ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ: ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ
ΤΆΚΟΝΙ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ
ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΤΟ ΚΕΡΙ

ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ
ΤΆΚΟΝΙ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ
ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΤΟ ΚΕΡΙ 

Ενθύμηση του Γιάννη Αλεξανδράτου, των ήχων , των χρωμάτων, της σιωπής

Scan 12Καλημέρα – καλησπέρα

με την κοφτερή μαχαίρα

καλησπέρα του παραμυθιού

η καρδιά να πάει αλλού

και το Βούι κάνει Μου…

το γουρούνι κάνει ούι

γιατί το΄χει αυτό το χούι

Μια φορά κι έναν καιρό

Μην πιστεύεις θα στο πω

Παραμύθι που κυλάει

Σαν ποτάμι που θα πάει

Στην θαλάσσης τα πελάη

Να μ´ ακούς και μην ζητάεις

Στο βυθό μην θες να πάεις

Είν´ Απρίλης ειναι Μάης

Μια φορά κι έναν καιρό

… μια κοπέλα ομορφονιά

από αρχοντική γενιά

καλοσυνάτη

σπίτι σκολειό καθημερινά

πλάκα κοντύλι διάβασμα

και στο κρεβάτι

Μια σκόλη και μια γιορτινή

μέρα λαμπρή ανοιξιάτικη

μπήκε πουλάκι

στο παραθύρι τ΄ ανοικτό

-”τον πεθαμένο που θα δεις α

υτόνε θα τον παντρευτείς

είπε και πέταξε μακριά …

εικόνες παραμυθιού
εικόνες παραμυθιού

Με κλάμα στον πατέρα της επήγε αλαφιασμένη

-”Αχ κύρη μου και το και το” του είπε φοβισμένη

-”πουλάκι είναι και κελαϊδεί πουλί είναι κι ας λέει”

την παρηγόρησε μ΄αυτή δεν έπαψε να κλαίει

… Μιαν άλλη μέρα ένα πρωί κένταγε στον οντάτης

τρία πουλάκιακια κάτσανε απάνω στην ποδιά της

-”Τι κάνεις σταυροβελονιά και τι χρυσοκεντάεις

νεκρό θα πάρεις άντρα σου στην εκκλησιά θα πάεις

Πάλι με κλάματα πολλά και παραπονεμένη

στην μάνα και τον κύρη της πηγαίνει δακρυσμένη

-”Πουλάκια είναι και λαλούν πουλιά είναι κι ας λένε”

της είπανε με μια φωνή μα μέσα τους να κλαίνε

Κάρτα της ζωγράφου Μαρίας Σταυρακάκη-κολάζ 1988
Μαρίας Σταυρακάκη-κολάζ 1988

Και κλείστηκε η κοπελιά δεν έβλεπε κανένα

Μα όταν πέρασε καιρός εβγήκε στο σοκάκι

να παίξει με τις φίλες της κουτσούνες και σκοινάκι

και μπήκαν σ΄έν΄αρχοντικό με κάγκελα σπασμένα

… σαν έφυγαν οι φίλες της κι είδε μια κάσα νεκρική

με ξύλο γυαλισμένο

Με στέμμα κάποιον άγνωστο

κίτρινο πεθαμένο

Ένα χαρτί έγραφε :

εσύ που θα περάσεις τώρα, σταμάτησε

κι αν κάνεις ότι πρέπει

στην κλίνη τη δική μου

– θα ΄ χεις μεγάλα δώρα

όχι μόνο χίλια φλουριά

μα αν είσαι άντρας Βεζύρη

θα σε κάνω εγώ κι πριν ο ήλιος γείρει

αν είσαι κόρη σύζυγος

στο θρόνο μου θα γίνεις

μα για να γίνουν όλα αυτά:

τρεις εβδομάδες ξυπνητή στο πλάϊ μου θα μείνεις

τρεις μέρες κι ακόμα ώρες τρεις

χωρίς να κλείσεις μάτι

έτσι πρέπει για να χαθεί

της μάγισσας να λύσεις

την άδικη κατάρα της

και μένα ν΄αναστήσεις!

Και το κορίτσι ανάσανε κι άρχισε να μετράει

και μια βδομάδα δυο και τρεις στο σπίτι της δεν πάει

και κλείνουνε τα μάτια της μ’ αντέχει δεν κοιμάται

και μια και δυο και μέρες τρεις κάθεται τυρανάται

Κι όταν της μείναν ώρες τρεις

Και πέρασεν η μια

Μια γύφτισσα πλησίασε

Που έβοσκε κοντά Τις χήνες της και κρύωνε

Κι ήρθε για ζητιανιά

-«Κάτσε λίγο στη θέση μου Γιατί άλλο δεν αντέχω

Και θα σου δώσω χρήματα Όσα στις τσέπες έχω»

Είπε κι αποκοιμήθηκε Κι γύφτισσα γαρίδα

Το μάτι της σαν ξύπνησε Ο βασιλιάς

-» Ναι σ´ είδα Εσύ ‘ σουν η άγρυπνη

και Άντεξες τρεις βδομάδες

Τρεις μέρες κι άλλες ώρες τρεις; Σου αξίζουν τεμενάδες!

Βασίλισσα και δίπλα μου Και στο διπλό κρεβάτι

Θα γίνεις αν καλοπλυθείς συγυριστείς κομμάτι;»

-» Και ποια ναι αυτή κοπελιά; Στο πάτωμα κοιμάται;

-Χηνοβοσκού που νύσταξε Κι έξω να βγει φοβάται »

Απάντησεν η γύφτισσα Χωρίς να την σηκώσει

Και την ρωτήσει ο βασιλιάς Και την ξεφανερώσει

 

Κι έγινε ο γάμος γρήγορα Σαν γύφτικο,σκεπάρνι

Καμάρωνε η βασίλισσα Τον <άθλο> που είχε κάνει!

… Σε πόλεμο ξεκίνησε να πάει ο βασιλιάς

Και ρώτησε τη γύφτισσα – τι θέλει να της φέρει

-”Φουστάνι με χρυσοκλωστή και κέντημα στο χέρι”

Και ρώτησε την κοπελιά : -«Πες μου κι εσύ τι θες»

-» Φέρε μου σφαγής μαχαίρι και τ΄ ακόνι υπομονής

Και κερί που φως τη νύχτα δίνει για να δει κανείς »

μην το ξεχάσεις όμως γιατί δεν θα μπορείς να κινηθείς

Και πήγε μα και γύρισε τον λέγαν τροπαιοφόρο

και πήρε χρυσοκέντητο φουστάνι για το δώρο

της γύφτισσας μα ξέχασε αυτήν που έβοσκε χήνες

… Και σαν πήγε να κινήσει το άλογο δεν κουνούσε

… θυμήθηκε κι έψαξε παντού ότι αυτή ζητούσε

Ο μαγαζάτορας που είχε μαχαίρι κι ακόνι και κερί του είπε να προσέξει,

τι θα τα κάνει η μικρή.

Και γύρισε ο βασιλιάς κι έβαλε ένα σαϊνι

να δει κρυφά και να του πει τι πρόκειται να γίνει

και κοίταζε προσεκτικά κρυμμένος στον οντά

Και το κορίτσι κλαίγοντας σήκωσε το μαχαίρι

για να κτυπήσει την καρδιά με τ΄άσπλαχνό της χέρι

-”Κουράστηκα δεν άκουσα τι μου’παν τα πουλιά

και για τρεις ώρες άφησα μόνο τον Βασιλιά!”

Μα πήδηξε πέτρα σκληρή τσ΄υπομονής τ΄ακόνι

και το μαχαίρι στόμωσε δεν κόβει δεν πληγώνει!

Και δεύτερη φορά ξανά η κόρη με μαχαίρι

μα είχε έρθει ο βασιλιάς, της κράτησε το χέρι

Και του΄πε αυτό το και το… και ξεκαθάρισέ(ν) του

κι έγινε αυτή βασίλισσα και δεν την άφησε ποτέ του

Κι η γύφτισσα εγύρισε τις χήνες να βοσκάει

και γύφτον επαντρεύτηκε πολύ καλά περνάει

Μα ούτε εγώ ήμουν εκεί ούτε σεις να το πιστέψετε…

ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ; (ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΕΝΙΝ…ΣΤΟΝ ΣΥΡΙΖΑ)

ΒΡΩΜΑ ΚΑΙ ΔΥΣΩΔΙΑ

Η Μάγισσα...δείχνει τι να κάνουν...
Η Μάγισσα…δείχνει τι να κάνουν( ο Διάβολος χαμογελάει)…

 

Ο ΑΛΚΜΑΝ αποφεύγει (όπως ο Διάβολος το λιβάνι) την πολιτικολογία .

μα όταν η πόρτα κρούεται, τόσο δυνατά τι να κάνουμε;

Πολλοί φίλοι μας, είναι ΣΥΡΙΖΑ, ούτε συζήτηση σηκώνουν τι να κάνουμε;

Δικαίωμα τους.

Πολλοί ήταν τα παιδιά που αντιστάθηκαν στην επάρατη, πρόσφεραν τα νιάτα τους,στο

βωμό της Δημοκρατίας…

Τι να κάνουμε;

Το ερώτημα επαναφέρει τον Λένιν, μα έχει περάσει ένας αιώνας:

Τι να κάνουμε;

Η πολιτική, αυτή η υψηλή υπόθεση των πολιτών,εκφυλλίζεται, καταλήγει

θέμα των λούμπεν και των καταδίκων του ποινικού δικαίου

. ‘ΕΛΕΟΣ φίλοι, άστε μας ήσυχους, κοιτάξτε κάτι να κάνετε!

Έλεος φίλοι παλαιοί, κάντε κάτι…

έλεος φίλοι,κάντε κάτι
έλεος φίλοι,κάντε κάτι

ΟΙ ΔΙΔΥΜΟΙ – ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

ΟΙ ΔΙΔΥΜΟΙ (ΤΖΙΜΠΡΑΓΟΙ)

αφιέρωση: στον Γιώργο & τον Μιχάλη Ρουκακιανάκη

που δεν ξεχωρίζουν στην προσφορά και την ανιδιοτέλεια

 

Η βάβω μας ήταν κοντή(*)

μα σπίθα το μυαλό της

και παραμύθια κένταγε

σαν το εργόχειρό της

και τα στιχάκια τα΄πλεκε

με τέχνη και με τρόπο

κι έκανε να δακρύζουνε

τα μάτια των ανθρώπω(ν)(**)

Κάποτε πήγε στο βουνό

κι έσπασε τον κόκκαλο

τονε δέσανε γερά

πέντε κόμπους στη σειρά

Κι άρχισε τα παραμύθια

τι΄ναι ψέμα τι΄ναι αλήθεια;

Μια φορά(ν)κι έναν καιρό…

Αν δεν με πιστέψετε έναν κόμπο δέσετε

για να το θυμόσαστε και να μην ξεχνιόσαστε:

Μια φορά(ν) κι έναν καιρό εζούσαν

ήσυχα στον μακρινό τους τόπο

ο γέροντας με την Κερά

με ιδρώτα και με κόπο

Πολύ καλά περνούσανε μα το’ χανε μαράζι

πως δεν εκάνανε παιδιά κι αυτό τους σκοτεινιάζει

Κι ένα πρωί μιαν Κυριακή πριν παν στην εκκλησία

μια γριά την πόρτα κτύπησε

δεν δώσαν σημασία μα μόνο ριάλια τρία

ευχαριστήθηκε πολύ τους είπε και σπολάτι

και ρώτησε αν θέλουνε μπορεί κάτι

Μα τίποτα δεν θέλανε ένα παιδί τους λείπει

να κάνει πιο χαρούμενο το φτωχικό τους σπίτι

Η Βάβω χαμογέλασε ξέρει κάτι να κάνει

μια σολωμονική γραφή τους άκληρους τους βάνει

να φάνε ψάρι απ΄ το γιαλό χρυσό μα κι ασημένιο

“-ψαρέψτε το και ψήστε το τους είπε σιδερένιο

μαχαίρι πάρετε μετά και κόψτε το να φάτε

εσείς κι ο σκύλος και τ΄άλογο

είναι πιστός κι αυτός δικός σας φίλος…”

Κι έγινε έτσι ακριβώς επιάσανε το ψάρι

το φάγανε και πέταξαν τα λέπια στο χορτάρι

Σε δυο μήνες εγέννησε η σκύλα δυο κουταβάκια

σε εννιά η κερά εγέννησε τα δίδυμα αγοράκια

 

 

 

Γέννησε διδυμάκια
Γέννησε διδυμάκια

 

 

έντεκα η φοράδα έκανε δίδυμα πουλαράκια

κι από τα λέπια φύτρωσαν δυο όμοια κυπαρίσσια

κι οι δυο γονείς τρελάθηκαν είχαν χαρά περίσσια

… Και πέρασε πολύς καιρός τα τέκνα τ΄αναθρέψαν

εμάθανε τέχνες πολλές και γράμματα περίσσια

να παίρνουν δρόμο και στρατί και να πηγαίνουν ίσια

Οι δυο νέοι εσκέφτηκαν να πάνε σ΄άλλους τόπους

για να γνωρίσουνε φυλές και άγνωστους ανθρώπους

Να φτάσουν στην Ανατολή στους Πέρσες στους Κινέζους

και στον Βορά στους Γερμανούς τους Ρώσους τους Εγγλέζους

Στη Δύση Αμερικανούς Ινδιάνους κι Αργεντίνους

Στο Νότο μαύρους, Άραβες και Νέγρους κι Αλγερίνους

… Να σκίσουνε τις θάλασσες να δούνε καρχαρίες

και φάλαινες και ναυτικούς που λένε ιστορίες

… Κι οι δυο θέλαν να φύγουνε μ´αρνήθηκαν οι γέροι

Αν θα χαθούνε και οι δυο μήνυμα ποιος θα φέρει;

Αν φύγει ο ένας , καρτερεί ο άλλος να γυρίσει

αν πληγωθεί , θα μαραθεί τό ένα το κυπαρίσσι!

Κι ίσως προλάβει να τον βρει ,κι αν είναι, να τον σώσει

αλλιώς όποιος τον κτύπησε θα πρέπει να πληρώσει

Κι ο ένας πήρε το λευκό το γρήγορο του το άτι

που αγαπούσε κι ήξερε κι αυτό τον αναβάτη

και το σκυλί το δυνατό – σαν λύκος που παλεύει

στις μάχες πάντα ανίκητο κι αντίπαλο γυρεύει

.. Και πήρε δρόμους μακρινούς δύσβατα μονοπάτια

Τρέχει σε χώρες άγνωστες κι εξωτικά παλάτια

Κι όταν κουράστηκε πολύ σταμάτησε σε σπίτι

σαν πύργος,ήτανε ψηλό κι είχε γυναικωνίτη

Παλιά το κάψαν πειρατές μα σώθηκε η Κυρία

Μια αρχόντισσα μ άσπρα μαλλιά κι αληθινή σοφία

 

Scan 1

 

Τι θέλεις και για που τραβάς ; πρέπει να τον ρωτήσει

Τον κόσμο είπε επιθυμεί να να μάθει να γνωρίσει

Φιλοξενία ζήτησε(ν) αυτός και του προσφέρει

ότι χρειάζεται ακριβώς το ευγενικό της χέρι

Κι όταν εξεκουράστηκε τον ταμπουρά θα πάρει

Να παίξει καθώς έβγαινε τ΄ ολόγιομο φεγγάρι

 

… Πρωί,πρωί την ξύπνησε του βασιλικά η κόρη

για να ρωτήσει αν ήξερε του ταμπουρά τ΄αγόρι …

Και τηνε παρακάλεσε να στείλει στο παλάτι

Τον νέον αυτόν τον άγνωστο αυτόν τον ξενομπάτη

Και ξύπνησε(ν) ο νεαρός και μόλις γάλα ήπιε

Η Κυρά εξήγησε τι η κοπελιά της είπε …

μα πρόσεξε αινίγματα σ όλους τους ξένους βάζει

κι αν χάσουνε τον Δήμιο αμέσως τον φωνάζει

και τα κεφάλια κάνουνε βουνό μες το παλάτι

τα συντηρούνε βάζοντας πολύ χοντρό τ΄αλάτι

Scan 7

Και πήγε αμέσως ο δίδυμος να δει την πριγκιπέσα

στα πούπουλα καθότανε και στο παλάτι μέσα

Του είπε :-”δεν θα σου βάλω στοίχημα κ αινίγματα κανένα

αν παίξεις με τον ταμπουρά και τραγουδάς για μένα

Και το΄κανε ακούστηκαν σκοποί πολλοί ταξίμια

κι ήρθανε και χορεύτριες με κόλπα και τσαλίμια

Κι όταν τελειώσαν είπε του να την ζητήσει τώρα

και πήγε στον πατέρα της για να μην χάσει κι ώρα

 

Scan 11

Κι ο βασιλιάς του ζήτησε να κόψει ένα δεντρό του

που ήταν και τεράστιο αλλιώς θα κόψει το λαιμό του

Και του΄δωσε η πριγκίπισσα μια τρίχα απ το μαλλί της

και στο σπαθί την τύλιξε – πήρε κι ένα φιλί της

με μια σπαθιά του το’ κοψε κι ήταν κορμός τρεις πήχες

μα ο βασιλιάς εθύμωσε κι΄ είπε βοήθεια θα είχες

Κι απαίτησε με τ΄άλογο να τρέξει πριν το γιόμα

με δυο γεμάτα κύπελα – νερό να μη χυθεί στο χώμα

τον είδε η νέα σκεφτικό και του΄πε μην τρομάζεις

πάρε δυο δακτυλίδια μου και στο νερό τα βάζεις

και θα παγώσει κι ύστερα σταγόνα δεν θα χάσεις

Το πέτυχε..

…μα βασιλιάς του λέει να κάνει κι άλλο

κατόρθωμα πιο δύσκολο κι ακόμα πιο μεγάλο

-” Τον μαύρο τον ιππότη μου πρέπει να τον νικήσεις

το χέρι της πριγκίπισσας αν θέλεις να κερδίσεις”

Τον νέο δεν τον ένοιαζε γιατί ναι παλικάρι

και τ΄άλογό του δυνατό χρυσό το χαλινάρι

Μα σαν τηνε συνάντησε με κλάματα η κοπέλα

του φανερώνει πως αυτή είν΄ο Μαύρος με τη σέλα

και τ΄άλογο γιατί της δίνουν μαγικό πιοτί

θέλει δεν θέλει να το πιει… -”

Γιαυτό με δέρματα να τυλιχτείς και συ και τ΄άτι

και πάρε το μαντήλι μου και σκούπιζε το μάτι

αν σε βαρέσω δυνατά – να κάνω λίγο πίσω

και να κτυπήσεις τ΄άλογο να πεις θα σε νικήσω!

Είπε η πριγκίπισσα σωστά: χωρίς άλογο ο χαμένος

κι έγινε έτσι κι ο δίδυμος εβγήκε κερδισμένος!

Και παντευτήκαν γλέντησαν με συγγενείς και φίλους..

. …

Και πέρασε πολύς καιρός κι ο νέος με τους σκύλους

για το κυνήγι κίνησε για πέρδικες τρυγώνια

… Εξέκοψε απ΄ τους δούλους του και βρέθηκε

σε πύργο με μπαλκόνια

μια γριά του άνοιξε άσχημη με σουβλερή τη μύτη

-”Τι θες μεσανυχτιάτικα στο αρχοντικό μου σπίτι;”

-¨Κουράστηκα τσ΄άπάντησε δος μου νερό να ζήσεις!”

Την παρακάλεσε θερμά…-”Να πάρεις ότι θελήσεις

μα πρώτα το σκυλί σου ησύχασε να το χαϊδέψω λίγο”

Ο σκύλος γάβγιζε πολύ ο νιος τον ηρεμίζει .

 

… Μόλις τον άγγιξε η γριά σαν μάρμαρο θ΄ασπρίζει

Μαρμάρωσε μετά το νιο κι ύστερα τ΄άλογό του…

Μα ας πάμε και στο σπίτι του κοντά στον αδερφό του

σαν είδε να μαραίνεται το ένα κυπαρίσσι

κακόβαλε …με τ΄άλογο γρήγορα θα κινήσει

να βρει τ αδέρφι που κακό ίσως θα΄χει κτυπήσει

και διάβηκε κάμπους και βουνά σ΄Ανατολή και Δύση

Scan 12

Σε κάποιαν πόλη(ν) έφτασε κι υποδοχή μεγάλη του

κάναν και του φώναζαν : τ΄όνομα τ΄αδερφού του

κατάλαβε και το έκανε οπως ήτανε στο νου του

κι ήρθε και η γυναίκα του μέσα στην αγκαλιά του

μα ξέφυγε το βράδυ της είπε θα΄ναι κοντά του

Και σαν νύχτωσε και ξάπλωσαν στο κρεβάτι

στη μέση έβαλε το σπαθί και γύρισε την πλάτη

κι όταν παραπονέθηκε πολύ η πριγκιπέσα

της είπε σφάχτης τον κρατά στα σπλάχνα του από μέσα

Ξεκίνησε πολύ πρωί σε κάμπους και σε δάση

να βρει τον αδερφό που χρόνια είχε χάσει

Τον κόσμο όλο γύρισε μα πουθενά δεν ξέρουν

τον αδερφό τον δίδυμο-ειδήσεις να του φέρουν

Λες κι άνοιξεν η μαύρη γης πήρε το παλικάρι

και πουθενά δεν άφησε πάτημα κι ούτε χνάρι

Κι όταν στ΄απάτητα έφτασε το μαύρο είδε χαγιάτι

Κι ένα πυργόσπιτο ψηλό που μοιάζει με παλάτι

Ξεπέζεψε και χτύπησε την πόρτα με το σκύλο

που γάβγιζε πάρα πολύ: εχθρός θα ταν ή φίλος;

Κι άνοιξε η μάγισσα η κακιά με τη γαμψή τη μύτη

-”Ποιος είσαι μα και τι ζητάς στ αρχοντικό μου σπίτι;”

Τον ρώτησε κι κι είπετον αδερφό μου και νεράκι

για μένα και τα ζωντανά διψούν κι αυτά λιγάκι”

Αυτή ΄θελε να χαϊδέψει το ζώο μα ο σκύλος

τηνε δαγκώνει δυνατά στο πάνω της το χείλος

Η μάγισσα φοβήθηκε κι έτρεμε σαν το φύλλο

το ζώο την κατάλαβε κι ας έκανε το φίλο

Και πιο πολύ την δάγκωνε – “Ήμαρτον παρ το ζώο

τον νέο παρακάλαγε…-”στον παραδίδω σώο

τον δίδυμο και τ άλογο τον σκύλο τον δικό του”

Πήγαν στ΄ άλλο δωμάτιο κι είδε τον αδρεφότου

και μόλις ζωντανέψανε όλοι αγκαλιαστήκαν

κι έκλαιγαν και γελούσανε τ αδέρφια που βρεθήκαν

UALORH-0012

Κι μάγισσα; μην τα ρωτάς την έφαγε(ν) ο σκύλος

γιατί κατάλαβε καλά  ότι δεν ήταν   φίλος

Και πήγανε και γρήγορα να βρουν πριγκιπέσα

κι έμαθε τα καθέκαστα κι είδε πως είχε μπέσα

ο αδερφός ο τσιμπραγός(1) και πως αλλιώς να γίνει;

Και ψάξανε και βρήκανε κορίτσι που να δίνει

αυτό που θέλει ο αδερφός ευγένεια –  καλοσύνη

κι όλοι μαζί  στους γέροντες επήγανε με γέλια

και με τις δυο γυναίκες τους και δίδυμα  κοπέλια

 

Και πέρασαν αυτοί καλά και μεις πολύ καλύτερα

τα πρώτα που  μας έλλειπαν μας περίσσευαν στα ύστερα 

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ (*)=Αναφέρεται στη γιαγιά Κατερίνη Παπαγεωργίου, το γένος Μαρκοπούλου,του Αντιδικτατορικού αγώνα – στο σπίτι της ( Κερκύρας 30/Κυψέλη) φιλοξένησε όλη την παράνομη Αθήνα

(**)Β.Κορνάρος, παραλλαγή

(1) Δίδυμος

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ:ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ
 Τ ΆΚΟΝΙ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ
 ΤΗΣ …

ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ
 Τ ΆΚΟΝΙ ΤΗΣ

ΥΠΟΜΟΝΗΣ
 ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΤΟ ΚΕΡΙ

Ενθύμηση του Γιάννη Αλεξανδράτου

των ήχων των χρωμάτων της σιωπής

Καλημέρα – καλησπέρα

με την κοφτερή μαχαίρα

καλησπέρα του παραμυθιού

η καρδιά να πάει αλλού

και το Βούι κάνει Μου

το γουρούνι κάνει ούι

γιατί το΄χει αυτό το χούι

Μια φορά κι έναν καιρό

Μην πιστεύεις θα στο πω

 

Παραμύθι που κυλάει

Σαν ποτάμι που θα πάει

Στην θαλάσσης τα πελάη

Να μ´ ακούς και μην ζητάει

ς Στο βυθό μην θες να πάεις

Είν´ Απρίλης ειναι Μάης

Μια φορά κι έναν καιρό

 

Το σπίτι της Τύχης ήταν σαν παλάτι

μια κοπέλα ομορφονιά

από αρχοντική γενιά

καλοσυνάτη σπίτι σκολειό

καθημερινά πλάκα κοντύλι

διάβασμα και στο κρεβάτι

Μια σκόλη και μια γιορτινή

μέρα λαμπρή ανοιξιάτικη

μπήκε πουλάκι στο παραθύρι

τ΄ ανοικτό

-”τον πεθαμένο που θα δεις

αυτόνε θα τον παντρευτείς

είπε και πέταξε μακριά

… 

Με κλάμα στον πατέρα της

επήγε αλαφιασμένη

-”Αχ κύρη μου και το και το”

του είπε φοβισμένη

-”πουλάκι είναι και κελαϊδεί

πουλί είναι κι ας λέει”

την παρηγόρησε μ΄αυτή

δεν έπαψε να κλαίει

Μιαν άλλη μέρα ένα πρωί

κένταγε στον οντάτης

τρία πουλάκιακια κάτσανε

απάνω στην ποδιά της

-”Τι κάνεις σταυροβελονιά

και τι χρυσοκεντάεις

νεκρό θα πάρεις άντρα σου

στην εκκλησιά θα πάεις”

 

Πάλι με κλάματα πολλά

και παραπονεμένη

στην μάνα και τον κύρη της

πηγαίνει δακρυσμένη

-”Πουλάκια είναι και λαλούν

πουλιά είναι κι ας λένε”

της είπανε με μια φωνή

μα μέσα τους να κλαίνε

Scan 12

Και κλείστηκε η κοπελιά

δεν έβλεπε κανένα

Μα όταν πέρασε καιρός

εβγήκε στο σοκάκι

να παίξει με τις φίλες

της κουτσούνες και σκοινάκι

 

και μπήκαν σ΄έν΄αρχοντικό

με κάγκελα σπασμένα

σαν έφυγαν οι φίλες της

κι είδε μια κάσα νεκρική

με ξύλο γυαλισμένο

Με στέμμα κάποιον

άγνωστο κίτρινο πεθαμένο

 

Ένα χαρτί έγραφε :

εσύ που θα περάσεις τώρα

, σταμάτησε κι αν κάνεις

ότι πρέπει στην κλίνη τη δική μου

– θα ΄ χεις μεγάλα δώρα

όχι μόνο χίλια φλουριά

μα αν είσαι άντρας Βεζύρη

θα σε κάνω εγώ κι πριν ο ήλιος γείρει

 

αν είσαι κόρη σύζυγος στο θρόνο μου θα γίνεις

μα για να γίνουν όλα αυτά:

τρεις εβδομάδες ξυπνητή

στο πλάϊ μου θα μένεις

τρεις μέρες κι ακόμα ώρες τρεις

χωρίς να κλείσεις μάτι

έτσι πρέπει για να χαθεί

της μάγισσας να λύσεις την άδικη κατάρα της

και μένα ν΄αναστήσεις!

Και το κορίτσι ανάσανε

κι άρχισε να μετράει και

μια βδομάδα δυο και τρεις

στο σπίτι της δεν πάει

και κλείνουνε τα μάτια της

μ’ αντέχει δεν κοιμάται

και μια και δυο και μέρες τρεις

κάθεται τυρανάται

Κι όταν της μείναν ώρες τρεις

Και πέρασεν η μια – Μια γύφτισσα πλησίασε

Που έβοσκε κοντά Τις χήνες της και κρύωνε

Κι ήρθε για ζητιανιά

-«Κάτσε λίγο στη θέση μου

Γιατί άλλο δεν αντέχω

Και θα σου δώσω χρήματα

Όσα στις τσέπες έχω»

Είπε κι αποκοιμήθηκε

Κι γύφτισσα γαρίδα

Το μάτι της σαν ξύπνησε

Ο βασιλιάς -» Ναι σ´ είδα

Εσύ ‘ σουν η άγρυπνη

και Άντεξες τρεις βδομάδες

Τρεις μέρες κι άλλες ώρες τρεις;

Σου αξίζουν τεμενάδες!

Βασίλισσα και δίπλα μου

Και στο διπλό κρεβάτι

Θα γίνεις αν καλοπλυθείς

συγυριστείς κομμάτι;»

-» Και ποια ναι αυτή κοπελιά;

Στο πάτωμα κοιμάται;

-Χηνοβοσκού που νύσταξε

Κι έξω να βγει φοβάται »

Απάντησεν η γύφτισσα

Χωρίς να την σηκώσει

Και την ρωτήσει ο βασιλιάς

Και την ξεφανερώσει

 

Κι έγινε ο γάμος γρήγορα

Σαν γύφτικο,σκεπάρνι

Καμάρωνε η βασίλισσα

Τον <άθλο> που είχε κάνει!

Σε πόλεμο ξεκίνησε

να πάει ο βασιλιάς

Και ρώτησε τη γύφτισσα

– τι θέλει να της φέρει

-”Φουστάνι με χρυσοκλωστή

και κέντημα στο χέρι”

Και ρώτησε την κοπελιά :

-«Πες μου κι εσύ τι θες»

-» Φέρε μου μαχαίρι σφαγής

και τ΄ ακόνι υπομονής

Και κερί που φως τη νύχτα δίνει

για να δει κανείς »

μην το ξεχάσεις όμως γιατί

δεν θα μπορείς να κινηθείς

 

Και πήγε μα και γύρισε

τον λέγαν τροπαιοφόρο

και πήρε χρυσοκέντητο

φουστάνι για το δώρο

της γύφτισσας μα ξέχασε

αυτήν που έβοσκε χήνες

Και σαν πήγε να κινήσει

το άλογο δεν κουνούσε

θυμήθηκε κι έψαξε παντού

ότι αυτή ζητούσε

Ο μαγαζάτορας που είχε μαχαίρι

κι ακόνι και κερί

του είπε να προσέξει,

τι θα τα κάνει η μικρή.

Και γύρισε ο βασιλιάς

κι έβαλε ένα σαϊνι ν

α δει κρυφά και να του πει

τι πρόκειται να γίνει

 

και κοίταζε προσεκτικά

κρυμμένος στον οντά

Και το κορίτσι κλαίγοντας

σήκωσε το μαχαίρι

για να κτυπήσει την καρδιά

με τ΄άσπλαχνό της χέρι

-”Κουράστηκα δεν άκουσα

τι μου’παν τα πουλιά

και για τρεις ώρες άφησα

μόνο τον Βασιλιά!”

Μα πήδηξε πέτρα σκληρή

τσ΄υπομονής τ΄ακόνι

και το μαχαίρι στόμωσε

δεν κόβει δεν πληγώνει!

Και δεύτερη φορά ξανά

η κόρη με μαχαίρι

μα είχε έρθει ο βασιλιάς,

της κράτησε το χέρι

Και του΄πε αυτό το και το

και ξεκαθάρισέ(ν) του

κι έγινε αυτή βασίλισσα

και δεν την άφησε ποτέ του

Κι η γύφτισσα εγύρισε

τις χήνες να βοσκάει

και γύφτον επαντρεύτηκε

πολύ καλά περνάει

Μα ούτε εγώ ήμουν

εκεί ούτε σεις να το πιστέψετε…

50 ΠΕΡΑΣΑΝ…ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Ας γυρίσουμε πίσω με ένα παραμύθι, η Φατα Μοργανα κι ο τερατώδης  ελειενής μορφής Δράκος – ταιριάζουν ίσως στην επέτειο της Δικτατορίας

αφιέρωση: στον Λευτέρη Τσίλογλου

Μια φορά κι ´έναν καιρό

( μια τσιγγάνα μάγισσα,
Θε μου πως λαχτάρησα)

Ακούσε με να σου πω…

Fata Morgana, μοιάζει με την Δικτατορία της 21ης
Fata Morgana, μοιάζει με την Δικτατορία της 21ης

(Fata Morgana. )

Στην πέτρα μέσα

Μια πριγκιπέσα

Σκουτιάμαζεύει

Και χουζουρεύει

Κάποτε χάθηκε

απ´το παλάτι

Μεγάλου βασιλιά

και στρατηλάτη

 

Η Fata Morgana

που την ζηλεύει

Την εφυλάκισε

και την παιδεύει

 

Ο ήλιος πέρασε

και τηνε βλέπει

Κόμπο της έδωσε
να

λύσει πρέπει 

 

Δράκος: κούει από τα κερατα και βλέπει από την πλάτη
Δράκος:ακούει από τα κέρατα και βλέπει από την πλάτη (θυμίζει κάποιους καιρούς)

Από τη τύχη της Άρχοντας, νέος 
καλοντυμένος

Από την Μοίρα της
 να ναι σταλμένος

 

Και φτάνει κάποτε
καλός καιρός
Όμορφος πρίγκιπας
και τυχερός

Στην πέτρα τη σκληρή την είδε μέσα

Διαμάντι που έλαμπε(ν)
η πριγκιπέσα

 

Στο στήθος του ένοιωσε
 πληγή μεγάλη

Ο έρωτας σαν στόχο
του τον είχε βάλει

«Λύσε τον κόμπο
του είπε η κόρη

Να ρθω μαζί σου
καλό μου αγόρι»

 

Έβγαλε το σπαθί 
πετά τη θήκη

σαν τον Αλεξαντρο
που θέλει νίκη

Πολύ προσπάθησε 
δεν τον αφήνει

Τον κόμπο κτύπησε
και τονε λύνει

Γυρίζουνε να παντρευτούν

Μα βλέπουν στο παλάτι

Φωτιές στις πόρτες και καπνούς

Και φλόγες στο χαγιάτι Κι ´ενα θεριό

Δράκος: ακούει από τα κέρατα

και βλέπει από την πλάτη

Μες τα ρουθούνια του

φωτιά και λάβρα

Με νύχια λιονταριού

Και λέπια μαύρα

Ακούει απο τα κέρατα

Και Βλέπει απο τη ράχη

Τηνκοσμοχαλασιά αγαπά

Και χαίρεται στη μάχη

Δίπλα του μάγισσα
Στα γονατά του

Μοργάνα τηνε λεν
Αρχόντισσά του

«Φάτα»την ξέρουνε
 και την φοβούνται

Όσοι την βλέπουνε
 σταυροκοπιούνται

Φάτα Μοργκάνα 
Κακή τη μέρα

Τις νύχτες άσχημη
Σαν τη χολέρα

….

Ο πρίγκιπας κατάλαβε
 Δράκος θα’χε νικήσει

Κι η Φάτα η μέγαιρα πολλά
 χρυσάφια είχε κερδίσει

Φοβήθηκεν ο πρίγκιπας 
κι ας ήταν παλικάρι

Στην Άρια την πιο καλή
 Νεράιδα πάει να πάρει

Βοήθεια μα και συμβουλές
, γιατί τον αγαπάει

Από μικρόν τον πρόσεχε 
«Εχω τον τρόπο «- του μιλάει

Μια τρύπα μαύρη τρομερή 
σου δίνω σαν τσουβάλ

ι
Ανοίγει και θα καταπιεί
Οτι κανεις της βάλει

Μα πάρε δυο σακιά γιατί 
ειναι κι η κακιασμένη

Η μάγισσα στο διπλανό
Δωμάτιο ξαπλωμένη

Θα πας σαν κοιμηθεί βαθειά 
στον τρομερό τον Δράκο

Τα ποδια του προσεκτικά 
θα βάλεις μες τον σάκκο

Κι ύστερα στην κακότροπη
 την Φάτα την Μοργκάνα

Το ίδιο θα κάνεις γρήγορα Δεν είναι αυτή σουλτάνα

Βασίλισσα μα κάλπικη
… Στις τρύπες θα χαθούνε

Κι οι δυο σαν μαύρα τέρατα
, στα τάρταρα θα ζούνε

 

Κι έγιναν έτσι κι ακριβώς
 οι τρύπες (τα τσουβάλια)

Κατάπιαν Δράκο – μάγισσα
 κι είχανε μαύρα χάλια!

Κι ο πρίγκιπας κι η όμορφη παντρεύτηκαν και ζήσαν

Ως τα βαθειά γεράματα 
παιδια κι εγγόνια αφήσαν

Κιαν πείτε για το Δράκο μας , την Φάτα την Μοργκάνα,

στο χάος καταστάλαξαν, κι ´εκαναν νέα «πλάνα»:

Οτι ήθελαν …το έβλεπαν
κι αληθινό φαινόταν

Κι ας ήταν αιθέρας και καπνός 
που γρήγορα χανόταν

Γι αυτό και λέμε σημερα τις ψεύτικες εικονες

«Φαταμοργάνα» στη δροσιά καλοκαιριού σ’ομίχλες τους χειμώνες

… Επίλογος: Αυτό το,παραμυθι μας πρεπει να το θυμαστε

Τηνμάγισσα που χάθηκε να μην τηνε φοβάστε

Κι ο δράκος ο πολύ κακός πάει κι αυτός καλιά του

Τα δόντια του όλα τ’ χασε μαζί και τη λαλιά του!

 

… Τέλος του παραμυθιού
Ας το νου να πάει αλλού

είναι η γνώση κουρελού
Η χαλί που πάει παντού;
…

Μα τα λόγια φέρνουν λόγια
 και κολλάνε τα ρολόγια

Κι ιστορίες μας τελειώνουν μα ποτέ τους δεν παλιώνουν

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Το παραμύθι προέρχεται , από την ανάπτυξη ενός στίχου του ποιητή  (και γιατρού)Τάκη Σινόπουλου : «στην πέτρα μέσα» Ο τίτλος από τό πασίγωστο, λόγω τραγουδιών,  όψιμο ποίημα του Νίκου Καββαδία (1974)»Φάτα Μοργάνα» (αφερωμένο στην αγαπημένη του Θ. Σ.) αλλά και από το  μεγάλο ποίημα (πολυσέλιδο) του πάπα των σουρεαλιστών Αντρέ Μπρετόν (Παρίσι 1942), που βρήκε και μας έστειλε εκλεκτη φίλη μας ( Μ.Κ.)

ΤΟ ΦΙΔΟΔΕΝΤΡΟ – ΠΑΡΑΜΥΘΙ

ΤΟ ΦΙΔΟΔΕΝΤΡΟ

                        Αφιέρωση: Στον Μ.Κιουρτζογλου

Δος του κλώτσο να γυρίσει

Παραμύθι ν αρχινίσει

Κι ας τυλίγει το μαλλί

Κι ας κουνεί την κεφαλή

Είν´ η βάβω σαν σταφίδα

Μα το μάτι της γαρίδα

Κι η φωνή της λει και δένει

Κι εύκαιρη δεν απομένει

Στο πιο μικρό φτωχό χωριό

Στην άκρα και στη γύρα

Εζούσε κάποιος γιαπιτζής

Χωρίς στον ήλιο μοίρα

Το φιδάκι χορεύει, παιδικό σχέδιο
Το φιδάκι χορεύει, παιδικό σχέδιο

Καθημερινώς με τον κασμά

Τις πέτρες και την άμμο

Και μοναχά την Κυριακή

Καθόταν λίγο χάμω

 

Και τ΄ όργανό του κούρντιζε

Κι έπαιζε τραγουδούσε

Με τους γλυκούς του τους σκοπούς

Τα βάσανα ξεχνούσε

 

μια σκόλη καθώς κάθονταν

Και τις χορδές χτυπούσε

´Ενα φιδάκι πρόβαλε

Στην άκρη και κοιτούσε

 

Φοβήθηκεν ο γιαπιτζής

Μην είχε και φαρμάκι

Σταμάτησε και πρόσεξε

Κουνιόταν το φιδάκι

 

Λυγιότανε και χόρευε

Σαν ευχαριστημένο

Κατάλαβε πως ήτανε

Ήμερο το καημένο

 

Και κάθε Κυριακή πρωί

Κάθε γιορτή και σκόλη

Που τ΄ όργανο του το’παιζε

Ευχαριστιόταν όλοι

 

Μα πιο πολύ χαιρότανε

Του κήπου το φιδάκι

Που σηκωνόταν όρθιο

Και χόρευε συρτάκι

 

Και μόλις τέλειωνε ο χορός

Το ούτι σταματούσε

Πουγκί μ´ ολόχρυσα φλουριά

Στα πόδια του ακουμπούσε

 

Και τρελαινόταν ο φτωχός

Δεν πίστευε μπροστά του

Τι βλέπανε τα μάτια του

Σαν τα ταν όνειρά του

 

Φοβόταν πως θα ξύπναγε

Τα πλούτη θα χανόταν

Κι φτώχεια κι η κακομοιριά

Πάλι θα ξαναρχόταν

 

Σαν έφτανε στο σπίτι του

Τα δίνε στην κερά του

Και τρώγανε βασιλικά

Και πίναν στην υγειά του

Χειμώνα καλοκαίρι

Στον κήπο του περίμενε

Φλουριά για να του φέρει

Μα τους εκουσκουσσεύανε

Ζηλεύαν οι γειτόνοι

Που τ άντερο του γιαπιτζή

Αρχίζει να λαδώνει

Κάποτε σταμάτησε

Χάθηκε το φιδάκι

στεναχώρια πλάκωσε

Το φτωχό σπιτάκι

 

Κι άρχισαν να ψάχνουνε

Βρήκαν τη φωλιά του

Μα το φίδι ήταν νεκρό

Στη βαθειά σπηλιά του

 

Κλάψανε το θάψανε

Σαν να ταν δικός τους

Συγγενής πολύ στενός

Φίλος κι αδερφός τους

Τακτικά πηγαίνανε

Στο μικρό κιβούρι

Κι έπαιζε ο γιαπιτζής

Ούτι και σαντούρι

Κι ένα δέντρο φύτρωνε

Απ´ τον τάφο μέσα

Πότιζε και φρόντιζε

Τα φύλλα του τ´αρέσα(ν)

 

Τελείως ήταν άγνωστο

Γιαυτό κι ονόμασε το

ΦΙΔΟΔΕΝΤΡΟ

– κι ολημερίς εβαγιοκλάδιζέ το

 

···

Οι γείτονες το βλέπανε

Και παραξενευόταν

Ρωτούσαν μα δεν ήξερε

Κανένας πως λεγόταν

 

Ο γιαπιτζής πονήρεψε

Στοιχήματα ζητούσε

Να βάλουν θα΄δινε διπλά

Αν κάποιος απαντούσε

 

Κι ήρθαν πολλοί και βάλανε

Δεκάδες χρυσά γρόσα

Και χάσανε και πρόσθεσαν

Ακόμα άλλα τόσα

Μα ένας τσιφούτης πονηρός

Έψαξε να βρει λύση

Και τη γυναίκα του φτωχού

Θέλησε να μαυλίσει

Η γυναικα του γιαπιτζή, ρωταει πως ονομάζεται το φίδι
Η γυναικα του γιαπιτζή, τον ρωτάει πως ονομάζεται το φίδι

Της έστελνε δώρα πολλά

Για να τον συμπαθήσει

Μετά να βρει τον γιαπιτζή

Τ´ όνομα να να ζητήσει

 

Μα να το κάνει πλάγια

Για να μην κακοβάλει

O γιαπιτζής και φοβηθεί

Και τύχη να χει πάλι

ο Τσιφούτης
ο Τσιφούτης

– “ Όταν τον πείσεις να το πει

αμέσως το φωνάζεις

Πιο δυνατά, κι γω κοντά

Τ΄ακούω κι ησυχάζεις”

 

Της είπε ο παμπόνηρος

Κι ´εγινε τελικά

Γιατί σαν κότα που ήτανε

Δεν ήξερε απ αυτά

-Πες μου το τ´όνομά του αν θες

Και δεν το μαρτυράω

Και να με κάψει κι ο Θεός

Να τρέμω να ψοφάω

 

Και μια και δυο και τρεις φορές

Τονε παρακαλούσε

Της το΄ πε τελικά κι αυτός

Πως το ονοματούσε

 

Και δυνατά το φώναξε κι αυτή «Φιδόδεντρο» ν ακούσει

Ο πονηρός τσιφούταρος Που καιροφυλακτούσε

Και πήγε την επόμενη -«θες να στοιχηματίσεις»

-«Να βάζω χίλια τάλαρα» Το σπίτι σου αν αφήσεις»

Και δέχτηκε ο ταλαίπωρος πρόσθεσε και τον κήπο

Αν άλλα τόσα θα βάζε -«Δέχομαι εγώ δεν λείπω

Από στοιχήματα καλά» Αυτό στοιχηματίζω

Και φώναξε στεντόρεια -«Φιδόδεντρο κερδίζω!»

Ξεράθηκεν ο γιαπιτζής Του΄ρθε ταμπλάς και ζάλη

Τα ύπατα του κόπηκαν τρομάρα είχε μεγάλη

Του΄ρθε μεγάλη στεναχώρια
Του΄ρθε μεγάλη στεναχώρια

Και τότε το κατάλαβε Πως ήταν προδοσία

Και φώναζε η γυναίκα του ( συγνώμη) δεν είχε σημασία

«Των αματιών του έδωσε» Πολύ μακριά να πάει

Και κάποτε σταμάτησε Μια γριά τονε ρωτάει

-«Που βρέθηκες στις ερημιές Που περπατάς που τρέχεις;»

-«την τύχη μου αναζητώ!» -«βοηθεια θές να έχεις; »

-» αν ξέρεις κάτι πες μου το Και θα σ΄ευγνωμονάω»

-» ίσια να πας ( και του δείξε) Από δω να προχωράω ;»

-«Προσεκτικά τα βήματα Θα βρεις πέτρα μεγάλη

Να κρέμεται στον ουρανό Περνάς να πας στην άλλη

Μεριά και ποταμό ρυχό Θα δεις: να τον περάσεις

Κι αν τις όχθες του ακολουθείς Στην τύχη σου θα φτάσεις »

Σε σπίτι μένει κόκκινο που είναι σωστό παλάτι

Κι έχει χρυσά παράθυρα Και ξύλινο χαγιάτι

Το σπίτι της Τύχης ήταν σαν παλάτι
Το σπίτι της Τύχης ήταν σαν παλάτι

Κι αμέσως εξεκίνησε χωρίς ψωμί να φάει

Σαράντα μέρες έκανε στην πέτρα κουτουλάει

Κρεμότανε στον ουρανό Φοβήθηκε μην πέσει

Στης κεφαλής του την κορφή Στο κόκκινο του φέσι

 

-«Γυρεύω κάποιον ποταμό ρυχό που θα με πάει

Στής τύχης μου το σπιτικό» σεμνά τηνε ρωτάει

-«Δεξιά να πας κι αριστερά μόλις θα δεις μια βρύση»

Απάντησε κι έτρεμε λες την είχανε κουνήσει

 

Ξανά στο δρόμο ο δυστυχής Ανάπαυση δεν έχει

Μέχρι που βρέθηκε μπροστά Στον ποταμό που τρέχει

-«Ποταμι ποταμάκι μου Θερμά παρακαλώ σε

Σενα ταλαιπωρούμενο Την συμβουλήσου δώσε

 

Απο ποιαν όχθη σου θα βρω Της Τύχης μου το σπίτι

Πες μους Ποτάμι να χαρείς Την πράσινη σου κοίτη»

-«στη δεξιά μου την πλευρά Πρέπει Να περπατήςεις (

του είπε) και σε μιαν ωρα – δυο Την πόρτα θα χτυπήσεις

Της Τύχης…» -«στο σπίτι της το κόκκινο; » -«Ναι μένει με το γιο της»

Και πάλι δρόμο και στρατί, στρατί και μονοπάτι

Δεν άργησε πολύ να βρει, το κόκκινο παλάτι

Κι η Τύχη του καθότανε στο,πρώτο σκαλοπάτι

-«καλώς Τονε τον μουστερή, κάτσε να ξαποστάσεις

Ξέρω πως πέρασες πολλά σε μένανε να φτάσεις»

Είπε και τον αγκάλιασε

-» Νασαι καλά σπολάτι » Απάντησε και κάθησε στα πόδια της σαν σκύλος

-«Οταν δεν τρέχει το νερό, τι να σου κάνει ο μύλος

» Μουρμούρισε πολύ σιγά, αυτή ντουχιουντισμένη

-«ξέρω τι θέλεις τι ζητάς , ο γιος μου θα στα λύσει

Όλα σου τα προβλήματα , χαρά θα σε γεμίσει

Κι ο Ήλιος εβασίλεψε κι ήρθε για να δειπνήσει

Στο,κόκκινο το σπίτι του,την μάνα να φιλήσει

-«γιε μου του΄ πε σαν έφαγε ,πριν πέσει στο κρεβάτι

Το μουσαφίρη μου άκουσε και κάνε αν θέλεις κάτι

γιατί παραπονέθηκε πως είναι αδικημένος

Αν κι έσκαψε το λάκκο του μονάχος ο καημένος

Ο γιαπιτζής με κλάματα είπε τι του συνέβη

Κι ο ήλιος τον συμβούλεψε:στο σπίτι του ν΄ ανέβη

και τον τσιφούτη να τον βρει και στοίχημα να Βάλει

Πως το πρωί ο ήλιος από το βοριά θα πρέπει να προβάλει

-«Μα πως θα βάλω στοίχημα που χρήματα δεν έχω;»

«θα πας και του φιδόδεντρου τη ρίζα θα σκαλίσεις

το πρόβλημα σου εύκολα θα δεις πως θα το λύσεις

Θα βρεις εκεί χίλια φλουριά μπορεί και,παραπάνω…»

Πολλές ευχές τους γέμισε ο γιαπιτζής ο καημένος

και φίλησε τα χέρια τους πολύ βαλαντωμένος …

Κι αμέσως εξεκίνησε,σαν το πουλί πετάει

Στον τόπο του πιο γρήγορα όσο μπορεί να πάει

Κι ´εφτασε νύχτα- κρύφτηκε μην τύχει και τον δούνε

Σαν έψαχνε το δέντρο του και παραξενευτούνε

Κι εβρήκε τάληρα χρυσά πολλά ,χίλια και τόσα

σε τσουβαλάκι τα βάλε, περίσσεψαν καμπόσα …

Και πριν λαλήσει ο πετεινός ξύπνησε τον Τσιφούτη

-«τι θέλεις αξημέρωτα, τι θες την ώρα τούτη;»

απόρησε ο τσιγκούναρος .-«για στοίχημα να βάλω πανεύκολο μεγάλο!»

-«μην με πατάς στον κάλο Τι στοίχημα μου τσαμπουνάς, εσύ δεν έχεις μία»

Απάντησε και του δείξε ο γιαπιτζής τις λίρες

Κι εκείνος αποχάσκωσε-«-καλά δεν είναι βία»

Είπε σιγά-«τις έκλεψες; Τις πήρες;”

-«τις βρήκα στο δεντράκι μου ,η τύχη μου τις δίδει

Κι εγώ τις βάζω στοίχημα, διπλά που θ´αποδίδει

“Αν ξέρεις θέλω να μου πεις από που ο ήλιος βγαίνει;

Μα πρέπει το βίος σου ολόκληρο στο στοίχημα να μπαίνει

 

Ζορίστηκε ο πονηρός, μα εύκολο δεν είναι;

«Το βλάκα»,είπε σιγά σιγά :»ξανά στην ψάθα μείνε»

Και δυνατά του φώναξε- » όλα τα βάζω μέσα

Στο στοίχημα που θέλησες,ξέρω πως έχεις μπέσα

Και το ΄δωσες το σπίτι σου με το ΦΙΔΟΔΕΝΤΡΟ σου

 

Αφού τα συμφωνήσαμε τώρα να ξημέρωσει

Να δούμε ο ήλιος από που το φως θα φανερώσει

Είπε ο φτωχός ο γιαπιτζής…τον ζώνανε τα φίδια

Αν κάποιο λάθος έγινε αν πάθαινε τα ίδια;

Περίμεναν καθότανε στα κάρβουνα κι οι δυο

Και το σκοτάδι γίνονταν σαν ακόμα πιο πυκτό …

Και κάποτε επρόβαλε ο Ήλιος στο Βοριά

κι ο ορίζοντας κοκκίνισε σαν να΄πιασε φωτιά

Ο κεραυνός σαν να πέσε στην κούτρα του τσιφούτη

Κι ο γιαπιτζής ξανάπιασε το ξεχασμένο του Ούτι

και το΄χασε το στοίχημα στο πρώτο φως της μέρας

κι όλο το βιος του έγινε μαύρος καπνός κι αιθέρας

Ο ένας έβγαλε φωνή και χάθηκε στο βάθος

Κι ο άλλος ακόμα τραγουδά με κέφι και με πάθος

Και γύρισε η γυναίκα του και του πε και συγνώμη

Και τ´ όργανό του ο γιαπιτζής το γραντζουνάει ακόμη

Και πέρασαν αυτοί καλά και Μεις πολύ καλύτερα

Τα πρώτα πρέπει να τιμούν Τα χρόνια μας τα ύστερα

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Καταγραφή αρχική από την Στέλλα Επιφανείου Πετράκη, 1966 , ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ, έμμετρη επεξεργασία ΑΛΚΜΑΝ  Μάρτιος 2017

Γιαπιτζής=Οικοδόμος

Τσιφούτης=Τσιγκούνης,φιλάργυρος

ΒΟΥΛΑ ΕΠΙΤΡΟΠΑΚΗ – ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ : ΤΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

Εικόνα2456
Βούλα Επιτροπάκη, στην πλατεία Δασκαλογιάννη(φωτ.ΑΛΚΜΑΝ-Μάρτιος 2009)

Πως να μιλήσεις για την πόλη που ζεις;  Αναγκαστικά γίνεται κανείς συναισθηματικός, πιο πολύ από ότι συνηθίζει, να ξεπέφτει;  Ίσως, μα κάποιες συντεταγμένες, των παλιών καιρών – τον ανεβάζουν, σαν να απλώνεται ένα σύννεφο άσπρο, με μαλλί ξασμένο των κρητικών βουνών και μπορεί κάπου  ψηλά να αναπαυτεί.

Η πόλη μας  κακοπαθημένη, κακολογημένη έχει τόσα να της πουν και περισσότερα να της καταλογήσουν,  μα είναι κι οι δικοί της άνθρωποι, που την συντηρούν την προσέχουν την προστατεύουν και κυρίως την αγαπούν.

Πολλοί  επισκέπτες αλλά κι οι περισσότεροι ντόπιοι γυρίζουν δεξιά αριστερά, συνωστίζονται στους δρόμους και τα στενά της, στα κέντρα και την αγορά, στις εκδηλώσεις πάσης φύσεως – γκρινιάζουν για την κυκλοφορία, τα σκουπίδια, τις τιμές των   καφε-μπαρ. Η οικονομική κρίση εντείνει την κατάσταση, η πόλη μας εναλλάσσει εύκολα τα πολιτικά της χρώματα, μα όχι τα  αισθήματα , η ευαίσθητη  καρδιά της κτυπάει πάντα με τον ίδιο ρυθμό  αιώνες τώρα.

Οι ανθρώπινη μορφή κυριαρχεί, μα το αρχιτεκτονικό φόντο έχει ζωγραφική αξία
Η πόλη μας, το παλιό λιμάνι – εξαίρετη ζωγραφική του Α.Βλάση

Το μεσημέρι της Πέμπτης 23 τρέχοντος, έφτασε ένα τριπλό βιβλίο στα χέρια μας, ο τίτλος δεν φάνηκε να μας ενδιαφέρει : ΤΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ.  Ήξερα την συγγραφέα την Βούλα Επιτροπάκη, το περιεχόμενο θα ναι ποιητικό φαντάστηκα. Ανοιξα  το πρώτο τεύχος, το δεύτερο και έμεινα στο τρίτο.

Η ποίηση δεν είναι αντικείμενο, περιγραφόμενο και καθοριζόμενο εύκολα. Η τέχνη γενικότερα δύσκολα βρίσκει ορισμούς και σημαντικές και πειστικές προσεγγίσεις.

Στον τρίτο τόμο της τριλογίας της κ. Βούλας Επιτροπάκη,  ως αναγνώστης πιάστηκα στα δίχτυα μιας ποίησης, που είχε ρυθμούς και χυμούς – εικόνες και αποτελέσματα. Η προσεγμένη και συγκρατημένη γραφή, έκρυβε πόθους συναγμένους  με  επίμονες και επίπονες  προσπάθειες, αισθήματα που είχαν εντάσεις , το τόξο της σκόπευε με ακρίβεια στόχους επικίνδυνους.

Η πόλη μας έχειςτους φρουρούς της συλλογιζόμουν, η Βούλα είναι στην σκοπιά της πάνω στις ψηλές ντάπιες, που προστατεύουν χίλια(και περισσότερα) χρόνια το Μεγάλο Κάστρο. Η ποίηση  είναι η καλύτερη άμυνα, η τέχνη το τελευταίο καταφύγιο, για την πόλη μας, μα και για τη χώρα σκεφτόμουν.

Τ ασυννεφα των βουνων της Κρητης
Τα σύννεφα των βουνών της Κρήτης

ΠΑΙΧΝΙΔΙ

 

Κανόνες

α΄

Βήμα το βήμα συν

βολίζομαι στην κοίτη σου

υποθεσούλα

διάθεση

πως έγινε και  φαίνεται

αληθινό το ψέμα

(δος μου το χέρι σου και τα χείλια)

 

και γαληνεύει τι

ποτε ποτε τ΄ απόλυτο

ως γεφυρώνουν τα κενα

των συλλαβών

-τέλος της μιας

αρχή της άλλης

 

λέξεις

 

ν΄απλώσω

ν΄αγγιχτώ στη απαλάμη σου

μήπως και το πιστέψω

 

ότι δεν είσαι  χάρτινος κι στίχινος

και γραμματικός

γ΄

 

 

Πεντόβολο

στη μέση σου

φωνή

κάθε π΄ανοίγει ο ήλιος τα ματόφυλλα

Ξαπλώνομαι

έτυμη

στον ουρανό

καθως αφήνομαι

ξωπίσω μας τον κήο

(δώς μου το νώμο σου και τα χείλια)

 

μα εδώ στη γη

Κήπος θα πει

καρδούλι Απριλιού

στα παιδικά χαμόγελα

κι ως το μεδούλι αγκαλιά τη νύχτα

στο κρεβάτι

 

κι αυτό είναι μια πραγματικότητα

που χορεύει

μρ τα δάχτυλα στη ράχη

των πραγμάτων

Παιχνίδι

 

Σε φόρεσα

Λευκός

Στο στήθος την ήβη

και κίνησα

 

απ΄το δειλινό

θα πηδήσω τον ορίζοντα

στο ξημέρωμα του

χυμούλα λέξη

τρυπώνω στα χείλια σου

 

φιλί μια φιλί δυο

στο ρήμα τρεις και πέντε

 

ευλύγιστα

στο ποίημα θα  χωθώ

 

Εικόνα2457
Βούλα Επιτροπάκη, φωτ. ΑΛΚΜΑΝ 2009

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΡΑΤΗ ΝΟΣΟ ( ΨΗΦΙΑΚΟ ΣΟΚ)

Συνεχίστε την ανάγνωση ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΡΑΤΗ ΝΟΣΟ ( ΨΗΦΙΑΚΟ ΣΟΚ)