Ο ΣΙΜΙΓΔΑΛΕΝΙΟΣ – ΛΑΪΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Ο ΣΙΜΙΓΔΑΛΕΝΙΟΣ

Αφιέρωση : Στην Κρήτη και τον Μιχάλη, του ρωμαντισμού και της πολιτικής

H γιαγιά μας η γριά

ξεματίζει τα κουκιά

Και στη χόβολη τα ψήνει

Κι ´ε έχουν σιδερένια γίνει

Μένα δόντι τα μασά

Κι όταν φάει τα μισά

Πίνει και κρασί γλυκό

Και θα φτάσει τα εκατό …

Και θ´ αρχίσει παραμύθι …

Ήτανε μια πριγκιπέσα όμορφη πολύ

μα δεν ήθελε κανέναν να την παντρευτεί

της εμύριζεν ο ένας κι άλλος της εβρώμαγε

όμορφος κανείς δεν ήταν της φαινότανε

τι κι αν έλαμπαν τα νέα πριγκιπόπουλα

δεν την νοιάζει που στενάζουν τα παλικαρόπουλα

δεν τσ΄αρέσουν έχει γούστο πολύ δύσκολο

κάποτε ζητά μια χάρη : “Μάνα σε παρακαλώ

φέρε μου τ΄ αμύγδαλα να ΄ναι μισό τσουβάλι

κι άλλο τόσο – πιο πολύ να ναι το σιμιγδάλι

Δέκα οκάδες ζάχαρι από την Μπραζιλία

κι άφησέ με μοναχή μέρες τριάντα μία…”

Scan 12

Και κλείστηκε στην κάμερα πήρε σφυρί να σπάσει

τ΄αμύγδαλα με ζάχαρη τη ζύμη να ετοιμάσει

πολύ εύκολα τον έπλασε καλόν και διωματάρη

που κάθε μια πριγκίπισσα θα΄θελε να τον πάρει …

Το γεγονός το μάθανε στη γη στην οικουμένη

σιμιγδαλένιον έφτιαξε και ζει ευτυχισμένη

Η δύσκολη πριγκίπισσα – γλυκός είναι σαν μέλι

τόσο κανείς δεν βρέθηκε στον κόσμο να τον θέλει

Κι εζούσανε χαρούμενοι μ αγάπη και ομόνοια

μα η μοίρα τους δεν έγραφε πως θα περάσουν χρόνια

Γιατί στην Άπω – Ανατολή πού άλλοι  την κυβερνούνε

Πριγκίπισσα κακόγνωμη που την πολυαγαπούνε

Γονέοι επιπόλαιοι που χατήρια δεν χαλούνε

Σαν άκουσε για τον γαμπρό ζηλεύει και μαραίνεται

20180612_111328

-”Αυτόνε θέλω γι άντρα μου,να πάτε να τον φέρετε!”

Κι ο Βασιλιάς ο κύρης της της πολύ στεναχωριέται

Κι όταν κιτρίνισε πολύ κι έγινε σαν λεμόνι

Κι απ την πολλήν αδυναμιά ο αγέρας τη σηκώνει

Η μάνα της γονάτισε στου βασιλιά τα πόδια -”

-«Έλεος άρχοντα μου και μην Φέρνεις τόσα εμπόδια

Καράβι να φορτώσουμε πλούσιο χρυσαφένιο

Να πάει σ΄ άλλα βασίλεια για τον σιμιγδαλένιο

Θα ναι γεμάτο θησαυρούς πολύτιμες πραμάτειες

Και θα πουλά πολύ φτηνά στους ξένους τους πελάτες

Θα ψάξει στην Ανατολή θα πάει και στη Δύση

και στο βοριά και τον Νότια για να τον συναντήσει

Και δεν μπορεί όσο μακριά κι αν είναι θα τον βρούμε

Θα πέσει στην παγίδα μας και θα λογαριαστούμε

… Στην πόλη όπου βρίσκεται σαν φτάσει το καράβι

όλοι θα τρέξουνε να δουν…ποιος θα πρωτοπρολάβει

Γιατί η φτήνια τον παρά τον τρώει και θα φάει

και τον Σιμιγδαλένιο μας γιατί κι αυτός θα πάει

Να πάρει δώρο στην κυρά κόσμημα διαμαντένιο

Και διάδημα ολόχρυσο και χτένι φιλντισένιο

Η κι άρωμα των λουλουδιών παραδεισένιας σέρας

Μια στάλα να μοσκοβολά η κλίνη τους κι ο αγέρας

ή φορεσιά μεταξωτή με πέρλες κεντημένη

Και ζώνη μ´ εκατό διαμάντια στολισμένη

Αν ο σιμιγδαλένιος ´ ρθει, κι ανέβει στο καράβι

Τις άγκυρες σηκώνουμε πριν να το καταλάβει

Και πριν να ξεκινήσουμε του δίνουμε Σουμάδα

Να΄χει και λίγο λάβδανο να κάνει μια βδομάδα

Για να συνέλθει μέχρι να – τον δει η πριγκιπέσα

για να του δώσει ένα ποτό που φίλτρο θα΄χει μέσα

μόλις το πιει θα την κοιτά σαν να΄ναι η Αφροδίτη

Θα παντρευτούν θα στήσουνε ευτυχισμένο σπίτι”

… Ντουχιούντισε ο βασιλιάς και φόρτωσε βαπόρι

Πολύτιμα εμπορεύματα, που δίνουν οι έμποροι

Κι όλον τον κόσμο γύρισαν και τέλος τον ευρήκαν

Μ´ άραξαν και περίμεναν, στην πόλη του σαν μπήκαν

Από τα καράβια του Σπύρου Βασιλείου
Από τα καράβια του Σπύρου Βασιλείου

Η πριγκιπέσα σαν πολλοί της είπανε να πάει

στο πλοίο της Ανατολής που πράγματα πουλάει

Ζήτησε απ τον άντρα να δει και να της πάρει

φόρεμα να΄χει κέντημα τον ήλιο το φεγγάρι

Κι ο “ζυμωμένος” σύζυγος αμέσως ξεκινάει

και στο καράβι ανέβηκε κι ενδύματα ζητάει

Τον είδαν κι όταν ζήτησε κέντημα με μετάξι

ο καπετάνιος πρόλαβε άγκυρες να πετάξει

 

και γρήγορα τον έφερε στην άλλη πριγκιπέσα

που τον επότισε νερό που΄ χεν αφιόνι μέσα

 

Κι αμέσως εξεχάστηκε δεν ξέρει δεν θυμάται

ποιος είναι και που βρίσκεται και τρώγει και κοιμάται

κι έτσι απ τη μια πριγκίπισσα ευρέθηκε στην άλλη

σύζυγος που τον έχουνε σ εκτίμηση μεγάλη

Σαν χάθηκεν ο πρίγκιπας που ήτανε πλασμένος

από την πρώτη σύντροφο ζαχαροζυμωμένος

Τον ψάξανε παντού χωρίς το ίχνος του να βρούνε

κι ο Βασιλιάς εζήτησε τελάληδες να βγούνε

πως δίνει χίλια τάληρα κι ολόχρυσά να πούνε

σ΄όσους τον εσυνάντησαν ή έτυχε τον δούνε

Κλαίει ο κι οδύρεται η μικρή δεν τρώγει και δεν πίνει

ούτε το γάλα του πουλιού που φέρνουνε για κείνη

-”Όφου και κακοντόπαθα και πως θα νταγιαντίσω

μου κλέψανε τον άντρα μου πως θα τον πάρω πίσω”

Όλη η χαρά μου είναι αυτός όσο καιρό κι αν ζήσω

παντού θα ψάξω να τον βρω τον κόσμο θα γυρίσω”

Κι όταν επέρασ ΄ ο καιρός χωρίς να μάθει κάτι

επήρε δρόμο και στρατί στρατί και μονοπάτι

Ρωτούσε μα δεν ήξεραν σε ξέφωτο σαν μπήκε

τη ρώτησε κάποια γρια καλόγνωμη που βρήκε

 

Κεραδοπούλα και Βάβω...

-«Ποιος δρόμος εδώ σ´ έβγαλε στα πέρατα του κόσμου;»

-«Ψάχνω τον άντρα μου γιατί χάθηκε από μπρος μου

Τον κλέψανε ζηλέψανε που ήταν σύντροφός μου!

Κι αφού άνθρωπος κανείς στη γη δεν είδε δεν τον ξέρει

Τον ´Ηλιο αν βρω όπου γυρνά παντού σ ´ όλα τα μέρη

Θα τον ρωτήσω αν είδε πουθενά και το δικό μου ταίρι»

-«Κόρη μου μην ανησυχείς θα ΄χεις καλό χαμπέρι

Ο Ήλιος είναι γιόκας μου, και θα ρθει σαν νυχτώσει

Για να δειπνήσει κι ύστερα στο δώμα να ξαπλώσει

Αμέσως μην πεις τίποτε πριν φάγει να χορτάσει

γιατί θυμώνει κι εύκολα σαν είναι πεινασμένος…”

 

Ήλιος, του Δ.Διαμαντόπουλου για την ¨Αλκηστη"του Κουν 1934

Περίμενε η κοπελιά σαν ήταν ξαπλωσμένος

μπροστά του πήγε θαρρετά “ Ω πολυχρονεμένε

Ήλιε μου λαμπροστόλιστε και λαμπρογεμισμένε

Που στα πολύ ψηλά πετάς κι όλα τα βλέπεις κάτω

Μήπως είδες τον άντρα μου άσπρο και ντελικάτο

Που ναι καλός που ναι γλυκός σαν το ψωμί τ΄ αφράτο;»

-«πως να τον δω που εκεί ψηλά τρέχω, δεν προλαβαίνω

Κι ιδρώνω και κουράζομαι τον κόσμο να ζεσταίνω

 

Στην αδερφή μου πήγαινε τη νύχτα που γυρίζει

Αυτή χαζεύει και κοιτά τον κόσμο όταν φωτίζει »

Της έδωσε ένα αμύγδαλο αφράτο είναι αθάλι

Το πήρε κλαίγοντας πολύ στους δρόμους τρέχει πάλι

Και όταν ξανά κουράστηκε σταμάτησε στη βρύση

Που μια καλή νοικοκυρά τη στάμνα θα γεμίσει

-«Που πας κορίτσι μου καλό κάτσε να ξαποστάσεις »

Της είπε και τσ΄ απάντησε πως ψάχνει το φεγγάρι

μήπως γνωρίζει που θα βρει τον άντρα που έχει πάρει.

“Η μάνα του είμαι ( είπε) και νερό παίρνει να το δροσίσει

Θα φτάσει μόλις η αυγή τα ρόδα ξεφυλλίσει”

Την πήρε για να φτιάξουνε το πρωινό στο αστέρι

Που κάθε νύχτα φώτιζε όλα της γης τα μέρη

Σαν ήρθε κρύφτηκε η μικρή περίμενε να φάει

Και ρώτησε τον άντρα της αν είδε όπου γυρνάει .

 

Άρχοντας καλοντυμένος...

-«Τη νύχτα τρέχω και ποτέ δεν στέκομαι μιαν ώρα

Πως να προσέξω πως να δω ; Στ΄ αστέρια τρέχα τώρα

Αυτά είναι τόσα πολλά που θα τον είδε κι ένα»

Της έδωσε δυο τζίτζιφα λιγάκι ξεραμένα

Στους δρόμους πάλι με λυγμούς και κοπετό κινάει

Και σε ποτάμι μακρινό δεν άργησε να πάει

Μια γριά μπουγάδα έστηνε σκουφάκια έπλενε χίλια

Την ρώτησε : -”που πας μικρή με σουφρωμένα χείλια ;”

-”Τ΄ αστέρια ψάχνω μήπως βρω γιαγιά, κανείς τα ξέρει;

-«Η μάνα τους είμαι κι εδώ θα΄ρθει το κάθε αστέρι

τους πλένω τα σκουφάκια τους, γιατί σαν κοιμηθούνε

Δεν Θέλουνε να΄ χουνε φως τη λάμψη δεν μπορούνε…»

-«Και τι τα θες τ´αστέρια μου μόνο το φως τους ´εχουν »

-«Μην είδανε τον άντρα μου ,από ψηλά που τρέχουν»

Της είπε το κορίτσι και περίμενε να φτάσουν

Κι όταν εφάγανε καλά…κι έπρεπε να χορτάσουν

Εβγήκε κι είπε : -«σας ζήτω συμπάθεια και συγνώμη

Για να ρωτήσω αν είδατε τον άντρα μου κι ακόμη

Πως είναι και που τριγυρνά τι πολεμά τι κάνει

πως να τον βρω; σ΄ αυτόν ποιος δρόμος θα με βγάνει; …

Ο Αυγερινός εθύμωσε λιγάκι και της λέει

-”κορίτσι μου κει πάνω δουλεύουμε φωτίζουμε

– το χρόνο μου δεν χάνω χαζεύοντας

– και πρόσθεσε κι η Πούλια η κουρασμένη

-«ποτέ μας δεν καθόμαστε και χρόνος δεν μας μένει

δεν ξέρουμε ανάπαυση καθημερνή και σκόλη

τον ουρανό φωτίζουμε με τη σειρά μας όλοι

Μα ένα αστεράκι τόσο δα -” τον είδα λίγο” λέει

κι απ την πολλή συγκίνηση άρχισε η μικρή να κλαίει…

Το σπίτι της Τύχης ήταν σαν παλάτι

-”Σε πύργο πολύ μακρινό και με μαρμαρένια σκάλα

-τον έχουν και του δίνουνε και του πουλιού το γάλα !”

και τ αστεράκι τσ΄ έδειξε το δρόμο που θα πάρει

αν δεν σ΄αναγνωρίσει να ένα σπυρί σιτάρι

κοπάνισε το κι ύστερα βάλε το στον καφέ του

αμέσως θα σε θυμηθεί, αν σε ξέχασε ποτέ του

Αν δεν μπορεί τ αμύγδαλο μα και το τζιτζιφάκι

να βοηθήσουνε πολύ κι ο σπόρος το σταράκι

Να πάρε κι ένα κάστανο – για να το καθαρίσεις

σαν βγάλεις τ΄αγκαθάκια του στο τζάκι να το ψήσεις

Αν τον ποτίσαν μαγικά ναρκωτικά – ματζούνια

μόλις το δοκιμάσει αυτός ξυπνά, σαν το μωρό στην κούνια

που πείνασε κι αναζητά το γάλα της μαμάς του

και θα βρεθείς στη ζεστασιά μέσα της αγκαλιάς του

Και πάλι στο δρόμο στο στρατί στρατί

και μονοπάτι και μέρα νύχτα περπατεί χωρίς να κλείσει μάτι

… και φτάνει στο πυργόσπιτο – με τη ψηλή τη σκάλα

και βρήκε και κατάλειμα ν΄αναπαυτεί μια στάλα

πρωί πρωί που ξύπνησε τ΄ αμύγδαλο της σπάει

κι αμέσως έλαμψε σταμνί χρυσό στη βρύση πάει

μα ήταν μαγικό σταμνί και το νερό παγώνει

κι ο όποιος περνούσε του δινε χωρίς να την πληρώνει

Το μάθαν όλοι κι ο καθείς -θαύμαζε κι απορούσε

κι η πριγκιπέσα έστειλε μια δούλα και ρωτούσε

Ποσό πουλάει το σταμνί, της δίνουν τόσα κι άλλα

Όσα ζητήσει δηλαδή, ποσά πολύ μεγάλα..

-Δεν σας το δίνω για φλουριά, μα τον σιμιγδαλένιο

Για μια βραδιά και πάρτε το κι ας είναι χρυσαφένιο…

Τους είπε και το σκέφτηκαν πολύ και τονε δώσαν

Αφού τον πότισαν της λησμονιάς ποτό και τον ξάπλωσαν…

… Ότι κι αν έκανε η μικρή δεν ξέρει δεν μιλάει

Κι ας μάλλιασεν η γλώσσα της να τον παρακαλάει

Τον πήραν πίσω ξύπνησε, σαν να χε πιεί λιγάκι …

Κι η κοπελιά τα τζίτζιφα τα επέταξε στο τζάκι

Κι απ τη φουνάρα μια στιγμή έβγήκεν <αργαστήρι>(1)

Τους στύλους έχει όλο χρυσούς περβάζια από μπακίρι

Το χτένι από φίλντισι και δυο αντιά ξυλένια

σαΐτα με πετράδια και Ποδάρια μεταξένια …

Το ´δανε κι απομείνανε το΄παν στην πριγκιπέσα Και τό θελε

Της έφεραν τον άντρα της- πάλι ήταν ποτισμένος

με φίλτρο λησμονιάς γλυκό – καθόλου δεν τον νοιάζει

κι ας κι ας κλαίει κι ας οδύρεται κι ας βαριαναστενάζει

 

Τον πήραν πίσω κι ύστερα έριξε το κορίτσι

στην παραστιά το κάστανο – και πριν το καλοψήσει

έναν φούρνο ολόχρυσο μπροστά της είχαν στήσει

κι ήταν γεμάτος με ψητά με μπαχάρια και πιπέρι

κι οι μυρωδιές τους έφταναν – στου παλατιού τα μέρη

Μόλις το καταλάβανε τους τρέξανε τα σάλια –

και τα πηρούνια ψάξανε και τα χρυσά κουτάλια

και πήγαν δούλοι- παραγιοί από την πριγκιπέσα

-που θέλει οπωσδήποτε ότι έχει ο φούρνος μέσα

και πάλι ζήτησε η μικρή τον άντρα της το βράδυ

τρίτη φορά λαχτάρησε ένα δικό του χάδι

Τον πήγαν πάλι σηκωτό και δεν καταλαβαίνει

-μα έλειωσε κι ένα σπυρί σταριού- και τον καφέ πηγαίνει

και με την πρώτη τη γουλιά κι εξύπνησε την βλέπει-

αμέσως τη θυμήθηκε στην αγκαλιά της πέφτει…

Την κοίταξε στα μάτια

και η καρδιά του ράγισε κι έγινε δυο κομμάτια

αγκαλιαστήκαν κι έτρεχαν τα μάτια τους ποτάμια

-”Ξύπνα καλέ μου μίλα μου άκουσε τη καρδιά μου…

σ’ έπλασα με τα χέρια μου και με τα όνειρα . μου..

Ολόσγουρε βασιλικέ θα σε βαγιοκλαδίζω

Θα στρώνω κλίνη ολόχρυση για να σε νανουρίζω…

ότι θελήσεις θα στο βρω ότι ζητάς θα γίνει

η αγάπη όλα τα Μπορεί- όλα ή καρδιά τα δίνει!” …

 

18944956_10211106177043577_1374094883_n

Ό νέος σαν να ξύπνησε,από τον λήθαργόν του

-” Στ΄όνειρο σου είμαι γλυκιά μου…

δες πως λάμπω απ΄ τη χαρά μου

με ΄πλασες μα ποιος να ξέρει

αν εζούσα σ΄άλλα μέρη

στων παραμυθιών τους τόπους

με παράξενα τελώνια

που είχαν σουβλερά σαγώνια …

 

Είμαι δίπλα και κοντά σου στων ονείρων μας τη χώρα

με τσ’ αγάπης μας τα δώρα

 

Κι η άλλη η πριγκίπισσα ; – άργησε μα θα μάθει

“ο ψεύτης κι ο κλέφτης

– τον πρώτο χρόνο χαίρονται”

γιατί αγαπά ο Θεός τον κλέφτη μα πιο πολύ τον νοικοκύρη

και κει που έστρωσε ο καθένας μας  θα γείρει…

Μα δεν ήμουνα εκεί,

κι η γριά τρώει κουκί

Και με δόντι σιδερένιο,

το Τσουκάλι μαντεμένιο …

κι είπε το το παραμύθι

κι έγειρε κι απεκοιμήθη

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

  1. Αργαλιός (για ύφανση )

Διωματάρης=εμφανισιμος , όμορφος (από την αρχαία ιδίωμα)

 

Αγ.Νικόλαος  καλοκαίρι  2017

 

ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟΎ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ

 

    Αργυράκης -Χατζιδάκης από την "ΟΔΟ ΟΝΕΙΡΩΝ"του ΄60 στον ΜΑΓΙΚΟ ΑΥΓΟΥΣΤΟ του ΄80

Αργυράκης -Χατζιδάκης από την «ΟΔΟ ΟΝΕΙΡΩΝ»του ΄60 στον ΜΑΓΙΚΟ ΑΥΓΟΥΣΤΟ του ΄81

ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟΎ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ
(ΜΗΝΥΜΑΤΑ)

ΔΕΥΤΕΡΑ

Βήματα μέσα μας ηχούν
ταξιδιών κι ερώτων

ΤΕΤΑΡΤΗ

Πουλιά στο πουκάμισο
συρίζουν
και αισθησιακές κινήσεις
καλπάζουν

ΠΕΜΠΤΗ

Φλογισμένη μέρα
σβησμένοι οι ανέμοι

Στη σκιά σου καταμεσήμερο
μαζεύονταν επιθυμίες
Ανάλαφρη
μ΄ένα σημάδι τσιγάρου
στις συλλαβές της αγάπης

ΣΑΒΒΑΤΟ

Στιγμή χαρούμενη
σαν χάδι που άργησε
Η μέρα αλλάζει
την κλεψύδρα του σώματος
κι η νύχτα μετρά και φυλάει
το πρόσωπό σου

ΚΥΡΙΑΚΗ

Το αγκάλιασμά σου μου ταιριάζει
όπως ο ουρανός
στον ορίζοντα της θαλάσσης…

ΗΜΕΡEΣ EΝΟΣ ΑΘΕΑΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟY

Τελευταία μέρα του καοκαιριού 20.9.2015
Τελευταίε ημέρες του καλοκαιριού του 2015

ημέρες ενός αθέατου καλοκαιριού

 

Περίμενα έναν άνεμο Ζέφυρο

στη σκοτοδίνη του μεσημεριού

να κατεβάσει τις γρύλιες

να δοκιμάσει τις χορδές

μιας  ξεχασμένης μελωδίας

 

Μια πνοή δροσερή

με το χορτάρι ενός μεθυσμένου κήπου

 

Δεν έφτασε –  δεν φύσηξε

κι όμως ζωντάνεψαν

τα χρώματα κι οι εικόνες

 

Και τα αισθήματα αμύνονται

στις επιθέσεις φωτός και φόβου

Σχοινούσα, το διαμαντάκι των Μικρών Κυκλάδων

 

 

 

 

 

ΜΕΡEΣ ΣEΠΤEΜΒΡΙΟΥ

Μέρες Σεπτεμβρίου

αφιέρωση: σ αυτούς που επιμένουν, δεν μετρούν και  δεν υποχωρούν

 

Θα περνούσα μακριά

από κάθε συνάντηση

ψάχνοντας την ακινησία των αναστεναγμών

Ανέμη, διασκευασμένη σε παιδικό μύλο(Α.Νικολαος)
Ανέμη,  πρωινό (Α.Νικολαος)

θα περνούσα κοντά

στην καθημερινή απουσία  σου

γιατί  θα τρέχουν ποδήλατα

με πολλές ρόδες και  μηχανάκια

Πως όμως να ξεφύγω από τις ξεραμένες τύψεις

και τους ήχους των τυμπάνων της έλλειψης

 

Και το πρωί περιμένω πάντα τα ρόδα της αυγής

της άμμου τα κρινάκια  – αστεράκια

 

Μα κάθε αμφιβολία έχει το βέλος της

κάθε στόχος κύκλους ιπτάμενους

Μην – ήθελε να πει

μα τα δόντια είχαν συρματοπλέγματα

η καρδιά ποταμούς απλωμένους

με στροφές επικίνδυνες

 

Βρες το υπόλοιπο του δρόμου, υπάρχει σχέδιο στο GOOGLE

έπρεπε να πει

 

Το "φρύδι του Νότου"
Το «φρύδι του Νότου»

 

 

 

24 – 8- 2018 : ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Άγιος Νικόλαος, Κυτροπλατεία

 

Πανσεληνος στον Αγιο Νικόλαο
Πανσεληνος στον Αγιο Νικόλαο

Θα’ρθω με τ΄Αυγουστιάτικο φεγγάρι
για να σ΄αφήσω ένα φιλί στο μαξιλάρι

Κι αν δεν το δεις μη λυπηθείς
μι’ ανάσα στον αγέρα
θα διαλυθεί μέσα στο φως
μόλις θα φέξει η μέρα

Θα’ρθω με τ΄Αυγουστιάτικο φεγγάρι
για να σ΄αφήσω ένα φιλί στο μαξιλάρι

Αν θα σ’ άγγίξει στ΄όνειρο
πολύ μη σε φοβήσει
αχνός είναι και θα χαθεί
με την αυγή θα σβήσει

Θα’ρθω με τ΄Αυγουστιάτικο φεγγάρι
για να σ΄αφήσω ένα φιλί στο μαξιλάρι

Κι αν πέσει απ΄το κρεβάτι σου
έτσι ήτανε να γίνει
καινούρια αγάπη την παλιά
την καταλεί τη σβήνει

Θα’ρθω με τ΄Αυγουστιάτικο τ΄ολόγιομο φεγγάρι
για να σ’άφήσω ένα φιλί γλυκό στο μαξιλάρι

 
Σημείωση: πρώτη ανάρτηση 2009, δεύτερη 201-  φωτογραφιες από Άγιο Νικολαο και Αγία Ρουμέλη

ΣΤΗΝ ΚΑΨΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ: ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ – Ο ΤΣΟΥΛΗΣ Ο ΜΕΜΕΤΗΣ

Ο ΤΣΟΥΛΗΣ Ο ΜΕΜΕΤΗΣ

Ενθύμηση του Βάνια και του Δημήτρη Γιγουρτσή, της πιο εγκάρδιας φιλίας

ο Τσούλης ο Μεμέτης
ο Τσούλης ο Μεμέτης

Εζούσε πολύ φτωχικά ο Τσούλης Μεμέτης

πολλά παιδιά μικρή σοδιά και κουρασμένος μπέτης

όταν τελείωναν οι δουλειές

επήγαινε στο δάσος

να κυνηγήσει ή να βρεί ρίζες καρπούς – στά δέντρα αγριομέλια

πουλιά από τις ξόβεργες , λαγούς από τα τέλια (*)

Μια μέρα που δεν έβρισκε τίποτα για το σπίτι

ούτε λαγό ούτε καρπό ούτε φτερό σπουργίτη

πήγε σε κάμπους και βουνά και βρήκε ένα πηγάδι

πλησίασε να πιει νερό πριν πέσει το σκοτάδι

ακούστηκε κάποια φωνή

:
“Βοήθεια ρίχτε το σκοινί…

”
φοβήθηκε ο φτωχός πολύ

, έσκυψε μέσα για -να δει

άνθρωπος να ναι η πνεύμα κακό ή τελώνι ;

πειρατής , κουσάρος...
πειρατής , κουσάρος…

-”Γέρος κακόμοιρος φτωχός που στο πηγάδι λιώνει”

ακούστηκε και τον κουβά τον έριξε ο Μεμέτης

κι έναν γεράκο έβγαλε που ήτανε πασαλειμένος μέλι

-”Τους λουκουμάδες έφτιαχνα, επήρα το σκουτέλι

Κατάφερα να μην πνιγώ…τα ρούχα μου κολλάνε

αν δεν αλλάξω γρήγορα οι μύγιες θα με φάνε

Εκεί στα βάθη κρύβεται παλάτι στολισμένο

κανείς δεν το φαντάζεται…είναι καλά κρυμμένο

Έχει σαράντα κάμερες κι εικοσιδυό σαλόνια και 
κουζίνες,

και τάβλες αργυρές σ΄ανώγια και κατώγια

Τους θησαυρούς τους δεν μπορεί κανείς να τους μετρήσει

 

και τα κελάρια που έχουνε με τρόφιμα γεμίσει

-Παππού , τον ρώτησε αυτός,ποιοι φτιάξαν το παλάτι ;

μέσα στα έγκατα της γης κι ακόμα πες μου κάτι

εσύ πως βρέθηκες εκεί χωρίς σκοινί και σκάλα ;

-”Σαράντα κλέφτες το ΄κτισαν , που πλούτη έχουν μεγάλα

Αυτοί το κατασκεύασαν μ΄ανθρώπους σκλαβωμένους

κτιστάδες μα και ξυλουργούς τεχνίτες ξακουσμένους

Μα σαν τελειώσαν τις δουλειές , αντί να τους τιμήσουν

τους σκότωσαν, να μην μπορούν να βγουν και να μιλήσουν

 

Σαράντα χρόνια βρίσκομαι κι εγώ στη δούλεψή τους

μικρό παιδί με κλέψανε , να φτιάχνω το φαγί τους.

Ποτέ δεν μ΄άφησαν να βγω απ΄ το βαθύ πηγάδι

θαμμένο μ΄είχανε στη γη σαν να΄μουνα στον Άδη

Τραβούσαν πάνω το σκοινί, όταν μακριά πηγαίναν

σαράντα μέτρα μες τη γης ποιος να μ΄ακούσει εμέναν ;

 

Πες μου τι θες για το καλό που μου΄κανες και τι μπορώ να δώσω;

Το γεροντάκι ρώτησε, βαριανασαίνει τόσο…

ο Τσούλης τονε ρώτησε -” φτωχός πολύ δεν ήσουν ;

-Πες μου εσύ, τι θες οι κλέφτες πριν γυρίσουν

γιατί γνωρίζω θησαυρούς που κρύψαν στο πηγάδι

μπορώ να φέρω, είπε αυτός , το πιο ακριβό πετράδι΄,

μα μην μιλάς μην κάνεις και τον κόπο

σαν το πουλί πάω και γυρνώ, ξέρω καλά τον τόπο

κατέβηκε κι ανέβηκε ο γέρος σαν κοπέλι

και δυο τσουβάλια κράταγε το ένα στον Τσούλη θέλει να δώσει

-”τσέπωσα λίρες χρυσές , ατίμητα πετράδια

θα πάρεις τα μισά εσύ , χέρια μην έχεις άδεια !

Του είπε, κι ο φτωχός Μεμέτης τι να κάνει

απ΄ τη χαρά του την πολύ ζαλίζεται τα χάνει

-”Σε ευχαριστώ πάρα πολύ, θα θρέψω τα παιδιά μου”

ο Τσούλης είπε κι έτρεξε – “ας τα τσουβάλια χάμου

Του ΄πε ο γέρος και ξετύλιξε τη σβήγα

-”να ρίξουμε και τον κουβά, αμέσως

μην αρχίσουνε να ψάχνουνε που πήγα”

Είναι σκληροί κι απάνθρωποι, φιλότιμο

δεν έχουν
στην παραζάλη χαίρονται,

τα αίματα που τρέχουν

Έχουν ρημάξει τα χωριά, δεν κλέβουν πλούσιους μόνο

αρπάζουνε στάρια κι ελιές απ΄όλους κάθε χρόνο

Κι εμένανε να μην με κλαις, τα΄φαγα τα καρβέλια

τους χωρικούς μας να σκεφτείς που΄χουν μικρά κοπέλια”

Ο Τσούλης πονηρεύτηκε κι είπε στο γεροντάκι:

-”Ας πάμε τώρα γρήγορα θα πρέπει να κρυφτούμε

και σαν γυρίσουν βλέπουμε…
….και το σκοινί τραβούμε

και στο πηγάδι μένουνε σαν ποντικοί κλεισμένοι

έχουνε τρόφιμα πολλά να ζουν φυλακισμένοι

εγύρισαν κατέβηκαν στο σκοτεινό παλάτι

χωρίς να πάρουν μυρωδιά να καταλάβουν κάτι

κι εμείνανε κλεισμένοι σε φυλακή δική τους

μονάχοι τους να τρώνε θα πίνουν το κρασί τους

Θα ναι κλεισμένοι μέχρι να βάλουνε μυαλό

τα κύματα θα σπάσουν στα βράχια στο γιαλό

Ο Τσούλης παρατήρησε : – Θα μάθουνε κι ευγένεια

κι ας τα τραβούν με πάθος τα μαύρα τους τα γένια
…

 

Χωρίσανε και γύρισε με το σακί γεμάτο

και γλέντισαν χορέψανε, τα κάναν άνω κάτω

ρωτούσανε για τα λεφτά, τους έκανε τη χάρη

τους τα ΄κανε όλα ο Τσουλής χαρτί και καλαμάρι

Κι οι φίλοι μα κι οι συγγενείς θελήσαν το πηγάδι

να τους το δείξει και να πάνε όλοι μαζί, ομάδι

 

Σκεφτείτε λίγο πιο καλά, καθ΄ένας να γνωρίζει

θα κάνουν το μεγάλο σας κομμάτι σαν το ρύζι

τους είπε, μα δεν άκουσαν γυναίκες και κοπέλια

μαζεύτηκαν και πήρανε το λάδι στα βαρέλια

κι αυτός τους έδειξε που τους ληστές ετάπωσε

και φοβισμένος έτρεξε και απού φύγει φύγει

στο σπίτι του εγύρισε , μεγάλες φωνές μπήγει

 

-”Μαζέψτε τα να φύγουμε πολύ μακριά να πάμε

αν μας προλάβουν, ζωντανούς αμέσως θα μας φάνε”

και τρέχανε και φτάνανε στ΄ αυτιά τους οι πατούσες

και σπίθιζαν τα πόδια τους αν τους παρατηρούσες

και δεν σταμάτησαν πρωτού κάνουνε χίλια μίλια

κι οι άλλοι όλοι χάθηκαν μα σώθηκε η φαμίλια …

 

από εικονογράφιση, μεσαιωνικών βιβλίων
από εικονογράφιση, μεσαιωνικών βιβλίων

 

Γιατί οι ληστές εβγήκανε και στήσανε παγίδα

κι οι χωρικοί επέσανε …δεν είχανε ελπίδα…

….

Την Τύχη σου μην προκαλείς αν θέλεις να κερδίσεις

γλύφε μυαλουδάκι σου χρόνια πολλά να ζήσεις

αν δεν ιδρώσεις δεν μπορεί τον πλούτο αποκτήσεις

 

(*)= σύρματα-παγίδες(θυλιές)για τους λαγούς

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ: Ο ΤΣΙΡΤΣΩΝΗΣ – (ΑΦΙEΡΩΣΗ : Δ. ΞΗΡΙΤΑΚΗ)

Ο ΤΣΙΡΤΣΩΝΗΣ

Αφιέρωση: στον Δημήτρη Ξηριτάκη, των ξέγνοιαστων χρόνων

Scan 3

Καλησπέρα του παραμυθιού

Ο παππούς θα πάει άλλου

Κι η γιαγιά ψήνει κουκιά

Να χάφτει απού πεινά

Και μετά γνέθει μαλλί

Το τυλίγει για να πει…

 

Εζούσαν κάποτε σ΄ένα χωριό τα δώδεκα αδερφάκια

ήταν καλά κι εργατικά και το μικρότερό τους

Τσιρτσώνη το φωνάζανε και το΄χαν αρχηγό τους

Μικρό αλλά πανέξυπνο σαν σπίθα το κοπέλι

εγύριζε παντού να βρει κάποιον δουλειά να θέλει

 

Και βρήκε κάποιον τελικά να πάνε να τρυγίσουν

και να τους δώσει και ψωμάκι να δειπνήσουν

(όμως δεν καταλάβανε κακός πως ήταν Δράκος

και στην παγίδα πέσανε κι ήταν βαθύς ο λάκκος)

 

Μαζί και με τα δώδεκα δικά του κοριτσάκια

έβαλε να τρυγήσουνε και τα φτωχά τ΄αδερφάκια

σκεφτόταν όλα τα παιδιά το βράδυ να τα φάει

μα τον Τσιρσώνη σκέφτηκε στη Δράκαινα πάει:

-” Τσιρτσώνη για πλησίασε θέλω να πας τρεχάλα

στο σπίτι στη γυναίκα μου να δώσεις ένα γράμμα

για να μας φτιάξει ένα ψητό και να ΄ρθετε αντάμα”

Μα ο Δράκος έγραφε άλλα:

-” Πρόσεξε πολύ καλά τι θέλω να μου κάνει

ς αυτόνε το μικρούλικο, στον φούρνο να το βάνεις

και ψητό κάνε τον και βάλε και πατάτες

και φέρε το ταψί στ΄ αμπέλι με σαλάτες”

ότινος δεν έστειλε ο θιος
Ο πιο μικρός, ο τσιρτσώνης…

Ο μικρός πονηρεύτηκε άνοιξε στο δρόμο το γράμμα κατάλαβε και το΄σκισε και πήγε και είπε στην γυναίκα:

-” Τ’ αφεντικό παράγγειλε να πας και να διαλέξεις

το πιο παχύ τ΄αρνάκι σας και να το μαγειρέψεις

και να γυρίσουμε μαζί στ΄αμπέλι και στον τρύγο

να φάνε όσοι δουλεύουνε -πεινούσαν και πριν φύγω”

Η Δράκαινα κρατά το ταψί και γυρίζει στ΄ αμπέλι

Ο Δράκος βάζει τις φωνές, :”σου΄πα για το κοπέλι…

αυτά παράγγειλα γυναίκα να μου κάνεις;”

-”Αυτά που θέλεις έφτιαξα γι αυτό φωνές μην βάνεις”

Απάντησε η γυναίκα του -”εγώ σαλεύω (*)γειά σου”

(σιγά μιλά: άσε τα πολλά τρελά και τα καμώματά σου) …

Νύχτωσε πάνε όλοι για ύπνο…

Ο Δράκος σκέφτεται: αγόρασα κάπες για ύπνο στα δεντράκια

τ΄ αγόρια μαύρες θα ΄χουνε άσπρες τα κοριτσάκια

θα΄ρθω βαθιά μεσάνυχτα το σκότος σαν πυκνώνει

τρώγω τ΄αγόρια στη σειρά με πρώτο τον Τσιρτσώνη

Ο Τσιρτσώνης συλλογίζεται δεν κλείνει μάτι

τι να συμβαίνει δεν μπορεί να διαπιστώσει κάτι:

-Γιατί ο αφέντης έδωσε δυο χρώματα τις κάπες;

Αφού ναι Δράκος άνθρωπο γυρεύει μες τις στράτες

Πως δεν το σκέφτηκα πιο πριν, άργησε η σκέψη να’ μπει

το άσπρο χρώμα φαίνεται μέσα στη νύχτα λάμπει

Χωρίς ν΄ ανάψει τίποτα δίχως να μας ξυπνήσει

ένανε μ΄ έναν θα γευτεί μ΄αγόρια θα δειπνήσει …

Μόλις όλοι κοιμήθηκαν Ο μικρός : θα αλλάξει κάπες

τα παιδιά λευκές θα σκεπαστούνε κι

οι μαύρες για των κοριτσιών τις κοιμιθιές θα μπούνε

κι όλα τα αδέρφια ξύπνησε τους είπε:

-”σηκωθείτε και τρέξετε του ποταμού τις όχθες να διαβείτε

Ο Δράκος δύναμη πολλή δεν έχει στην πέρα μπάντα(1)

ίσως ποτέ κανείς δεν έμαθε το γιάντα (2)

Μα βάλετε πριν φύγετε πέτρες στην κάθε θέση

να μην φανεί πως λείπετε …

με μας δεν θα μπορέσει να εφρανθεί το δείπνο του…

 

Κι έφυγαν όλα τα παιδιά έμεινε ο Τσιρτσώνης

Κι ο Δράκος αφού έφαγε τις κόρες κατά λάθος

εχώνευε και φώναζε πως ήταν σαν το μέλι

το κρέας του μικρού -”εκείνο το κοπέλι

ούτε κατσίκι να΄τανε πρόβατο η ελάφι

οι κόποι του κι η πονηριά ίσως δεν πήγαν στράφι!

– Τι γλύκισμα λαχταριστό το κρέας του Τσιρτσώνη!

-”Το κρέας των παιδιών σου είπε ο μικρός το στόμα σε τυφλώνει

ποτέ δεν εξεχώρισες τα πρόβατα απ΄ τα ρίφια!

Ο Δράκος θυμώνει, τρέχει να τον πιάσει :

-”δεν είναι αλήθεια Τον πλησιάζει του λέει

-”μες την κοιλιά μου μπαίνεις”

-”Κι αν με φας (απαντά ) τρυπώ την κοιλιά πεθαίνεις!”

Ο Δράκος μιλά φωνάζει:-” Τι μου΄κανες Τσιρτσώνη

έφαγα τα κορίτσια μου που τανε σαν το χιόνι!”

Απαντά -”ακόμα πίσω η πληρωμή για τα πολλά σου λάθη

είναι τόσα τα κρίματα απ’ τα δικά σου πάθη

Η Δράκαινα
Η Δράκαινα

 

Και πήγανε σε τόπο κοντινό και τακτοποιημένο

που είχενε γέρο βασιλιά σοφό και τιμημένο

Κι ένας τελάλης φώναζε -”ακούσετε μικροί μα και μεγάλοι

«Άγγλοι Γάλλοι Πορτογάλοι Ακούσετε στην Ανατολή ακούστε και στη Δύση

του Δράκου όποιος ημπορεί το κάστρο να πατήσει

και πάρει το ποτήρι του που σαν τον ήλιο λάμπει

θ΄ανοίξει η τύχη του γιατί μες το παλάτι θα΄μπει

Ο βασιλιάς την κόρη του γυναίκα του την δίνει

κι αργότερα τη χώρα του παίρνει αυτός και κείνη!»

 

Ο Τσιρτσώνης αποφασίζει να μπει στον πύργο έχει ο Δράκος ξαπλώσει

αρπάζει το ποτήρι του πριν να το καλονοιώσει…

Ο Δράκος ξυπνάει-” ποιος μπήκε; άνθρωπος μου μυρίζει

τ ΄ολόχρυσο ποτήρι μου ποιος τόλμησε ν΄ αγγίζει;”

Τον βλέπει τον Τσιρτσώνη ο θυμός τονε κεντίζει

θέλει κάθε κομμάτι του να κάνει σαν το ρύζι

Τρέχει πλησιάζει τον μικρό, που πλησιάζει το ποτάμι να πηδήξει στην άλλην όχθη ο Τσιρτσώνης του λέει:

-”Κι αν με φας (απαντά ) τρυπώ την κοιλιά πεθαίνεις!”

Ο Δράκος μιλά φωνάζει:

-” Τι μου΄κανες Τσιρτσώνη έφαγα τα κορίτσια μου που τανε σαν το χιόνι

και τώρα πάλι μου΄κλεψες το πιο όμορφο στολίδι

που ΄φεγγε μες το κάστρο μου στης νύχτας το σκοτίδι!”

Απαντά -”ακόμα πίσω η πληρωμή για τα πολλά σου λάθη

είναι τόσα τα κρίματα απ’ τα δικά σου πάθη”

Και πάλι σταμάτησε ο Δράκος, ο μικρός πήδηξε το ποτάμι,

πήγε στο παλάτι Ο βασιλιάς τον φίλησε του ΄δωσε το πουγγί του

κι αρνήθηκε γυναίκα του να δώσει, το παιδί του.

Είπε πως είμαι μικρός γιαυτό κι άλλαξε γνώμη

και ζήτησε να του φέρει το χαλί του Δράκου ακόμη

Και ξανά ο Τσιρτσώνης στον πύργο θα φανεί

Δράκος κοιμάται πάνω στο χαλί

Αν θα τραβήξω το χαλί σκέφτεται θ΄αναποδογυρίσει

το παίρνω και πριν καλοξυπνήσει…

Κι έτσι το΄κανε…

ο Δράκος νομίζει πως τρέμει η γης κι ο κόσμος γυρίζει…

Όταν καταλαβαίνει λέει -”Μου κλέψαν το στολίδι

του πύργου το πιο μαλακό μεταξωτό στρωσίδι

Και τρέχει να προλάβει τον Τσιρτσώνη πριν τον πιάσει ενώ πολύ σιμώνει:

-”Κι αν με φας τρυπώ την κοιλιά σου και πεθαίνεις!”

Ο Δράκος μιλά φωνάζει:-” Τι μου΄κανες Τσιρτσώνη

έφαγα τα κορίτσια μου που τανε σαν το χιόνι

και τώρα πάλι μου΄κλεψες το πιο όμορφο στολίδι

που ΄φεγγε μες το κάστρο μου στης νύχτας το σκοτίδι

και τώρα πήρες το χαλί μου το πιο καλό στρωσίδι!”

Απαντά -”ακόμα πίσω η πληρωμή για τα πολλά σου λάθη

είναι τόσα τα κρίματα απ’ τα δικά σου πάθη”

Και πάλι σταμάτησε ο Δράκος, ο μικρός πήδηξε το ποτάμι, πήγε στο παλάτι μοναχός Μόλις του πήγε το χαλί στα διαμερίσματα του

ο βασιλιάς εχάρηκε γελούσαν και τ΄αυτιά του

Τον φίλησε και του δωσε φλουριά με το τσουβάλι

του είπε οι παρατρεχάμενοι κι οι βοηθοί του οι άλλοι

συμβούλεψαν να πάει τον Δράκο ζωντανό να φέρει

κι απάντησε ο μικρός θα βρει τον τρόπο που τον ξέρει

-”Μα είναι δυνατό θεριό κι όλους θας σασε φάει

και δεν θα βρίσκεται μετά κανείς να με ρωτάει”

Εθύμωσε ο βασιλιάς και του ΄τρεμε το χείλι

θα τον φυλούν σαν αστακοί στρατιώτες θα ναι χίλιοι

Και πήγε πάλι ο μικρός να κάνει το χατήρι

του βασιλιά η κεφαλή σίδερο και μπακίρι

Εσκέφτηκε σχεδίασε και βρήκε κάποια λύση

Ο Δράκος να παγιδευτεί, να τον να παραπλανήσει

Και μασκαρεύτηκε πολύ φαινότανε σαν γέρος

και πήγε και στον πύργο του – το ήξερε το μέρος

Στον κήπο του βρήκε κορμό που ήταν πολύ μεγάλος

και με μανάρι τον έκοβε σαν να΄ταν κάποιος άλλος…

-” Γκαπ Γκουπ ,εφώναζε ,παλιοΤσιρτσώνη πάρε

Γκαπ γκουπ βρε παλιοτόμαρο καλα΄του΄καμες Χάρε!

Ο Δράκος μόλις ξύπνησε βλέπει τον ξυλοκόπο

και θυμωμένος του μιλά , δεν ξέρει κι άλλο τρόπο

-” Τι κάνεις βρε παλιόγερε ποιος σου΄δωσε την άδεια;

Ο γέρος γρήγορ΄ απαντά τρέμει η φωνή του σαν μιλά:

-”Τι να σου πω αφού΄ψαξα στα δάση στα λιβάδια

δεν τα κατάφερα να δω κορμό που να μου κάνει

που να χωρά τον πιο κακό, που τώρα έχει πεθάνει.

Έναν της φύσης άχρηστο πολύ κακοτερένιο

απόβρασμα που΄χε κακό χέρι και σιδερένιο”

Ο Δράκος πάλι ρώτησε : -” Πως λεν το μακαρίτη;”

ο Γέρος τώρα ψύχραιμα: -” Τον άθλιο κοπρίτη Τσιρτσώνη

τον φωνάζανε κι ήτανε σαν μαϊμούνι

κοντός που τα κορδόνια του φτάνανε το πυγούνι …

Να φανταστείς πως κάποτε τον έφαγε ένας Δράκος

και την κοιλιά του τρύπησε σαν να ταν άδειος σάκος…”

… Πολλοί φοβούνται πως αυτός αν είναι γραντισμενος(3)

από τον τάφο του θα βγει κι ας είναι αποθαμένος

Γι αυτό το σιδερόδεντρο ευρήκα που φυτρώνει

στον κήπο σου και θα θελα κάποιος να μου συντράμει

μέσα στην κάσα τίποτα να μην μπορεί να κάμει”

-”Θα βοηθήσω τον κορμό θα τονε καθαρίσω

με το σκερπάνι σκάβω τον, μετά καπάκι αρχίζω

λέει ο Δράκος και πολύ γρήγορα το τελειώνει

κι ο γέρος μέσα βάζει τον και μετά το καρφώνει

“Άφησε το καπάκι πιο καλά να το καρφώσω

να δω αν είναι δυνατό πριν τον Τσιρτσώνη χώσω

στη δύναμή σου μοιάζει αυτός ας είναι και μπασμένος

στ΄ αθλήματα τα πιο σκληρά καλά ναι μαθημένος”

Ο Δράκος δεν κατάλαβε θέλει πολύ ακόμα

πως κλείστηκε οριστικά στο ξύλινο το στρώμα

-”Εμπήκα μέσα και καθόλου δεν φοβούμαι…

μά τέλειωσε το κάρφωμα να μην καθυστερούμε” …

…Μα βγάλε μου το σκέπασμα να πάρω μιαν ανάσα

πολύ στριμώχτηκα σ΄αυτήν τη νεκρική την κάσα..

Στην τρύπα σαν τον άρκαλο να μεχουν ταπωμένο…”

Ο γέρος αμέσως απαντά: “-σ έχω φυλακισμένο…”

ο κλεισμένος λέει του: “τελώνι ξυπασμένο

γιατί με φώναξες που μ΄είδες που με ξέρεις;

-” είμαι ο Τσιρσώνης τρυγητή θέλησες να με φέρεις “

ο γέρος συνεχίζει ” υπομονή στο παλάτι σε πηγαίνω

λίγο ακόμα στον κορμό θα σε έχω καρφωμένο”

Ο Δράκος παραπονιέται: -”…αλίμονο πνεύμα με κυνηγάει

πως να γλιτώσω τι να πω που δεν με παρατάει

Ώφου και κακοντόπαθα…

τι μου΄κανες Τσιρτσώνη

έφαγα τα κορίτσια μου

που τανε σαν το χιόνι

και πήρες το ποτήρι μου κι ύστερα το χαλί μου

τώρα στην κάσα μ΄έβαλες και θέλεις τη ζωή μου;”

-”Επλήρωσες για τα πολλά τ΄ απαίσιά σου λάθη

ήταν τόσα τα κρίματα και τα δικά σου πάθη

Μα το παιγνίδι τέλειωσε ξόφλησες τα σπα σμένα

τίποτα για να φοβηθείς δεν έχεις από μένα”

Ο Τσιρτσώνης τον ησύχασε τον πήγε στο παλάτι

Κι έσκυψε μπρος τον βασιλιά και του ΄πε και σπολάτι

Κι αυτός τον υποδέχθηκε -”Καλώς το παλικάρι

τον Δράκο , μας τον έπιασες – δεν σου κανε τη χάρη;”

-”Μπροστά σας είναι εδώ στην ξύλινη την κάσα

τον στρίμωξα τόσο πολύ δεν παίρνει μιαν ανάσα”

Απάντησε ήσυχα ο μικρός κι ο βασιλιάς σκερπάνι

διάταξε να φέρουνε να ν΄ανοιξουν μάνι μάνι…

Του΄πε ο μικρός -”σκέψου λίγο σταμάτα

να μην τ΄ ανοίξουνε και βγει στης αγορά τη στράτα

Γιατί θα τρώει στη σειρά μικρούς μα και μεγάλους…”

-”Ανοίξτε το λέει ο βασιλιάς αυτό δα παραπάει…”

Εμένα αφήστε με να φύγω αν και φοβάται να με φάει…

είπε ο μικρός και πήρε την πριγκίπισσα και πάει

Η μικρή πριγκιπέσα
Η μικρή πριγκιπέσα

Το παραμύθι μας αυτό εδώ λοιπόν τελειώνει

τα φώτα όλα κλείσανε το σκότος σαν σεντόνι

ετύλιξε τους άρχοντες τους παραγιούς την πόλη

δε ξέρουμε αν χαθήκανε ή αν σωθήκαν όλοι

Ο Δράκος ήταν ζωντανός ή πέθανε στην κάσα

αφού στριμώχτηκε πολύ δεν έπαιρνε μια ανάσα;

Κανένας δεν μπορεί να πει δεν έμαθε δεν ξέρει

το μόνο που έγινε γνωστό: βρήκε ο μικρός μας ταίρι

εφύγανε κι επήγανε μακριά απ το παλάτι

από τα πλούτη τσ΄αρχοντιές προτίμησαν αλάτι

να τρώνε και ξερό ψωμί και να χουν στην καρδιά τους

αγάπη μέχρι τα πολύ βαθιά γεράματά τους

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

Το παραμυθι αυτό γράφτηκε στην πενταετια 1990 -1995 σε μορφή θεατρικού διαλόγου, διορθώθηκε από τον Δημήτρη Ξηριτάκη και τυπώθηκε πρόχειρα σε 30 αντίτυπα. Περίληψη παρουσιάζεται στις 12.3.2018

Δημήτρης Ξηριτάκης, γείτονας και φίλος του Νίκου Βιδάκη
Δημήτρης Ξηριτάκης,Πλατεία διακστηρίων (Δασκαλογιάννη)2002(;)

 

ΕΙΚΟΝΕΣ: Σπύρος και Βασίλης Ζ.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ: Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΤΖΙΝΙ ΜΑΝΤΣΙΝΙ

Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΤΖΙΝΙ ΜΑΝΤΣΙΝΙ

Ενθύμηση της συντροφιάς μιας άλλης εποχής : της Ελένης και της Κάτιας Στεφανάκη (Σύρρου) Της Πόπης Καμάρη & της Μιμίκας Καραχάλιου της Ελένης Βενιεράτου

Scan

Περνούν τα χρόνια κι έρχονται κι άλλα, δε σταματάνε

Του κύκλου τα γυρίσματα πάνω και κάτω πάνε

Τυλίγουν, δένουνε κλωστές σε καλαμένι’ανέμη

Δώσε της κλώτσο ν’αρχινά σα να φυσούν ανέμοι…

Μια βάβω εκατόχρονη ζούσε σε ένα καλύβι με ψωμί χωρίς αλάτι

πέρασαν οι μήνες έτρωγε βλαστούς και ρίζες –

κι είχε πάντα πείνες

κάποια μέρα μια γυναίκα έφερε φάβα χρυσωμένη

για να στήσει το τσοουκάλι και να φάει η καημένη

 

έβρασε τη φάβα βρήκε και τ΄ αλάτι

λαχταρούσε μήνες να βρεθεί χορτάτη

σκέφτηκε να βρει ένα μέρος που να της ταιριάζει

χρυσαφένια η φάβα θησαυρός της μοιάζει πήρε το τσικάλι

(πήλινο)και σε κήπο πάει στη σκιά να κάτσει να την καλοφάει

δυο κορίτσια παίζανε και πάει ένα πετραδάκι το τσουκάλι σπάει !

θύμωσε η βάβω έγινε θηρίο είδε

μια μικρούλα από αυτές τις δύο Είπε:

– “ Την κατάρα μου τάχ(ι) μου να σέρνεις

Εφτά χρόνια κι εφτά μήνες να τον περιμένεις

 

Τζίνι τονε λεν Μαντσίνι, τον που θ’αγαπήσεις

Αυτό που παθα θα πάθεις, άλλον μη ζητήσεις

(κλαίει και οδύρεται)
Ούτε μια μπουκιά στο στόμα,

χάθηκεν η φάβα
Πολλούς μήνες καρτερούσα

..
(προς τον εαυτό της)…. Πείνα τώρα τράβα.

Η μικρή ζητά συγνώμη για να μαλακώσει

μα η γιαγιά με τίποτα δε θα ξεθυμώσει :

-” Την κατάρα μου βρωμιάρα τάχ(ι) μου να σέρνεις

Εφτά χρόνια κι εφτά μήνες να τον περιμένεις…

(παίρνει ανάσα)

Τζίνι τονε λεν Μαντσίνι, τον που θ’αγαπήσεις

Αυτό που παθα θα πάθεις, άλλον μη ζητήσεις

Άσπρο χιόνι στη θωριά του και κατάμαυρα μαλλιά

Κι οι καμάρες των φρυδιών του, από κόρακα φτερά.
 

Κόκκινα τα μάγουλά του, αίμα στάζουνε λαγού

Και τα μάτια και τα χείλια παίρνουνε καρδιά και νού.”

Κεραδοπούλα και Βάβω...
Κεραδοπούλα και Βάβω…

Είπε η βάβω και θα εξαφανιστεί

λες κι άνοιξε η γη να την καταπιεί

Κι όσο και να ΄ψαξε η μικρή που λεν Μικρή Κυρία

δεν βρήκε τον Μαντσίνι της ας ψάχνει με μανία

Κι ούτε μπουκιά στο στόμα της δε βάζει κι ούτε πίνει

Το γάλα που κάθε πρωϊ ‘τοιμάζουμε για κείνη.

Ο πατέρας της έφερε το μαγικο ανήλιαγο πουλό
Ο πατέρας της έφερεκαι λόουναπ τη Δύση

Κάποιοι ντοτόροι ξακουστοί, προτείναν στον πατέρα

Να φέρει παιγνιδάτορες να παίζουν κάθε μέρα

Μα τίποτε δεν έγινε κι ας ήτανε μαστόροι

Και τα’άψυχα ζωντάνευαν μ’αδιαφορούσε η κόρη.

Βαρύ μαράζι και χτικιό την έχουνε χτυπήσει

Δε γέλασε κι ας ήρθανε και κλόουν απ’τη Δύση.

Κι όταν ο Μόλας έστησε μπερντέ του Μαυρομάτη

(του Καραγκιόζη δηλαδή) δε γέλασε κομμάτι.

Ο αφέντης που γυρνά παντού και ψάχνει και ρωτάει

Ποιος ημπορεί την κοπελιά να κάνει να γελάει.

Του κάκου τρέχει και σκορπά τα πλούτη του τα τόσα΄

Όταν κανείς χάσει το νου δεν ωφελούν τα γρόσα.

Βαρύ μαράζι και χτικιό την έχουνε χτυπήσει

Δε γέλασε κι ας ήρθανε και κλόουν απ’τη Δύση.

Ο κύρης της γυρνά παντού και ψάχνει και ρωτάει

Ποιος ημπορεί την κοπελιά να κάνει να γελάει.

Του κάκου τρέχει και σκορπά τα πλούτη του τα τόσα

Όταν κανείς χάσει το νου δεν ωφελούν τα γρόσα.

Της έφερε το μαγικό πουλί απ’το Πλατύ σοκάκι

Είναι το πιο παράξενο πουλί μέσα στη φύση

Αν δει πως παίζει και γελά, ο πόνος θα την αφήσει

Αρχίζει το μαγικό,πουλί: Κόκκινη κλωστή δεμένη

στην ανέμη τυλιγμένη

Δος της κλώτσο να κινήσε

ι παραμύθι ν’ αρχινίσει

Μα το κορίτσι δεν αντιδρά…

 

Ας της χορέψω, τέλειωσα τα λόγια, δεν μπορούνε

Ότι έχω μέσα στην καρδιά να δείξουνε να πούνε…

(Το πουλί χορεύει, μέχρι που εξαντλείται,  δεν θ’ αργήσει
να πέσει αναίσθητο στα πόδια της μικρής. Σαν να ξυπνά από λήθαργο το κορίτσι , νομίζει ότι πέθανε)

Το πουλί κι η Κεραδοπούλα ταξιδεύουν
Το πουλί κι η Κεραδοπούλα ταξιδεύουν

:
-” Κακόμοιρο δεν έφταιξες, σε πήρα στο λαιμό μου…

(Συνέρχεται στην αγκαλιά της κοπέλας)

Μίλα μικρή μου, μίλα μου, ποιος πήρε τη φωνή σου

Τι σου’σβησε το γέλιο σου την καλή διάθεσή σου;

Η Κεροδοπούλα απαντά:
-”Πολύ μικρή τα βάσανα τσ’αγάπης μ’εγεμίσαν

Κι είναι το ποιο παράξενο, πως δεν τονε γνωρίσαν

Ακόμα τα ματάκια μου, αυτόν που με τρελαίνει

Στο νου μου τον ζωγράφισαν με χρώμα που δε βγαίνει.

Μια γριά τον έβαλε βαθειά, μες της καρδιάς το φύλλο

Τζίνι Μαντσίνι τονε λεν, κανείς δεν τονε φτάνει

στη χάρη και την ομορφιά, αρχοντογεννημένος

μα σ’άγνωστο και μακρινό παλάτι ξορισμένος.

Χίλιους ανθρώπους ρώτησα, στην αγορά, στην πιάτσα

Κανένας τους δεν ήξερε τη χώρα και τη ράτσα

Ή τη φυλή και λαό που ζει και διαφεντεύει

Λες και δε βρίσκεται στη γη, στα νέφη βασιλεύει.

UALORH-0096
Τζίνι Μαντσίνι τονε λέν, στη Μάντζα βασιλεύει…

Το πουλί καλά τον ξέρει: -”Τον Τζίνι σου ξέρω καλά, που βρίσκεται, τι κάνει

Στο ξακουστό παλάτι του, το δρόμο που σε βγάνει.

Είναι μακρύς και δύσβατος ο δρόμος μας καλή μου

Από στεριές και θάλασσες κι εκτάσεις της ερήμου.

Στα βάθη της Ανατολής, τις διαταγές του δίνει

Κι όταν το Μέγα Σινικό περάσουμε μπεντένι

Απ’το παλάτι θα φανεί καπνός ψηλά να βγαίνει.

Γιατί τα’αρέσει να γλεντά να τρώγει και να πίνει

Με φίλους που’χει μπιστικούς ο βασιλιάς Μαντσίνι

 

Scan 3
Σταμάτησαν στο μπαλκόνι (βεράντα)

 

Κι έφτασαν πριν μπει στην τραπεζαρία κι η Μικρή Κυρία συλλογίζεται:

-“Μα τρέμω και κτυπά η καρδιά, τ’άγνωστο με φοβίζει

αν είναι τ’ονειρεύτηκα ποιος ξέρει ποιος γνωρίζει;

Το μέρος σαν φανταστικό τα δέντρα το παλάτι

Σαν να’ναι των παραμυθιών της Νένας μου κομμάτι

(μπαίνει στην τραπεζαρία, δεν είναι κανείς,
κοιτάζει έκπληκτη τον πλούτο και την πολυτέλεια)

Σαν αίθουσα για φαγητό και σαν σαλόνι μοιάζει

χαλια μεταξωτά παντού τραπέζια με τοπάζι

Τι να’χει τούτο το πιατί, χορταρικό ή ψάρι;

Ας φάγω τώρα μια μπουκιά
(δοκιμάζει)
τι νοστιμιά και χάρη.

(συλλογίζεται, αναρωτιέται)

δεν προλαβαίνω ακόμα
να δω εκείνον που ποθώ, ειν’η ψυχή στο στόμα

(Γυρίζει στο παράθυρο που την περιμένει το πουλί)

Ας φύγουμε κι αύριο είναι μέρα,

είπε η Κεραδοπούλα 
Το πουλί εξήγησε, πως δεν μπορει να ζήσει τη μέρα:

_”Το φως όμως η φύση μου το ξέρεις δεν αντέχει

Το σπίτι του πατέρα σου πάρα πολύ απέχει.

Θα βρούμε λίγο πιο κοντά απ’τη δική μας χώρα

Ένα σπηλιάρι σκοτεινό να κοιμηθούμε τώρα.

Γνωρίζω μια βαθιά σπηλιά…βράδυ ξαναγυρνάμε

Η Μικρή Κυρία ξαναμπαίνει την επομένη νύχτα:

-”Γνωστό το μέρος φαίνεται, δεν έχει λάμψη τόση

Ο πλούτος που με θάμπωσε σα να’χει πια θαμπώσει

(δοκιμάζει τα φαγητά)
(δοκιμάζει τα πιοτά)

Πως τρέμουν τα πόδια μου και λαχταρά η ψυχή μου

Αν είναι τώρα και φανεί θα σβήσει την πνοή μου

(Φεύγει τρεχάτη, επιστρέφει στο πουλί)

Το πουλί, την παίρνει και φεύγουνε πάλι.

-”Υπομονή μικρούλα μου, ας πάμε στη σπηλιά μας

Κι αύριο ξαναρχόμαστε, είν’ο καιρός μπροστά μας”

(Φεύγουν όπως την προηγούμενη φορά για την σπηλιά,ξαναγυρίζουν το άλλο βράδυ) Μισάνοιχτη μου φαίνεται η πόρτα, που να βγαίνει;

Στο χωλ ή σε δωμάτιο ή στο λουτρό πηγαίνει;

(Πλησιάζει ρίχνει μια ματιά)

… (πλησιάζει το κρεβάτι,, ο Τζίνι είναι ξαπλωμένος και φαίνεται να κοιμάται)

-”Χιόνι βλέπω στη θωριά του και κατάμαυρα μαλλιά

Τα καμαρωτά τα φρύδια, από κόρακα φτερά

Κόκκινα τα μάγουλά του, αίμα στάζουνε λαγού

Κι αν ανοίξουνε τα μάτια, θα μου πάρουνε το νου”

-”Είμαι ο Μαντσινι ζωντανός, κορίτσι μη φοβάσαι.

Μα πως ξεφύτρωσες εδώ; Από ποιόν τόπο να’σαι;”

-”Από μακριά έρχομαι πολύ” μιλάει η μικρή Κυρία

και λέει στον Μαντσίνι της όλη την ιστορία

-”Άργησα και περιμένει το πουλί που μ’έχει φέρει

Με καλεί…θα υποφέρει…

εξημέρωσε…πεθαίνει

της Δίνει το δαχτυλίδι του, -”πάντα να με θυμάσαι”

Τρέχει γρήγορα στο παράθυρο:

-”Φοβάμαι πως ξεχάστηκα, το φως θα το σκοτώσει

Θε μου τον Ήλιο κράτησε, πριν βγει να ξημερώσει”

(φεύγουν γρήγορα).

Φτάνουν στη σπηλιά, το πουλί είναι τελείως εξαντλημένο.

Μην κλαίς και μην οδύρεσαι, γραμμένο το’χε η μοίρα

Στο τέλος πήγαμε καλά κι απ’τη χαρά σου πήρα

Λέει το πουλί : -”παράτησε τα κλάματα και σκέψου τι θα γίνει

(τελείως εξαντλημένο, μιλά αργά)

Μπροστά σου δες ανοίγονται, ο δρόμος του καλού σου

Και το στρατί που σαν διαβείς, θα φτάσεις στου κυρού σου.

Η κοπέλα αποφασίζει να τον βρει.

-Πέρασαν εφτά χρόνια, φτάνει στην Μάντσα ρωτάει: 
-”Πως τηνε λεν την πόλη σας και ποιος τη διαφευτεύει ;

” 
Της λένε : -”Μάντσα την καλούν κι ο Τζίνι βασιλεύει”

Τον Τζίνι δεν μπορείς ποτέ να δεις, να σου μιλήσει

κλεισμένος είναι μοναχά η μάνα του τον βλέπει

Ρωτάει : -”τι τον έπιασε ; γιατί ποτέ δεν βγαίνει ;”

πολλοί λεν πως τον βάσκαναν νεράϊδες στο ποτάμι

χίλιες γητειές του κάμανε, δεν μπόρεσε να γιάνει

Η Κεραδοπούλα βρίσκει τη βασίλισσα

-”Στη δούλεψή σας πάρτε με ξέρω πολλά να κάνω”

Της λέει η βασίλισσα -”κουλούρια με το μέλι

ζυμώσετε και ψήσετε μήπως ο γιος μου θέλει”

Σε κουλουράκι βάζει η μικρή το δακτυλίδι

σκέφτεται , μακάρι να το ίδει

(
Η Μάνα παίρνει το δίσκο με τα κουλουράκια και προχωρεί στα διαμερίσματα του γιου της 
Αφού δάγκωσε το τσουρέκι,κοντεύει να σπάσει τα δόντια του:)

-”Να πάρει η οργή τι γίνεται ;
Βρίσκει το δακτυλίδι και φωνάζει:

-”ποιός τα΄φτιαξε ρωτάω ;”

Μην μου θυμώνεις λέει η μάνα του, ημέρωσε και φάτα

ένα κορίτσι τα΄πλασε τόσο γλυκά κι αφράτα!

Από μακριά μας έφτασε δεν ξέρει εδώ κανένα

Να μου την στέλνεις λέει αυτός ,να τη ρωτήσω κάτι ;

-”Ανέλπιστη παράξενη στάθηκε τούτη η μέρα

από τον πάτο του γιαλού, εβγήκα στον αγέρα!

ξέρω πως επέρασες λέει το κορίτσι μα πως να σου μηνύσω

και πως να βρω το δρόμο μου κοντά σου να γυρίσω ;

Ας πούμε δοξα σοι ο Θεός…

αλλά μην συνεχίζουμε

κι οι δυο περάσαμε πολλά,άλλη φορά τ΄ αρχίζουμε

-”Ας έρθουνε λέει ο βασιλιάς, σάλπιγγες και τρομπόνια

κι οι δυνατοί ντελάληδες, με τα πλατιά πλεμόνια

ναδιαλαλήσουνε παντού, σ΄Ανατολή και Δύση

πως βρέθηκε το ταίρι μου κι ο γάμος μας θ΄αρχίσει

”
 
Λιγνο καλάμι μην κρατείς λευκό κερί μην λύσεις

το παραμύθι που άκουσες να μην το λησμονήσεις

Καλή νύχτα σας λοιπόν αφήστε τους αυτούς καλά περνάνε

κι εμείς πολύ καλύτερα 
στο σπιτι σαν γυρνάμε