ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ: Ο ΤΣΙΡΤΣΩΝΗΣ – (ΑΦΙEΡΩΣΗ : Δ. ΞΗΡΙΤΑΚΗ)

Ο ΤΣΙΡΤΣΩΝΗΣ

Αφιέρωση: στον Δημήτρη Ξηριτάκη, των ξέγνοιαστων χρόνων

Scan 3

Καλησπέρα του παραμυθιού

Ο παππούς θα πάει άλλου

Κι η γιαγιά ψήνει κουκιά

Να χάφτει απού πεινά

Και μετά γνέθει μαλλί

Το τυλίγει για να πει…

 

Εζούσαν κάποτε σ΄ένα χωριό τα δώδεκα αδερφάκια

ήταν καλά κι εργατικά και το μικρότερό τους

Τσιρτσώνη το φωνάζανε και το΄χαν αρχηγό τους

Μικρό αλλά πανέξυπνο σαν σπίθα το κοπέλι

εγύριζε παντού να βρει κάποιον δουλειά να θέλει

 

Και βρήκε κάποιον τελικά να πάνε να τρυγίσουν

και να τους δώσει και ψωμάκι να δειπνήσουν

(όμως δεν καταλάβανε κακός πως ήταν Δράκος

και στην παγίδα πέσανε κι ήταν βαθύς ο λάκκος)

 

Μαζί και με τα δώδεκα δικά του κοριτσάκια

έβαλε να τρυγήσουνε και τα φτωχά τ΄αδερφάκια

σκεφτόταν όλα τα παιδιά το βράδυ να τα φάει

μα τον Τσιρσώνη σκέφτηκε στη Δράκαινα πάει:

-” Τσιρτσώνη για πλησίασε θέλω να πας τρεχάλα

στο σπίτι στη γυναίκα μου να δώσεις ένα γράμμα

για να μας φτιάξει ένα ψητό και να ΄ρθετε αντάμα”

Μα ο Δράκος έγραφε άλλα:

-” Πρόσεξε πολύ καλά τι θέλω να μου κάνει

ς αυτόνε το μικρούλικο, στον φούρνο να το βάνεις

και ψητό κάνε τον και βάλε και πατάτες

και φέρε το ταψί στ΄ αμπέλι με σαλάτες”

ότινος δεν έστειλε ο θιος
Ο πιο μικρός, ο τσιρτσώνης…

Ο μικρός πονηρεύτηκε άνοιξε στο δρόμο το γράμμα κατάλαβε και το΄σκισε και πήγε και είπε στην γυναίκα:

-” Τ’ αφεντικό παράγγειλε να πας και να διαλέξεις

το πιο παχύ τ΄αρνάκι σας και να το μαγειρέψεις

και να γυρίσουμε μαζί στ΄αμπέλι και στον τρύγο

να φάνε όσοι δουλεύουνε -πεινούσαν και πριν φύγω”

Η Δράκαινα κρατά το ταψί και γυρίζει στ΄ αμπέλι

Ο Δράκος βάζει τις φωνές, :”σου΄πα για το κοπέλι…

αυτά παράγγειλα γυναίκα να μου κάνεις;”

-”Αυτά που θέλεις έφτιαξα γι αυτό φωνές μην βάνεις”

Απάντησε η γυναίκα του -”εγώ σαλεύω (*)γειά σου”

(σιγά μιλά: άσε τα πολλά τρελά και τα καμώματά σου) …

Νύχτωσε πάνε όλοι για ύπνο…

Ο Δράκος σκέφτεται: αγόρασα κάπες για ύπνο στα δεντράκια

τ΄ αγόρια μαύρες θα ΄χουνε άσπρες τα κοριτσάκια

θα΄ρθω βαθιά μεσάνυχτα το σκότος σαν πυκνώνει

τρώγω τ΄αγόρια στη σειρά με πρώτο τον Τσιρτσώνη

Ο Τσιρτσώνης συλλογίζεται δεν κλείνει μάτι

τι να συμβαίνει δεν μπορεί να διαπιστώσει κάτι:

-Γιατί ο αφέντης έδωσε δυο χρώματα τις κάπες;

Αφού ναι Δράκος άνθρωπο γυρεύει μες τις στράτες

Πως δεν το σκέφτηκα πιο πριν, άργησε η σκέψη να’ μπει

το άσπρο χρώμα φαίνεται μέσα στη νύχτα λάμπει

Χωρίς ν΄ ανάψει τίποτα δίχως να μας ξυπνήσει

ένανε μ΄ έναν θα γευτεί μ΄αγόρια θα δειπνήσει …

Μόλις όλοι κοιμήθηκαν Ο μικρός : θα αλλάξει κάπες

τα παιδιά λευκές θα σκεπαστούνε κι

οι μαύρες για των κοριτσιών τις κοιμιθιές θα μπούνε

κι όλα τα αδέρφια ξύπνησε τους είπε:

-”σηκωθείτε και τρέξετε του ποταμού τις όχθες να διαβείτε

Ο Δράκος δύναμη πολλή δεν έχει στην πέρα μπάντα(1)

ίσως ποτέ κανείς δεν έμαθε το γιάντα (2)

Μα βάλετε πριν φύγετε πέτρες στην κάθε θέση

να μην φανεί πως λείπετε …

με μας δεν θα μπορέσει να εφρανθεί το δείπνο του…

 

Κι έφυγαν όλα τα παιδιά έμεινε ο Τσιρτσώνης

Κι ο Δράκος αφού έφαγε τις κόρες κατά λάθος

εχώνευε και φώναζε πως ήταν σαν το μέλι

το κρέας του μικρού -”εκείνο το κοπέλι

ούτε κατσίκι να΄τανε πρόβατο η ελάφι

οι κόποι του κι η πονηριά ίσως δεν πήγαν στράφι!

– Τι γλύκισμα λαχταριστό το κρέας του Τσιρτσώνη!

-”Το κρέας των παιδιών σου είπε ο μικρός το στόμα σε τυφλώνει

ποτέ δεν εξεχώρισες τα πρόβατα απ΄ τα ρίφια!

Ο Δράκος θυμώνει, τρέχει να τον πιάσει :

-”δεν είναι αλήθεια Τον πλησιάζει του λέει

-”μες την κοιλιά μου μπαίνεις”

-”Κι αν με φας (απαντά ) τρυπώ την κοιλιά πεθαίνεις!”

Ο Δράκος μιλά φωνάζει:-” Τι μου΄κανες Τσιρτσώνη

έφαγα τα κορίτσια μου που τανε σαν το χιόνι!”

Απαντά -”ακόμα πίσω η πληρωμή για τα πολλά σου λάθη

είναι τόσα τα κρίματα απ’ τα δικά σου πάθη

Η Δράκαινα
Η Δράκαινα

 

Και πήγανε σε τόπο κοντινό και τακτοποιημένο

που είχενε γέρο βασιλιά σοφό και τιμημένο

Κι ένας τελάλης φώναζε -”ακούσετε μικροί μα και μεγάλοι

«Άγγλοι Γάλλοι Πορτογάλοι Ακούσετε στην Ανατολή ακούστε και στη Δύση

του Δράκου όποιος ημπορεί το κάστρο να πατήσει

και πάρει το ποτήρι του που σαν τον ήλιο λάμπει

θ΄ανοίξει η τύχη του γιατί μες το παλάτι θα΄μπει

Ο βασιλιάς την κόρη του γυναίκα του την δίνει

κι αργότερα τη χώρα του παίρνει αυτός και κείνη!»

 

Ο Τσιρτσώνης αποφασίζει να μπει στον πύργο έχει ο Δράκος ξαπλώσει

αρπάζει το ποτήρι του πριν να το καλονοιώσει…

Ο Δράκος ξυπνάει-” ποιος μπήκε; άνθρωπος μου μυρίζει

τ ΄ολόχρυσο ποτήρι μου ποιος τόλμησε ν΄ αγγίζει;”

Τον βλέπει τον Τσιρτσώνη ο θυμός τονε κεντίζει

θέλει κάθε κομμάτι του να κάνει σαν το ρύζι

Τρέχει πλησιάζει τον μικρό, που πλησιάζει το ποτάμι να πηδήξει στην άλλην όχθη ο Τσιρτσώνης του λέει:

-”Κι αν με φας (απαντά ) τρυπώ την κοιλιά πεθαίνεις!”

Ο Δράκος μιλά φωνάζει:

-” Τι μου΄κανες Τσιρτσώνη έφαγα τα κορίτσια μου που τανε σαν το χιόνι

και τώρα πάλι μου΄κλεψες το πιο όμορφο στολίδι

που ΄φεγγε μες το κάστρο μου στης νύχτας το σκοτίδι!”

Απαντά -”ακόμα πίσω η πληρωμή για τα πολλά σου λάθη

είναι τόσα τα κρίματα απ’ τα δικά σου πάθη”

Και πάλι σταμάτησε ο Δράκος, ο μικρός πήδηξε το ποτάμι,

πήγε στο παλάτι Ο βασιλιάς τον φίλησε του ΄δωσε το πουγγί του

κι αρνήθηκε γυναίκα του να δώσει, το παιδί του.

Είπε πως είμαι μικρός γιαυτό κι άλλαξε γνώμη

και ζήτησε να του φέρει το χαλί του Δράκου ακόμη

Και ξανά ο Τσιρτσώνης στον πύργο θα φανεί

Δράκος κοιμάται πάνω στο χαλί

Αν θα τραβήξω το χαλί σκέφτεται θ΄αναποδογυρίσει

το παίρνω και πριν καλοξυπνήσει…

Κι έτσι το΄κανε…

ο Δράκος νομίζει πως τρέμει η γης κι ο κόσμος γυρίζει…

Όταν καταλαβαίνει λέει -”Μου κλέψαν το στολίδι

του πύργου το πιο μαλακό μεταξωτό στρωσίδι

Και τρέχει να προλάβει τον Τσιρτσώνη πριν τον πιάσει ενώ πολύ σιμώνει:

-”Κι αν με φας τρυπώ την κοιλιά σου και πεθαίνεις!”

Ο Δράκος μιλά φωνάζει:-” Τι μου΄κανες Τσιρτσώνη

έφαγα τα κορίτσια μου που τανε σαν το χιόνι

και τώρα πάλι μου΄κλεψες το πιο όμορφο στολίδι

που ΄φεγγε μες το κάστρο μου στης νύχτας το σκοτίδι

και τώρα πήρες το χαλί μου το πιο καλό στρωσίδι!”

Απαντά -”ακόμα πίσω η πληρωμή για τα πολλά σου λάθη

είναι τόσα τα κρίματα απ’ τα δικά σου πάθη”

Και πάλι σταμάτησε ο Δράκος, ο μικρός πήδηξε το ποτάμι, πήγε στο παλάτι μοναχός Μόλις του πήγε το χαλί στα διαμερίσματα του

ο βασιλιάς εχάρηκε γελούσαν και τ΄αυτιά του

Τον φίλησε και του δωσε φλουριά με το τσουβάλι

του είπε οι παρατρεχάμενοι κι οι βοηθοί του οι άλλοι

συμβούλεψαν να πάει τον Δράκο ζωντανό να φέρει

κι απάντησε ο μικρός θα βρει τον τρόπο που τον ξέρει

-”Μα είναι δυνατό θεριό κι όλους θας σασε φάει

και δεν θα βρίσκεται μετά κανείς να με ρωτάει”

Εθύμωσε ο βασιλιάς και του ΄τρεμε το χείλι

θα τον φυλούν σαν αστακοί στρατιώτες θα ναι χίλιοι

Και πήγε πάλι ο μικρός να κάνει το χατήρι

του βασιλιά η κεφαλή σίδερο και μπακίρι

Εσκέφτηκε σχεδίασε και βρήκε κάποια λύση

Ο Δράκος να παγιδευτεί, να τον να παραπλανήσει

Και μασκαρεύτηκε πολύ φαινότανε σαν γέρος

και πήγε και στον πύργο του – το ήξερε το μέρος

Στον κήπο του βρήκε κορμό που ήταν πολύ μεγάλος

και με μανάρι τον έκοβε σαν να΄ταν κάποιος άλλος…

-” Γκαπ Γκουπ ,εφώναζε ,παλιοΤσιρτσώνη πάρε

Γκαπ γκουπ βρε παλιοτόμαρο καλα΄του΄καμες Χάρε!

Ο Δράκος μόλις ξύπνησε βλέπει τον ξυλοκόπο

και θυμωμένος του μιλά , δεν ξέρει κι άλλο τρόπο

-” Τι κάνεις βρε παλιόγερε ποιος σου΄δωσε την άδεια;

Ο γέρος γρήγορ΄ απαντά τρέμει η φωνή του σαν μιλά:

-”Τι να σου πω αφού΄ψαξα στα δάση στα λιβάδια

δεν τα κατάφερα να δω κορμό που να μου κάνει

που να χωρά τον πιο κακό, που τώρα έχει πεθάνει.

Έναν της φύσης άχρηστο πολύ κακοτερένιο

απόβρασμα που΄χε κακό χέρι και σιδερένιο”

Ο Δράκος πάλι ρώτησε : -” Πως λεν το μακαρίτη;”

ο Γέρος τώρα ψύχραιμα: -” Τον άθλιο κοπρίτη Τσιρτσώνη

τον φωνάζανε κι ήτανε σαν μαϊμούνι

κοντός που τα κορδόνια του φτάνανε το πυγούνι …

Να φανταστείς πως κάποτε τον έφαγε ένας Δράκος

και την κοιλιά του τρύπησε σαν να ταν άδειος σάκος…”

… Πολλοί φοβούνται πως αυτός αν είναι γραντισμενος(3)

από τον τάφο του θα βγει κι ας είναι αποθαμένος

Γι αυτό το σιδερόδεντρο ευρήκα που φυτρώνει

στον κήπο σου και θα θελα κάποιος να μου συντράμει

μέσα στην κάσα τίποτα να μην μπορεί να κάμει”

-”Θα βοηθήσω τον κορμό θα τονε καθαρίσω

με το σκερπάνι σκάβω τον, μετά καπάκι αρχίζω

λέει ο Δράκος και πολύ γρήγορα το τελειώνει

κι ο γέρος μέσα βάζει τον και μετά το καρφώνει

“Άφησε το καπάκι πιο καλά να το καρφώσω

να δω αν είναι δυνατό πριν τον Τσιρτσώνη χώσω

στη δύναμή σου μοιάζει αυτός ας είναι και μπασμένος

στ΄ αθλήματα τα πιο σκληρά καλά ναι μαθημένος”

Ο Δράκος δεν κατάλαβε θέλει πολύ ακόμα

πως κλείστηκε οριστικά στο ξύλινο το στρώμα

-”Εμπήκα μέσα και καθόλου δεν φοβούμαι…

μά τέλειωσε το κάρφωμα να μην καθυστερούμε” …

…Μα βγάλε μου το σκέπασμα να πάρω μιαν ανάσα

πολύ στριμώχτηκα σ΄αυτήν τη νεκρική την κάσα..

Στην τρύπα σαν τον άρκαλο να μεχουν ταπωμένο…”

Ο γέρος αμέσως απαντά: “-σ έχω φυλακισμένο…”

ο κλεισμένος λέει του: “τελώνι ξυπασμένο

γιατί με φώναξες που μ΄είδες που με ξέρεις;

-” είμαι ο Τσιρσώνης τρυγητή θέλησες να με φέρεις “

ο γέρος συνεχίζει ” υπομονή στο παλάτι σε πηγαίνω

λίγο ακόμα στον κορμό θα σε έχω καρφωμένο”

Ο Δράκος παραπονιέται: -”…αλίμονο πνεύμα με κυνηγάει

πως να γλιτώσω τι να πω που δεν με παρατάει

Ώφου και κακοντόπαθα…

τι μου΄κανες Τσιρτσώνη

έφαγα τα κορίτσια μου

που τανε σαν το χιόνι

και πήρες το ποτήρι μου κι ύστερα το χαλί μου

τώρα στην κάσα μ΄έβαλες και θέλεις τη ζωή μου;”

-”Επλήρωσες για τα πολλά τ΄ απαίσιά σου λάθη

ήταν τόσα τα κρίματα και τα δικά σου πάθη

Μα το παιγνίδι τέλειωσε ξόφλησες τα σπα σμένα

τίποτα για να φοβηθείς δεν έχεις από μένα”

Ο Τσιρτσώνης τον ησύχασε τον πήγε στο παλάτι

Κι έσκυψε μπρος τον βασιλιά και του ΄πε και σπολάτι

Κι αυτός τον υποδέχθηκε -”Καλώς το παλικάρι

τον Δράκο , μας τον έπιασες – δεν σου κανε τη χάρη;”

-”Μπροστά σας είναι εδώ στην ξύλινη την κάσα

τον στρίμωξα τόσο πολύ δεν παίρνει μιαν ανάσα”

Απάντησε ήσυχα ο μικρός κι ο βασιλιάς σκερπάνι

διάταξε να φέρουνε να ν΄ανοιξουν μάνι μάνι…

Του΄πε ο μικρός -”σκέψου λίγο σταμάτα

να μην τ΄ ανοίξουνε και βγει στης αγορά τη στράτα

Γιατί θα τρώει στη σειρά μικρούς μα και μεγάλους…”

-”Ανοίξτε το λέει ο βασιλιάς αυτό δα παραπάει…”

Εμένα αφήστε με να φύγω αν και φοβάται να με φάει…

είπε ο μικρός και πήρε την πριγκίπισσα και πάει

Η μικρή πριγκιπέσα
Η μικρή πριγκιπέσα

Το παραμύθι μας αυτό εδώ λοιπόν τελειώνει

τα φώτα όλα κλείσανε το σκότος σαν σεντόνι

ετύλιξε τους άρχοντες τους παραγιούς την πόλη

δε ξέρουμε αν χαθήκανε ή αν σωθήκαν όλοι

Ο Δράκος ήταν ζωντανός ή πέθανε στην κάσα

αφού στριμώχτηκε πολύ δεν έπαιρνε μια ανάσα;

Κανένας δεν μπορεί να πει δεν έμαθε δεν ξέρει

το μόνο που έγινε γνωστό: βρήκε ο μικρός μας ταίρι

εφύγανε κι επήγανε μακριά απ το παλάτι

από τα πλούτη τσ΄αρχοντιές προτίμησαν αλάτι

να τρώνε και ξερό ψωμί και να χουν στην καρδιά τους

αγάπη μέχρι τα πολύ βαθιά γεράματά τους

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

Το παραμυθι αυτό γράφτηκε στην πενταετια 1990 -1995 σε μορφή θεατρικού διαλόγου, διορθώθηκε από τον Δημήτρη Ξηριτάκη και τυπώθηκε πρόχειρα σε 30 αντίτυπα. Περίληψη παρουσιάζεται στις 12.3.2018

Δημήτρης Ξηριτάκης, γείτονας και φίλος του Νίκου Βιδάκη
Δημήτρης Ξηριτάκης,Πλατεία διακστηρίων (Δασκαλογιάννη)2002(;)

 

ΕΙΚΟΝΕΣ: Σπύρος και Βασίλης Ζ.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ: Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΤΖΙΝΙ ΜΑΝΤΣΙΝΙ

Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΤΖΙΝΙ ΜΑΝΤΣΙΝΙ

Ενθύμηση της συντροφιάς μιας άλλης εποχής : της Ελένης και της Κάτιας Στεφανάκη (Σύρρου) Της Πόπης Καμάρη & της Μιμίκας Καραχάλιου της Ελένης Βενιεράτου

Scan

Περνούν τα χρόνια κι έρχονται κι άλλα, δε σταματάνε

Του κύκλου τα γυρίσματα πάνω και κάτω πάνε

Τυλίγουν, δένουνε κλωστές σε καλαμένι’ανέμη

Δώσε της κλώτσο ν’αρχινά σα να φυσούν ανέμοι…

Μια βάβω εκατόχρονη ζούσε σε ένα καλύβι με ψωμί χωρίς αλάτι

πέρασαν οι μήνες έτρωγε βλαστούς και ρίζες –

κι είχε πάντα πείνες

κάποια μέρα μια γυναίκα έφερε φάβα χρυσωμένη

για να στήσει το τσοουκάλι και να φάει η καημένη

 

έβρασε τη φάβα βρήκε και τ΄ αλάτι

λαχταρούσε μήνες να βρεθεί χορτάτη

σκέφτηκε να βρει ένα μέρος που να της ταιριάζει

χρυσαφένια η φάβα θησαυρός της μοιάζει πήρε το τσικάλι

(πήλινο)και σε κήπο πάει στη σκιά να κάτσει να την καλοφάει

δυο κορίτσια παίζανε και πάει ένα πετραδάκι το τσουκάλι σπάει !

θύμωσε η βάβω έγινε θηρίο είδε

μια μικρούλα από αυτές τις δύο Είπε:

– “ Την κατάρα μου τάχ(ι) μου να σέρνεις

Εφτά χρόνια κι εφτά μήνες να τον περιμένεις

 

Τζίνι τονε λεν Μαντσίνι, τον που θ’αγαπήσεις

Αυτό που παθα θα πάθεις, άλλον μη ζητήσεις

(κλαίει και οδύρεται)
Ούτε μια μπουκιά στο στόμα,

χάθηκεν η φάβα
Πολλούς μήνες καρτερούσα

..
(προς τον εαυτό της)…. Πείνα τώρα τράβα.

Η μικρή ζητά συγνώμη για να μαλακώσει

μα η γιαγιά με τίποτα δε θα ξεθυμώσει :

-” Την κατάρα μου βρωμιάρα τάχ(ι) μου να σέρνεις

Εφτά χρόνια κι εφτά μήνες να τον περιμένεις…

(παίρνει ανάσα)

Τζίνι τονε λεν Μαντσίνι, τον που θ’αγαπήσεις

Αυτό που παθα θα πάθεις, άλλον μη ζητήσεις

Άσπρο χιόνι στη θωριά του και κατάμαυρα μαλλιά

Κι οι καμάρες των φρυδιών του, από κόρακα φτερά.
 

Κόκκινα τα μάγουλά του, αίμα στάζουνε λαγού

Και τα μάτια και τα χείλια παίρνουνε καρδιά και νού.”

Κεραδοπούλα και Βάβω...
Κεραδοπούλα και Βάβω…

Είπε η βάβω και θα εξαφανιστεί

λες κι άνοιξε η γη να την καταπιεί

Κι όσο και να ΄ψαξε η μικρή που λεν Μικρή Κυρία

δεν βρήκε τον Μαντσίνι της ας ψάχνει με μανία

Κι ούτε μπουκιά στο στόμα της δε βάζει κι ούτε πίνει

Το γάλα που κάθε πρωϊ ‘τοιμάζουμε για κείνη.

Ο πατέρας της έφερε το μαγικο ανήλιαγο πουλό
Ο πατέρας της έφερεκαι λόουναπ τη Δύση

Κάποιοι ντοτόροι ξακουστοί, προτείναν στον πατέρα

Να φέρει παιγνιδάτορες να παίζουν κάθε μέρα

Μα τίποτε δεν έγινε κι ας ήτανε μαστόροι

Και τα’άψυχα ζωντάνευαν μ’αδιαφορούσε η κόρη.

Βαρύ μαράζι και χτικιό την έχουνε χτυπήσει

Δε γέλασε κι ας ήρθανε και κλόουν απ’τη Δύση.

Κι όταν ο Μόλας έστησε μπερντέ του Μαυρομάτη

(του Καραγκιόζη δηλαδή) δε γέλασε κομμάτι.

Ο αφέντης που γυρνά παντού και ψάχνει και ρωτάει

Ποιος ημπορεί την κοπελιά να κάνει να γελάει.

Του κάκου τρέχει και σκορπά τα πλούτη του τα τόσα΄

Όταν κανείς χάσει το νου δεν ωφελούν τα γρόσα.

Βαρύ μαράζι και χτικιό την έχουνε χτυπήσει

Δε γέλασε κι ας ήρθανε και κλόουν απ’τη Δύση.

Ο κύρης της γυρνά παντού και ψάχνει και ρωτάει

Ποιος ημπορεί την κοπελιά να κάνει να γελάει.

Του κάκου τρέχει και σκορπά τα πλούτη του τα τόσα

Όταν κανείς χάσει το νου δεν ωφελούν τα γρόσα.

Της έφερε το μαγικό πουλί απ’το Πλατύ σοκάκι

Είναι το πιο παράξενο πουλί μέσα στη φύση

Αν δει πως παίζει και γελά, ο πόνος θα την αφήσει

Αρχίζει το μαγικό,πουλί: Κόκκινη κλωστή δεμένη

στην ανέμη τυλιγμένη

Δος της κλώτσο να κινήσε

ι παραμύθι ν’ αρχινίσει

Μα το κορίτσι δεν αντιδρά…

 

Ας της χορέψω, τέλειωσα τα λόγια, δεν μπορούνε

Ότι έχω μέσα στην καρδιά να δείξουνε να πούνε…

(Το πουλί χορεύει, μέχρι που εξαντλείται,  δεν θ’ αργήσει
να πέσει αναίσθητο στα πόδια της μικρής. Σαν να ξυπνά από λήθαργο το κορίτσι , νομίζει ότι πέθανε)

Το πουλί κι η Κεραδοπούλα ταξιδεύουν
Το πουλί κι η Κεραδοπούλα ταξιδεύουν

:
-” Κακόμοιρο δεν έφταιξες, σε πήρα στο λαιμό μου…

(Συνέρχεται στην αγκαλιά της κοπέλας)

Μίλα μικρή μου, μίλα μου, ποιος πήρε τη φωνή σου

Τι σου’σβησε το γέλιο σου την καλή διάθεσή σου;

Η Κεροδοπούλα απαντά:
-”Πολύ μικρή τα βάσανα τσ’αγάπης μ’εγεμίσαν

Κι είναι το ποιο παράξενο, πως δεν τονε γνωρίσαν

Ακόμα τα ματάκια μου, αυτόν που με τρελαίνει

Στο νου μου τον ζωγράφισαν με χρώμα που δε βγαίνει.

Μια γριά τον έβαλε βαθειά, μες της καρδιάς το φύλλο

Τζίνι Μαντσίνι τονε λεν, κανείς δεν τονε φτάνει

στη χάρη και την ομορφιά, αρχοντογεννημένος

μα σ’άγνωστο και μακρινό παλάτι ξορισμένος.

Χίλιους ανθρώπους ρώτησα, στην αγορά, στην πιάτσα

Κανένας τους δεν ήξερε τη χώρα και τη ράτσα

Ή τη φυλή και λαό που ζει και διαφεντεύει

Λες και δε βρίσκεται στη γη, στα νέφη βασιλεύει.

UALORH-0096
Τζίνι Μαντσίνι τονε λέν, στη Μάντζα βασιλεύει…

Το πουλί καλά τον ξέρει: -”Τον Τζίνι σου ξέρω καλά, που βρίσκεται, τι κάνει

Στο ξακουστό παλάτι του, το δρόμο που σε βγάνει.

Είναι μακρύς και δύσβατος ο δρόμος μας καλή μου

Από στεριές και θάλασσες κι εκτάσεις της ερήμου.

Στα βάθη της Ανατολής, τις διαταγές του δίνει

Κι όταν το Μέγα Σινικό περάσουμε μπεντένι

Απ’το παλάτι θα φανεί καπνός ψηλά να βγαίνει.

Γιατί τα’αρέσει να γλεντά να τρώγει και να πίνει

Με φίλους που’χει μπιστικούς ο βασιλιάς Μαντσίνι

 

Scan 3
Σταμάτησαν στο μπαλκόνι (βεράντα)

 

Κι έφτασαν πριν μπει στην τραπεζαρία κι η Μικρή Κυρία συλλογίζεται:

-“Μα τρέμω και κτυπά η καρδιά, τ’άγνωστο με φοβίζει

αν είναι τ’ονειρεύτηκα ποιος ξέρει ποιος γνωρίζει;

Το μέρος σαν φανταστικό τα δέντρα το παλάτι

Σαν να’ναι των παραμυθιών της Νένας μου κομμάτι

(μπαίνει στην τραπεζαρία, δεν είναι κανείς,
κοιτάζει έκπληκτη τον πλούτο και την πολυτέλεια)

Σαν αίθουσα για φαγητό και σαν σαλόνι μοιάζει

χαλια μεταξωτά παντού τραπέζια με τοπάζι

Τι να’χει τούτο το πιατί, χορταρικό ή ψάρι;

Ας φάγω τώρα μια μπουκιά
(δοκιμάζει)
τι νοστιμιά και χάρη.

(συλλογίζεται, αναρωτιέται)

δεν προλαβαίνω ακόμα
να δω εκείνον που ποθώ, ειν’η ψυχή στο στόμα

(Γυρίζει στο παράθυρο που την περιμένει το πουλί)

Ας φύγουμε κι αύριο είναι μέρα,

είπε η Κεραδοπούλα 
Το πουλί εξήγησε, πως δεν μπορει να ζήσει τη μέρα:

_”Το φως όμως η φύση μου το ξέρεις δεν αντέχει

Το σπίτι του πατέρα σου πάρα πολύ απέχει.

Θα βρούμε λίγο πιο κοντά απ’τη δική μας χώρα

Ένα σπηλιάρι σκοτεινό να κοιμηθούμε τώρα.

Γνωρίζω μια βαθιά σπηλιά…βράδυ ξαναγυρνάμε

Η Μικρή Κυρία ξαναμπαίνει την επομένη νύχτα:

-”Γνωστό το μέρος φαίνεται, δεν έχει λάμψη τόση

Ο πλούτος που με θάμπωσε σα να’χει πια θαμπώσει

(δοκιμάζει τα φαγητά)
(δοκιμάζει τα πιοτά)

Πως τρέμουν τα πόδια μου και λαχταρά η ψυχή μου

Αν είναι τώρα και φανεί θα σβήσει την πνοή μου

(Φεύγει τρεχάτη, επιστρέφει στο πουλί)

Το πουλί, την παίρνει και φεύγουνε πάλι.

-”Υπομονή μικρούλα μου, ας πάμε στη σπηλιά μας

Κι αύριο ξαναρχόμαστε, είν’ο καιρός μπροστά μας”

(Φεύγουν όπως την προηγούμενη φορά για την σπηλιά,ξαναγυρίζουν το άλλο βράδυ) Μισάνοιχτη μου φαίνεται η πόρτα, που να βγαίνει;

Στο χωλ ή σε δωμάτιο ή στο λουτρό πηγαίνει;

(Πλησιάζει ρίχνει μια ματιά)

… (πλησιάζει το κρεβάτι,, ο Τζίνι είναι ξαπλωμένος και φαίνεται να κοιμάται)

-”Χιόνι βλέπω στη θωριά του και κατάμαυρα μαλλιά

Τα καμαρωτά τα φρύδια, από κόρακα φτερά

Κόκκινα τα μάγουλά του, αίμα στάζουνε λαγού

Κι αν ανοίξουνε τα μάτια, θα μου πάρουνε το νου”

-”Είμαι ο Μαντσινι ζωντανός, κορίτσι μη φοβάσαι.

Μα πως ξεφύτρωσες εδώ; Από ποιόν τόπο να’σαι;”

-”Από μακριά έρχομαι πολύ” μιλάει η μικρή Κυρία

και λέει στον Μαντσίνι της όλη την ιστορία

-”Άργησα και περιμένει το πουλί που μ’έχει φέρει

Με καλεί…θα υποφέρει…

εξημέρωσε…πεθαίνει

της Δίνει το δαχτυλίδι του, -”πάντα να με θυμάσαι”

Τρέχει γρήγορα στο παράθυρο:

-”Φοβάμαι πως ξεχάστηκα, το φως θα το σκοτώσει

Θε μου τον Ήλιο κράτησε, πριν βγει να ξημερώσει”

(φεύγουν γρήγορα).

Φτάνουν στη σπηλιά, το πουλί είναι τελείως εξαντλημένο.

Μην κλαίς και μην οδύρεσαι, γραμμένο το’χε η μοίρα

Στο τέλος πήγαμε καλά κι απ’τη χαρά σου πήρα

Λέει το πουλί : -”παράτησε τα κλάματα και σκέψου τι θα γίνει

(τελείως εξαντλημένο, μιλά αργά)

Μπροστά σου δες ανοίγονται, ο δρόμος του καλού σου

Και το στρατί που σαν διαβείς, θα φτάσεις στου κυρού σου.

Η κοπέλα αποφασίζει να τον βρει.

-Πέρασαν εφτά χρόνια, φτάνει στην Μάντσα ρωτάει: 
-”Πως τηνε λεν την πόλη σας και ποιος τη διαφευτεύει ;

” 
Της λένε : -”Μάντσα την καλούν κι ο Τζίνι βασιλεύει”

Τον Τζίνι δεν μπορείς ποτέ να δεις, να σου μιλήσει

κλεισμένος είναι μοναχά η μάνα του τον βλέπει

Ρωτάει : -”τι τον έπιασε ; γιατί ποτέ δεν βγαίνει ;”

πολλοί λεν πως τον βάσκαναν νεράϊδες στο ποτάμι

χίλιες γητειές του κάμανε, δεν μπόρεσε να γιάνει

Η Κεραδοπούλα βρίσκει τη βασίλισσα

-”Στη δούλεψή σας πάρτε με ξέρω πολλά να κάνω”

Της λέει η βασίλισσα -”κουλούρια με το μέλι

ζυμώσετε και ψήσετε μήπως ο γιος μου θέλει”

Σε κουλουράκι βάζει η μικρή το δακτυλίδι

σκέφτεται , μακάρι να το ίδει

(
Η Μάνα παίρνει το δίσκο με τα κουλουράκια και προχωρεί στα διαμερίσματα του γιου της 
Αφού δάγκωσε το τσουρέκι,κοντεύει να σπάσει τα δόντια του:)

-”Να πάρει η οργή τι γίνεται ;
Βρίσκει το δακτυλίδι και φωνάζει:

-”ποιός τα΄φτιαξε ρωτάω ;”

Μην μου θυμώνεις λέει η μάνα του, ημέρωσε και φάτα

ένα κορίτσι τα΄πλασε τόσο γλυκά κι αφράτα!

Από μακριά μας έφτασε δεν ξέρει εδώ κανένα

Να μου την στέλνεις λέει αυτός ,να τη ρωτήσω κάτι ;

-”Ανέλπιστη παράξενη στάθηκε τούτη η μέρα

από τον πάτο του γιαλού, εβγήκα στον αγέρα!

ξέρω πως επέρασες λέει το κορίτσι μα πως να σου μηνύσω

και πως να βρω το δρόμο μου κοντά σου να γυρίσω ;

Ας πούμε δοξα σοι ο Θεός…

αλλά μην συνεχίζουμε

κι οι δυο περάσαμε πολλά,άλλη φορά τ΄ αρχίζουμε

-”Ας έρθουνε λέει ο βασιλιάς, σάλπιγγες και τρομπόνια

κι οι δυνατοί ντελάληδες, με τα πλατιά πλεμόνια

ναδιαλαλήσουνε παντού, σ΄Ανατολή και Δύση

πως βρέθηκε το ταίρι μου κι ο γάμος μας θ΄αρχίσει

”
 
Λιγνο καλάμι μην κρατείς λευκό κερί μην λύσεις

το παραμύθι που άκουσες να μην το λησμονήσεις

Καλή νύχτα σας λοιπόν αφήστε τους αυτούς καλά περνάνε

κι εμείς πολύ καλύτερα 
στο σπιτι σαν γυρνάμε

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ: ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ 
Τ ΆΚΟΝΙ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ
 ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΤΟ ΚΕΡΙ

ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΤΗΣ  ΣΦΑΓΗΣ 
Τ ΆΚΟΝΙ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ
 ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΤΟ ΚΕΡΙ

Ενθύμηση Γιάννη Αλεξανδράτου, των ήχων, των χρωμάτων, της σωπής

 

Scan 12

Καλημέρα – καλησπέρα

με την κοφτερή μαχαίρα

καλησπέρα του παραμυθιού

η καρδιά να πάει αλλού

και το Βούι κάνει Μου…

το γουρούνι κάνει ούι

γιατί το΄χει αυτό το χούι

Μια φορά κι έναν καιρό

Μην πιστεύεις θα στο πω

Παραμύθι που κυλάει

Σαν ποτάμι που θα πάει

Στην θαλάσσης τα πελάη

Να μ´ ακούς και μην ζητάεις

Στο βυθό μην θες να πάεις

Είν´ Απρίλης ειναι Μάης

Scan 6

Μια φορά κι έναν καιρό…

μια κοπέλα ομορφονιά

από αρχοντική γενιά

καλοσυνάτη σπίτι σκολειό

καθημερινά πλάκα κοντύλι

διάβασμα και στο κρεβάτι

Μια σκόλη και μια γιορτινή

μέρα λαμπρή ανοιξιάτικη

μπήκε πουλάκι στο παραθύρι τ΄ ανοικ

-”τον πεθαμένο που θα δεις

αυτόνε θα τον παντρευτείς

είπε και πέταξε μακριά …

 

Το μαχαίρι...
Το μαχαίρι…

Με κλάμα στον πατέρα της επήγε αλαφιασμένη

-”Αχ κύρη μου και το και το” του είπε φοβισμένη

-”πουλάκι είναι και κελαϊδεί πουλί είναι κι ας λέει”

την παρηγόρησε μ΄αυτή δεν έπαψε να κλαίει …

Μιαν άλλη μέρα ένα πρωί κένταγε στον οντάτης

τρία πουλάκιακια κάτσανε απάνω στην ποδιά της

-”Τι κάνεις σταυροβελονιά και τι χρυσοκεντάεις

νεκρό θα πάρεις άντρα σου στην εκκλησιά θα πάεις

Πάλι με κλάματα πολλά και παραπονεμένηστην μάνα και τον κύρη της πηγαίνει δακρυσμένη -”Πουλάκια είναι και λαλούν πουλιά είναι κι ας λένε”

της είπανε με μια φωνή μα μέσα τους να κλαίνε

Και κλείστηκε η κοπελιά δεν έβλεπε κανένα

Μα όταν πέρασε καιρός εβγήκε στο σοκάκι

να παίξει με τις φίλες της κουτσούνες και σκοινάκι

και μπήκαν σ΄έν΄αρχοντικό με κάγκελα σπασμένα …

σαν έφυγαν οι φίλες της κι είδε μια κάσα νεκρική με ξύλο γυαλισμένο

Με στέμμα ,κάποιον άγνωστο κίτρινο πεθαμένο

Ένα χαρτί έγραφε : εσύ που θα περάσεις τώρα,

σταμάτησε κι αν κάνεις ότι πρέπει στην κλίνη τη δική μου- θα ΄ χεις μεγάλα δώρα

όχι μόνο χίλια φλουριά μα αν είσαι άντρας Βεζύρη

θα σε κάνω εγώ κι πριν ο ήλιος γείρει

αν είσαι κόρη σύζυγος στο θρόνο μου θα γίνεις

μα για να γίνουν όλα αυτά: τρεις εβδομάδες ξυπνητή στο πλάϊ μου θα μένεις

τρεις μέρες κι ακόμα ώρες τρεις χωρίς να κλείσεις

μάτι έτσι πρέπει για να χαθεί της μάγισσας να λύσεις

την άδικη κατάρα της και μένα ν΄αναστήσεις!

Και το κορίτσι ανάσανε κι άρχισε να μετράει

και μια βδομάδα δυο και τρεις στο σπίτι της δεν πάει

και κλείνουνε τα μάτια της μ’ αντέχει δεν κοιμάται

και μια και δυο και μέρες τρεις κάθεται τυρανάται

Κι όταν της μείναν ώρες τρεις Και πέρασεν η μια

Μια γύφτισσα πλησίασε Που έβοσκε κοντά Τις χήνες της και κρύωνε Κι ήρθε για ζητιανιά

 

Scan 1
Η κακιά βοσκοπούλα (χηνο)

-«Κάτσε λίγο στη θέση μου Γιατί άλλο δεν αντέχω

Και θα σου δώσω χρήματα Όσα στις τσέπες έχω»

Είπε κι αποκοιμήθηκε Κι γύφτισσα γαρίδα

Το μάτι της σαν ξύπνησε Ο βασιλιάς -» Ναι σ´ είδα

Εσύ ‘ σουν η άγρυπνη και Άντεξες τρεις βδομάδες

Τρεις μέρες κι άλλες ώρες τρεις; Σου αξίζουν τεμενάδες!

Βασίλισσα και δίπλα μου Και στο διπλό κρεβάτι

Θα γίνεις αν καλοπλυθείς συγυριστείς κομμάτι;»

-» Και ποια ναι αυτή κοπελιά; Στο πάτωμα κοιμάται;

-Χηνοβοσκού που νύσταξε Κι έξω να βγει φοβάται

» Απάντησεν η γύφτισσα Χωρίς να την σηκώσει

Και την ρωτήσει ο βασιλιάς Και την ξεφανερώσει

Κι έγινε ο γάμος γρήγορα Σαν γύφτικο,σκεπάρνι

Καμάρωνε η βασίλισσα Τον <άθλο> που είχε κάνει! …

Σε πόλεμο ξεκίνησε να πάει ο βασιλιάς

Και ρώτησε τη γύφτισσα – τι θέλει να της φέρει

-”Φουστάνι με χρυσοκλωστή και κέντημα στο χέρι”

Και ρώτησε την κοπελιά : -«Πες μου κι εσύ τι θες»

-» Φέρε μου σφαγής μαχαίρι και τ΄ ακόνι υπομονής

Και κερί που φως τη νύχτα δίνει για να δει κανείς »

μην το ξεχάσεις όμως γιατί δεν θα μπορείς να κινηθείς

10006915_10202924285501402_9168268289443192638_n

Και πήγε μα και γύρισε τον λέγαν τροπαιοφόρο

και πήρε χρυσοκέντητο φουστάνι για το δώρο

της γύφτισσας μα ξέχασε αυτήν που έβοσκε χήνες …

Και σαν πήγε να κινήσει το άλογο δεν κουνούσε …

θυμήθηκε κι έψαξε παντού ότι αυτή ζητούσε …

Ο μαγαζάτορας που είχε μαχαίρι κι ακόνι και κερί

του είπε να προσέξει, τι θα τα κάνει η μικρή.

… Και γύρισε ο βασιλιάς κι έβαλε ένα σαϊνι

να δει κρυφά και να του πει τι πρόκειται να γίνει

και κοίταζε προσεκτικά κρυμμένος στον οντά

Και το κορίτσι κλαίγοντας σήκωσε το μαχαίρι

για να κτυπήσει την καρδιά με τ΄άσπλαχνό της χέρι

-”Κουράστηκα δεν άκουσα τι μου’παν τα πουλιά

και για τρεις ώρες άφησα μόνο τον Βασιλιά!”

Μα πήδηξε πέτρα σκληρή τσ΄υπομονής τ΄ακόνι

και το μαχαίρι στόμωσε δεν κόβει δεν πληγώνει!

Και δεύτερη φορά ξανά η κόρη με μαχαίρι

μα είχε έρθει ο βασιλιάς, της κράτησε το χέρι …

Και του΄πε αυτό το και το… και ξεκαθάρισέ(ν) του

κι έγινε αυτή βασίλισσα και δεν την άφησε ποτέ του

Scan
Κάρτα της ζωγράφου Μ. Σταυρακάκη

Κι η γύφτισσα εγύρισε τις χήνες να βοσκάει

και γύφτον επαντρεύτηκε πολύ καλά περνάει

Μα ούτε εγώ ήμουν εκεί ούτε σεις να το πιστέψετε…

 

ΠΑΙΔΙΚΗ ΜΟΥΣΑ : Η ΚΑΜΗΛΑ (ΜΝΗΜΗ ΦΕΫΖΑΛ)

Η ΚΑΜΗΛΑ

Ενθύμηση : Φεϋζάλ

Ο Φεϋζαλ, στην πόλη των παραμυθιών
Ο Φεϋζαλ, στην πόλη του ουρανού  ( σχέδιο- κολάζ Σ.Ζ.)

 

Αγαπάς τα σύκα μήλα;
Αγαπάς και την καμήλα;

Λέγαν ολα τα παιδια
Που δεν είχαν δει ποτέ τους
Της ερήμου τη δρομάδα…
Και πουλούσαν εξυπνάδα

Οταν πήγαν στο σχολειό
Μάθανε κι όλα τα ζώα
Στις ερήμους της Ασίας
Αφρικής και αραβίας

Ένα ζώο με καμπούρα
Είχαν σ´ όλες τις δουλειές
Την καμήλα που αντέχει
Και χωρίς νερό να τρέχει

10524976_10203165893701456_643851694_n-1

Για μεταφορές μεγάλες
Απ´ του μεταξιού το δρόμο
Και το γάλα της το δίνουν
Σ´όλα τα παιδιά να πίνουν

και το κρέας της το τρώνε
Μα και καπνιστό το κάνουν
Και το δέρμα της απλώνουν
Και σκηνές μ´αυτό σηκώνουν

Τις οπλές της δεν αφήνουν
Και το τρίχωμα της παίρνουν
Για να πλέξουνε να υφάνουν
Ρούχα και σκουτιά να κάνουν

Αγαπάς τα σύκα μήλα;
Αγαπάς και την καμήλα;

Είναι ζώο που προσφέρει
Και ποτέ του δεν ξεχνάει
πάντα διπλοαναχαράσει
Τα ξερά χόρτα σαν φάει

Εκτός από τις δρομάδες
Είναι κι οι βακτριανές
Οι καμήλες που έχουν δυο
Πάνω τους ψηλές κορφές

280px-2011_Trampeltier_1528

Αγαπάς τα σύκα μήλα;
Αγαπάς και την καμήλα;

Ναι την αγαπώ πολύ
Είναι πρόσχαρη και τρέχει
Μες την άμμο την καυτή
Και παράπονο δεν εχει

30710256_10213559306610283_8396409576164950016_n

Είχα κι ένα φίλο κάποτε

τον αγάπαγα  πολύ

Φευζάλ τον λέγανε

κι ήτανε καλό παιδί

 

Ήρθε από την Αραβία

το νησί της το Μπαχρέι(ν)

κι είχε μια μικρή καμήλα

που  φωνάζαν  όλοι Φέυ

 

Έφυγε όμως γρήγορα

βρέθηκε  στον ουρανό

κι από κει ψηλά μας βλέπει

με χαμόγελο  γλυκό

Κι η καμήλα του κοιτάζει

τις εκτάσεις της ερήμου

συνεχώς αναχαράζει

αχ! λέει : να ταν μαζί μου

 

images-3

ΣΤΙΧΟΙ: ΑΦΙΕΡΩΣΗ (ΣΤΗ ΣΟΦΙΑ ΚΟΛΟΤ.)

 

Ανέμη, διασκευασμένη σε παιδικό μύλο(Α.Νικολαος)
Ανέμη, διασκευασμένη σε παιδικό μύλο(Α.Νικολαος)

Α Φ Ι Ε Ρ Ω Σ Η

                          Στη Σοφία Κολοτ.

 

Στο ανέφικτο που θέλεις να συμβεί

Σ΄αυτό που δεν το περιμένεις

Σ΄ότι φοβάσαι κι αγαπάς πολύ

Σ΄’οτι σε πνίγει…κι ανασαίνεις

 

Στο ψέμα που θα πρέπει να το πεις

με φυσικότητα μεγάλη

και στην κουίντα που θα΄χεις να κρυφτείς

απ΄τα δικά σου μάτια πάλι

 

Σε σένα που κοκκίνισες πρωτού

σ΄αγγίξει ο παιγνιδιάρης έρως

στα χείλη με τη γεύση του λωτού

σ΄εκείνο το λημσονημένο μέρος

 

Στων αισθημάτων τον θολό βυθό

και στων παιδιών την απορία

στο ψέυτικο που μοιάζει αληθινό

στη νοσηρή τη φαντασία

 

Σ΄αυτούς που στο κενό ακροβατούν

σ΄ εκείνους που αμφιβάλλουν και ρωτούν

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
Από την συλλογή  ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΑ ΚΥΘΗΡΑ, πρόχειρη έκδοση Μάιος 2007 σε 30 αντίτυπα (διορθωμένο)

Το "φρύδι του Νότου"
Το «φρύδι του Νότου»

 

 

ΞΕΡΕΙΣ ΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ ; ΠΑΡΩΔΙΕΣ

996995_985273201580172_4963360525288934527_n

ΞΕΡΕΙΣ ΤΗ ΧΩΡΑ ΠΟΥ ΑΝΘΕΙ

ΦΑΙΔΡΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΕΑ;

 

Εύθυμοι στίχοι,  από το….1882  στο  1902 και μετα στο 1982…και τις μέρες μας

Ξεύρεις τη χώρα  που ανθεί

φαιδρά πορτοκαλέα

που κικκινίζει η σταφυλή

κια θάλλει η ελαία;                  (Άγγελος Βλάχος 1838-1920)

 

Ξεύρεις τη γην όπου ανθεί

φαιδρά πορτοκαλέα

και στέφει κάλπας κάλπηδων

η δάφνη κι η ελαία ;

τα κεφαλια παν αργα -και γρήγορα τα πόδια
τα κεφαλια παν αργα -και γρήγορα τα πόδια

Ξεύρεις τη γην  που τρέφονται

τα πιο μεγάλα βόδια

που τα κεφάλια παν αργά

και γρήγορα τα πόδια;

Ξεύρεις την γην που θαλερά

διατηρεί τα νιάτα μας

κι όλες οι γλώσσες κόβονται

απ΄την φιλοπατρία;

Ξεύρεις την γην που πάντοτε

κατηγορούν τη γάτα μας

πως έχει μλατια γαλανά

και την ουράν μακρία;

 

Ω!δεν το αγνοεί κανείς

αυτό το δόλιο ρημαδιό

είναι η γη η Ελληνίς                  Π.Δημητρακόπουλος (1864 -1922)

 

Ξέρεις την χώραν που ανθεί πολλή κακαογλωσσία

που κιτρινίζει η εντροπή και θάλλ΄ η αγυρτεια;

Όπου κεφάλια σεβαστά μοιάζουν με κολοκ΄θια;

όπου ο καφές αφέψημα θα πει από ρεβύθια;                         Κ. Βελλίδης  (Θεσσαλονίκη)

Scan

Ξέρεις την χώραν που ανθεί

και θάλλει η ελαία ;

Κι όπου δουλειά δεν προχωρείς

ούτε υπόθεση, χωρίς

τη σχετική  λαδέα;

Που όταν η στιγμή θα ρθει

πότε ως τσεκ θα επιδοθεί

και πότε ως φακελέα;

-Η χωρα αυτή είν΄ εμφανής

αλλα να μην την πει κανείς

Τμημα της γελοιογραφιας, για ανάγνωση
Τμημα της γελοιογραφιας του Μποστ

Η  χώρα αυτή από καιρού

είναι φτωχή και φουκαρού

Και ψευτοζεί με δανεικά

Ευρωαμερικανικά.

Κι εχει για σύμβολό της

-βεβαίως το λαό της.

«Προ πάντων η λιτότης !

Σφίψχτε  τη ζώνη σας παιδιά

ένεκα η αναπαραδιά.

Θα ρθει και η  καλή σοδιά»

Κι όσο επαναλαμβάνονται

τέτοιες σκληρές κουνβέντες

τόσο και πιο αυξάνονται

οι κρατικές Μερσέντες!

Ξέρεις την χώραν όπου ανθεί

και θάλλει η σκανδαλέα;

Που δεν περναει εβδομάς

χωρίς,με όλα ςτας τιμάς

να βγει και κάποιο σκάνδαλο

σε δημοσία θέα;

και δια ταύτα κι επειδή

τι έχει γίνει δηλαδή;

Εκείνοι που τα πιάσανε

το πήραν το λαχείο.

Σε λίγο οκόσμος τα ξεχνά

και η υπόθεση περνά

και μπαίνει στο αρχείο…

κι ως πριν να σβήσει αυτή η βουή

βγαίνει στη μέση ενα πρωί

το σκάνδαλο το νέο !

Κι αν τύχουνε και μερικοί

πουναι στα χέρια παστρικοί

και δεν αγγίζουν τίπτε

τιμίως κι υπερηφάνως 

κερδίζουνε οπωσδήποτε 

τον τίτλο του αυνάνος….     (Π.Παπαδούκας (1907-87)

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:Από το περιοδικό του ΝίκουΛογοθετη, υτεύχος 4 , 1997

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΟΦΙΑ ΚΟΛΟΤΟΥΡΟΥ : Η ΤΡΙΤΗ ΓΕΝΙΑ (ΒΡΑΒΕΙΟ 2016)

Την γνωρίσαμε στο διαδίκτυο, δεν είχαμε διαβάσει ποτέ κάποιο πλήρες  της κείμενο (δεν έτυχε), ίσως οι πολλές απασχολήσεις της , έκρυβαν το ποιητικό (το αληθινό δηλαδή) πρόσωπό της.

Το Κρατικό Βραβείο ποίησης 2016, που μόλις μάθαμε, μας έδωσε την ευκαρία να αγοράσουμε το βιβλίο της, μια καλαίσθητη έκδοση του 2015 και να μείνουμε έκπληκτοι !

Ο έμμετρος στίχος ήταν  πρώτη μεγάλη (έντονη)  και παράξενη  εντύπωση , που ήρθε μιαν κατάλληλη στιγμή, όταν διάβαζα τις διαπιστώσεις του μεγάλου Αργεντινού ποιητη  Χ.Λ. Μπόρχες, για τον ελεύθερο και τον παραδοσικό στίχο.

Για πολλά χρόνια προβληματισμένος αλλά και έχοντας δοκιμάσει γραφές σχετικές, δέχθηκα(διάβασα) με μεγάλη ευχαρίστηση την έμμετρη έκδοση της Σοφίας Κολοτούρου.

«Διαυγή ευαίσθητα , λυρικά»χαρακτηρίζονται από την επιτροπή κρίσεως τα ποιήματά της, μα έχουν και στοιχεία αναγνωρίσεων, και δραματικών εντάσεων – περιγράμματα σκληρών καταστάσεων, που αντιμετωπίζονται με νηφαλιότητα και θάρρος.

Δεν εκπαιδεύουν τον αναγνώστη στην …εκτίμηση της παλαιότερης έμμετρης ποίησης, γιατί είναι σύγχρονη και μοντέρνα η ουσία τους, όπως στον ελεύθερο στίχο.

Ίσως «η ρίμα άνοιξε την πόρτα για να μπει η έμπνευση…»στα ποιηματα της Σοφίας, όπως έγραφε ο Μ.Αναγνωστάκης στην μονογραφία του για τον «Μανούσο Φάση».

Επανέρχονταν καθως έπλεα στις στροφές των στίχων της συλλογής » ΤΗΣ  ΤΡΙΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ»,οι συλλογισμοί του Μπόρχες: «ο ελεύθερος στίχος είναι πιο δύσκολος από τις έμμετρες μορφές» η  Σοφία βρήκε μάλλον και το δρόμο που  της πάει και πιο πολύ,  και τον τρόπο να κρύψει ότι σημαντικό δεν λέγεται.

12936703_10153992866558168_1623685662195428609_n

 

Η ΤΡΙΤΗ  ΓΕΝΙΑ

  Στον άντρα μου

Γενιές ολόκληρες εργάστηκαν για μένα

το δρόμο να φωτίσουν στις νευρώσεις

μ΄ ανείπωτα όλα τα χιλιοειπωμένα

Οι πράξεις, που βαραίνουν στις κλειδώσεις,

οι πρόγονοι   (αν και νεκροί ) δια ζώσης

να μαρτυρούν απ΄την αρχή τα μυστικά –

στο τέλος πάλι ν΄απειλούν μην τους προσδώσεις

η τρίτη εμείς, φαρμακερή γενιά.

 

 

Γενιές  που φύλαξαν στη μνήμη τους κλεισμένα

τα τραύματα  και τις παλιές διαβρώσεις

σε μια  αλυσίδα, με τα μέλη τους δεμένα

(τι βάσταξες και πόσα θα σηκώσεις,

πόσα άλλαξες και τι μπορείς να σώσεις)

και δεν αντέχεις και φωνάζεις: «φτάνει πια!»

Μα ο κηρος έλαχε σε σένα να πληρώσεις

 

Γενιές που έληξαν, προδιαγεγραμένα,

στων απογ’όων της πικρίας της τόσης

που δεν θελήσανε παιδί να κάνουν ένα

(τον πόνο , ω αναγνώστη,  να μην νιώσεις).

την αλυσίδα  δεν θα επιδιορθώσεις –

τη σπάζεις μόνο και φωνάζεις αρκετά!»

Έτσι στο φως αναβαπτίζεσαι, τηςγν.ωσης

η τρίτη και φαρμακερή γενιά.

 

Πρίγκιπα μου΄χεις τάξει νέα γέννα

σαν καταγράψουμε μαζί τα κωδικά

παλαιά βιβλία , στο σεντούκι φυλαγμνένα

η τρίτη εμείς, φαρμακερή γενιά.

 

 

 

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

Βιογραφικά κλπ  για την Σοφία Κολοτούρου στο διαδίκτυο

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ : ΕΠΙΛΟΓΕΣ (ΤΟ ΦΙΛΙ)

 

 

Όταν δυσκολεύουν τα πράγματα,  ξεφυλλίζουμε περιοδικά: σήμερα το πιο σπάνιο σε μας, με τίτλο «ΕΠΙΛΟΓΕΣ – ΣΥΜΜΙΚΤΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ» του λόγιου ιατρού (ποιητή, μεταφραστή, εκδότη) Νίκου Λογοθέτη. Αντιγράφουμε από τις ποιητικές παρωδίες το ποίημα του Α. Παράσχου «ΤΟ ΦΙΛΗΜΑ» και την εύθυμη εκτεταμένη  …απόδωσή  του   από τον Κ.Σκόκκο.

image002(4230)

ΑΧΙΛΕΑΣ  ΠΑΡΑΣΧΟΣ (1886-1918)

ΤΟ  ΦΙΛΗΜΑ

Είναι το φίλημα τροφή πυρίνη της καρδίας

στιγμή κλαπείσα της ΕΔΕΜ  αρχή αθανασίας

Είναι το μύρον της ζωής , η γλώσσα των αγγέλων

Έρως , εις δύο στόματα ευώδη ανατέλλων

 

Είναι το φίλημα θερμή πλημμύρα αισθημάτων

«Χριστός Ανέστη της ψυχής , το άσμα των ασμάτων

της ήβης ψάλλον όνειρο,ν υμέναιος καρδίας

άνευ στεφάνων και πομπών, πλην έμπλεος θρησκείας

 

Κι είναι το φίλημα πνοή του Πλάστου ζωογόνος

καρδίας δίδυμος ακτίς εις χείλη  μυροβόλα

είναι το ρήμα του Χριστού, ευδαιμονίας τόνος

αιωνιότητος στιγμή και βλάστησις εις όλα.

Μ΄εν φίλημα γεννώμεθα , μ΄εν φίλημα γεννώμεν

μ΄εν φίλημα λαμβάνομεν οπόταν τελευτώμεν

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ  ΣΚΟΚΚΟΣ

 

 

 

 

image001(3505)

 

Είναι το φίλημα  – παρντόν, να πω κι εγώ μια αλήθεια-

ανθρωποφάγος όρεξις που κρύβουμε στα στήθια

Μία προειδοποίησις για κείνον και για   κείνη

πως είμεθα μεν ποιηταί μα και ολίγον κτήνη

 

Αρχίζουμε ρωμαντικά απ΄το φιλί μια μέρα

και βγάζουμε τα μάτια μα ς ολίγον παραπέρα.

Θα πεις και πως τα βγάζουμε; Να, κάτι μας τυφλώνει

και μια γυναίκα έξαφνα στην πλάτη μας φορτώνει.

 

Αφήνω που μικρόβια  μπορεί και να κολλήσεις

μες των φιλιών τας ιεράς κι ευώδεις συγκινήσεις

και ενώ τα χείλη προσκολλά εκείνη στον εκείνο

του προσκολλά καμιά φορά τη φθίση ή τον καρκίνο.

 

Για κάθε ενδεχόμενο κρατάτε ένα μαντήλι

όσο νταλαβερίζεσθε συχνά με ξένα χείλη.

Κι ένα μπουκάλι σουμπλιμέ δεν βλάπτει και ακόμα

μ΄ολίγον φαινικόν οξύ να πλένετε το στόμα

 

Είδα κυρίες που κρυφά ζηλεύονται, μισούνται

με άκραν  περιπάθειαν να αλληλοφιλιούνται

και να σφιχταγκαλιάζονται καταμεσίς του δρόμου:

τι κάνεις Ελενάκι μου;-Καλά , εσύ χρυσό μου;

 

Και πίσω πέντε φάσκελα!  Κι η γλώσσα κόβει – ράβει

κι η μια κρυφά της αλληνής βαθειά το λάκκο σκάβει

Γι αυτό σαν βλέπω να φιλεί η μια την άλλη αρκούδα

μες τα φιλιά τους συναντώ ολάκερον Ιούδα.

 

Ξέρω κι κάποιες που ενώ τον άνδρα τους φιλούνε

δεν παραλείπουν , μάτια μου, και να στραβοπατούνε!

Και  όσο πιο ζεστά φιλούν με φλόγα και με λάβα

τόσο φοβούμε πιότερο πως …λάκο έχ΄η φάβα.

 

 

 

Ροντέν...
Ροντέν…

Φαντάσου δε και άλλη μιαν εικόνα ζηλεμένη

να σε φιλεί με πύρινα φιλιά η ερωμένη

κι εκεί που στα αιθέρια υψώνεται η ψυχή σου

να χώνει αυτή το χέρι της στην τσέπη στο πουγκί σου

 

Αν πεις και δια το φιλί του Πασχα της Αγάπης

αυτό δα θα το ζήλευε κανίβαλος κι αράπης.

«Χριστός Ανέστη  Περικλή» γλέντι και ρετσινάτο

κι έπειτα Μπουμ! Μια κουμπουριά κι αντίο πελ πασσάτο!

 

Τι τρέχει; Α! μπα! τίποτε, κάτι Ρωμιοί γλεντάνε

μια μπιστολιά κ ένα φιλί εδώσανε και πάνε…

Μ΄έν φίλημα απατώμεθα  μ΄εν φίλημα απατώμεν

και κοροϊδίας φίλημα μας δίδουν και ψοφώμεν !!

 

28512445_10213226643693918_710064334_n
Νίκος Λογοθέτης, ψηφιακό πορτραίτο (αρχείο ΑΛΚΜΑΝ0