ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ – ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ : ΤΙΠΟΤΑ ΜΑ ΤΙΠΟΤΑ ΔEΝ ΜΑΣ ΣΩΖEΙ…

Εικόνα7051TAEDIUM VITAE (του Καίσαρα Εμμανουήλ)(*)

kaisar_emmanouil
Καίσαρ Εμμανουήλ ,φωτο διαδικτύου

Φαίνεται πια πως τίποτα – τίποτα δε μας σώζει.

Του δωματίου σου η χλιδή, η ευωδιαστή ατμοσφαίρα,
το σώμα σου, ένα αμάλγαμα από σμάλτο και κοράλλι,
που ως τρόπαιο, ακόλαστη, όρθωσες μπροστά μου αχτινοβόλο,
λυτή την άγρια αφήνοντας αγέλη των ιμέρων,
όπλα σκληρά είναι που χτυπούν απελπισμένα απόψε
τα σινικά της πλήξης μας τα τείχη!

Προς τη Σιωπή με τα πικρά και σφραγισμένα χείλη
έχω, οδοιπόρος που η σκληρή θύελλα μαστίζει, στρέψει.
Σ’ αυτή την επικίνδυνη και σκοτεινή καμπύλη,
όταν ωραία θα φλέγεσαι, μαρμάρινη εσύ στήλη,
μη με ζητήσεις: μιά κλειστή θα κρούεις και ξένη πύλη!

Φαίνεται πια πως τίποτα – τίποτα δε μας σώζει.

(…)

Νίκος Καββαδίας 1973-74
Νίκος Καββαδίας 1973-74-φωτογραφία απο το ουζερί ΒΑΡΔΙΑ στο λμάνι του Ηρακλείου

Γράμμα στόν ποιητή Καίσαρα Ἐμμανουήλ (του Νίκου Καββαδία)

Ξέρω ἐγὼ κάτι ποὺ μποροῦσε, Καῖσαρ, νὰ σᾶς σώσει.
Κάτι ποὺ πάντα βρίσκεται σ᾿ αἰώνια ἐναλλαγή,
κάτι ποὺ σχίζει τὶς θολὲς γραμμὲς τῶν ὁριζόντων,
καὶ ταξιδεύει ἀδιάκοπα τὴν ἀτέλειωτη γῆ.

Κάτι ποὺ θά ῾κανε γοργὰ νὰ φύγει τὸ κοράκι,(1)
ποὺ τοῦ γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τὰ χαρτιά·
νὰ φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τὰ φτερά του,
πρὸς κάποιαν ἀκατοίκητη κοιλάδα τοῦ Νοτιᾶ

(…)

Scan 4
Αφιέρωση σε φίλο του, όταν έφτασε στην Κρήτη στα 1974

Μία μέρα χειμωνιάτικη θὰ φεύγαμε.
– Τὰ ρυμουλκὰ περνώντας θὰ σφυρίζαν,
τὰ βρωμερὰ νερὰ ἡ βροχὴ θὰ ράντιζε,
κι οἱ γερανοὶ στοὺς ντόκους θὰ γυρίζαν.

Οἱ πολιτεῖες οἱ ξένες θὰ μᾶς δέχονταν,
οἱ πολιτεῖες οἱ πιὸ ἀπομακρυσμένες
κι ἐγὼ σ᾿ αὐτὲς ἁβρὰ θὰ σᾶς ἐσύσταινα

σὰν σὲ παλιές, θερμές μου ἀγαπημένες.

(…)

Τελευαίο βιβλίο ΚΑΒΒΑΔΙΑ:Εξώφυλλο, με σχέδιο του Γιάννη Μόραλη
Τελευαίο βιβλίο ΚΑΒΒΑΔΙΑ:Εξώφυλλο, με σχέδιο του Γιάννη Μόραλη

Γνωρίσαμε τον ποιητή των ανοικτών οριζόντων, πριν την «επάρατη» στα 1964 από την Β΄έκδοση ΜΑΡΑΜΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΥΣΙ του ΓΑΛΑΞΙΑ(πρώτη έκδοση 1961  4000 –  2η 2.000 αντ’iτυπα) .

Τον ίδιο είχαμε την τύχη να τον δούμε από κοντά την άνοιξη του 1974 στα  πολλά ταξίδια τoυ στην Κρήτη, όποιος ενδιαφέρεται ας ψάξει στο : alkman.gr , όπου έχουν αναρτηθεί περισσότερα από 30 κείμενα σχετικά με τον ποιητή και το Ηράκλειο.

Τατουάζ στο χέρι του Καββαδία (φωτο διαδικτύου
Τατουάζ στο χέρι του Καββαδία (φωτο διαδικτύου

Η σύνδεση του Καββαδία με τον Καίσαρα Εμμανουήλ, αρχίζει με την εμφάνιση του πρώτου και  τη συλλογή του ΜΑΡΑΜΠΟΥ (1933) στα νεοελληνικά γράμματα.

Ο Κ.Ε. που έχει γίνει γνωστός από τα 1924 που έχει αρχίσει να συνεργάζεται με τα λογοτεχνικά περιοδικά ( αλλά  και τη συλλογή του ΠΑΡΑΦΩΝΟΣ ΑΥΛΟΣ στα 1929, που είχε καλές κριτικές), παρουσίασε τον Νίκο Καββαδία – στα 1933 με εισαγωγικό σημείωμα στην πρώτη του εμφάνιση (ΜΑΡΑΜΠΟΥ), που  ένα σημαντικο ποίημα ήταν αφιερωμένο στον Καίσαρα.

Bρήκαμε μετά από πολύ ψάξιμο, το κείμενο του Κ.Ε. στην έκδοση του Καββαδία στα 1933, του νεαρού ναύτη – που έπεσε σαν αστέρι στα στάσιμα  (τότε) νερά της νεοελληνικής ποίησης.

Πράσινοι ή ξεροί λόφοι προς την Παλιόχωρα - το φως λογχίζει τον ουρανό
το πουλί του Πόε

Ο Καίσαρ είναι νέος κι αυτός, μόλις έχει εκδόσει την πρώτη συλλογή του  (και πολύ σημαντική  : ΠΑΡΑΦΩΝΟΣ ΑΥΛΟΣ, 1929) αλλά  έχει ήδη κάποιο όνομα και είναι πολύ ευαίσθητος και καλλιεργημένος διανοούμενος, πολύγλωσσος και ευρυμαθής.

Βλέπει τον μικρόσωμο σπινθηροβόλο ναύτη με συμπάθεια και αγάπη, διακρίνει στους στίχους του το φως της αληθινής τέχνης –  δεν έχει μικροπρέπειες συνηθισμένες  στον καλλιτεχνικό χώρο  από τη μυθική εποχή του Δαιδάλου – προλογίζει το ΜΑΡΑΜΠΟΥ, με εξαιρετική κριτική ικανότητα, του ανοίγει το  δρόμο , στην δύσκολη περιοχή  – ουσιαστικά τον βαφτίζει, είναι ο ανάδοχός του. Ο Νίκος  Καββαδίας θα ονομάζεται  «Μαραμπού», από το όνομα της πρώτης συλλογής του.

Αρχείο Γ.Ζεβ.

Είναι ο  «νονός» του, αλλά αυτό θα χαθεί με το πέρασμα του καιρού, που η μεγάλη στροφή στην ποίηση, με την καθιέρωση του μοντερνισμού και της «ελεύθερης γραφής» και την κυριαρχία της γενιάς του 30, όλοι οι σύγχρονοι παραδοσιακοί θα  χαθούν, η λήθη θα καλύψει και το  έργο του Καίσαρα Εμμανουήλ.

 

Ο Νίκος Καββαδίας θα διασωθεί, συμπτωματικά και  ίσως γιατί επιβιώνει στο λαϊκό στοιχείο των ναυτικών, στα εμπορικά καράβια , τα μεγάλα πετρελαιοφόρα (τάγκερ) και τα ποστάλια, που διασχίζουν όλες τις θάλασσες. Η ποίησή του πολύ κοντά στα καλύτερα δημοτικά τραγούδια, εύληπτη κατανοητή και ελκυστική ,  εκφράζει και τον κόσμο της θάλασσας, ιχνογραφεί την σκληρή ζωή των ναυτικών μας, οι ιστορίες μοιάζουν παραμύθια, από άλλους καιρούς, που παρουσιάζουν ωστόσο δικούςμας ανθρώπους. Ας είναι πολυεθνικό το περιβάλλον των ελληνικών πλοίων, οι ήρωες ειναι γνωστοί μας, από τον Αλλαδίνο ως τον νέγρο από το Τζιμπουτί, ο Δον Μπαζίλιο θα ταν από το Τολέδο του Γκρέκο, κι ο Νάγκελ τι να διαφέρει από τον Καπετάν Μπία, που από πλοίαρχος κατάντησε πιλότος(2) στο Ηράκλειο(1955).

Αρθούρος Ρεμπώ (1854-1891)
Αρθούρος Ρεμπώ (1854-1891)

Ο Καίσαρ Εμμανουήλ είναι βαθύς μελετητής της Γαλλικής ποίησης,  αγαπά τους σημαντικούς λογοτέχνες , έχει επηρεαστεί από  τις τάσεις που στα τελη του 18ου αιώνα κυριαρχούν (συμβολισμός κλπ) – δεν είναι και συμπτωματικό που  στην εισαγωγή του στο ΜΑΡΑΜΠΟΥ διαλέγει στίχους από τον A.Rimbaud,  «το τρομερό βρέφος» της γαλλικής ποίησης (Απόσπασμα από τις «Εκλάμψεις»  – illuminations. πρόχειρη μετάφραση από την Μόνικα Κ.  : αχ! Ο απέραντος εγωϊσμός (η απέραντη φιλαυτία) της εφηβείας, η φιλόσπουδη αισιοδοξία : πως ο κόσμος ήταν γεμάτος λουλούδια εκείνο το καλοκαίρι ! ).

Το παράξενο: ο A.Rimbaud και ο μέντοράς του λίγο πιο μεγάλος στην ηλικία Πωλ Βερλαίν διαφέρουν 8 χρόνια όσο ακριβώς και ο Καίσαρ με τον Καββαδια / δεν φαίνεται να υπάρχουν άλλες αναλογίες.

 

Ζωγραφικός πίνακας, αριστερά Βερλαίν, δίπλα του Ρεμπώ (φωτο διαδικτύου)
Ζωγραφικός πίνακας, αριστερά Βερλαίν, δίπλα του Ρεμπώ (φωτο διαδικτύου)

Δεν πέρασε απαρατήρητος, ο άγνωστος βιοπαλαιστής της θάλασσας, που δεν δίστασε να κολυμπήσει στα βαθιά νερά – με την αφροντισιά και το θάρρος των  είκοσι   χρόνων του.

Καλές κριτικές, εντυπωσιακή είσοδος: ο άγνωστος νεαρός είχε βρει έναν δικό του τρόπο να μιλήσει, να πει τις ιστορίες του : πέτυχε ότι δεν καταφέρνουν λογοτέχνες γερασμένοι στα μελάνια και τα χαρτιά (και όχι σπάνια και στις αμαρτίες ).

Κι έμεινε χρόνια σιωπηλός ο λογοτέχνης ασυρματιστής, μέχρι το 1947 που θα συμπληρώσει με μια νέα μικρότερη (σε έκταση)  συλλογή το έργο του ΤΟ ΠΟΥΣΙ.

Καββαδίας φωτο διαδικτύου
Καββαδίας φωτο διαδικτύου

Όταν μετά από πολλά χρόνια έπεσε στα χέρια μου ένα μικρό παλιό βιβλιαράκι, ωραία σταχωμένο του 1929, με τίτλο ΠΑΡΑΦΩΝΟΣ ΑΥΛΟΣ, ο μεγάλος φίλος του Μαραμπού (2)  ήρθε πολύ κοντά μας, μια ποίηση ελκυστική πρωτότυπη, ακραίου λυρισμού , συνόδευσε πολλές ώρες μας.  Ο Καίσαρ Εμμανουήλ, ελάσσων και τελείως ξεχασμένος ταίριαζε και πολύ με του γούστο και τις αισθητικές μας προτιμήσεις.

Ακόμα συγγένευε  με τον αγαπημένο μας Νίκο Καββαδία, παρά τις εκτιμήσεις των κριτικών της λογοτεχνίας, που κατατάσσουν, χρονικά και «τεχνοτροπικά»αλλά και  αναλύοντας τα τεχνικά – μετρικά και ιδεολογικά – στοιχεία των ποιητών.

Ν.Χ.αγιερ Μπουφίδης (1899-1950)ποιηση-θέατρο
Σ αυτόν αφιέρωσε σχετικό ποίημα ο Καίσαρ Ε. :Ν.Χ.αγιερ Μπουφίδης (1899-1950)ποιηση-θέατρο

Ο Καίσαρ  Εμμανουήλ γράφει ο άλλος ελάσσων Τάσος Κόρφης: «Μετέφρασε ένα μεγάλο φάσμα ποιητών, αρχίζοντας από τον Πόε, περνώντας από το Ρεμπώ, το ντε Ρεγκνιέ και άλλους και καταλήγοντας στο Βαλερύ και, προπάντων, στο Μαλλαρμέ, τους πιο κοντινούς στην ιδιοσυγκρασία του, αλλά και στις αισθητικές του πεποιθήσεις, ποιητές. Οι μεταφραστικές αυτές προσπάθειες του Εμμανουήλ στα δύσκολα ποιήματα της γαλλικής, προπάντων, ποίησης που μετέφερε στη γλώσσα μας, έχουν, όπως είναι φυσικό, και τις ιδιοτυπίες που διακρίνουν την ποίησή του: η διανοητική, δηλαδή, έντονη επεξεργασία για να βρεθούν οι πιο κατάλληλες (με κριτήρια πάντα την οξεία του ευαισθησία και την πλατιά του καλλιέργεια) λέξεις και μιαν «αριστοκρατικότητα» που τον περιόριζε (κάποτε ερμητικά) πέρα από τα κοινά, σε όσα ο ίδιος νόμιζε για «ποιητικά».

 

Καίσαρ Εμμανουήλ, ποιητής, 1902-1970
Καίσαρ Εμμανουήλ, ποιητής, 1902-1970
προέλευση του αποσπάσματος
προέλευση του αποσπάσματος

Από το διαδίκτυο αντιγράφουμε : «Η λογοτεχνία, όχι ως ομοιοπαθητική στρατηγική σημείων, αλλά κυρίως ως μουσική μετάβαση στον απολεσθέντα παράδεισο, βρήκε στο πρόσωπό του έναν ικανό και αναγκαίο πομποδέκτη. Η ευφωνία, η πλαστική έκφανση δεν διστάζει ούτε στιγμή να θυσιάσει στο βωμό της τη θλιβερή ύλη της πραγματικότητας. Ο αυτοεγκλεισμός μέσα στο βασίλειο των ευήχων λεκτικών συμπλεγμάτων είναι προφανώς η ιδανική λύση σωτηρίας.(…)Μήπως κατά βάση τα σημαινόμενα δεν είναι τίποτε άλλο παρά σημαίνοντα; O ποιητής θα δοκιμάσει ν’ απαντήσει: «Η ποίησις αυτή, καθαρώς σπουδαστηριακή αντίθετη με κάθε απειθάρχητη προβολή, με κάθε σύσπαση του

Ο Ν.Χαγιερ Μπουφίδης, φωτ, από Σ.Λιλιμπάκη
Ο Ν.Χαγιερ Μπουφίδης, φωτ, από Σ.Λιλιμπάκη

ενστίκτου, με ό, τι ο Rimbaud ονόμαζε dereglement des sens, ορμάται από τη νόηση, σε όλη την έκταση των καθολικών της ιδιοτήτων – παράγοντα τον οποίον θεωρώ, παράλληλα με την ύπαρξη ενός άλλου συντελεστού, μιας ειδικής μουσικής τάσεως, ως τα πρωταρχικά κίνητρα στην ακτίνα της ποιητικής συνθέσεως». Η ομολογία περί «ειδικής μουσικής τάσεως» αρκεί για να μας πείσει: γραφή παραμένει πιστή στις αρχές μιας αρμονικής εκ νέου συναρμολόγησης του θρυμματισμένου περιβάλλοντος.»

Από τα καράβια του Σπύρου Βασιλείου
Η τελευταίο ποίημα  του Καίσαρα Ε.  : ΘΑΛΑΣΣΙΝΑ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑΤΑ απο τη συλλογή STILLAE SANGUINIS (σταγόνα αιματος )

 

 

 

 

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(*) Μετάφραση Γ.Ζ.: Κουρασμένος από τη ζωή

(1) Αναφορά πιθανόν στο ΚΟΡΑΚΙ του Αμερικανού λογοτέχνη Ε.Α.Πόε,που μετέφρασε ο Κάισαρ Εμμανουήλ

(2)δεν είναι οδηγός …αεροπλάνου, αλλά αυτός που οδηγεί τα ξένα  πλοία στο λιμάνι

Τα ποιήματα (τμήματα)είναι μεταφορά από το διαδίκτυο :andreaskandreou.blogspot.com/2015/03/blog-post_11.html

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ : ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟΝ ΚΑΙΣΑΡΑ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ : ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟΝ ΚΑΙΣΑΡΑ ΕΜΜΑΝΟΥΗ

  –   IMPERATORES   INTERNI  –

images-1

Μέσα μου κοιμάται ένας αυτοκράτορας

κλιτός στις δάφνες του – όλων των τροπαίων

μέσα μου χρόνια ζει ένας αυτοκράτορας

μ΄όλη την έπαρσή του – των γενναίων

images-2
Ρωμαίος αυτοκράτωρ

Εντός του ακούει – αλόγων τριποδίσματα

το πλήθος τ΄ανυπόμονο μπροστά του

μια εξόρμηση ονειρεύονται οι λεγεώνες του

κι ως εραστές μεθούν σε μια ματιά του

 

Σε πένθιμη παρέλαση οι μονομάχοι

του περνούν κι επεφημούν από μπροστά του

-”Χαίρε Καίσαρ οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν”

και παν για το ταξίδι του θανάτου

Βρούτος, προτομή ρωμαϊκή
Βρούτος, προτομή ρωμαϊκή

Οι Βρούτοι ένα στιλέτο πάντα υψώνουνε

γελάει με τους τρελούς η Αθανασία

Οι Καίσαρες οι αθάνατοι ας πληγώνονται

Κι οι Βρούτοι ,οι οικτροί, ας χτυπούνε με μανία

ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ : ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ Ν.ΧΑΓΕΡ -ΜΠΟΥΦΙΔΗ (ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ)

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ Ν.ΧΑΓΕΡ – ΜΠΟΥΦΙΔΗ

                                                Αφιέρωση: Στη  Mόνικα Καμάρη

 

Ν.Χ.αγιερ Μπουφίδης (1899-1950)ποιηση-θέατρο
Ν.Χ.αγιερ Μπουφίδης (1899-1950)ποιηση-θέατρο

Μες στην ανθολογία που μου δανείσατε

εχθές τα δάκτυλά μου όπως πλανιόταν

το πτώμα ενός ωραίου ναρκίσσου ανάσυραν,

στου Ρενιέ την κίτρινη Σελήνη καθόταν (*)

Νάρκισσος = μανουσάκι
Νάρκισσος = μανουσάκι (1)

Χλομός με τα κοκάλινα τα φύλλα του

δεν ευωδιάζει πια στο θάνατό του

σαν άνθινη μούμια ασάλευτος αναπαύεται

μέσα στη χάρτινη κιβωτό του

 

Ανάμεσα σε στίχους απαλότατους

-το πιο θλιμμένο ποίημα του βιβλίου-

των λουλουδιών ο πρίγκιπας παράδωσε

του ελεγειακού του μύρου το λοφίο

 

Κάποια ελαφρά άσπρα χέρια κοριτσίστικα

που άνθη μπορούν μονάχα να κρατήσουν

ίσως της αδερφής τ΄αβρά τα δάκτυλα

ή μιας ρωμαντικής που θ΄αγαπήσουν

 

Ίσως και τα δικά σας όταν θα΄σαστε

ο Ιππόλυτος των είκοσι Απριλίων –

ω τώρα πια στα βέβηλα τα χέρια μας

δεν ζουν, δεν ζουν οι ασφόδελοι των βιβλίων!

Πένθημο άνθος,
Ασφόδελος=φεντύλι(2)

Μιαν ώρα που αλητεύαν κρύα και ράθυμα

μες του βιβλίου τους σιωπηλούς τους ήχους

γιατί πια δεν ευωδίαζε, ίσως τον έθαψαν

ανάμεσα σε δάκρυα και σε στίχους…

Πανσέληνος πάνω από το Μεγάλο Κάστρο
Πανσέληνος πάνω από το Μεγάλο Κάστρο

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Ο Καίσαρ Εμμανουήλ, γνωστός ποιητής του Μεσοπολέμου, έφτασε ως τις μέρες μας με το ΜΑΡΑΜΠΟΥ, την γνωστή ποιητική συλλογή του Νίκου Καββαδία.

Ωστόσο είναι αυτός που σύστησε στο κοινό τον ποιητή της θάλασσας και του νόστου, αφού  προλόγησε την έκδοση του 1933,  του νεαρού ναύτη – δεν ήταν ακόμα ασυρματιστής ο ταλαντούχος Καββαδίας.

Το ποίημα που παρουσιάζουμε έδωσε ασφαλώς την ιδέα στον ναυτικό λογοτέχνη, για το δικό του αντίστοιχο :» Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ» –  που λόγω των μελλοποιήσεων είναι πασίγνωστο .

 

Scan

 

 

 

Νίκος Καββαδίας

(*)Πρόκειται γαι τον Γαλλο ποιητή :

Henri de Régnier (1864 – 1936), επηρεασμένο από το ρεύμα των «Συμβολιστών», και ιδιαίτερα από τον Μαλλαρμέ, διάσημος όταν ζούσε, και σήμερα μάλλον ξεχασμένος

και το έργο του  La lune jaune (η κίτρινη Σελήνη) που άρεσε κάποτε.

Απόσπασμα:

«Αυτή η μακριά μέρα τελείωσε με ένα κίτρινο φεγγάρι

Που ανεβαίνει νωχελικά ανάμεσα στις λεύκες,

Ενώ στον αέρα που ευωδιάζει, διεισδύει το άρωμα του νερού

Που κοιμάται ανάμεσα στις βρεγμένες καλαμιές.»

( πληροφορίες και πρόχειρη μετάφραση στίχων Μ.  Καμαρη )

 

(1) Λουλούδι της Αναγέννησης, της ελπίδας, της Ποίησης

(2) Πένθιμο λουλούδι: του  Άδη πίστευαν οι Αρχαίοι Έλληνες

ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ: ΙΨΕΝΙΚΟ ΕΛΕΓΕΙΟ (ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ)

Η προσκόλλησή μας σ έναν ποιητή ξεχασμένο, οφείλεται κυρίως στον Νίκο Καββαδία, που τον ανέσυρε από την αφάνεια – όταν ο ίδιος έγινε της «μόδας».  Τι να ταν ο Καίσαρ , που θαύμαζε ο νεαρός Μαραμπού,  τι να έγραψε στο σημείωμα στο πρώτο βιβλίο του 1933, πως ο κατά 8 έτη πρεσβύτερος Εμμανουήλ παρουσίασε τον νέο ναύτη που είχε το θάρρος να μπεί στον χώρο της Τέχνης, με μόνο εφόδιο της καθαρή, ευαίσθητη ματιά του;

Διαβάζοντας και ξανακοιτώντας τους στίχους του βιβλίου ΠΑΡΑΦΩΝΟΣ ΑΥΛΟΣ, αντιγράφουμε, για να κρίνουν οι φίλοι του ΑΛΚΜΑΝΑ, το ταλέντο και την αξία του Καίσαρα Εμμανουήλ.

__8                                  Πρώτο πλάνο , ο Όσβαλντ, στους Βρυκόλακες, ελληνι
                                 κό θέατρο, νέες παραστάσεις

ΙΨΕΝΙΚΗ. ΕΛΕΓΕΙΑ

Σαν κάποια τρομαγμένα ελάφια μοιάζουμε

Που αναρριγούν στου δάσους τους ψυθίρους

Σαν κρύα ερεβικά πουλιά είναι οι σκέψεις μας

Που η Θύελλα στο κρανίο μας κάνει γύρους

 

Τον θάνατο αγαπούμε, μα ακατάλυτα
σιμά της της μας τραβά η Ζωή, οδαλίσκη.

Έτσι χλωμοί,βραχνά τον ςς.ψςήλιο κράξουμε

Σαν άλλοι ιψενικοί τρισάθλιοι ίσκιοι.
Ναυαγοί εμείς χωρίς να ταξιδέψουμε

Χωρίς να πολεμήσουμε ηττημένοι
Ζούμε στη φρικτή μαγεία που δίνουνε
Το αλκοόλ, τοχασίς ενώ η κόκα μας προσμένει

Πρωτη έκδοση του έργου(γραφτηκε 1881)
Πρωτη έκδοση του έργου(γραφτηκε 1881)

 

Οι φίλοι οι συγγενείς δεν μας γνωρίζουνε

«Πως χάλασε! Τι ωραίο παιδί ήταν!»λένε

Μα Ποιος φταίει;- Ίσως ο χλωμός πατέρας μας

Κι ίσως πολλά βιβλία μας να φταίνε…

 

Γελούμε κλαίμε αναίτια πάντα κι άξαφνα

Σωπαίνουμε σαν τάφοι σε μιαν άκρη

´Ετσι παρανοημένοι  στην αρρώστια μας

Περνούμε  εμείς στης τρέλας μας τα μάκρη.

 

Τις νύχτες των δακρύων που ο απράυντος τρόμος μας

Στης πιο σκοτεινής αβύσσου μας τα μέρη
η αυτοκτονία τα κίτρινα  τα χείλη της
Με μια αμπούλα μορφίνης Μας προσφέρει

 

Τότε τα φέρετρα μας μόνοι ανέκκλητα Καρφώνουμε

και πάνω στα σανίδια απλώνουμε τις σάρκες και τα νεύρα μας

Σαν συντριμένα κι ανώφελα παιχνίδια

 

Έτσι στους κρύους τάφους τάφους κατεβαίνουμε

Φανταστικά μια νύχτα εκεί περνούμε

και την αυγή προσμένουμε ανυπόμονα
Να πάρουμε το δρομο και να βγούμε

 

Μετα μια ανάξια φίλη που τα μάτια της

Τα υγρά τα ποιητικά που ακόμα αγαπούμε

Να καρτερούμε πραοι να συγχωρήσουμε

για ότι κακό «άφες αυτήν» να πούμε

 

(Στο κρύο το φιλί του «Γκολτς» ερρίγησε

Τη νύχτα ο μεθυσμένος κρόταφός μας
Ω λίγο ακόμα ο δείκτης μας αν ήθελε
θά μαστε πια στο μνήμα το δικό μας)

 

Μα ως την χρυσήν η Αυγή σηκώνει αυλαία της

Για να φανεί η λαμπρή μέρα ανάντι

Τυφλοί απ´το τόσο φως, τον Ήλιο κράζουμε

Σαν άλλοι ιψενικοί τρισάθλιοι Οσβά(λ)ντι

Σκηνλη από το διεθνές θέατρο του έργου
Σκηνή από το διεθνές θέατρο του έργου(Οσβαλντ και η μάνα του)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Πικρή σάτιρα, ο Ίψεν προσφέρει τον γνωστό ήρωα των «Βρυκολάκων» που είναι πρωταγωνιστής στο ποίημα αυτό : ο  Όσβαλντ,  η θλιβερή ιστορία του, προσαρμόζεται

για την περίσταση, ο ίδιος ο ποιητής παίζει το ρόλο του, στη σκηνή που τροποίησε και μας είναι οικεία.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ : ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ

ΜΑΝΟΛΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ : ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ

Αφιέρωση: στην κ. Σοφία  Λιλιμπάκη, που της αρέσουν τα παλιά βιβλία

Στην ανακαίνιση του σπιτιού πριν μερικά χρόνια, του Μιχαήλου Χριστοδουλάκη (1888-1985)βρέθηκαν μεταξύ των άλλων, τρία μικρά βιβλιαράκια – ήταν συνηθισμένες λαϊκές εκδόσεις πριν μισόν αιώνα (μέγεθος 11Χ15 εκ. σελιδες 16):

Εξώφυλλο, με ένθετη εικόνα 1965
Εξώφυλλο, με ένθετη εικόνα 1965 

1.Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΟΥ ΛΟΥΚΑ

2.Η ΔΕΗΣΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, ΠΡΟΣ ΙΑΣΙΝ ΠΑΣΗΣ ΝΟΣΟΥ

3.ΟΙ ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ ΤΟΥ Μ.ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗ

Τα δυο πρώτα ήταν θρησκευτικά, το τρίτο αγνώστου σε μας συγγραφέα, σχετιζόταν με το κοσμοαγάπητο έργο του ΚΟΡΝΑΡΟΥ.

Το δεύτερο το αντιγράψαμε ολόκληρο πριν δυο τρεις μήνες, μπορεί εύκολα να το βρει κανείς στο alkman.gr, το τρίτο το μελετήσαμε και παρουσιάζουμε στίχους που ξεχωρίσαμε – ελπίζουμε να σας αρέσουν. …

<<Τα μάθια δεν καλοθωρού στο μάκρεμα του τόπου

Μα πιο καλά και πιο μακρά θωρεί η καρδιά τ΄ ανθρώπου

Και πιο πολύ δείχνει ο καιρός ο νους σαν χιαρχιντίζει(*)

Φωτίζει αυτός στη σκοτεινιά – το κάθε τι σταθμίζει>> …

Δερμιτζάκης Μανόλης/από την Σητεία ,από το βιβλίο του : <παραλλαγές στον Ερωτόκριτο> βιβλιοχαρτοπωλείο Μηνά Ε.Φουντουλάκη, ΕΝ ΗΡΑΚΛΕΙΩ 1965

Στην εισαγωγή γράφει:

<Μανόλης είναι ο ποιητής γιος του Δερμιτζογιάννη

Που να βρεθεί ακριμάτιστος οπότε κι αν ποθάνει

Στη Στείαν εγεννήθηκε στην Στείαν ανετράφει

κι εκεί κολυβογράμματα του μάθανε να γράφει

Όμως σαν εμεγάλωσε κι ίδρωσε το μουστάκι

Ρωτόκριτον εδιαβάζε με κέφι και μεράκι

Κι ογρήγορα συνήθισε το μέτρο και τη ρίμα

Κι απάγγελνε στον καφενέ κάποιο δικό του ποίημα

Ποτέ δεν επαντρεύτηκε δεν το ΄θελεν η Μοίρα

Μα τη ζωήν του εγλέντιζε με μαρουβά(2) και λύρα

 

Κι αν κάποιοι πουν κακότεχνους τους στίχους τους δικούς μου

Γιατί ο Κορνάρος είναι αψηλά όσο δεν βάζει ο νους μου

Κι άλλοι αν πουν αποκοτιά πως είναι αυτό που κάνω

Τον πιο μεγάλο ποιητή στο στόμα μου να πιάνω

Γιατί΄ ναι οι στίχοι του αψηλοί κι ο νους του πρώτο μπόϊ

Κι οι άλλοι όλοι μαραίνοται σαν λούλουδα στο απόϊ

 

Ας συμπαθήσουν, είναι αυτός ο πιο λαμπρός της Κρήτης μας ο φάρος

κι εγώ τους στίχους του κρατώ και παίρνω θάρρος

Να τραγουδώ Ρωτόκριτο να παίζω μαντολίνο

μετά με την βροντόλυρα (3) παντού κέφι να δίνω! >

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: το γνήσιο απόσπασμα του ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ: «Τα μάτια δεν καλοθωρού στο μάκρεμα του τόπου, μα πλια μακρά και πλια καλά θωρεί η καρδιά τ’ αθρώπου·»

Μότο στην πρώτη σελίδα του βιβλίου:

<Αν θες λοξά περπάτα μα ίσια να μιλάς

και καθαρά και ντρέτα αν θες μακριά να πας>

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

(*).Χιαρχιντίζω. : Μένω έκπληκτος, τα χάνω…

(2).Είδος, χαρακτηρισμός κρασιού

(3).Λύρα ειδική, της Σητείας

 

 

ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ: ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΣΕ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

´Ενα μικρο βιβλιαράκι: Καίσαρ Εμμανουήλ «Παράφωνος Αυλός»  ΈΚΔΟΣΗ 1924.      Ιδού πως διαβάζω και με σεβασμό μεγάλο παραφράζω…

Αφιέρωση : στην Σοφία Κολ.

ΠΟΙΗΤΕΣ

Πως μοιάζουμε με ωραία μυθιστορήματα
Σε αβρό papier velin, αρισθμημένα
Με cups-de-lamps, hors-texted, λεπτά στο γράψιμο
Είμαστε με τους λίγους τυπωμένα

Αιθέρια απλά, ερμηνεία δεν χρειαζόμαστε
Κι ωστόσο ακατανόητα εμείς περνούμε:
Μορφή κι ουσία γλιστρούν – άμμος σε δάκτυλα
Κι ανόητα φλυαρούν και μας ξεχνούμε

Με το ύφος ή μια σκέψη κάποιοι θέλγονται
Με μια γραμμή μας υπό σημειώνουν
Έτσι λαθραία μοιραία σε μιαν έκδοση
Μιλούμε και σαν μας ανατυπώνουν

Πως μοιάζουμε με ωραία μυθιστορήματα
Σε αβρό papier velin,αριθμημένα
Μεcups-de-lame,hors-texted,λεπτά στο γράψιμο
Είμαστε για τους λίγους τυπωμένα

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
Στο ποίημα ( όχι στο πρώτο τετράστιχο και το τελευταίο)έλειπαν ομοιοκαταληξίες, που προσπάθησα να βάλω). Πληροφορίες και φωτογραφια διαδικτύου

Καίσαρ Εμμανουήλ, ποιητής, 1902-1970
Καίσαρ Εμμανουήλ, ποιητής, 1902-1970`Ο Καίσαρ Εμμανουήλ πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1924 και συνεργάστηκε με τα λογοτεχνικά περιοδικά Μούσα, Κριτική και Τέχνη, Νέοι Βωμοί, Ελληνική Επιθεώρησις, Νέα Εστία, Λόγος, Κύκλος, Ρυθμός, Μπουκέτο, Οικογένεια, Αναγέννησις, Νέα Επιθεώρησις, Το τρίτο μάτι, Μακεδονικά Γράμματα και άλλα. Η πρώτη του ποιητική συλλογή είχε τίτλο Ο παράφωνος αυλός και εκδόθηκε το 1929. Ακολούθησαν τρεις ακόμη συλλογές, ενώ ο κύριος όγκος του έργου του αποτελείται από ποιητικές, πεζογραφικές, θεατρικές και άλλες μεταφράσεις και διασκευές.

 

 

 

 

Ο ΣΙΜΙΓΔΑΛΕΝΙΟΣ – ΛΑΪΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Ο ΣΙΜΙΓΔΑΛΕΝΙΟΣ

Αφιέρωση : Στην Κρήτη και τον Μιχάλη, του ρωμαντισμού και της πολιτικής

H γιαγιά μας η γριά

ξεματίζει τα κουκιά

Και στη χόβολη τα ψήνει

Κι ´ε έχουν σιδερένια γίνει

Μένα δόντι τα μασά

Κι όταν φάει τα μισά

Πίνει και κρασί γλυκό

Και θα φτάσει τα εκατό …

Και θ´ αρχίσει παραμύθι …

Ήτανε μια πριγκιπέσα όμορφη πολύ

μα δεν ήθελε κανέναν να την παντρευτεί

της εμύριζεν ο ένας κι άλλος της εβρώμαγε

όμορφος κανείς δεν ήταν της φαινότανε

τι κι αν έλαμπαν τα νέα πριγκιπόπουλα

δεν την νοιάζει που στενάζουν τα παλικαρόπουλα

δεν τσ΄αρέσουν έχει γούστο πολύ δύσκολο

κάποτε ζητά μια χάρη : “Μάνα σε παρακαλώ

φέρε μου τ΄ αμύγδαλα να ΄ναι μισό τσουβάλι

κι άλλο τόσο – πιο πολύ να ναι το σιμιγδάλι

Δέκα οκάδες ζάχαρι από την Μπραζιλία

κι άφησέ με μοναχή μέρες τριάντα μία…”

Scan 12

Και κλείστηκε στην κάμερα πήρε σφυρί να σπάσει

τ΄αμύγδαλα με ζάχαρη τη ζύμη να ετοιμάσει

πολύ εύκολα τον έπλασε καλόν και διωματάρη

που κάθε μια πριγκίπισσα θα΄θελε να τον πάρει …

Το γεγονός το μάθανε στη γη στην οικουμένη

σιμιγδαλένιον έφτιαξε και ζει ευτυχισμένη

Η δύσκολη πριγκίπισσα – γλυκός είναι σαν μέλι

τόσο κανείς δεν βρέθηκε στον κόσμο να τον θέλει

Κι εζούσανε χαρούμενοι μ αγάπη και ομόνοια

μα η μοίρα τους δεν έγραφε πως θα περάσουν χρόνια

Γιατί στην Άπω – Ανατολή πού άλλοι  την κυβερνούνε

Πριγκίπισσα κακόγνωμη που την πολυαγαπούνε

Γονέοι επιπόλαιοι που χατήρια δεν χαλούνε

Σαν άκουσε για τον γαμπρό ζηλεύει και μαραίνεται

20180612_111328

-”Αυτόνε θέλω γι άντρα μου,να πάτε να τον φέρετε!”

Κι ο Βασιλιάς ο κύρης της της πολύ στεναχωριέται

Κι όταν κιτρίνισε πολύ κι έγινε σαν λεμόνι

Κι απ την πολλήν αδυναμιά ο αγέρας τη σηκώνει

Η μάνα της γονάτισε στου βασιλιά τα πόδια -”

-«Έλεος άρχοντα μου και μην Φέρνεις τόσα εμπόδια

Καράβι να φορτώσουμε πλούσιο χρυσαφένιο

Να πάει σ΄ άλλα βασίλεια για τον σιμιγδαλένιο

Θα ναι γεμάτο θησαυρούς πολύτιμες πραμάτειες

Και θα πουλά πολύ φτηνά στους ξένους τους πελάτες

Θα ψάξει στην Ανατολή θα πάει και στη Δύση

και στο βοριά και τον Νότια για να τον συναντήσει

Και δεν μπορεί όσο μακριά κι αν είναι θα τον βρούμε

Θα πέσει στην παγίδα μας και θα λογαριαστούμε

… Στην πόλη όπου βρίσκεται σαν φτάσει το καράβι

όλοι θα τρέξουνε να δουν…ποιος θα πρωτοπρολάβει

Γιατί η φτήνια τον παρά τον τρώει και θα φάει

και τον Σιμιγδαλένιο μας γιατί κι αυτός θα πάει

Να πάρει δώρο στην κυρά κόσμημα διαμαντένιο

Και διάδημα ολόχρυσο και χτένι φιλντισένιο

Η κι άρωμα των λουλουδιών παραδεισένιας σέρας

Μια στάλα να μοσκοβολά η κλίνη τους κι ο αγέρας

ή φορεσιά μεταξωτή με πέρλες κεντημένη

Και ζώνη μ´ εκατό διαμάντια στολισμένη

Αν ο σιμιγδαλένιος ´ ρθει, κι ανέβει στο καράβι

Τις άγκυρες σηκώνουμε πριν να το καταλάβει

Και πριν να ξεκινήσουμε του δίνουμε Σουμάδα

Να΄χει και λίγο λάβδανο να κάνει μια βδομάδα

Για να συνέλθει μέχρι να – τον δει η πριγκιπέσα

για να του δώσει ένα ποτό που φίλτρο θα΄χει μέσα

μόλις το πιει θα την κοιτά σαν να΄ναι η Αφροδίτη

Θα παντρευτούν θα στήσουνε ευτυχισμένο σπίτι”

… Ντουχιούντισε ο βασιλιάς και φόρτωσε βαπόρι

Πολύτιμα εμπορεύματα, που δίνουν οι έμποροι

Κι όλον τον κόσμο γύρισαν και τέλος τον ευρήκαν

Μ´ άραξαν και περίμεναν, στην πόλη του σαν μπήκαν

Από τα καράβια του Σπύρου Βασιλείου
Από τα καράβια του Σπύρου Βασιλείου

Η πριγκιπέσα σαν πολλοί της είπανε να πάει

στο πλοίο της Ανατολής που πράγματα πουλάει

Ζήτησε απ τον άντρα να δει και να της πάρει

φόρεμα να΄χει κέντημα τον ήλιο το φεγγάρι

Κι ο “ζυμωμένος” σύζυγος αμέσως ξεκινάει

και στο καράβι ανέβηκε κι ενδύματα ζητάει

Τον είδαν κι όταν ζήτησε κέντημα με μετάξι

ο καπετάνιος πρόλαβε άγκυρες να πετάξει

 

και γρήγορα τον έφερε στην άλλη πριγκιπέσα

που τον επότισε νερό που΄ χεν αφιόνι μέσα

 

Κι αμέσως εξεχάστηκε δεν ξέρει δεν θυμάται

ποιος είναι και που βρίσκεται και τρώγει και κοιμάται

κι έτσι απ τη μια πριγκίπισσα ευρέθηκε στην άλλη

σύζυγος που τον έχουνε σ εκτίμηση μεγάλη

Σαν χάθηκεν ο πρίγκιπας που ήτανε πλασμένος

από την πρώτη σύντροφο ζαχαροζυμωμένος

Τον ψάξανε παντού χωρίς το ίχνος του να βρούνε

κι ο Βασιλιάς εζήτησε τελάληδες να βγούνε

πως δίνει χίλια τάληρα κι ολόχρυσά να πούνε

σ΄όσους τον εσυνάντησαν ή έτυχε τον δούνε

Κλαίει ο κι οδύρεται η μικρή δεν τρώγει και δεν πίνει

ούτε το γάλα του πουλιού που φέρνουνε για κείνη

-”Όφου και κακοντόπαθα και πως θα νταγιαντίσω

μου κλέψανε τον άντρα μου πως θα τον πάρω πίσω”

Όλη η χαρά μου είναι αυτός όσο καιρό κι αν ζήσω

παντού θα ψάξω να τον βρω τον κόσμο θα γυρίσω”

Κι όταν επέρασ ΄ ο καιρός χωρίς να μάθει κάτι

επήρε δρόμο και στρατί στρατί και μονοπάτι

Ρωτούσε μα δεν ήξεραν σε ξέφωτο σαν μπήκε

τη ρώτησε κάποια γρια καλόγνωμη που βρήκε

 

Κεραδοπούλα και Βάβω...

-«Ποιος δρόμος εδώ σ´ έβγαλε στα πέρατα του κόσμου;»

-«Ψάχνω τον άντρα μου γιατί χάθηκε από μπρος μου

Τον κλέψανε ζηλέψανε που ήταν σύντροφός μου!

Κι αφού άνθρωπος κανείς στη γη δεν είδε δεν τον ξέρει

Τον ´Ηλιο αν βρω όπου γυρνά παντού σ ´ όλα τα μέρη

Θα τον ρωτήσω αν είδε πουθενά και το δικό μου ταίρι»

-«Κόρη μου μην ανησυχείς θα ΄χεις καλό χαμπέρι

Ο Ήλιος είναι γιόκας μου, και θα ρθει σαν νυχτώσει

Για να δειπνήσει κι ύστερα στο δώμα να ξαπλώσει

Αμέσως μην πεις τίποτε πριν φάγει να χορτάσει

γιατί θυμώνει κι εύκολα σαν είναι πεινασμένος…”

 

Ήλιος, του Δ.Διαμαντόπουλου για την ¨Αλκηστη"του Κουν 1934

Περίμενε η κοπελιά σαν ήταν ξαπλωσμένος

μπροστά του πήγε θαρρετά “ Ω πολυχρονεμένε

Ήλιε μου λαμπροστόλιστε και λαμπρογεμισμένε

Που στα πολύ ψηλά πετάς κι όλα τα βλέπεις κάτω

Μήπως είδες τον άντρα μου άσπρο και ντελικάτο

Που ναι καλός που ναι γλυκός σαν το ψωμί τ΄ αφράτο;»

-«πως να τον δω που εκεί ψηλά τρέχω, δεν προλαβαίνω

Κι ιδρώνω και κουράζομαι τον κόσμο να ζεσταίνω

 

Στην αδερφή μου πήγαινε τη νύχτα που γυρίζει

Αυτή χαζεύει και κοιτά τον κόσμο όταν φωτίζει »

Της έδωσε ένα αμύγδαλο αφράτο είναι αθάλι

Το πήρε κλαίγοντας πολύ στους δρόμους τρέχει πάλι

Και όταν ξανά κουράστηκε σταμάτησε στη βρύση

Που μια καλή νοικοκυρά τη στάμνα θα γεμίσει

-«Που πας κορίτσι μου καλό κάτσε να ξαποστάσεις »

Της είπε και τσ΄ απάντησε πως ψάχνει το φεγγάρι

μήπως γνωρίζει που θα βρει τον άντρα που έχει πάρει.

“Η μάνα του είμαι ( είπε) και νερό παίρνει να το δροσίσει

Θα φτάσει μόλις η αυγή τα ρόδα ξεφυλλίσει”

Την πήρε για να φτιάξουνε το πρωινό στο αστέρι

Που κάθε νύχτα φώτιζε όλα της γης τα μέρη

Σαν ήρθε κρύφτηκε η μικρή περίμενε να φάει

Και ρώτησε τον άντρα της αν είδε όπου γυρνάει .

 

Άρχοντας καλοντυμένος...

-«Τη νύχτα τρέχω και ποτέ δεν στέκομαι μιαν ώρα

Πως να προσέξω πως να δω ; Στ΄ αστέρια τρέχα τώρα

Αυτά είναι τόσα πολλά που θα τον είδε κι ένα»

Της έδωσε δυο τζίτζιφα λιγάκι ξεραμένα

Στους δρόμους πάλι με λυγμούς και κοπετό κινάει

Και σε ποτάμι μακρινό δεν άργησε να πάει

Μια γριά μπουγάδα έστηνε σκουφάκια έπλενε χίλια

Την ρώτησε : -”που πας μικρή με σουφρωμένα χείλια ;”

-”Τ΄ αστέρια ψάχνω μήπως βρω γιαγιά, κανείς τα ξέρει;

-«Η μάνα τους είμαι κι εδώ θα΄ρθει το κάθε αστέρι

τους πλένω τα σκουφάκια τους, γιατί σαν κοιμηθούνε

Δεν Θέλουνε να΄ χουνε φως τη λάμψη δεν μπορούνε…»

-«Και τι τα θες τ´αστέρια μου μόνο το φως τους ´εχουν »

-«Μην είδανε τον άντρα μου ,από ψηλά που τρέχουν»

Της είπε το κορίτσι και περίμενε να φτάσουν

Κι όταν εφάγανε καλά…κι έπρεπε να χορτάσουν

Εβγήκε κι είπε : -«σας ζήτω συμπάθεια και συγνώμη

Για να ρωτήσω αν είδατε τον άντρα μου κι ακόμη

Πως είναι και που τριγυρνά τι πολεμά τι κάνει

πως να τον βρω; σ΄ αυτόν ποιος δρόμος θα με βγάνει; …

Ο Αυγερινός εθύμωσε λιγάκι και της λέει

-”κορίτσι μου κει πάνω δουλεύουμε φωτίζουμε

– το χρόνο μου δεν χάνω χαζεύοντας

– και πρόσθεσε κι η Πούλια η κουρασμένη

-«ποτέ μας δεν καθόμαστε και χρόνος δεν μας μένει

δεν ξέρουμε ανάπαυση καθημερνή και σκόλη

τον ουρανό φωτίζουμε με τη σειρά μας όλοι

Μα ένα αστεράκι τόσο δα -” τον είδα λίγο” λέει

κι απ την πολλή συγκίνηση άρχισε η μικρή να κλαίει…

Το σπίτι της Τύχης ήταν σαν παλάτι

-”Σε πύργο πολύ μακρινό και με μαρμαρένια σκάλα

-τον έχουν και του δίνουνε και του πουλιού το γάλα !”

και τ αστεράκι τσ΄ έδειξε το δρόμο που θα πάρει

αν δεν σ΄αναγνωρίσει να ένα σπυρί σιτάρι

κοπάνισε το κι ύστερα βάλε το στον καφέ του

αμέσως θα σε θυμηθεί, αν σε ξέχασε ποτέ του

Αν δεν μπορεί τ αμύγδαλο μα και το τζιτζιφάκι

να βοηθήσουνε πολύ κι ο σπόρος το σταράκι

Να πάρε κι ένα κάστανο – για να το καθαρίσεις

σαν βγάλεις τ΄αγκαθάκια του στο τζάκι να το ψήσεις

Αν τον ποτίσαν μαγικά ναρκωτικά – ματζούνια

μόλις το δοκιμάσει αυτός ξυπνά, σαν το μωρό στην κούνια

που πείνασε κι αναζητά το γάλα της μαμάς του

και θα βρεθείς στη ζεστασιά μέσα της αγκαλιάς του

Και πάλι στο δρόμο στο στρατί στρατί

και μονοπάτι και μέρα νύχτα περπατεί χωρίς να κλείσει μάτι

… και φτάνει στο πυργόσπιτο – με τη ψηλή τη σκάλα

και βρήκε και κατάλειμα ν΄αναπαυτεί μια στάλα

πρωί πρωί που ξύπνησε τ΄ αμύγδαλο της σπάει

κι αμέσως έλαμψε σταμνί χρυσό στη βρύση πάει

μα ήταν μαγικό σταμνί και το νερό παγώνει

κι ο όποιος περνούσε του δινε χωρίς να την πληρώνει

Το μάθαν όλοι κι ο καθείς -θαύμαζε κι απορούσε

κι η πριγκιπέσα έστειλε μια δούλα και ρωτούσε

Ποσό πουλάει το σταμνί, της δίνουν τόσα κι άλλα

Όσα ζητήσει δηλαδή, ποσά πολύ μεγάλα..

-Δεν σας το δίνω για φλουριά, μα τον σιμιγδαλένιο

Για μια βραδιά και πάρτε το κι ας είναι χρυσαφένιο…

Τους είπε και το σκέφτηκαν πολύ και τονε δώσαν

Αφού τον πότισαν της λησμονιάς ποτό και τον ξάπλωσαν…

… Ότι κι αν έκανε η μικρή δεν ξέρει δεν μιλάει

Κι ας μάλλιασεν η γλώσσα της να τον παρακαλάει

Τον πήραν πίσω ξύπνησε, σαν να χε πιεί λιγάκι …

Κι η κοπελιά τα τζίτζιφα τα επέταξε στο τζάκι

Κι απ τη φουνάρα μια στιγμή έβγήκεν <αργαστήρι>(1)

Τους στύλους έχει όλο χρυσούς περβάζια από μπακίρι

Το χτένι από φίλντισι και δυο αντιά ξυλένια

σαΐτα με πετράδια και Ποδάρια μεταξένια …

Το ´δανε κι απομείνανε το΄παν στην πριγκιπέσα Και τό θελε

Της έφεραν τον άντρα της- πάλι ήταν ποτισμένος

με φίλτρο λησμονιάς γλυκό – καθόλου δεν τον νοιάζει

κι ας κι ας κλαίει κι ας οδύρεται κι ας βαριαναστενάζει

 

Τον πήραν πίσω κι ύστερα έριξε το κορίτσι

στην παραστιά το κάστανο – και πριν το καλοψήσει

έναν φούρνο ολόχρυσο μπροστά της είχαν στήσει

κι ήταν γεμάτος με ψητά με μπαχάρια και πιπέρι

κι οι μυρωδιές τους έφταναν – στου παλατιού τα μέρη

Μόλις το καταλάβανε τους τρέξανε τα σάλια –

και τα πηρούνια ψάξανε και τα χρυσά κουτάλια

και πήγαν δούλοι- παραγιοί από την πριγκιπέσα

-που θέλει οπωσδήποτε ότι έχει ο φούρνος μέσα

και πάλι ζήτησε η μικρή τον άντρα της το βράδυ

τρίτη φορά λαχτάρησε ένα δικό του χάδι

Τον πήγαν πάλι σηκωτό και δεν καταλαβαίνει

-μα έλειωσε κι ένα σπυρί σταριού- και τον καφέ πηγαίνει

και με την πρώτη τη γουλιά κι εξύπνησε την βλέπει-

αμέσως τη θυμήθηκε στην αγκαλιά της πέφτει…

Την κοίταξε στα μάτια

και η καρδιά του ράγισε κι έγινε δυο κομμάτια

αγκαλιαστήκαν κι έτρεχαν τα μάτια τους ποτάμια

-”Ξύπνα καλέ μου μίλα μου άκουσε τη καρδιά μου…

σ’ έπλασα με τα χέρια μου και με τα όνειρα . μου..

Ολόσγουρε βασιλικέ θα σε βαγιοκλαδίζω

Θα στρώνω κλίνη ολόχρυση για να σε νανουρίζω…

ότι θελήσεις θα στο βρω ότι ζητάς θα γίνει

η αγάπη όλα τα Μπορεί- όλα ή καρδιά τα δίνει!” …

 

18944956_10211106177043577_1374094883_n

Ό νέος σαν να ξύπνησε,από τον λήθαργόν του

-” Στ΄όνειρο σου είμαι γλυκιά μου…

δες πως λάμπω απ΄ τη χαρά μου

με ΄πλασες μα ποιος να ξέρει

αν εζούσα σ΄άλλα μέρη

στων παραμυθιών τους τόπους

με παράξενα τελώνια

που είχαν σουβλερά σαγώνια …

 

Είμαι δίπλα και κοντά σου στων ονείρων μας τη χώρα

με τσ’ αγάπης μας τα δώρα

 

Κι η άλλη η πριγκίπισσα ; – άργησε μα θα μάθει

“ο ψεύτης κι ο κλέφτης

– τον πρώτο χρόνο χαίρονται”

γιατί αγαπά ο Θεός τον κλέφτη μα πιο πολύ τον νοικοκύρη

και κει που έστρωσε ο καθένας μας  θα γείρει…

Μα δεν ήμουνα εκεί,

κι η γριά τρώει κουκί

Και με δόντι σιδερένιο,

το Τσουκάλι μαντεμένιο …

κι είπε το το παραμύθι

κι έγειρε κι απεκοιμήθη

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

  1. Αργαλιός (για ύφανση )

Διωματάρης=εμφανισιμος , όμορφος (από την αρχαία ιδίωμα)

 

Αγ.Νικόλαος  καλοκαίρι  2017