ΣΤΙΧΟΙ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ 1.9.2019

Πρώτη μέρα μέρα φθινοπώρου

Αχ και να΄τανε να εμπόρου

να σου στείλω ένα φιλάκι

κόκκινο τριανταφυλλάκι

Κι αν οι πρώτες οισταγόνες

το νοτίσουν, δεν πειράζει

τ΄άρωμά του που ζαλίζει

η βροχούλα δεν αλλάζει

Κι αν τα πρώτα συννεφάκια

σκοτεινιάζουνε την πλάση

η καρδιά που λαχταράει

γρήγορα θ ‘ αναγαλιάσει

Ανέμη, διασκευασμένη σε παιδικό μύλο(Α.Νικολαος, τα πρωτα συννεφάκια )

ΣΤΙΧΟΙ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

Η στίχοι στην Κρήτη επιμένουν, τόσο που να γίνονται και διαγωνισμοί μαντινάδας – πριν λίγα χρόνια στην Ανατολική Κρήτη , σήμερα στον οικισμό των Κορφών …(υποχρεωτική η λέξη αθιβολή=κουβέντα,συζήτηση αλλα και παλιότερα ομιλία περί απόντων και συμβάνων παλαιών, αναπόληση,ενθύμηση κλπ)

ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΥΜΕ ΤΙΣ ΜΑΝΤΙΝΆΔΕΣ ΠΟΥ ΞΕΧΏΡΙΣΑΝ ΟΙ ΟΡΓΑΝΩΤΕΣ

Με τονισμένα γράμματα είναι αυτές που μας άρεσαν (Αλκμαν) και υπογραμμισμένη η καλλύτερη για μας.

Καλόχαρη μου αθιβολή και ξομπλιαστή μου σκέψη

Μου λείπεις… Κι έχει η μοναξά, στο μπέτη μου κονέψει.

Πως ρέγομαι τσ’ αθιβολές, γι’ αμάλαγους αθρώπους

Π’ άλλοτες επλουμίσανε, τση Κρήτης μας τσι τόπους.

Εμίσεψες, μ’ από το νου, δε βγαίνει η μορφή σου,
κι έχω, σαφί, το διγαβρέ και την αθιβολή σου.

(διγαβρες=κουβέντα,συζητη-λογομαχια)

(Σαφί=συνεχως,αδιακοπα)

Τον ήλιο κάθε που θα δω το δειλινό να γέρνει,

ο νους μου την αθιβολή του μισεμού σου φέρνει.

Η αθιβολή σου, σαν πουλί,βαστά καιρό τ’ αντέτι 

  και βγαίνει και γλυκολαλεί στου νου το ματσιπέτι 

(αντέτι=έθιμο,συνήθεια)

Ηρθες γλυκιά μ’αθιβολή. Σ’τσι σκέψης τ’ακρογιάλι

Και τση χαράς σκουτελικό, έχει καρδιά μου πάλι

ΑΘΙΒΟΛΗ ΜΟΥ ΞΟΜΠΛΙΑΣΤΗ ΤΟΥ ΑΡΓΑΛΙΟΥ ΜΟΥ ΧΤΕΝΙ

———————————————————————————–

ΕΣΥ ΠΑΤΕΙΣ ΤΟ ΠΕΤΑΛΟ ΤΣΗ ΣΚΕΨΗΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΦΑΙΝΕΙ

Ονειροκαλεσμένη μου και χάδι του κορμιού μου

πόθος, σεβντάς, αθιβολή κι αροδαμός του νου μου

Με το φεγγάρι συντροφιά και την αθιβολή σου 

απόψε πάλι η σκέψη μου ξαγρύπνησε μαζί σου.

Η Αθιβολή σου ήρθενε κουβέντα στην κουβέντα-

και θάρουνα πώς μύρισε όλος ο κόσμος μέντα

Δίχως νερό και ασκιανό, στη(ν) κάψα της ερήμου,

με τη δική σου αθιβολή, δροσίζω το κορμί μου

ΤΣΗ ΜΑΝΑΣ ΤΗΝ ΑΘΙΒΟΛΗ ΦΕΡΝΩ ΤΗ ΚΑΘΑ ΜΕΡΑ

ΚΙ ΩΣΤΕ ΝΑ ΖΩ ΘΑ ΝΑ ‘ΡΧΕΤΕ ΣΤΟΥ ΝΟΥ ΜΟΥ ΤΗ ΒΕΓΓΕΡΑ.

Αζωντανό δα τ’όνειρο κι ένιωσα το φιλί σου

Μα ξύπνησα κι απόμεινα με την αθιβολή σου

Στο μονοπάτι τσ’ ανθρωπιάς θα πορπατώ όσο ζήσω.

Που σα’ μισέψω μια(ν) καλή αθιβολή ν’ αφήσω

Στην εδική σου αθιβολή, δακρύζω και λυπούμαι,
γιατί, μιας δυνατής φιλιάς, τα ξέτελα θυμούμαι.

ΑΠΟ ΒΙΒΛΙΑ:

ΚΡΥΦΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Σ ΑΓΑΠΩ ΚΙ ΟΠΟΙΟΣ ΓΚΙΑ ΜΕ ΡΩΤΗΣΕΙ

ΤΟΥ ΛΕΩ: ΤΕΘΟΙΑ ΑΘΙΒΟΛΗ ΝΑ ΤΗΝΕ ΠΑΡΑΙΤΗΣΕΙ

Είσαι όλον τον καιρό το φως, τα μάθια κι η ψυχή μου

και τση καρδιάς η αναπαψη γλυκειά αθιβολή μου


Συμμετείχαν 181 μαντιναδολόγοι, από το νησί μας κυρίως.













ΒΡΑΒΕΙΑαλόχαρή μου αθιβολή και ξομπλιαστή μου σκέψη

\λόχαρή μου αθιβολή και ξομπλιαστή μου σκέψη

λόχαρή μου αθιβολή και ξομπλιαστή μου σκέψη

Καλόχαρή μου αθιβολή και ξομπλιαστή μου σκέψη

1η θέση

ΜΑΝΟΛΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ – Ο ΝΕΟΤΕΡΟΣ (ΛΑΪΚΗ ΠΟΙΗΣΗ)

Πριν από μήνες ο εγγονός του Μανόλη Δερμιτζάκη, πό την Σητεία κι αυτός, μας έστειλε βιογραφικα στιχεία του παππού του και στίχους του άγνωστους σε μας.

Αντιγράφουμε ότι συνεχίζει το κειμενο για τον ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ, που αλλάζει την οπτική του και γίνεται πιο φιλοσοφικο πιά, αναδεικνύοντας την βαθιά γνώση του στειακού ποιητή, της αρχαίας γραμματείας.

” Τα μάθια δεν καλοθωρούν τ΄αυτιά μας δεν γροικούνε

ο νους μας μόνο κι η καρδια και βλέπουνε κι ακούνε ”

Ο Μανόλης Δερμιτζάκης ο νεότερος, θέλησε να συμμετάσχει στον διαγωνισμος των ΚΟΡΦΩΝ και μας έστειλε ένα διστιχο, που στείλαμε.

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΦΕΣΙ – ΣΑΤΙΡΙΚΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

Κ

Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΣΚΟΥΦΟΣ
αφιέ΄ρωση: Στον Μανόλη Στ.



Κι οταν επερασ  ο καιρός
Μειναμε πολυ λιγοι
Γιατι οι πιο καλυτεροι
Ειχανε πρωτοι φυγει

Στο τελος βαρεθηκαμε…
Μας κουραζε κι ο δρομος.
κι οταν κτυπησαν τυμπανα
Κι εφτασε ο ταχυδρομος

Το γραμμα δεν τ ανοιξαμε
ξεραμε το μαντατο
Εχασαμε τον πολεμο
Κι ηρθαν τα πανω κατω

Κι αλλαξαμε τα ρουχα μας
Βαλαμε μαυρο φεσι
Το κοκκινο του νικητη
Δωσαμε που τ αρεσει

Και τους υποδεχτηκαμε
Κι ήταν σαν μαύροι γατοι
Και βγαινανε χωρις ντροπη
Απανω στο κρεβατι

-“Χωριατες ειναι” δωσαμε
Και τοπο στην οργη μας
Ας μεινουν αφου θελουνε
Στο σπιτι και μαζι μας

Θα φυγουν δεν θαντεξουνε
Στο χωρο το δικο μας
Σκεφτηκαμε και πηγαμε
Στο καθημερινο μας

Κι οταν τα χρονια περασαν
Ρωτησαμε: ” ακόμα ;”
Απάντησαν ορθά κοφτα:
Ολοι τους μ ενα στομα:

“Εχασατε το ξερετε
Γι’αυτό να μην μιλατε
Μην  σας εξωπεταξουμε
Στους δρομους να γυρνατε!”

Τρομαξαμε σαν νοιωσαμε
Την αθλια μας τη θεση
Κι απ την ντροπη κοκκινησε
Ακομα και το φεσι

“-Μα ηταν δικοι μας καποτε
και φιλοι κι αδερφοι μας”
Ειπε ο πιο νεος συντροφος
Που ξομενε μαζι μας

-“Απ τους δικους και συγγενεις
Παθαίνεις τα χειρότερα
Μα το  μαθαινεις δυστυχως
Παρά πολυ αργοτερα”

Ενας παλιος του απαντησε
Κουνωντας το κεφαλι
Η κουτρα.μας συνηθισε
Και ψειρες βγαζει παλι

….

– Ποιοι  ‘ταν οι μεν και  ποιοι οι δε
Μην αναρωτηθείτε
Δικοι μας Ολοι κι αν καμια φορα στο σπίτι μας βρεθειτε

Δεν θα ξεκαθαρίσετε τους δουλους
Και τσ αφεντες
Πεταξανε τους σκουφους τους
Δεν λεν πικρες κουβεντες 

Οι μεν κι οι δε Έμοιασανε
Γινανε  σαν σταγόνες
Δεν ξεχωριζουν και ποτε
Δεν κανουν πια αγωνες

[  ]

ΑπάντησηΑπάντηση σε όλουςΠροώθηση

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΡΑΤΙΚΑΚΗΣ – Ο ANAΣΚΑΦΕΑΣ TOY ΒΑΘΟΥΣ

V


Ο ποιητής Μανόλης Πρατικάκης, ο εκσκαφέας της αβύσσου.
( με αφορμή την έκδοση του τόμου για τη ζωή και το έργο του )

Ο Μ.Π. Γεννήθηκε στο Μυρτος, έναν πανάρχαιο τόπο της Ανατολικής Κρήτης , στα μαύρα χρόνια της Κατοχής. Σ´ενα απόμερο , κρυφό ακρογιάλι, με σκουριασμένη  άμμο και λίγα σπίτια, να  αντιστεκονται στους καιρούς.
Πριν  ανοίξει τα μάτια του, πριν αρθρώσει τις πρώτες λέξεις, λοιμοί,λιμοί και καταποντισμοί σάρωσαν την Κρήτη, Οι θύελλες ξερίζωσαν ανθρώπους και σπίτια.

Κι όταν η νηνεμία επανηλθε, πριν ανασάνει η πατρίδα , κύματα καταστροφής – σηκώθηκαν, από τη στεριά αυτήν τη φορά, σρχισε να τρέμει το έδαφος, σεισμοί , ισοπέδωσαν ότι έμεινε.

Κι όταν ειρηνεψε ο σημαδεμένος τόπος, ο Μ.Π. Είδε ( ενοιωσε)το μαγικό ακρογιάλι του, τα χρώματα τις οσμές και του ήχους και πρόσεξε τους γύρω του. Πριν ησυχάσει, τον κυρίευσαν νέες αγωνίες, αγκύλωναν κρίσιμα ( κι επικίνδυνα)ερωτήματα, για τη ζωή και τους ανθρώπους- η χώρα του έπρεπε να χορτάσει την πείνα της και να ισορροπήσει, μα ο ήλιος της δικαιοσύνης, ήταν ακόμα κρυμμένος σε σκοτεινά σύννεφα.

Και μεγάλωσε σπούδασε, κι όλα φαινόταν να μπαίνουν σε ομαλό δρόμο, να χαμογελούν πάλι τα βουνά κι οι κάμποι, ν ανθίζει το κύμα σ  τ απόμακρο ακρογιάλι του…

Μα ήρθε πάλι μπόρα , μια άθλια κακής ώρας καταχνιά, κάλυψε τα πάντα. Ένας θίασος Ελεεινής μορφής, μπόρεσε να επιβάλλει μια νέα τυραννία.
 Και ενοιωσε να πνίγεται, ο Μ.Π. Έπρεπε να μιλήσει, να διαμαρτυρηθεί , φωναξει…

Και διάλεξε τον πιο καίριο και σημαντικό λόγο, της ποίησης- θα μάθει αργότερα, πως η  πολιτική αντίσταση, θέλει πιο προσφορά μέσα…

Όμως είχε τβρει το νήμα για να βγει από τον δικό του λαβιρυνθο, η τέχνη που ανακάλυψε, τον έφερνε έξω μα και βαθειά μέσα του. 

Θα γίνει ποιητής, από τις πρώτες κραυγές θα μείνει η ένταση, ο άσθματικός λόγος, 
Και Θα βρει την προσωπική του έκφραση, θα χαθεί κάθε επιρροή των άλλων ,που αγαπά – αργά βασανιστικά θα σχεδιάσει το δικό του «μυρτος»το ακρογιάλι του, που χρωματίζει και τραγουδά, για καθέναν που έχει ανάγκη.

Θα ωριμάσει όπως γεμίζει ένα σταμνί καλό κρασί, χρόνο με τον χρόνο, η ποιότητα η γεύση δεν μένει ίδια εμπλουτίζεται – και μπορεί να μας ικσνοποίησει, όταν,όποτε  έχουμε ανάγκη.

Δεν ακολουθεί ακριβώς την αυτόματη γραφή, μα οι εικόνες οι σκέψεις έχουν την αυθαιρεσία των ονείρων, δεν ακολούθησε την παράδοση, μα σε κάθε στίχο του , μπορεί να βρει κανείς ( αν είναι έμπειρος) απήχηση ρυθμού  και  μελωδίας , από άλλους χρόνους.

Παρουσιάζοντας τον ογκώδη τόμο που τύπωσε  « το οροπέδιο»( περιοδική έκδοση) που ειναι αφιερωμένος στον Μ.Π. Προτιμήσαμε αντί κριτικών αποσπασμάτων, μεγάλου πλήθους ποιητών και λογοτεχνών, που περιέχει, και το πλήθος των στοιχείων, ένα μικρό απάνθισμα στίχων, από  ολόκληρο το εκτεταμένο έργο του. Έτσι μπορεί όποιος θέλει,  να αποκτήσει μια μικρή μα αυθεντική γνώση της ποίησής του, να δοκιμάσει μια σταγόνα, από τα πολύτιμα οινοπνεύματα της μακριάς και επίπονης προσπάθειας του μοναχικού εργαστηρίου του-ο ποιητής ίσως είναι έτσι έτσι «αληθινός», χωρίς μεσολάβηση κανενός.

Ο υπότιτλος  του τόμο Μ.Πρατικάκης,»ο εκσκαφέας της αβύσσου»ταιριάζει όχι μόνο στον ποιητή, μα και τον γιατρό, που διάλεξε την ψυχιατρική να υπηρετησει.

Διακεκριμενο μέλος της γενιάς του 70, θα τον περιμένουμε το καλοκαίρι, σε εκδήλωση που προγραμματίζει ο Δήμος μας.

ΤΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟΥ

1974

Μέσα σε κάθε ναυαγίου τις κουβέρτες

Ο πνιγμένος λοστρόμος σχεδιάζει κρυφά

Κι ατενίζει

Ένα φωτεινό ταξίδι

1978

Ένας αθέατος σφυγμός

Γοργός και διψασμένος σα ζαρκάδι

Πουκαταιβαίνει αιώνια  

Στην πηγή.

1980

Ά το κομμένο μου χέρι είναι μάτι,η θλίψη μου είναι

Μουσική’ το κάθε τι που λείπει είναι όνειρο.

1980

Οι αίγαγροι της Κρήτης ολοένα κατεβαίνουνε

Σ´εκείνα τα παρθένα βάθη για να γεννηθούνε

1984

Να μιλάω αλλιώς, με ανήκουστη χορδή

Σ´ένα παρθένο σημείο(…)

1984

(…)η χαράδρα μέσα του ηχώ ως τα δάση πέρα ως τις εκβολές των ανθρώπων.

Το χέρι του πατέρα μου στην έχερη(1). Τη σφήκα του πόθου μου στις θημωνιές.

1988

Με τη σκέψη της αμέριστης κλίνης ονειρευεται

Τα φυλλώματα του παραδείσου.

….

Καθαρίζω  τους άμμους των ήχων

Από  το όστρακο

Της ακοής  και σ ακούω πάλι θάλασσα  πρωτάκουστη(…)

1990

Τη μνήμη του πηλού θυμάμαι,το στρόβιλο στ´αδράχτι

Του τροχού σαν τη χορέυτρια (…)

Κατάγομαι απ´τον  πηλό. Και κρέμομαι τεράστιος

Καρπός από άνθος καταρράκτη.

1993

Ντυμένη το δέρμα του πελάγου ανοίγει τις πτυσσόμενες

Πόρτες του βυθού (…)

1995

(…)σαν λίμνη,με καλάμια που λυγίζουνε

και μουρμουράνε,έτσι μοιάζουν

Τα χέρια σου.

1999

Μήνες πριν γεννηθώ γνώρισα το ρυθμό της θάλασσας .

(…)

Ψηλαφώντας σκαρμούς και κουπιά γνώρισα τα χέρια μου.

Είδα την καρίνα στα τρία φαλάγγια  να γλιστρά.

(…)

Ένα ίχνος οστράκου,τη στάθμη του ονείρου μες στα αλάτια.Των βυθών τη συμπύκνωση .

Γονατίζω στον γενέθλιο τόπο.Νύχτα ανάβω ένα κερί μπροστά

Στο πέλαγος.

2006

Αυτή την ανυπόφορη θύελλα της καταστροφής όνομάζουμε Πρόοδο.

Των ονείρων την οξέιδωση Εξέλιξη.

2008

Πέφτει και πέφτει σαν παρδαλό πολύφωτο’ σαν κόκκινο φύλλο -φτερό τεφτέρι,που τρεμοσβήνει άτσαλα καθώς κάθεται στη χλόη.

2015

Χαρίζοντας μου πάλι.

Στη μικρή αυτή βροχερή νύχτα,

Στηςαρπαγής την τρεμάμενη στιγμούλα,

Μιαν  ολόκληρη αιωνιότητα.


Κιέναχλωμό ρακένδυτο παιδί του ψιθυρίζει:

Τι κάνεις αθεόφοβε ; Πετροβολάς  τ´αστέρια;

(…)

2012

Εισαι το αναρίθμητο γέλιο των κυμάτων.

Το αμύριστο άγνωστο κρίνο.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Διακρίσεις:

Κρατικό βραβείο ποίησης. 2003

2012 Βραβείο ΑκαδημίαςΑθηνών

(1)=λαβή στο αλέτρι



ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ FENIAS

ΟΙ ΔΥΟ ΦΙΛΟΙ (ΟΙ ΚΟΛΛΗΤΟΙ)

_________________________-

Η καλή μας λαγουδιτσα

Που τη λένε Μεμελιτσα

Έχει φίλο κολλητό

Τον μικρούλη τον ασβό

Τον φωνάζουν Μεμελό


Συναντήθηκαν στην τάξη

Του σκολειού της γειτονιάς

Και καθήσανστο θρανιο

Της πιο πρώτης της σειράς

Φίλοι έγιναν με μιας

Παίζαν διαβάζαν πολύ

Και πηγαίνανε μαζί

Μες στο δάσος για να βρουν

Πιθηκάκια   Να μπορούν

Να τρέχουνε και να πηδούν

Κάποτε πηγαν ωραία

Ένα πρωινό παρέα

Συνάντησαν αλεπού

Τους αρώτησε  : «για που

Ξεκινήσατε να πάτε;»

_»κι εσείς γιατί μας ρωτατε;»

Αοαντησαν και τα  δυο

⁃ «μοναχά σας θα χαθείτε

Η λ Θέλω να σας βοηθήσω Σε μπελάδες να μην μπέιτεΈχει ζώα μες στο δάσοςάγρια τα πιο πολλάΚυνηγανε τους μεγάλουςΠροτιμάνε τα παιδιά» ⁃ «Έχει δίκιο η Κυρά Μάρω»Είπε αμέσως η μικρήΜα ο Μέμελος φοβάταιΟ μπαμπάς του του ´χε πει: ⁃ «Είναι η αλεπού μεγάληΨεύτρα τόσο πονηρήΠου το άσπρο κάνει μαύροΤο φαϊ της για να βρει».Δεν μίλησε – την πήρανε
το δρόμο να τους πει
να βρούνε για παιγνίδιΚάποια μαϊμού μικρή
Μα σταμάτησαν σε δέντρο
Πού χε μια μεγάλη τρύπα
Είναι του παππού το σπίτι
Είπε ο μικρός για κτυπα
Σκέφτηκε αμέσως η Μαρω
Πιο Καλά τώρα θα Φάω
Το γέρο και τα παιδιά
Καμαμεσωςβθα κτυπάω

Κι άκουσε ο γέρος ασβός
Που ήτανε και πονηρός
Κι έστησε το δοκανό του
Για να πιάσει τον εχθρό του

Κι όταν μπήκε πρώτη πρώτη
Η αλεπού να τότε φάει
Η παγίδα θα την πιάσει
Και πονά και σπαρταράει

Και από μπρος θα πάει πίσω
Μα θα χάσει την ουρά της
Θα γλυτώσειαπό τις δαγκάνες
Και τα πόδια και τ αυτιά της

Μα φοβήθηκε και τρέχει
Κι ο ασβός χαμογελάει
Που δεν μπόρεσε η Μαρω
Να τους   πιάσει να τους φάει

Και τα δυο παιδιά γύρισαν
Στις μαμάδες φοβισμένα
Κι ορκίστηκαν να μην φύγουν
Χωρίς άδεια τα καημένα

Και ξανά σχολείο και σπίτι
Πλάκα με κλήρο κοντύλι
Και μαζί θα μεγαλώνουν
Κολλητοί θάναι σαν φίλοι

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ – ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ ΤΟ 2019

ΠΡΩΤΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

(για παιδιά της προσχολικής ηλικίας)

Ο μικρούλης ο ασβός, τον λένε Μεμελό...
Ο μικρούλης ο ασβός, τον λένε Μεμελό…

ΤΑ ΦΙΛΑΡΑΚΙΑ…

Η καλή μας λαγουδίτσα

Που τη λένε Μεμελίτσα

Έχει φίλο κολλητό

Τον μικρούλη τον ασβό

Τον φωνάζουν Μεμελό

 

Συναντήθηκαν στην τάξη

Του σκολειού της γειτονιάς

Και καθήσανστο θρανείο

Της πιο πρώτης της σειράς

Φίλοι γίνανε με μιας

 

Παίζαν διαβάζαν πολύ

Και πηγαίνανε μαζί

Μες στο δάσος για να βρουν

Πιθηκάκια  Να μπορούν

Να τρέχουν και να πηδούν

η αλεπού κι η λαγουδίτσα, την φωνάζουν Μεμελίτσα
η αλεπού κι η λαγουδίτσα, την φωνάζουν Μεμελίτσα

Κάποτε πήγαν ωραία

Ένα πρωινό παρέα

Συνάντησαν αλεπού

Τους αρώστησε  : «για που

Ξεκινήσατε να πάτε;»

_»κι εσείς γιατί μας ρωτατε;»

Απαντήσαν και τα  δυο

 

⁃ «μοναχά σας θα χαθείτε

Θέλω να σας βοηθήσω

Σε μπελάδες να μην μπέιτε

Έχει ζώα μες στο δάσος

άγρια τα πιο πολλά

Κυνηγάνε τους μεγάλους

Προτιμάνε τα παιδιά»

 

⁃ «Έχει δίκιο η Κυρά Μάρω»

Είπε αμέσως η μικρή

Μα ο Μέμελος φοβάται

Ο μπαμπάς του του ´χε πει:

⁃ «Είναι η αλεπού μεγάλη

Ψεύτρα τόσο πονηρή

Που το άσπρο κάνει μαύρο

Το φαϊ της για να βρει».

 

Δεν μίλησε – την πήρανε το δρόμο να τους πει

να βρούνε για παιγνίδι
 κάποια μαϊμού μικρή

 

Μα σταμάτησαν σε δέντρο

Πού χε μια μεγάλη τρύπα

Είναι του παππού το σπίτι

Είπε ο μικρός : -” για κτύπα
”

Σκέφτηκε αμέσως η Μαρω

Πιο καλά τώρα θα φάω

Το γέρο και τα παιδιά

Κι αμέσως θα κτυπάω

Κι άκουσε ο γέροασβός

Που ήτανε και πονηρός

Κι έστησε το δοκανό(*) του

Για να πιάσει τον εχθρό του

 

Κι όταν μπήκε πρώτη πρώτη

Η αλεπού να τότε φάει

Η παγίδα θα την πιάσει

Και πονά και σπαρταράει

 

Και από μπρος θα πάει πίσω

Μα θα χάσει την ουρά της

Θα γλυτώσει απ΄ τις δαγκάνες

Και τα πόδια και τ αυτιά της …

 

Μα φοβήθηκε και τρέχει

Κι ο ασβός χαμογελάει

που δεν μπόρεσε η Μάρω

να τους πιάσει να τους φάει

 

Και ξανά σχολειό και σπίτι

Πλάκα με σκλήρο κοντύλι

Και μαζί θα μεγαλώνουν

Κολλητοί θάναι σαν φίλοι

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
(*)=παγίδα, οδοντωτή δαγκάνα

13 ΠΑΡΑΜYΘΙΑ – ΜΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘEΙΑ EΠΙΣΤΡΟΦHΣ

 

ΠΟΙΗΤΙΚΑ  ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

horse-3317004__340
εικόνα διαδικτύου

Ένα ποιητικό παραμύθι ; Η έκπληξη ήταν εύλογη σε φίλους και γνωστούς.

Όμως η ιδέα δεν ήταν νέα, είχε σφηνωθεί στο νου μου, αρκετά χρόνια πριν, όταν μια

ερασιτεχνική θεατρική ομάδα,αναζητούσε έργο, που να απευθύνεται στα παιδιά και είχε

καταλήξει, μετά από ατέλειωτες συζητήσεις, στην “ΕΛΙΖΑ” της

Ξένιας Καλογεροπούλου.

 

Scan 12

Είχα διαβάσει το κείμενο , μ ́άρεσαν οι ιδέες της και με είχε εντυπωσιάσει πολύ, το κεντρικό πρόσωπο, ένα θαρραλέο κορίτσι, που αναζητούσε τον αγαπημένο σύντροφο, που είχε χαθεί. Μπορούσε μια ερωτική ιστορία να είναι κατάλληλη, ενδιαφέρουσα και χρήσιμη στο ευαίσθητο κοινό των παιδιών ;

Μια επιφύλαξη με άγγιζε,γιατί η επιλογή ενός αγγλικού μύθου; τη συγκίνησε (την Ξ.Κ.) το θέμα που είχε κάποια πρωτοτυπία ; Ένα κρητικό παραμύθι. που είχα ακούσει παιδί και διάβασα τελευταία ( στην συλλογή Ελένης Δουνδουλάκη- Ουστομανωλάκη) – πολύ κοντά στην κεντρική ιδέα της “Ελίζας” , μπορούσε να αναπτυχθεί; Το ερώτημα με φόβιζε και οι αμφιβολίες αγκύλωναν, όμως ξαφνικά βρέθηκα να γράφω ασταμάτητα, την ιστορία της “Κεραδοπουλας” του Τζίνι Μαντσίνι τον σεβντά. Άρχισα χωρίς επιφύλαξη, την έμμετρη διήγηση, δεν δοκίμασα καθόλου μια φυσικότερη γραφή πρόζας. Γιατί άραγε ; Δεν μπόρεσα να το εξηγήσω, δεν με απασχολούσε.

 

Scan 11

Το παραμύθι, από κάποιες υπόγειες διαδρομές,σαν να είχε
μετασχηματισθεί, ο στίχος ήταν η πιο άμεση έκφραση και η μόνη.

Είχα κάνει προσπάθειες στο παρελθόν στην παραδοσιακή ποίηση και με παταγώδη αποτυχία, πως άραγε επιχείρησα να διαβώ αυτό το ποτάμι, που δεν ήταν καθόλου για μένα πλωτό ;

Νομίζω ότι αυτά έρχονται μετά, το ωραίο παραμύθι, ήταν το εισιτήριο, για μιαν άγνωστη διαδρομή, σ ́έναν κόσμο χαμένο και μοναδική ευκαιρία, τον χειμώνα εκείνον τον βαρύ και δύσκολο.

18944956_10211106177043577_1374094883_n

Όταν τέλειωσε μετά τις πρώτες διορθώσεις, ήξερα ότι θα έπρεπε να παρουσιασθει ή να εκδοθεί. Δεν έγινε, το είδος έμοιαζε παρωχημένο, μακριά από τις σύγχρονες απόψεις. Δεν με ένοιαζε, διαισθανόμουν ότι δεν ήταν λάθος .

Όχι χωρίς αφορμή, τα επόμενα χρόνια με απασχόλησαν δυο πολύ οικεία σε μένα παραμύθια, ο “Σακοράφος” και ο “ ο Τσιρτσώνης”, συμπλήρωσαν τον Τζίνι Μαντσίνι δημιουργούσαν,πιο σωστά εικονογραφούσαν ένα τρίπτυχο, που ενώ δεν είχα προσχεδιάσει, ανταποκρινόταν, με ανεξήγητο τρόπο, στις σκέψεις, τα προβλήματα και τις αγωνίες, που με απασχολούσαν, την δεκαετία του 1990, όταν παρακολουθούσα τα παιδιά να μεγαλώνουν.

Ο πατέρας της έφερε το μαγικο ανήλιαγο πουλό
“Τζινι Μαντσίνι”: Ο πατέρας της έφερε το μαγικο ανήλιαγο πουλί

Αργότερα μετά από 20 χρόνια,όταν έρχισαν τα εγγονάκια, να δοκιμάζουν τα πρώτα τους βήματα, τα παραμύθια μου δεν επαρκούσαν, άρχισα νέα συνοπτικά – το παράδοξο, τα συνόδευαν πρόσωπα φίλων, που ήταν μακριά ή  έλειπαν…

Σήμερα γνωρίζω ότι τα παραμύθια αυτά μπορεί να μην φτάσουν ποτέ στο ευρύ κοινό , θα είναι όμως αρκετό να διαβαστούν από λίγους και θυμίσουν φίλους και πολύ όμορφες, ελληνικές διηγήσεις.

2018 – Β.Σ.Ζ.