ΠΑΙΔΙΚΗ ΜΟΥΣΑ: Η ΜΑΝΑ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ‘ 7 ΠΑΙΔΙΑ

Π Α Ι Δ Ι Κ Η    Μ Ο Υ Σ Α

αφιέρωση : στην μικρή μας μελισσούλα, την Φένια

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια μάνα μ´ εφτά παιδια

Τα κορίτσια πιο μεγάλα και τ΄αγόρια πιο μικρά ...
Και περάσαν χρόνια
Διάβηκαν καιροί
Απομένει η μάνα
έρμη μοναχή

Κι αρρώστησε η μάνα
Αρρώστησε βαριά
τα παιδιά της ζήτησε
Που τα λαχταρά

Μινωϊκό κόσμημα, σφήκες σε σταγόνα μέλι
Μινωϊκό κόσμημα, σφήκες σε σταγόνα μέλι

Απάντησε η σφήκα
-«Τωρα δεν μπορώ
Χτίζω το νοικοκυριό
Κι αν τελειώσω εχω κι ´αλλο
Έργο  πιο μεγάλο»

Unknown

Απάντησε η αράχνη
-«Τωρα δεν μπορώ
Φαίνω και ξυφαίνω δεν εχω καιρό
Κι αν τελειώσω πλύνομαι
Τρέχω και ξεντύνομαι

10437245_10202890686621451_1158147745_n

Απάντησε η χελώνα
-Τώρα δεν μπορώ
Πλένω και ξεπλένω με θολό νερό
Και μετα σκάβω μπροστά μου
Για να βάλω και τ αβγά μου

10461775_10203000888176421_683416405_n

Απάντησε ο σκατζόχοιρος
-Τωρα δεν μπορώ
Τέλι στο χωράφι βάζω αγκαθωτό
Και μετά θάμαι στην πόρτα
Και να καθαρίζω χόρτα

 

Απάντησε ο μέρμηγκας
-Τώρα δεν μπορώ
Κουβαλώ στηνπλάτη τον βαρύ καρπό
Και μετα θα καθαρίζω
Πλένω και σκουπίζω

 

Κι απάντησε ο ζιτζικας
-Τώρα δεν μπορώ
Κι όταν θα νυχτώσει δεν θάχω καιρό

 

μετά που θα να φύγω δρόμο πως να βρω;
Το σκοτάδι μαυρο και πολυ πυκνό
Κι απάντησε η Μέλισσα
Έρχομαι αμέσως
Τ άνθη θα τ´ αφήσω γιατί σ΄αγαπώ
Αύριο γυρίζω νέκταρ για  να βρω

images-4

Πικραμένη η μάνα
Είπε για την σφήκα:
-Πάντα να σκουπίζεις
Ούτε σπίτι κι ούτε γλύκα
να μην καζαντίζεις !

Είπε στην αράχνη
Φαίνε ξύφαινε χωρίς
Να τελειώνεις να χαρείς
Και τους άλλους να ζηλεύεις
Και πίκρα να κοροϊδεύεις

Είπε στην χελώνα
Το σκαφήδι σου μπορείς
Στην πλάτη σου να το δεις
Και την πλύστρα σου από κάτω
Για του στομαχιού τον πάτο

Είπε στον σκατζόχοιρο
Σύρματα να τυλιχτείς
Και τ´αγκάθια θα τα δεις
Και στην πλάτη και το σώμα
Και θα χώνεσαι στο χώμα

Είπε στον μέρμηγκα
Πάντοτε να κουβαλείς
Μέρα νύχτα να μοχθείς
Κι απ τους σπόρους ένα μόνο
Να τον γεύεσαι το χρόνο

Από τις ιστορίες του ΑΙΣΩΠΟΥ
Από τις ιστορίες του ΑΙΣΩΠΟΥ

Είπε και στον τζίτζικα
Όλη μέρα να πεινάς
Μόνος σου να τραγουδάς
Να διψάς και να στεγνώνεις
Μα νεράκι να μην σώνεις

Είπε και στη Μέλισσα
Νά σαι πάντα ολόγλυκειά
Νέκταρ γύρη να δειπνάς
Να χορταίνεις να γελάς
Και στο θολό τουρανού
Φως να δίνεις του Θεού

ΤΕΛΟΣ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

2012-10-22 11.52.07ΤΕΛΟΣ   ΕΠΟΧΗΣ

 

Κι όταν φτάνουν μεσάνυχτα στοιβάζονται εικόνες κι αισθήματα

-αντηχούν φύλλα τρομερών γεγονότων…

….

και γρήγορα όλα σβήνουν και ανοίγουν όνειρα από βιβλία χαμένα,

παρασκευάζονται ελιξίρια

κι οι πυγολαμπίδες ανάβουν κεράκια στη μέση της ακρογιαλιάς του Λυβικού

– εκεί που σκάει το κύμα μην αγγίζεις ότι αγαπάς μην πληγώνεις ότι ακουμπάς

Τασυννεφα...

η σιωπή έχει το χρυσάφι της αφής

κι η αγάπη δεν δοκιμάζει αρώματα

 

Κι αν δεν ταιριάζει ένα στιχάκι η αγάπη ακόμα τραγουδά

κι αν τρέχουν οι άνεμοι κι αν οι Κλόουν στήνουν παγίδες

η καρδιά μας ανέμελη κτυπά

 

Κι αν είναι ότι μας ότι μας συγκινεί, ένα σύνθημα γνωστό μια φούσκα παιδική

– μια μουσική ελκυστική

 

Τα  σκουλίκια με δοντάκια κοφτερά τρώνε με μανία και δεν χαρίζουν πουθενά

Σκουλίκι ακροβάτης, ιδανικό για δόλωμα
Σκουλίκι ακροβάτης…

 

Και κάποτε σκληραίνει η νύχτα

χάνονται οι οπτασίες και κτυπούν οι λέξεις με τις συλλαβές

ότι επιθυμήσαμε, ότι λαχταρήσαμε δεν το φύλλαξε ο καιρός

κι είναι έτσι δεν ήτανε ποτέ κι αλλιώς

Scan 12
σχέδιο Σπύρου Ζ.

ΜΕΡΕΣ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

Πάτ΄ απαλά σαν έρχεσαι
μικρή μου στ΄ονειρό μου
Μου λείπεις μα κάθε βραδιά
Έρχεσαι στο πλευρό μου

Μια σου λεξη φουρτουνιάζει
Αχ και να΄τανε να εμπόρου
να γλύκανω την καρδιά σου
κάθε μέρα φθινοπώρου

Κι οταν έρθει κι ο χειμώνας
Με βροχές πολλές και κρύο
Κάποια σόμπα θα ζεσταίνει
Χωριστά κι εμάς τους δύο

Κι αν σταγόνα πετρελαίου
Δεν υπ´αρχει στο μπιτόνι
Μην σε νοιάζει η αγαπη
του καιρού το χιόνι λιώνει

Πάτ΄ απαλά σαν έρχεσαι
μικρή μου στ΄ονειρό μου
Μου λείπεις μα κάθε βραδιά
Έρχεσαι στο πλευρό μου

ΛΟΥΛΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ – ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Λούλα Αναγνωστακη(«Έζησα ωραία ζωή. Αλλά δεν το ήξερα»: Η τελευταία συνέντευξη της Λούλας Αναγνωστάκη H σπουδαία θεατρική συγγραφέας που πέθανε σήμερα σε μια εξομολογητική συνέντευξη για τη ζωή τον έρωτα και το έργο της 8.10.2017 | 14:23 AΠΟ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ Πηγή: www.lifo.gr
Λούλα Αναγνωστακη(«Έζησα ωραία ζωή. Αλλά δεν το ήξερα»: Η τελευταία συνέντευξη της Λούλας Αναγνωστάκη H σπουδαία θεατρική συγγραφέας …- σε μια(ν) εξομολογητική συνέντευξη για τη ζωή τον έρωτα και το έργο της 8.10.2017 | 14:23 AΠΟ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ Πηγή: www.lifo.gr)

 

ΛΟΥΛΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ – ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Πολύ παραξενη, πολύ απόμακρη – και τρομερή θεατρική ύπαρξη…

Έμενε στην άκρη της μνήμης, δίπλα στον πανέμορφο και ταλαντούχο Χειμωνά, οχι

μακριά από τον Μανόλη Αναγνωστάκη.

Λούλα Αναγνωστάκη, φωτογραφία εφημερίδας
Λούλα Αναγνωστάκη, φωτογραφία παλιάς εφημερίδας

Όταν ο ποιητής μετακόμισε στο κέντρο της πνευματικης (και πολιτικής) ζωης, δεν

άλλαξε, ουτε χώρο ούτε συνήθειες : αν και καθόλου λιγότερης αξίας σημασίας και

ταλέντου, απο τον εδερφό της, τον είχε πάντα στη πρώτη και πιο προβεβλημένη θέση.

Περνώντας τη γραμμή, πέρασε δίπλα πάλι και ήρθε κοντά του – το διδυμο Μανόλης –

Λούλα θα μένουν στον ίδιο χώρο μέσα μας,θα μιλούν την ιδια γλώσσα θα χουν κοινη

στάση.

Μανόλης Αναγνωστάκης, στην οδό Ρούσσου Χούρδου 4-ποζάρει μπροστά σε συνθήματα (4.3.1989 Ηράκλειο)
Μανόλης Αναγνωστάκης, στην οδό Ρούσσου Χούρδου 4-ποζάρει μπροστά σε συνθήματα (4.3.1989 Ηράκλειο)

Η ήττα δεν ειναι για τους νικημένους, η ζωή δεν αναγνωρίζει κερδισμένους : το

καθημερινό μας ψωμί, ειναι ζυμωμένο μ΄ αλάτι και νερό μα το προζύμι γίνεται με το αίμα

και δάκρυ μας μα και την απαντοχή αυτών που εφυγαν.

Ο Ποιητής δοκιμάζει την κλειδωμένη πόρτα ( Ηράκλειο 1989)
Ο Ποιητής δοκιμάζει την κλειδωμένη πόρτα ( Ηράκλειο 1989)

Ο Γιωργος Χεμώνάς, σε άλλη διάσταση, σε διαφορετική κατεύθυνση και <τεχνικές

προδιαγραφές>, εμφανίζεται «απο καιρού εις καιρόν» σαν μια φωνή αμφισβήτησης, δε

θέλει να πείσει για τίποτα μα να δώσει λέξεις και φράσεις συζήτησης : για να

καταλάβουμε, πέραν της κοινωνικής και πολιτικής πρακτικής, υπάρχει αυτός που νοιώθει

, αυτός που αντιδρά και παθαίνει και πεθαίνει (αναπόφευκτα και τελικά)…

Γιώργος Χειμωνάς, έμεινε στη μνήμη ως συγγραφέας μεγάλων δυνατοτήτων
Γιώργος Χειμωνάς,συγραφέας μεγάλων δυνατοτήτων

 

ΣΤΙΧΟΙ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ…

Ο ΑΛΚΜΑΝ επιμένει, ας είναι στο περιθώριο, τραγουδά με τη φωνή φίλων πολλές φορές: σήμερα 9 Σεπτεμβρίου,   του Γιώργου Κ. (δεν θέλει να γράψω τ΄ομομά του, καθ΄ ότι δικαστικός)

Φθινοπωρινο Ηράκλειο, Λότζια: ένας Ατλαντας κρατάει τη γη (από τοΠικαντίλι στην Κρήτη)
Φθινοπωρινό Ηράκλειο, Λότζια: ένας Άτλαντας κρατάει τη γη (από τοΠικαντίλι στην Κρήτη)

ΣΤΙΧΟΙ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

 

Μια σου λέξη με τους  ήχους

από χίλια δυο κοχύλια

σαν τραγούδι που το λένε

τα δυο κόκκινά  σου χείλια

 

Μια σου λέξη φουρτουνιάζει

κι είναι η θάλασσά δική  σου

κι η βάρκα μου σκαμπανεβάζει

και γω χάνομαι μαζί σου

 

Μια σου λέξη σαν το κύμα

που φουσκώνει και βουίζει

στα πού ψηλά  με πάει

και στα βάθη με ποντίζει

 

Μια σου λέξη σαν το χάδι

σαν λουλούδι μυρισμένο

άχνη της αγάπης έχει

κι έναν όρκο ξεχασμένο

20170902_122936
Παραδοσιακό μουσικό όργανο της Ανατολής (από την έκθεση στον Αγιο Μάρκο, συλλογή του Ρος Ντέυλυ)

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

Οι 5+1 «Πολιτισμοί»παρουσιάζουν την πλούσια έκθεση παραδοσιακών μοσικών οργάνων , του Ρος Ντέυλυ. Ο γνωστός  μουσικός και Κρητικός από επιλογή, μα ςεκπλήσσει για μιαν ακόμα φορά. Πως και που τα βρήκε  όλα αυτά ; 

Όποιος φελά, παντού φελά (λέει ο κόσμος)

(φελά=οφελεί)

Εικόνα2415
Ο Ρ.Ντέιλυ, με την Θεατρική ομάδα των δικηγόρωνς,(αριστερα Γ ιώργος Μαρκόπουλος, στη Μέση Μιχαλη Ασκορδαλάκης)

 

 

ΑΥΓΟΥΣΤΕ ΚΑΛΕ ΜΟΥ ΜΗΝΑ…

 

ΣΤΙΧΟΙ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ
Πεταλούδες υφάλμυρες
Μάτια βουρκωμένα
Χρυσόσκονη στα δάκτυλα
Χέρια απλωμένα

Απο μεςα σκαλώνουν πατώματα
Στον οικο της Βαβέλ
Και τ´αρώματα φοράνε
Της Κοκό Σανέλ

όλα τα νησιά
Στην πράσινη θάλασσα
Όλα τα χρώματα
Ερώτων που χάλασα

Το τόξο τεντώθηκε κι έσπασε η χορδή
Κι η αγάπη που πληγώθηκε τον δρόμο δεν θα βρει

Τασυννεφα...
Τα σύννεφα του Αυγούστου …

Μην το πεις κι αν το δεις

– Είναι ψεύτικο θαύμα

Στη λαχτάρα που φυλαγες

κι έκανες τάμα

Εποχή μ´ενοχες και μεγάλες εκπτώσεις

Πλήρωμές μετρητοίς προτιμάς και με δόσεις
Κι αμφιβάλλεις ας παίρνεις πολλα λίγα δίνεις

Διαλεγεις ποτά και τους πόθους σου σβήνεις

Εισαι αθώος πολύ μα και ένοχος τόσο
Ας προσφέρεται προτιμώ να πληρώσω


Με μια μονάχα σου ματιά

κια μ´αναψες φουνάρα

Και να τη σβήσω δεν μπορώ

και μ έπιασε τρομάρα

Πανσεληνος στον Αγιο Νικόλαο
Πανσέληνος (Αυγούστου) στον Αγιο Νικόλαο


Έριξες  Μολότοφ το πρωί

Λαμπαδιάσεις το μεσημέρι
Κι η νύχτα ´ολα τά καψε
Και ποιος νερό να φέρει

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ : ΣΤΙΧΟΙ ΑΓΑΠΗΣ

Κάρτα πρόσκλησης της εκθεσης του Μανόλη Σαριδάκη στον ΕΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΥΚΛΟ-Κολωνάκι
Έργο  του Μ ΣΑΡΙΔΑΚΗ(η βάρκατου δεν έχει κουπια…)

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΟΤΙΝΗ

 

Ψήγματα χρυσού

ασημένιων αισθημάτων

Ζάλη γλυκειά

μουδιάζει εκτάσεις

του σώματος

Κι ο νους ταξιδεύει :

βάρκα με πανιά

κουπιά

και  τιμόνι

 

17.8.2017

Το παλιό λιμάνι, λάμπει -Ηράκλειο 2.2.2016
Το παλιό λιμάνι, λάμπει -Ηράκλειο (2016)

 

Ο ΠΟΛΥΡΟΒΙΘΑΣ – ΤΟ ΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Ο   Π Ο Λ Υ Ρ Ο Β Ι Θ Α Σ

Ενθύμηση:  Τάκη Βικ.Παππά και Τάκη Κουλάνδρου

ιδανικών εκφραστών της μεγάλης ουτοπίας, των φοιτητικών χρόνων

 

Το γουρούνι κάνει «ούι-ούι»

και «μου…μου» κάνει το βούι

κι κοτούλα κο-κο -κο

όταν κάνει το αυγό

κι η γιαγιάκα όλο γκρινιάζει

όταν τα κουκιά της βράζει

Μα θα πει το παραμύθι

ξεκινάει με το ρεβίθι

που θα πρέπει να φυτρώσει

πλούτη αμέτρητα να δώσει

Το καλό μας παλικάρι ένα βρήκε το’ χει πάρει

Κάποτε στην Ανατολή ζούσε με το παιδί της

κάποια γυναίκα πάμφτωχη – το ΄χε πάντα μαζί της

γιατί εξενοδούλευε στις μεγαλοκυράδες

έπλενε και καθάριζε τους έκανε μπουγάδες

Scan 11
Ο Βασιλιάς ήταν λιγάκι αμπάσος….

σε λίγο που μεγάλωσε το΄στελνε στο σχολείο

κι έμαθε γράμματα πολλά του΄δωσαν και βραβείο

 

Κι ‘ένα ρεβίθι του ΄τυχε κάποτε να μαζέψει

και ρώτησε τη μάνα του τι βγάνει αν το φυτέψει

Πήρε κοντύλι και χαρτί – για να υπολογίσει

αν το φυτέψει άραγε – τι θα΄χε να κερδίσει ;

κι όταν τάπάντησε αυτή – “καθ΄ ένα δίνει δέκα”

σημείωσε προσεκτικά – τι του΄ πε η γυναίκα

 

Τα υπολόγησε μετά – τα δέκα αν θα φυτέψει

εύκολα βρήκε πως εκατό- θα χουνε ξετελέψει …

 

Καλός αν ήσουν μαθητής μπορούσες να μαντέψεις

τα εκατό δίνουν μετά χίλια αν τα φυτέψεις

Κι άρχισε να ζαλίζεται σαν έφτασε τα μύρια

κι ύστερα χιλιάδες εκατό μετά εκατομύρια…

Ήταν η αριθμητική σωστή και πλούσιος είχε γίνει

κι΄ένα ρεβίθι μοναχά στην τσέπη του έχει μείνει

Οι πράξεις ήτανε σωστές μα του’ λειπεν η πείρα

“τα χίλια τ΄ άπιαστα πουλιά δεν κάνουνε μια λίρα”

 

Κι άρχισε να το διαλαλεί πως έχει πλούτη τόσα

όσα του δίνουν οι σοδειές τω ρεβιθιών σε γρόσα

 

Τελάλη διάταξε να πει πως θέλει να νοικιάσει

χώρο για τα ρεβίθια του κι όσο να ΄ναι να πιάσει

 

Όμως δεν βρέθηκε κανείς με αποθήκες τόσες

και πήγε στην πρωτεύουσα μήπως και βρει καμπόσες

Και το ΄μαθε κι ο βασιλιάς που ήτανε κι αμπάσος

και ζήτησε να τονε δει τον πλούσιο και καπάτσο

Ο νέος τ΄άρεσε πολύ και σκέφτηκε την κόρη

που είχε την μονάκριβη να παντρευτεί τ αγόρι

 

Το ΄πε στον Πολυροβιθά κι η Νένα θα την φέρει

κι αυτός τρελάθηκε γιατί έλαμπε σαν αστέρι

Καταξάνθα είχε τα μαλλιά τα χείλη κοραλλένια

και μιαν ελιά στο μάγουλο τον έβαζε σε έγνοια

-”Για χώρους μην ανησυχείς πολλούς εγώ θα κτίσω

και τους καρπούς που μάζεψες θα τους τακτοποιήσω”

Ο Βασιλιάς του δήλωσε και ζήτησε να πάνε

στη χώρα του και τους γονιούς πρέπει να συναντάνε

Πικασό, το τσίρκο (γαλάζια αποχή)
Πικασό, (γαλάζια αποχή)

Μόλις το μάθουνε κι αυτοί και δώσουν την ευχή τους

αμέσως γάμος θα γενεί και θα ναι όλοι μαζί τους

Γιατί κι αν είναι άρχοντες μεγάλοι οι δικοί του

αυτός είναι ο Βασιλιάς στην χώρα τη δική του

Μα πριν να ξεκινήσουνε στου Ροβιθά τη χώρα

ζήτησε ο νιος να πάει μπροστά τουλάχιστον μιαν ώρα

-”Πρέπει να πάω πιο μπροστά να τους ειδοποιήσω

μην πάθουνε τραμπάκουλο μαζί σας σαν γυρίσω”

Κι έφυγε αμέσως πιο μπροστά και πέρασε πεδιάδες

πολλές χιλιάδες βόσκανε τετράπαχες γελάδες

 

Απ ΄τους βουκόλους ζήτησε να πουν αν τους ρωτήσουν

για τα παχιά γελάδια τους ποιου είναι ν’απαντήσουν

«Είναι του Πολυροβιθά που  είναι  καλός κι ωραίος

Γιατί θυμώνει ο Βασιλιάς και κόβει το κεφάλι

σ΄όποιον αυτό δεν θα του πει , θα ΄χει μεγάλο χάλι

Ο νέος χρόνος σβήνει τον προηγούμενο...
οι `ερωτησεις  δεν ήταν Εύκολες…

Μετά πιο κάτω πήγε και συνάντησε χιλιάδες

κατσίκια μα και πρόβατα στις πράσινες κοιλάδες

Απ΄ τους βοσκούς εζήτησε τα ίδια με τους άλλους

είναι δικά του να του πουν, αλλιώς θα βρουν μεγάλους

μπελάδες από το Βασιλιά που γρήγορα θυμώνει

μα αν πουνε Πολυροβιθάς καθένας τους γλυτώνει

Και στα λιβάδια που έτρεξε τα στάχια κυματίζαν

από σπαρτά ατέλειωτα που οι γεωργοί φροντίζαν

Τα ίδια πάλι και σ αυτούς, που τόσο φοβηθήκαν

που ότι θέλησε να πουν αμέσως το δεχθήκαν

 

Μα τέλος έφτασε μακριά πυργόσπιτο μεγάλο

είδε που πιο λαμπρό στον κόσμο δεν είχε άλλο

 

Ο υπηρέτης τ΄άνοιξε του ΄πε να περιμένει

γιατί ο Αφέντης είχε την κουβέρτα του απλωμένη

Στον κήπο του ν΄ αναπαυτεί είναι μεγάλος Δράκος

ίσως να θέλει να σε δει δεν του αρέσει ν αδικεί

Και φάνηκε, πράσινος ήτανε και τα μαλλιά γαλάζια

τα μάτια του αστράφτανε σαν να ΄τανε τοπάζια

Και τι γυρεύεις από δω καθόλου δεν φοβάσαι;

τον ρώτησε, κι απάντησε – “ Είμαι να με λυπάσαι

λογάριασα δεν έκανα λάθος ίσως κανένα

και να πληρώσω προσπαθώ πάρα πολλά σπασμένα…”

-” Του είπε ο γίγαντας μετά : Θα ΄χεις μιαν ευκαιρία

θα σε ρωτώ κι αν απαντάς πολλά θα χεις βραβεία :

τον Πύργο και τα πλούτη μου αλλιώς δεν θα γλυτώσεις

τα λάθη σου πολύ ακριβά θα πρέπει να πληρώσεις

Οι ερωτήσεις δώδεκα βάλε τα δυνατά σου

για να γυρίσεις νικητής πίσω στα γονικά σου…”

-
-”Εν τάξει ας αρχίσουμε…-”Πες μου λοιπόν το ένα ;”

-”Ένας μονάχα ο Θεός, δεν ξέρω άλλον κανένα !”

-”Και τι θα πεις για το διπλό ;”-Να δυο ξέρει καθένας

-56-
το βόδι βγάζει κέρατα”
-’Συνέχισε το τρία ;

-”Ο τρισυπόστατος Σταυρός, τον έχουμ΄όλοι χρεία”

-”Καλά τα πας το τέσσερα ; Πως σ΄έπιασα λογιάζω!”

-”Τεσσαρορόγα η γελάδα μας…””– Το πέντε τώρα βάζω’

-’Το χέρι πενταδάκτυλο !” -”΄Εξι, σωστά μετράω ;”

-”Της Πούλιας τ΄άστρα θες να πεις””-Εφτά , σε ξεγελάω ;”

-”Εφτά τα θαύματα κι εφτά σοφούς γνωρίζω μόνο”

-”Περνάς και φτάνεις, λέγε οκτώ ; “-”Χταπόδι, δεν τελειώνω ;”

\

-”Υπομονή μικρή το εννιά :”-”Εννιάμηνη γυναίκα”

-”Θαρρώ πως μου τα λες σωστά, έχει σειρά το Δέκα ;”

-”Πουλάρι στο δεκάμηνο,μην φτάσεις το σαράντα !”

-”Το έντεκα ;” -”Σε τόσους μήνες γίνεται το μοσχαράκι πάντα”

-”Τελειώνω πες το δώδεκα ;” – “Οι μήνες κι οι Αποστόλοι”

Ο Δράκος του πε πως σωστά ήτανε και θα χαρούνε κι όλοι

 

Άφησε στο μικρό τα πλούτη του και τα υπάρχοντά του

και τ΄όνειρό του έγινε πραγματικό μπροστά του

Παντρεύτηκε την όμορφη – άσπρη ΄ταν σαν το χιόνι στην κλίνη

δεν ξεχώριζε απ΄το λευκό σεντόνι

Μα έλαμπε και φώτιζε τη νυφική παστάδα

τις νύχτες δεν χρειάστηκαν λύχνο κερί ή λαμπάδα…

Και κάνανε πολλά παιδιά κι απόκτησαν εγγόνια

τι κι αν δεν είμαστε κοντά κι αν πέρασαν τα χρόνια…

….

Τ΄ άκουσες το παραμύθι που΄χε το μικρό ρεβίθι

δίχως βάτραχο μικρό

δίχως πρίγκιπα καλό

δίχως μαγικό (ν) αυλό :

 “Με ρεβίθι ρεβιθάκι

γέμισε το σακουλάκι «

 Είπε η Βάβω … χασμουρήθηκε

κι αμέσως εκοιμήθηκε…