια βρίσκομαι κι εγώ στη δούλεψή τους
μικρό παιδί με κλεψανε , να φτιάχνω το φαγί τους.
Ποτέ δεν μ΄άφησαν να βγω απ το βαθύ πηγάδι
θαμμένο μ΄είχανε στη γη σαν να΄μουνα στον Άδη
Τραβούσαν πάνω το σκοινί, όταν μακριά πηγαίναν
σαράντα μέτρα μες τη γης ποιος να μ΄ακούσει εμέναν ;
Πες μου τι θες για το καλό που μου΄κανες κοπέλα ;


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Λίγο νερό γιατί διψώ σαν να “ φαγα σαρδέλα

η σκούφια σου με το μαλλί σα να ναι κολλημένη

ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ


Είναι στον τράφο μια πηγή, μπορείς να ξεδιψάσεις
τι θέλεις άλλο σκέψου πριν εμένανε με … χάσεις


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Παππούλη τι μπορείς να βρεις πολύ φτωχός δεν είσαι ;
Αλήθεια λες μα πες μου εσύ οικ κλέφτες πριν γυρίσουν
γιατί γνωρίζω θησαυρούς που κρύψαν στο πηγάδι
μπορώ να φέρω γρήγορα, το πιο ακριβό πετράδι !


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Παπούτσια δυο μου λείπουνε μα να ναι σιδερένια


ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ


(Παραξενεμένο)


Το πιο εύκολο κορίτσι μου καμιά μην έχεις έγνοια
πολλά ζευγάρια βρίσκονται στο υπόγειο το παλάτι
που τρέχουν τόσο γρήγορα σαν του Πηγάσου τ΄άτι
Τα ΄χουν οι κλέφτες για δουλειές σα θέλουνε να πάνε
σε χώρες που ναι μακρινές, σαν αστραπή γυρνάνε !

ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Ευχαριστώ πάρα πολύ


ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ


… μην κάνεις τόσον κόπο
σαν το πουλί πάω και γυρνώ, ξέρω καλά τον τόπο
( Ο γέρος, μπαίνει και επιστρέφει καλοντυμένος, δινει τα
παπούτσια στην μικρή)


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


(Φιλά το χέρι του γέρου)
Καλοστρατιά παππούλη μου και δώσ΄μου την ευχή σου


ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ


Που θες να πας κορίτσι μου κι είσαι ντουχιουντισμένη 

:
ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Σ΄άγνωστο τόπο μακρινό, είμ ΄ αρραβωνιασμένη


ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ


Ετσέπωσα λίρες χρυσές κι ατίμητα πετράδια
αν θέλεις πάρε μερικά, χέρια μην έχεις άδεια !


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Ευχαριστώ να σαι καλά μα τίποτα δεν θέλω


ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ


Εν τάξει πα να φύγουμε…
( Η Κεραδοπούλα τρέχει και κρύβεται, ο γέρος δεν προλαβαίνει
οι ληστές τον πιάνουν)

ΜΑΧΜΟΥΤ


Για γκελ μπουρντά παλιόγερε…


ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ


δεν ήθελα να φύγω…
μ” αφού το βρήκα το σκοινί, να δω τον ήλιο λίγο
πεθύμησα, συμπάθησε και μένα δεν σου φταίω…
εσείς μ΄αφήσατε σκοινί…


ΜΑΧΜΟΥΤ


Ποιος την τριχιά την ξέχασε ; Φέρτε τον τελευταίο !


ΛΗΣΤΗΣ
(Φοβισμένος)
Εγώ Μαχμούτ τη μάζεψα…


ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ


Ακουστε τον τον νέο
ο αγέρας ήταν δυνατός και γύριζε τη σβίγα
κι όταν ντιντίνισε ο κουβάς τότε κι εγώ επήγα
να δω τι γίνεται γιατί φόβος πολύς με πήρε


ΜΑΧΜΟΥΤ


Αλήθεια λες ή τσαμπουνάς ψευτιές ; κοντά μου σύρε…
οι τσέπες σου φουσκώνουνε, τι κρύβεις εκεί μέσα ;


ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ


(Εκτελεί την εντολή)


ΛΗΣΤΗΣ


Καλά κατάλαβα καλά ήθελε να μας κλέψει


ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ


Κλέφτης κλεφτών αλλοίμονο, ποτέ δεν είχα σκέψη
να πάρω τις πραμάτειες σας, τα πλούτη σας τα τόσα


ΜΑΧΜΟΥΤ


Τι μουρμουράς παλιόγερε δικά σου είναι τα γρόσα ;


ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ


Κάτι ψιλά δανείστηκα ότι χωρά μια τσέπη
να πάω στο χωριουδάκι μου και στη δική μου σκέπη
να δω τ΄αδέρφια τους γονιούς, μετά σαράντα χρόνια
θα χουνε να ΄νετάσσουνε πολλά παιδιά κι εγγόνια


ΜΑΧΜΟΥΤ


Τόσα λεφτά τι τα΄θελες ;


ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ
για «καλή χέρα» μόνο
σε κάθε ανήψι έναν παρά θα χρειαζόμουν τόνο
λεφτά …


ΜΑΧΜΟΥΤ
πολλα λες ψεύταρε, απ τα δικά μας πήρες
ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ
Θα γύριζα στα δούλεψα…


ΜΑΧΜΟΥΤ

θα΄φευγες με τις λίρες
και δεν θα ξαναγύριζες


ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ


Αν είχα νιάτα βέβαια
δεν θα με ξοδαράκια μου τρέμουν πως ν αντέξουν
στους κάμπους στ΄άγρια βουνά μπορούσανε να τρέξουν ;


ΜΑΧΜΟΥΤ


Παμπόνηρε δεν με γελάς κανέναν δεν κομπώνεις
στον πάτο στο πηγάδι μας την κούτρα σου να χώνεις


ΛΗΣΤΗΣ


Να μασε φτιάξει φαγητά, τηγανιστούς κεφτέδες
ντολμάδες μ΄ αμπελόφυλλα και του κρασιού μεζέδες


ΜΑΧΜΟΥΤ


Θα ΄ρθούμε γρήγορα γι αυτό μη αργήσεις


ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ


Στο πι και φι τα κάνω εγώ, μα μην με τιμωρήσεις…


ΛΗΣΤΗΣ


Ψάξε και για γλυκίσματα, λίγη ρακί να πιούμε
(Τον σπρώχνουν για να τον ρίξουν στο πηγάδι, ενώ μονολογεί)


ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ


Αν θα γλυτώσει η κοπελιά, λεβέντες θα τα πούμε…
(Οι κλέφτες απομακρύνονται τραγουδώντας)
Σαράντα παλικάρια από τη Μπαρμπαριά
είναι σκληρά σαν πέτρα δεν έχουνε καρδιά
Δαιμονισμένα τρέχουν, σε κάμπους και βουνά
σπιθίζουνε στον ήλιο σπαθιά μαροκινά
Χαίρονται μες της μάχης την κοσμοχαλασιά
τους πιάνει στεναχώρια, σαν έχουνε δουλειά


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


(Βγαίνει από την κρυψώνα και εμφανίζεται)
Ας κατεβώ στου πηγαδιού τον πάτο, στο παλάτι
που κατοικούνε οι ληστές που φύγανε τρεχάτοι
Θ΄αργήσουν να γυρίσουνε στο σκοτεινό τους μέρος
για να προλάβει ν΄ανεβεί κι ο κακομοίρης γέρος ;
(Πλησιάζει το στόμιο του πηγαδιού)
Παππούλη που ΄σαι ; κρύφτηκες ; έβγα και μην φοβάσαι


ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ


Μες το πηγάδι βρίσκομαι…
(Η Κεραδοπούλα τον ανεβάζει με το σκοινί)
καλά ΄μαι μη λυπάσαι


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Τι σου΄καναν οι αντίχριστοι ;


ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ


μόλις με ρίξαν χάμου
γελούσανε κι από καρδιάς…


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Με σένα γέροντά μου ;

ληστής


ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ


Είναι σκληροί κι απάνθρωποι, φιλότιμο δεν έχουν
στην παραζάλη χαίρονται, τα αίματα σαν τρέχουν
Έχουν ρημάξει τα χωριά, δεν κλέβουν πλούσιους μόνο
αρπάζουν στάρια μα κι ελιές απ΄όλους κάθε χρόνο
Κι εμένανε να μην με κλαις, τα΄φαγα τα καρβέλια
τους χωρικούς μας να σκεφτείς που΄χουν μικρά κοπέλια


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Έχω πολλά μες το μυαλό, ας πάμε να κρυφτούμε
και σαν γυρίσουν βλέπουμε…


ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ


(Κάνει κίνηση σαν να τραβά το σκοινί)
και το σκοινί τραβούμε
και στο πηγάδι μένουνε σαν ποντικοί κλεισμένοι
έχουνε τρόφιμα πολλά να ζουν φυλακισμένοι
(Οι ληστές επιστρέφουν, κατεβαίνουν στο παλάτι τους)


ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ


Σαράντα παλικάρια από τη Μπαρμπαριά
σαν λύκοι πεινασμένοι ξεσπάνε στα χωριά


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Φυλάγουνε τα πλούτη στα έγκατα της γης
μερμήγκια σαρκοβόρα που δεν πατά κανείς


ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ


Θα μείνουνε κλεισμένοι σε φυλακή δική τους
μονάχοι τους θα τρώνε θα πίνουν το κρασί τους


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Θα ναι κλεισμένοι μέχρι να βάλουνε μυαλό
τα κύματα θα σπάσουν στα βράχια στο γιαλό


ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ


Θα κάνουν την ανάγκη φιλότιμο κι ευγένεια
και θα τραβούν με πάθος τα μαύρα τους τα γένια


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Βαρια τις τιμωρήσαμε τις πράξεις τις κακές τους


ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ


Θα σέυλογούνε τα χωρια που σώσαν τις σοδιές τους


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Χωρίζουνε οι δρόμοι μας γειά σου παππούλη πάω


ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ


Καλοστραθιά μικρούλα μου και θα σου συγχωρ(ν)άω
(Αποχαιρετιούνται φεύγουν)


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Παπούτσια δώστε μου λοιπόν μα να ναι σιδερένια
που να μπορώ να τα πηδώ τα πιο ψηλά μπεντένια
Σαν σίφουνας θα τρέχω καθ ΄έναν θα ρωτάω
μέχρι να βρω τον Τζίνι, αυτόνε π΄αγαπάω

pastedGraphic_2.pdf

Η Κεραδοπούλα 

ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ

(Η Μικρή έχει φτάσει επιτέλους, στο παλάτι του Τζίνι
Μαντσίνι, κατακουρασμένη)


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Ανέγνωρη εγίνηκα κανένα δεν κατέχω
και σαν το έρημο σκυλί απάνω κάτω τρέχω
Σαν να χω ξανάρθεί εδώ…θυμάμαι το παλάτι
τα δέντρα τα χω ξαναδεί και κείνο το χαγιάτι
(μια γυναίκα περνά, την ρωτά)
Πως τηνε λεν την πόλη σας και ποιος τη διαφευτεύει ;


ΓΥΝΑΙΚΑ


Τη χώρα Μάντσα την καλούν κι ο Τζίνι βασιλεύει


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ
(Μονολογεί)
Αν Μάντσα λέγεται, αυτόν δεν τονε λέν Μαντσίνι ;
(Προχωρά προς την είσοδο)
Να το παλάτι το λαμπρό, ας πάω να ρωτήσω
(Μπροστά στην πύλη στέκει ένας φρουρός)
Άσε με σε παρακαλώ να δω τ΄αφεντικό σου


ΦΡΟΥΡΟΣ


Αν ήρθες δω για ζητιανιά, τον χάνεις τον καιρό σου


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Δουλειά ζητώ δεν θέλω εγώ κανείς να μ΄ελεήσει


ΦΡΟΥΡΟΣ

Φρουροί


Τον Τζίνι δεν μπορείς ποτέ να δεις, να σου μιλήσει
κλεισμένος είναι μοναχά η μάνα του τον βλέπει
εφτά χρονιές επέρασαν…


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


(Μονολογεί) να δω τη μάνα πρέπει…
(προς τον φρουρό)
Μας πες μου τι τον έπιασε ; γιατί ποτέ δεν βγαίνει ;


ΦΡΟΥΡΟΣ


Κανείς δεν ξέρει, μοναχός με στο παλάτι μένει

ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Να μου επιτρέψεις να μαι δω (κάθεται στα σκαλιά)
να δω τη Μεγαλοκυρία ;


ΦΡΟΥΡΟΣ


Αν έχεις την υπομονή θα βρεις την ευκαιρία
(Εμπιστευτικά)
πολλοί λεν πως τον βάσκαναν νεράϊδες στο ποτάμι
χίλιες γητειές του κάμανε, δεν μπόρεσε να γιάνει
Μιλιά δεν βγάζει δεν γελά δεν τρώγει και δεν πίνει
μόνο θλιμμένη μουσική παρηγοριά του δίνει

ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


(Μονολογεί)
Ο πόνος είναι αβάσταχτος δεν τον ξεφανερώνει
προτίμησε στη μοναξιά σαν το κερί να λειώνει
Αυτά που πέρασα χρονιές εφτά στους πέντε δρόμους
ούτε λεφτό δεν κάνουνε μπρος τους δικούς του πόνους
Κουράγιο Θε μου δώσε μου και δύναμη νάντέξω
τα βάσανα και του καημούς, μ ΄αγάπη να γιατρέψω
(Πλησιάζει επίσημη πομπή της Βασίλισσας – μάνας)

ΜΑΝΑ


Εσκοτείνιασε(ν) η πλάση…η βροχή πάλι θ΄αρχίσει


ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ


Μην ανησυχείτε βγαίνει τώρα ο ήλιος, θα φωτίσει


ΜΑΝΑ


Σκέφτομαι το γιο μου μόνο
με το φως αναθαρρεύει
αχ τον ήλιο να μπορούσα
και τη νύχτα να κρατούσα
να τον βλέπω να μερεύει…


ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ


Κάθε αρρώστια θέλει χρόνο…


ΦΡΟΥΡΟΣ


Κυρά μου μια μικρή μπορεί να σας μιλήσει τώρα ;


ΜΑΝΑ


Τι θέλεις κοπελούδα μου, δεν έχω πολλή(ν) ώρα


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Στη δούλεψή σας πάρτε με


ΜΑΝΑ

Τι ξέρεις συ να κάνεις ;


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Πολλές τέχνες μου μάθανε


ΜΑΝΑ


γλυκά μπορείς να φτιάνεις


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Γνωρίζω χίλιες συνταγές κουλούρια τσουρεκάκια
ταψιού γλυκά και κουταλιού πελτέ και κερασάκια


ΜΑΝΑ


Ας έρθει κι η μαγείρισσα, για τρέξε φώναξέ τη
(Έρχεται γρήγορα)


ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ


Βασίλισσα μου διάταξε γλυκό θέλεις, σερπέτι ;


ΜΑΝΑ


Για σίμωσε για να σου πω
(της μιλά σιγά) την ξέρεις την κοπέλα ;


ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ


Ποτέ μου δεν την έχω δει


ΜΑΝΑ


(Προς την Κεραδοπούλα) μην με φοβάσαι κι έλα!
Ποιος είναι ο τόπος σου μικρή και ποιόνε κύρην έχεις ;

ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Η χώρα μου είναι μακρινή και πως να την κατέχεις
Τον άτυχο πατέρα μου εκεί τονε τιμούνε


ΜΑΝΑ


Καλό κορίτσι φαίνεσαι, αυτά που λες αρκούνε
(Προς τη μαγείρισσα)
Στο μαγεριό πηγαίνετε κουλούρια με το μέλι
ζυμώσετε και ψήσετε μήπως ο γιος μου θέλει


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Ευχαριστώ σε αρχόντισσα αμέσως ξεκινάμε
θα φτιάξουμε τέτοια γλυκά που όλοι θα τα παινάνε
(Φεύγουν η μικρή κι η μαγείρισσα)


ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ


Κερά μου μήπως βιάστηκες ; γράδαρες το κορίτσι ;


ΜΑΝΑ


Το πρόσεξα πολύ καλά, τα λόγια τη φωνή τση
το καθαρό της πρόσωπο το θαρραλέο βλέμμα
δεν δείχνουν κουτοπονηριά δεν κρύβουνε το ψέμα

ΣΚΗΝΗ ΟΓΔΟΗ

(Στη κουζίνα του )

ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ


Ας ψιλοκοσκινίσουμε να βρούμε και λεμόνι
κι ανθούς κιτροπορτοκαλιάς, ξαρρωστικό κυδώνι


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Εμάζεψα τον έρωντα τα βουνά στην Κρήτη
Θα τον ανακατέψουμε με μέντα Ψηλορείτη


ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ


Και θα προσθέσουμε μετά και χιώτικη μαστίχα
κι άλλα πολλά μυρωδικά, που στο ντουλάπι μου είχα


( Εργάζονται δραστήρια, η Κεραδοπούλα
μονολογεί)


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Στο κουλουράκι τουτο δω βάζω το δακτυλίδι
που μου΄δωσε κάποια βραδιά, μακάρι να το ίδει
(Τελειώνουν το ψήσιμο, η μικρή αδημονεί)


ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ


Αγάλι αγάλι γίνεται η αγγουρίδα μέλι


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Αν θα τ΄αφήσεις θα καούν κανείς δεν θα τα θέλει


ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ


Δεν θα μου μάθεις μια δουλειά που τόσα χρόνια κάνω!


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Συγχώρα με καμιά φορά τα λογικά μου χάνω


ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ


Ας είναι σε συμπάθησα, τίποτα μη σε βιάζει
σαν θα τα βγάζουμε θα δεις όλοι θα κάνουν χάζι
γιατί θα ναι κι ανεβατά και μοσχομυρισμένα


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Βάλε κυρά την τέχνη σου να ναι καλοψημένα


ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ


Το φούρνο τον ταπώσαμε με χώμα δες καπνίζει
στην ώρα τον ανοίγουμε κι ο κόσμος θα μυρίζει
(Ξεφουρνίζουν, τοποθετούν σε μια πιατέλα τα
κουλουράκια, στην κορυφή τοποθετεί
η Κεραδοπούλα αυτό που έχει το δακτυλίδι)


ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ


Κακόφαγος και νευρικός κατάντησε ο Μαντσίνι
ποτέ δεν βγαίνει ούτε γελά, δεν τρώγει και δεν πίνει !


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


(Μονολογεί)
Κι αν δεν αγγίξει τα γλυκά ; κι αν πάρει κάποιο άλλο
κι ο αρραβώνας του αν χαθεί ; πόνο θα χω μεγάλο
(΄Ερχεται η Βασίλισσα Μάνα)
Ομορφοκάμωτα πολύ να χουν κι ωραία γεύση ;
Ας δοκιμάσω για να δω…
( Πάει να πιάσει το κουλουράκι της κορυφής
η μικρή έντρομη, προλαβαίνει και της δίνει άλλο)


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


…η στοίβα θα μας πέσει


ΜΑΝΑ


Να δoύμε αν συγκινήσουνε το γιο τον κανακάρη
το δυνατό τους άρωμα τη μύτη θα του πάρει
( Η Μάνα παίρνει το δίσκο και προχωρεί στα διαμερίσματα
του γιου της


ΜΑΝΑ


Καλησπερούδια σου πολλά πως πέρασες την ώρα ;
(Ο Μαντσίνι δεν αντιδρά)
εν τάξει μην ταράζεσαι, γλυκά σου φέρνω τώρα…
Μα δεν θα φύγω ξέρε το, πριν να δαγκώσει ένα
εγώ με τα χεράκια μου τα ζύμωσα για σένα
(Ο Τζίνι παραμένει απαθής)
Το ξέρω πως θα σ΄ενοχλώ, δοκίμασε και πάω…
( Η Μάνα επιμένει, μέχρι που αναγκάζεται ο Μαντσίνι
να πάρει ένα κουλουράκι, το πάνω πάνω)


ΜΑΝΤΣΙΝΙ


(Αφού δάγκωσε το τσουρέκι,κοντεύει να σπάσει τα δόντια του))
Να πάρει η οργή τι γίνεται ;
(Βρίσκει το δακτυλίδι και μένει έκπληκτος)
ποιός τα΄φτιαξε ρωτάω ;


ΜΑΝΑ


Εγώ με τα χεράκια μου παιδί μου , τι συμβαίνει ;


ΜΑΝΤΣΙΝΙ


(Σιγά)
Ετούτη σκάει και γάιδαρο…
μα δεν καταλαβαίνει ;


ΜΑΝΑ


Μην μου θυμώνεις θα στο πω, ημέρωσε και φάτα
ένα κορίτσι τα΄πλασε τόσο γλυκά κι αφράτα!


ΜΑΝΤΣΙΝΙ


Είναι δική μας κοπελιά, μας ήρθε από τα ξένα ;


ΜΑΝΑ


Από μακριά μας έφτασε δεν ξέρει εδώ κανένα


ΜΑΝΤΣΙΝΙ


Δεν μου την στέλνεις να τη δω να τη ρωτήσω κάτι ;


ΜΑΝΑ


Αμέσως θα΄ρθει γιόκα μου, πριν φας άλλο κομμάτι
( Η Μάνα φεύγει βιαστικά, ο Τζίνι ζωντανεύει, περιποιείται
τον εαυτό του, καλεί τους μουσικούς)

ΜΑΝΤΣΙΝΙ


Τα όργανά σας πάρετε, στη σάλα τη μεγάλη
ανοίχτε τα παράθυρα, μου πέρασε(ν) η ζάλη
(Βηματίζει πάνω κάτω νευρικά)
Ανέλπιστη παράξενη στάθηκε τούτη η μέρα
από τον πάτο του γιαλού, εβγήκα στον αγέρα!
και σαν το ψάρι πιάστηκα στο δίκτυ σπαρταράω
εξέχασα τον ουρανό τη γης οπού πατάω…
(Εμφανίζεται η Κεραδοπούλα)
Που χάθηκες πως βρέθηκες ; κόντεψα να πεθάνω


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Καιρούς και χρόνια θα χουμε στον κόσμο τον απάνω
γαι να μου πεις και να σου πω


ΜΑΝΤΣΙΝΙ


Θα μ΄αγαπάς θα σ΄αγαπώ…

ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Το ξέρω πως επέρασες μα πως να σου μηνύσω
και πως να βρω το δρόμο μου κοντά σου να γυρίσω ;


ΜΑΝΤΣΙΝΙ


Σε ζήτησα παντού στη γη, σ΄όλη την οικουμένη
και στου βουγιού το κέρατο θα σ΄εύρισκα κρυμμένη !
έταξα χρήματα πολλά πολύτιμα πετράδια
αμπελοχώραφα κι ελιές και στάνε ςμε κοπάδια
σ΄όποιον θα ΄ρχόταν να μου πει, πως σ΄είδε πως σε ξέρει
σ΄αυτόν που κάποιαν είδηση δική σου θα μου φέρει
Ήρθανε στην αρχή πολλοί που νόμιζαν πως σ΄είδα(ν)
κι άλλοι που με κομπώσανε με ψεύτικη(ν ) ελπίδα
Σιγά σιγά βαρέθηκαν κι οι μπιστικοί τ΄αφήκαν
τα μακρινά ψαξίματα που τίποτα δεν βρήκαν

Και πέρασαν χρόνια πολλα, χωρίς κανείς να φτάσει
με κάποιαν είδηση καλή που να χει κάποια βάση

Σ΄αγιούς έκανα τάξιμο και σ΄εκκλησιές κινούσα
να βρω γαλήνη, να σταθώ στα πόδια δεν μπορούσα
Γιατί έβλεπα να χάνονται σαν κτίσματα της άμμου
ελπίδες κι όνειρα πολλά που έκρυβα στην καρδιά μου
Στο τέλος μόνος κλείστηκα μέσα στην κάμαρα μου
οι πόνοι δεν λιγαίνανε κι ούτε τα κλαματά μου
και μου φαινόταν, ήμαρτον, ότι για μένα φως μου
κόλαση και παράδεισος είναι του πάνω κόσμου


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Ας πούμε δοξα σοι ο Θεός…αλλά μην συνεχίζεις


ΜΑΝΤΣΙΝΙ


Κι εσύ θα πέρασες πολλά,άλλη φορά τ΄ αρχίζεις…


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Τα πράματα που γίνανε πως να σου τα ΄στορήσω ;
τ΄ανήλιαγό μου το πουλί, ποιος θα το φέρει πίσω ;
Πέρασα κάμπους και βουνά, πόλεις σκοτεινιασμένες
έρημους άδεντρες καφτές, θάλασσες αφρισμένες
Οι χώρες με στενεύανε κι οι ποταμοί λιγαίναν
σαν έτρεχα χωρίς πνοή, να βρω καλέ μου εσέναν
Πολλόί με βοηθήσανε χωρίς να με γνωρίζουν
ο Μέρλιν με τον πύργο του, που κάνει όσο αξίζουν
του Μαρταπρίλη τα νερά κι ο γέρος στο πηγάδι
που το ταπώσανε μαζί με τους ληστές το βράδυ
Κι ο βασιλιάς που λάτρευε τη χρυσοκουδουνάτη
μια προβατίνα που ήτανε χαρίσματα γεμάτη
Αυτοί μιυ δώσαν τρείς φορές τις σιδερένιες σόλες
που λιώσανε σαν έτρεχα καθημερνές και σκόλες


ΜΑΝΤΣΙΝΙ


Περάσανε τα βάσανα οι πίκρες μας κι οι πόνοι
τσ ΄αγάπης ο καυτός Νοτιάς νερό έκανε το χιόνι


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Μην μου θυμίζεις τα παλιά καλέ μου…


ΜΑΝΤΣΙΝΙ


σε κοιτάζω
και νοιώθω ξέφρενη χαρά τον ουρανό δοξάζω


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Μα…μήπως ονειρεύομαι, φανταστικός μου μοιάζεις…


ΜΑΝΤΣΙΝΙ


Είμαι κοντά σου αληθινός άγγιξε μην διστάζεις…


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Ήσουν κλεισμένος στο μυαλό και της καρδιάς τα βάθη
σαν σ΄ακουμπώ μπορώ να πω, καιρούς πως σ΄έχω μάθει
Πολλά χρόνια στην σκέψη μου την είχα τη μορφή σου
πραγματική κι αληθινή, κουβέντιαζα μαζί σου…


ΜΑΝΤΣΙΝΙ


Μετά τις λύπες η χαρά όταν χαμογελάει
στον έβδομο τον ουρανό και πιο ψηλά μας πάει
(μονολογεί)
Χαρώ το το κορίτσι μου, χαρίνω το, χαρώ το
από το χέρι το κρατώ και πάλι αναζητώ το!

ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Ω Θέ μου σε παρακαλώ την ώρα κάτησέ τη
και τη δική μας τη χαρά στον κόσμον άπλωσέ τη


ΜΑΝΤΣΙΝΙ


Τα βλέπω ροδοκόκκινα, όλα τριγύρω να ναι


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Οι μαύροι πόνοι κι οι καημοί, εφύγανε και πάνε

ΜΑΝΤΣΙΝΙ


Ας έρθουνε τα τύμπανα, σάλπιγγες και τρομπόνια
κι ο δυνατοί ντελάληδες, με τα πλατιά πλεμόνια
να διαλαλήσουνε παντού, σ΄Ανατολή και Δύση
πως βρέθηκε το ταίρι μου κι ο γάμος μας θ΄αρχίσει
Να προσκαλέσουν άρχοντες αλλά και δουλευτάδες
γυναίκες με μωρά παιδιά και γέρους και γιαγιάδες
τρικούβερτο να στήσουμε γλέντι σαράντα μέρες
μόλις θα τις περάσουμε του γάμου μας τις βέρες


ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Είναι η χαρά καμιά φορά τόσο πολύ μεγάλη
και μ΄όλους να την μοιραστείς, πάλι σου φέρνει ζάλη


ΜΑΝΤΣΙΝΙ


Οι μουσικοί να παίζουνε να τραγουδούν με κέφι
το φως τσ΄αγάπης τα΄διωξε της λύπης μου τα νέφη
(Οι μουσικοί τραγουδούν)
Μυρωδιά της μέντας
γεύση του λωτού
φως που λάμπει πάλι
μάχεται παντού
να νικήσει μαύρα
σύννεφα του νου

Στην αγάπη δώσε χώρο
σώμα ν απλωθεί
να ριζώσει να΄βγουν κλώνοι
να φανούν α(ν)θοί

Θάλασσα με κύμα
γεύση τ΄αλατιού
άνεμος που τρέχει
νέφη τ΄ουρανού
δάκρυ στεγνωμένο
σ΄άκρη του ματιού

Στην αγάπη δώσε χώρο
σώμα ν απλωθεί
να ριζώσει να΄βγουν κλώνοι
να φανούν α(ν)θοί

ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ


Παράξενοι τραγουδιστές, μιλούνε στην καρδιά μου
και κόβουν τα στιχάκια τους κοντή την αναπνιά μου


ΜΑΝΤΣΙΝΙ


Έχουν ταλέντο κι αίσθημα, ήταν παρηγοριά μου
τ΄ατέλειωτα μερόνυχτα στην άδεια κάμαρά μου
(Συγκεντώνονται όλοι)

ΜΑΝΤΣΙΝΙ


Αυτήν τη νύφη διάλεξα μανούλα κοίταξέ τη


ΜΑΝΑ


Είναι καλή και σοβαρή γιε μου αγγάλιασέ τη
(Μονολογεί)
Από τη λύπη στη χαρά κι από το γέλιο δάκρυ
ο κύκλος που συχνογυρνά, δεν έχει μέση κι άκρη

(Στο προσκήνιο, ενώ κλείνει η αυλαία)


ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α


Φτερά στους ώμους τους εξαναβγήκαν
το πνεύμα τους φεγγοβολάει
σαν άστρο σε πλατιά πελάη
κι όλα τα βάσανα του ξεχαστήκαν
καθώς τους ζάλισε μεθύσι
αγάπης που ποτέ της δεν θα σβήσει


ΥΠΗΡΕΤΗΣ Β


Λιγνο καλάμι μην κρατείς λευκό κερί μην λύσεις
το παραμύθι που άκουσες να μην το λησμονήσεις


ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α


Τι ; παραμύθια ; ψέματα ; αληθινά τα βρήκα
τσ΄αγάπης τους τα βλασανα, τους πόνους και…τη γλύκα

ΥΠΗΡΕΤΗΣ Β


Μην βάζεις ερωτήματα που θέλουνε σοφία
των αισθημάτων μην χαθεί το βάθος κι η ουσία


ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α


Γεια σας λοιπόν αφήστε τους αυτούς καλά περνάνε
κι όλοι πολύ καλύτερα στο σπίτι που γυρνάνε

ΑΥΛΑΙΑ


σημείωση: έχει προβλημα μεγέθους εικόνων ο Μαk very sorry