ΜΑΝΟΣ ΛΟΥΚΑΚΗΣ, "ΖΗΤΩ ΤΟ ΞEΝΟΔΟΧEΙΟΝ ΤΗΣ ΜEΓΑΛΗΣ ΒΡEΤΑΝΙΑΣ"

Από την έκθεση της ΤΑΤΕ "Poetry and Dream" - (Surrealism and Beyond)-έργο του Γιάννη Κουνέλη

ΠΡΙΝ ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΜΑΝΟΣ ΛΟΥΚΑΚΗΣ ΑΦΗΝΕ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΙ ΑΝΑΧΩΡΟΥΣΕ ΠΡΟΣ ΑΓΝΩΣΤΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ

Ένας χρόνος είναι ένα καλάμι που λυγίζει ο άνεμος
ως πότε υπομονή, χωρίς αγκάθι μνήμης

Η πόλη μας έχει μαζεμένα περιστέρια και φωνές
κι οι φίλοι (επιμένουν) να καρφώνουν λέξεις χωρίς (όχι απαραίτητη) σημασία

Ένας χρόνος

Χωρίς καμιά ντροπή, γιατί συμβαίνουν τα επακόλουθα και είναι ντυμένα τα γεγονότα και η λύπη σαν αράχνη δένει κόμπους για μέλισσες του πρωινού
κι έντομα της νύχτας.

Γυρίζω στους ίδιους δρόμους, αναζητώ τον ίδιον παράδοξο φίλο. Δεν μπορεί να μ αποφύγει, κι ας μην τον νοιάζει καθόλου.

Δεν θα λεγε τίποτα, δεν θα σημείωνε φιλολογικά σφάλματα και κοινά ( δραματικά) λάθη.
“ κι άλλα λουλούδια memoriae”

Όταν μιλάει προσέχω πολύ, να μην χάσω ήχους και γράμματα να μην ξεφύγω των “νοημάτων”. Πως γίνεται να τον καταλαβαίνω;

Μανόλης Σαριδάκης, ακρυλικό σε καμβά -εικόνα πέραν του ρεαλισμού

Η πόλη της γέννησης ο χώρος που ανατραφήκαμε έχει θάλασσες και μουράγια, κανόνια και βενετσιάνους με οικόσημα και την σημαία με κόκκινα κρόσσια. Όταν πρασινίζουν τα νερά και τα ποντίκια βγαίνουν από τις υπόγειες γαλαρίες, τα γλαρόπουλα πετούν χαμηλά κι ο ορίζοντας χάνεται, ξέρεις πως δεν είσαι αυτός που περίμενε (ήθελε).

Η σκουριασμένη άγκυρα, ακίνητη χρόνια πολλά μπροστά στο φρούριο

-Η μεγάλη σκουριασμένη άγκυρα, δεν αλλάζει ούτε άλλος βρίσκεται.
-Το λιμάνι τα δρομάκια τα λιοντάρια μα τ ανοικτά στόματα, οι φίλοι δεν γίνεται ν αλλάξουν.

-Πρέπει να τον διαβάσω, να μιλήσει στους πολλούς, αφού βρήκα το πρώτο του βιβλίο: “Ζ’ΗΤΩ ΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟΝ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗ΅ΒΡΕΤΑΝΙΑΣ”

Εξώφυλλο της ποιητικής πρώτης συλλογής του Μ.Λουκάκη 1989

Γυρίζει στο νου μου, τον παρατηρώ, προσέχω τις κινήσεις και ξαναδιαβάζω με μανία …

Είναι απρόβλεπτος, όταν παίρνει το σφυρί καρφώνει σε γωνιές και αρμούς και ακμές, επειδή έχει γνώση και πείρα πρέπει να μας πει έμπρακτα, πως έτσι γίνεται- δεν κοροϊδεύω (όπως το πλήθος των τεχνιτών κάθε είδους).

Ενώ ο τρόπος του είναι δύσκολος, μερικές φορές προσπαθεί να ναι πιο κατανοητός, εξομολογείται χωρίς καμιάν επιφύλαξη, περίσκεψη ή αιδώ.
Αντιγράφουμε από το “ΖΗΤΩ…”

Σαλβαδόρ Νταλί 1931, "η εμμονή της μνήμης"

ΣΤΑ ΜΑΡΜΑΡΕΝΙΑ ΑΛΩΝΙΑ

Να που ξεχνώ, αναγνώστη αυτό που είμαι/και πάλι με ρωμέικα τραγούδια πάω να πω αυτό που δεν μπορώ να πω,γιατί δεν έχει μέλλον.
Τι γυρεύω εγώ-με τους φανταχτερούς μανδύες του μυαλού μου και τους κροσσωτούς χιτώνες μου-τι γυρεύω μέσα στις λέξεις του ά-νοστου δεκαπεντασύλλαβου, μέσα στους ρυθμούς μιας στιχουργίας ταιριαστής σε ακρίτες, αρματολούς, κλέφτες, ρεμπέτες, αντάρτες, αναρχικούς, χασικλήδες, πρεζόνια, σφουγγαράδες, βουτηχτές, τσολιάδες και γειτονιές που αγάπησα, ξαγάπησα και κοντεύω οριστικά να ξεχάσω.

Αναγνώστη, τώρα, το νιώθω, νιώθεις πως κάτι σ΄αυτό το ποίημα πάει κάπου να με προδώσει. Μαζί μου, αγάπη μου, ακούς τις λέξεις να μου φεύγουν, να κατρακυλούν το δικό τους ρέμα, ν΄ ακουμπούν τις δικές τους γωνιές – μεθυσμένες να ψάχνουν τη δική τους γωνιά, τον πάγκο για το δυνατό κτύπημα στο μέτωπο,για να ξεματώσει η μύτη τους,για ν΄αστράψει το φως τους σαν dry-jin από ήλιο και κάμελ παπουτσιών στα μάτια μου, ν΄ακουστεί επιτακτική η φωνή της Γωγώς της barwoman : “ Πρόσεξετέ τονε . Θα σκοτωθει”. “


Εισήλθε στον ναό της ποιήσεως, ως πιστός από χρόνια,
μαθητής και δάσκαλος και φύλακας, ιερέας και νεωκόρος και κατασκευαστής λειτουργικών αντικειμένων- έπρεπε να συμπληρώσει (ολοκληρώσει;) την μεγάλη λειτουργία που συνέθετε, για να παραδώσει χωρίς λύπη καμιά, στην φαινόλη αλώβητον τον σκελετόν του.(2)

Καθόλου προσεκτικός, άργησε να πάρει αποφάσεις, φάνηκε σαν ολιγογράφος καθυστερημένος – δεν ήταν έτσι. Έψαξα μόλις βρήκα τον πρώτο του τόμο ξαναθυμήθηκα, Στους αντίποδες της αφελούς και συναισθηματικής ποιήσεως(να ήξερε τον Φρίντριχ Σίλερ ;)(3) δοκιμάζει και εκθέτει κι όταν μας πλησιάζει, απομακρύνεται, σαν να μην θέλει να καταλάβουμε τις συμπάθειες του.

Σ.Νταλί. "Ζευγάρι με τα κεφάλια γεμάτα σύννεφα" ελαιογραφία σε ξύλο 1936

“Αυτή τη γυναίκα,
Κείνην που διάβαζε προσεκτικά νύχτες και νύχτες αμίλητη
τη σκέψη μου
Που την είδες, εσύ, που την ξέρεις;
(…)
Τις παλάμες της με τις φλέβες που αγάπησα,
που τυλίγαν πέντε πέντε τις μέρες μου στην ανέμη τους.
(…)

Λένε πως στα βιβλία έχει σημασία η πρώτη παράγραφος (σκέψη του συγγραφέα) και η τελευταία. Στα ποιήματα η πρώτη λέξη και το τελευταίο γράμμα(ήχος).
Στο “Ξενοδοχείον της Μεγάλης Βρετανίας” ο Μάνος Λουκάκης διαλέγει για το Finale από τα αρχαία θρησκευτικά κείμενα μικρά αποσπάσματα και επιχειρεί συνοπτικά (όχι εκτεταμένα) σχόλια.
Δεν κρύβεται, μα δεν θέλει να δείξει την αδυναμία του, το ποίημα γίνεται προσευχή, εξομολογείται την αθωότητα του, χωρίς να επιθυμεί λύπη κανενός – σαν να προτείνει ένα τρόπο για τη δική μας ομιλία, ίσως να ναι κοινά τα πάθη μας.

Στέφανος Καμάρης, γλυπτό 15Χ15Χ15 εκ., "παγίδα για καλά ΄νειρα και εφιάλτες"2012, από το βιβλίο " The story of Tchtatelnikov"

“Και τι να πεις τώρα
Πως Σε χτυπούνε και πως πονάς πιο πολύ
Κι από το γράμμα που διαβάστηκε σχεδόν ανάποδα
Και πως ενέπαιξάν Σε και δεν το ξερες
εν το νιωθες που οι άλλοι Σ΄ερήμωσαν και Σε λεηλατούσαν
Σου άφηνανε μονάχα τον πρωινό τρόμο στα χέρια
Και την αγάπη Σου για κείνους που ακόμα κρατούν
Έναν Κεραμεικό(4) ολόκληρο
Στην αμμουδιά του ¨Αγιου θαμμένο;”

Όταν βρήκε τον καλλιτεχνικό του δρόμο, ήδη ήταν διαμορφωμένη η τεχνική και ο τρόπος, από τους σημαντικότερους Έλληνες δημιουργούς και ο υπερεαλισμός είχε επηρεάσει όλες τις τέχνες και κυρίως την ποίηση και καιτη ζωγραφική.
Όμως αν και το πλατύ κοινό όχι γνώρισε αλλά και θαυμασε και τραγούδησε τον Ελύτη αλλά καιτον Εγγονόπουλο (!) έμεινε (όπως ήταν φυσικό) πολύ μακριά από την σουρεαλιστική ποίηση. Η επιλογή ταλαντούχων συνθετών (μουσικών ακριβέστερα) βοήθησε αλλά και η προσπάθεια των ίδιων των ποιητών. Ο Ελύτης συνέθεσε τραγούδια σναισθηματικής ποιήσεως(Δελφίνι δελφινάκι και όλα της συλλογής «ΤΑ ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ») πολύ κοντά (και πολύ υψηλότερα) από τους στιχουργούς του λεγόμενου «έντεχνου». Αυτό δεν άλλαξε καθόλου την κατάσταση στο χώρο της λογοτεχνίας. Η υπερρεαλιστική ποίηση έχει τους δικούς της αναγνώστες αλλά παραμένει απόμακρη, τελείως ακατανόητη και πιο πολύ άγνωστη στον «μέσο» άνθρωπο.

Έργο του E.Wadsworth, από την έκθεση "Surrealism and Beyond" (Λονδίνο) με τίτλο : Poetry and Dream

Ο Μ.Λ. σε σύντομο σχετικά χρόνο, πρόσφερε μια σειρά συλλογών, που φτάνουν σιγά σιγά στο «ειδικό» κοινό της ποίησης. Όμως ήταν απόλυτος στις επιλογές του και δεν έκανε καμιάν υποχώρηση. Αν και χρησιμοποίησε (πολύ περιορισμένα) ακόμα κια τον παραδοσιακό στίχο, δεν άλλαξε τον τρόπο, της άμμεσης εκ βαθέων γραφής. Δεν ξέρουμε ποια θέση θα καταλάβει (και αν) στον λογοτεχνικό μας χώρο – μα δεν έχουμε αμφιβολία πως οι «μεγάλοι» ποιητές – στιχουργοί που προβάλλονται από τα ΜΜΕ αλλά και τα κάποιας κυκλοφορίας «πνευματικά» έντυπα δεν θα ξεπεράσουν το πλαίσιο που τους καθιέρωσε (το λαϊκό πεντάγραμμο) κι ο Μάνος Λουκάκης θα μείνει σαν παράδειγμα πνευματικής εντιμότητας και καλλιτεχνικού ήθους

ΜΑΝΟΣ ΛΟΥΚΑΚΗΣ: ΓΙΑ ΜΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚH ΠΟΙΗΤΙΚH(1990) ΜΕΡΟΣ Β΄ /(ΠΩΣ ΒΡHΚΑ ΤΟ ΔΡΟΜΟ ΜΟΥ)

Από συνέντευξη του Μάνου Λουκάκη στις 7-2-1990
» Για μια δημοσίως προσωπική ποιητική» ΜΕΡΟΣ Β΄


Η βαθύτατη αποξένωσίς μου από το φολκλόρ με βοήθησεν εξ άλλου να το διατρέξω και με την αρμόζουσαν ψυχραιμίαν και σεβασμόν, θεωρώ δε ότι με κράτησεν μακράν ακαίρων και ακαριαίως θνησκοντων ανθουσιασμών χαρακτηριστικών τόσον του Παλαμικού όσον και του Σικελιανού, ελληνοκεντρικού – γύφτικου ή παγανιστικού διονυσιασμού.

Σαλβαδόρ Νταλί: "Προσαρμογές της επιθυμίας"

ΕΡΩΤΗΣΗ: Τελικά πως βλέπετε εσείς την ποίηση.Πως την αντιμετωπίζετε;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Μου αρέσει να φαντάζομαι την ποίηση ως διαπροσωπικήν επικοινωνίαν ποιητού και αναγν’ωστου μέσω της χρήσεως ενός μαζικού μεν, αλλά ανευ δεσμευτικών της καθημερινής και κοινοτύπου ομιλίας κανόνων : της γλώσσης.
Οπωσδήποτε δεν μου αρέσουν οι εξομοληγητικαί απόπειρες που καθιστούν το ποίημα προσπάθειαν εξιλασμού από αμαρτίες.
Αντιθέτως το ποίημα οφείλει να είναι -γνώμη μου πάντοτε- αμαρτωλόν και να χαίρεται μάλιστα την αμαρτία του τόσον οσον και ο ποιητής χαίρεται την αναμνησιν ή την απλήν επιθυμίαν των εις αμαρτίας εκδ’οσεων του. Την χαριτωμένην ανάμνησιν αυτήν και τον πόθον της «πρώτης φοράς» δέον να μεταφερει και εις τον αναγνώστην του. Ειδάλλως, ματαιοπονεί και υποβάλλει τον λόγον εις άνευ αιτίας ταλαίπωριαν.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
Οι απόψεις του Μ.Λουκάκη φέρνουν στο νου τους στίχους του Εμπειρίκου(από μνήμης):
«Η ποιηση θα ναι σπερματική
απόλυτα ερωτική ή δεν θα υπάρχει»

ΜΑΝΟΣ ΛΟΥΚΑΚΗΣ: ΓΙΑ ΜΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚH ΠΟΙΗΤΙΚH(1990) ΜΕΡΟΣ Α΄ /(ΥΠEΡΡEΑΛΙΣΜΟY EΓΚΩΜΙΟΝ)

Με την ευκαιρία του αφιερώματος στον ποιητή Μάνο Λουκάκη, θα παρουσιάσουμε τμήμα παλιάς του συνέντευξης (7-2-1990) που μας βοηθάει να κατανοήσουμε τα ποιήματά του. Τότε μόλις είχε εκδοθεί η πρώτη του συλλογή με τον τίτλο : ΖΗΤΩ ΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟΝ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΑΣ.

Μάνος Λουκάκης, από τη συλλογή του "Παλάμη ωχρού μελισσοκόμου" ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ΅2000

ΕΡΩΤΗΣΗ: Τι είναι λοιπόν το βιβλίο σας; Είναι ποιητική συλλογή;ή μήπως κάτι διαφορετικό;
Μ.Λ. : Το «Ζήτω το Ξενοδοχείον της Μεγάλης Βρετανίας»δεν συγκροτείότι υπό την κοινη έννοιαν θα λέγαμε «συλλογή ποιημάτων».Είναι μάλλον μια υπό τον αυτό τίτλον συνύπαρξις 9 ποιητικών ενοτήτων και χρονικώς απόμακρων-σχετικα-και υφολογικώς κατά το μάλλον ή ήττον-πάλιν, τουτέστιν, σχετικά-αποκλινουσών

Εζρα Πάουντ, ο σημαντικότατος αλλά και υπερσυντηρητικότατος ποιητής του 20ου αιώνα, δεν αφήνει ασυγκίνητο τον Μ.Λ.

ΕΡΩΤΗΣΗ:Ο τίτλος του βιβλίου, που οδηγεί τον αναγνώστη και πως εσείς τον επιλέξατε;

Ο τίτλος βεβαίως ανακαλεί άλλους παρομοίους της ενδόξου περιόδου του ελληνικού υπερρεαλισμού, όπως το «Μην ομιλείται εις τον οδηγόν» του Ν.Εγγονόπουλου κλπ. Έχω την γνώμην όμως ότι πέραν τούτου,που με συνδέει πάντως και κατ΄αυτόν τον τρόπον με ένα μέγα ποιητικό κοίτασμα πέραν τούτου λοιπόν η αναφώνησις «Ζήτω» δι έναν ιστορικόν και μάλλον μεταπίπτον εις αντικείμενον μνήμης πολλαπλής Ξενοδοχείον, η αναφώνησις λοιπόν αυτή καταμηνύει και μίαν έκκλησιν: ας θυμηθούμε τους ξενους, τους μοναχους, τους περιπλανόμενους, τους φυλακισμένους, τους εγκλείστουςτων κλινικών και νοσοκομείων, τους καταδικασμένους εις τον μόνιμον βίον των «παραδεισίων» εξοριών, τους περιπλανόμενους μακράν τςη κατοικιδίου ησυχίας, τους εν περιθωρίω βιούντας, τους φυγάδες και εμιγκρέδες παντός είδους. Ας του; θυμηθούμε και ας τους ζητοκραυγάσουμε όπως ο «φυγάς θεόθεν kαι αλήτης»(α) Εμπεδοκλής από τα βάθη της ψυχής του εζήτοκραύγασεν: «ξείνων αιδοίοι λιμενες κακότητος άπειροι,χαίρετε…» (fragm, 112)

Ανδρέας Εμπειρίκος, ο θαυμασμός του Μ/Λουκάκη είναι φανερός

ΕΡΩΤΗΣΗ: Ποια μορφή παίρνει η συνύπαρξη των ποιητικών αυτών ενοτήτων;

Μ.ΛΟΥΚΑΚΗΣ: Όσον αφορά εις την μορφήν και το εν γένει ήθος είναι σαφής η προσέγγισίς μου προς τον Ευρωπαϊκόν συμβολισμόν και ιδιαίτερα προς τους Έζρα Πάουντ και Τ.Σ.Έλιοτ.
Όμως πρόσβασις προς αυτήν την κληρονομία θα μπορούσε να συντελεστεί και συντελείται και από άλλην την Σεφερικήν οδόν. Προσεπάθησα – εν πολλοις όχι σε όλα να την αποφύγω όχι διότι αυτή αύτη η γιγαντιαία παράδοσις του Σεφερικού έργου με αφήνει αδιάφορον ή δεν μου άφησε ίχνη αναμνήσεων, επιρροών και βιωθέντων εν ειλικρινεία ποιητικών φώτων.
Απλούστατα θεωρώ την πρόσβασιν αυτήν αναποτρέπτως διερχομένην πλάϊ και άλλου ήθους και άλλης γραφής δημοτικιστικήν παράδοσιν, από την οποίαν μόνον ο Σολωμός- ήτο όμως ο Σολωμός της δημοτικής; Να ένα ερώτημα.

Σεφέρης και Μάρω- έχει αποδειχθεί η αγάπη και των δυο για την Κρήτη/από τις ΜΕΡΕΣ τομος Δ'

Τέλος πάντων – μόνον εκείνος, εν πάσει περιπτώσει με ενδιαφέρει και με ανάγει διαρκώς εις αναζητήσεις και πρωτοτύπους λάμψεις λέξεων φράσεων και εικόνων.
Τούτο με καθοδήγησεν εις το μέγα – καθώς προείπον-κοίτασμα πρωτοφανών ευρημάτων του Υπερρεαλισμού. Λογικώς και γλωσσικώς φιλελεύθερον και μέχρι αναρχικής χαρμοσύνης αδογμάτιστον και πολυχρωμον.
Πλήρες ανοικτών προς πάσαν κατεύθυνσιν θυρών και παραθύρων : στον Υπερεαλισμόν επανηύρον την λάμψιν και την γοητείαν όχι του αυτομάτου αλλά του εν απολύτω συνειδήσει τα σκοτεινά διατρέχοντος λόγου. Λέξεις και εικόνες και ηδοναί ήχων και παιγνιδιών από την εποχήν του Σολωμού αποκλεισθέντων σε Βαλαωριτείους κοθόρνους ελευθερώνονται και αποδεικνύουν πάλιν ότι τέτοια θαύματα μόνον η “Υψικάμινος”(1)μπορεί να παράγει και να εγκαταλείψει άλλοτε εις την “Ενδοχώραν”(2) της ψυχής μας και άλλοτε εις την “Κοιλάδα με τους ροδώνας”(3)- πάντοτε όμως προϊόντα μιας ελευθεριαζούσης περιπλανήσεως στην γραφήν και τον “ανθηρόν Έλληνα λόγον”από των πινακίδων της Γραμμικής Β’ μέχρι της σήμερον.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: (1), (2), τίτλοι των πρώτων έργων του Ανδρέα Εμπειρίκου, 1935 και 1945
(3) τελευταία ποιητική συλλογή του Νίκου Εγκονόπουλου 1978
(α) «και εγώ νυν ειμί, φυγάς θεόθεν και αλήτης»σχέση με τις δοξασίες των Ορφικών

ΠΡΟΣΘΗΚΗ: Επειδή μας ζητήθηκαν βιογραφικά στοιχεία του ποιητή, παρουσιάζομε συνοπτικά από το διαδίκτυο:
Ο Μάνος Λουκάκης γεννήθηκε το 1951 στον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης. Τέλειωσε το γυμνάσιο στο Ηράκλειο και σπούδασε
κλασική φιλολογία στην Αθήνα και μέχρι το 1995 έζησε στην Κρήτη εργαζόμενος στην ιδιωτική εκπαίδευση. Την τελευταία
15ετία ήταν εγκατεστημένος στην Πρωτεύουσα.
Έγραφε κριτική του βιβλίου στο περιοδικό «Μετρό», στην εφημερίδα «Το Βήμα» και σε άλλα
έντυπα. Ποίηση άρχισε να ασχολειται από τα δεκαπέντε του. Έφυγε στις 9 Μαΐου 2011

MANOΣ ΛΟΥΚΑΚΗΣ: Η ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ(EΠΑΝΑΛΗΨΗ)

Μάνος Λουκάκης, ποιητής και κριτικός-στο Ηράκλειο τη Μεταπολίτευση

Τον έψαχνα καιρό, στα περιοδικά και τις εφημερίδες και τον εντόπισα τελικά στο διαδίκτυο, στο site «Με τον τρόπο του Μάνου Λουκάκη»- έστειλα σχόλια και μηνύματα- μα δεν ήταν αυτός. Δεν βιαζόμουν , παίζουμε στην παράταση και νομίζουμε πως έχουμε ακόμα πολύ χρόνο. Την Τρίτη το πρωί μόλις άνοιξα τον Μac (υπολογιστή) η είδηση από το ΙΝΤΡΕΝΕΤ κτύπησε παράφωνα, σαν κακόγουστο αστείο,» έφυγε ο Μάνος Λουκάκης» δεν άντεξε. Όπως κατασταλάζει το χώμα στο θολό νερό μετα από νεροποντή, ξεκαθάρισε η πληροφορία, αργά-αργά κατάλαβα. Είχα παρακολουθήσει την πορεία του, ήξερα πως ειχε βρει έναν δρόμο να ταιριάζει στα βήματά του, χαιρόμουν όταν εύρισκα κάποιο βιβλίο του. Μα δεν τα είχα πάρει όλα, πάντα αύριο, δε χάθηκε ο καιρός. Μα είχε φύγει, η κλεψύδρα στέγνωσε, κι ακόμα συλλογιζόμουν-τα ακατανόητα που γίνονται, έπρεπε να προλάβω , στον Αγιο Νικόλαο που ήταν και δική μου πατρίδα.

Τελευταίο έργο : "Χαρτομάντης" έκδοση ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ΅2008

Το πρώτο που έπρεπε όμως ήταν βιβλία του που μου λείπουν, πως γίνεται να μην τα έχω; Ευτυχώς συμπλήρωσα τις συλλογές του όλες- η πρώτη μόνο ήταν χαμένη στις ατέλειωτες διπλές σειρές της βιβλιοθήκης, «Το ξενοδοχείο της Μεγάλης Βρετανίας» θα το ανακάλυπτα αργότερα. Μια μαύρη αράχνη έδενε τις κλωστές της βαθιά, ο Μάνος ακουγόταν να μιλά σιγανά, οι στίχοι του από πολλές μεριές σχεδίαζαν εικόνες – χρώματα κοβαλτίου ηλεκτρικές συνδέσεις και φως και κινήσεις αργών λίθων και γωνίες σκληρών θαυμάτων.

οι πόρτες τα κεραμίδια η στέψη των καμπαναριών

Διάβαζα με μανία, σημείωνα σειρές, τον άφηνα να με μαγεύει – ο γητευτής δεν νοιαζόταν, πόσο τον κατανοούν, δεν κάνει εκπτώσεις δεν χαμηλώνει τον πήχη. Ο Μπρετόν έλεγε να μην εκχυδαϊζουμε την τέχνη, η υπέρβαση δεν μπορεί να ζυγιάζεται για να μας δώσουν πιο πολλά, σκεφτόμουν, «με τον τρόπο του Μάνου Λουκάκη» ίσως όπως έγραφε το Blog- δεν ήταν εκεί μα υπήρχε ένας νέος φίλος, που καταλάβαινε.
Όταν συμπλήρωσα το κείμενο, προσπάθησα να το μεταφέρω στο Alkman.gr- απέτυχα, ο Δαίμονας του «τυπογραφείου» δεν άλλαξε ας χάθηκε το μελάνι κι ο τσίγκος-εξαφάνισε την εργασία πολλών ωρών.
Η νύχτα είχε προχωρήσει, η απογοήτευση υποχώρησε, αύριο θα (ξανα)συνεχιστεί η διήγηση…

Εξωφυλλο της ποιητικής συλλογής: " Η ρομάνς της μοδίστρας" έκδοση ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ 2002

Τετάρτη πρωϊ, συγκεντρώσεις εργατικές (υπαλληλικές) και ο Μάνος Λουκάκης σύντροφος σε μια βόλτα στα στενά του Ηρακλείου. Ο ποιητής είναι ξένος στην πόλη του, είχε πει κάποιος – να χε δίκιο; Η μνήμη ανασχημάτιζε στίχους από τον Βιτσέντσο Κορνάρο:
«Κι ήφερνε ξόμπλια απόμακρα, πράματα περασμένα
και κατά πως τα σάζασι τα’λεγεν έναν ένα »
ο Μάνος χαμογελούσε έπρεπε να διαλέγω εγώ, ότι θ’ άρεσε ότι θα ταίριαζε στη διαδρομή μας.
(1.α)
«Τζαμαρίες προς τη θέα της θάλασσας προς την άκρη
των δρόμων της πόλης μου μα
Στους διαδρόμους οι πάγκοι ωχροί κι οι καρέκλες
σπασμένες ακέφαλες δίχως
(…)
Στρατονόμοι στις γωνίες σκούπιζαν τ΄άρβυλα
τ΄άναυδο χώμα. Η Παναγία
Η Μυρτιδιώτσσα με το κλαρί του κατιφέ στ’ αυτί
ανέκφραστη στον καναπέ της σκάλας

(…)
Μονολόγησε» ΤΟΣΟ ΕΠΙΜΟΝΑ ΤΟΣΟ ΡΟΜΑΝΤΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟΣΟ ΛΥΠΗΜΕΝΑ»(1)

Και βέβαια να προσπερνάς
Τις περιστάσεις

Μα η μορφή ενός που χάθηκε
Θα σε αφήνει πάντα πίσω της,

Καθώς αφήνει πίσω της τον ποιητή
Η συνείδησή του,

Μόνο άλλωστε στον ύπνο μας
Οι ωκεανοί χαρτογραφήθηκαν σωστά.

«Φεύγαμε . Κι έβρεχε
κι έτρεμαν οι επιγραφές. Αντιφέγγιζαν
Στο λάκκο απέναντι απ΄το μπάρ.»

Πως φάνηκε ο παλιός Ηρακλειώτης λόγιος( Μενέλαος Παρλαμάς), που βρέθηκε ; Από τους στίχους του Μάνου Λουκάκη:
Τον ποταμό μου εξιστόρησαν προχθές
«Πλέουν οι λέξεις πλέουν»έλεγαν
«κι ύστερα ησυχάζουνε στις όχθες με τραγούδια»

Η φωνή του Παρλαμά τόνιζε :Είναι ευχάριστες οι λυρικές εκπλήξεις-παρένθεση μέσα στην πεζολογία του σύγχρονου Μεγάλου Κάστρου»»
Τα στενά διασώζουν λεπτομέρειες, σαν να πάγωσε ο χρόνος – οι πόρτες τα κεραμίδια, η στέψη των καμπαναριών των εκκλησιών, τα περιστέρια των δρόμων και τα ψίχουλα.
Καλά μα τι γυρεύει εδώ, στην απόμερη γωνιά μας ο Έζρα Πάουντ; «Θαλεγες πως ήταν ο αγέρας μες στην καμινάδα»(2) συμβούλεψε ο Μάνος Λουκάκης : » ο καιρός είναι σκοτεινός , το πέλαγο μολυβένιο, ας πάμε στο Βενετσιάνικο λιμάνι».Στρίψαμε προς την εμπορική ζώνη .
«Οι εφτά μπαλτάδες
Τα σπίτια τους μοναχοί τους τα κάνανε αποθήκες,
Ναυτικά τετράδια θερισμένα μαζί με λάθη,
Αυλές να παιδεύουν τα ζάλα της σούστας
Μέσα στην έγνοια τωνπαιδιών
Και της σιωπής του ξένου
.»(3)

Μόνο περιστέρια έμειναν στους δρόμους και δυο ψίχουλα ψωμιού

Ήξερα πως δεν θα μείνει πολύ, δεν γύρισα να κοιτάξω. Εφυγε όπως παλιά, δίχως αποχαιρετισμό-μα τότε οι δρόμοι μας ήταν γεμάτοι περιστέρια και ψευδαισθήσεις.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:(1α), (1), (3) στίχοι του ποιητή Μάνου Λουκάκη-(2) στίχος του Έζρα Πάουντ (από το canto LXXXIII) μεταφρασμένος (Α.Ζέρβας , «Ασματα της Πίζας) από την προμετωπίδα της συλλογής «Σαν τη Μαρία το πρωϊ»

Τρίτη, Τετάρτη 10&11 Μαϊου 2011 Ηράκλειο/επανάληψη 24.3.2012

ΜΑΝΟΣ ΛΟΥΚΑΚΗΣ, 40 ΜΕΡEΣ ΜEΤΑ (ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ)

ΜΑΝΟΣ ΛΟΥΚΑΚΗΣ- ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ

Έψαχνα τον “ωχρό μελισσοκόμο” , στην απαλάμη του αναπαύεται ο οξύς ποιητής, που δεν ξέρει τι σημαίνει συμβιβασμός και υποχώρηση. Εξήντα χρόνια από τη γέννησή του θα σημειώσει ο ΑΛΚΜΑΝ και δεν υπάρχει καμιά ανάγκη επισημότητας. Ίσως η εφημερίδα της πατρίδας του, δημοσιεύσει κάποιο κείμενο, ίσως ο δήμος Αγίου Νικολάου αποφασίσει να του “δώσει” κάποιο δρόμο, ίσως η Δημοτική βιβλιοθήκη συμπληρώσει τους τίτλους των βιβλίων του, μα είναι δύσκολο να τον καταλάβουν οι συμπολίτες του και να τον τιμήσουν οι συνάδελφοι του – των τεχνών και των γραμμάτων.

Μάνος Λουκάκης, Αγιονικολιώτης ποιητής

Άτακτος, απροσάρμοστος στη λογική της αγοράς, αδύνατος και χωρίς διάθεση κατοχής για οτιδήποτε. Όταν πέρασε από τα Κλαυδιανά δίκρανα, άφησε λίγη σάρκα και αίμα – δεν είχε και πολύ – έπρεπε να περάσει στην ποίηση χωρίς βάρος, υποχρέωση ή χρέος – καθαρός. Μα δεν αρκούσε αυτό, ήξερε ότι για να φτάσει στην Τέχνη, έπρεπε ακόμα να διαβεί και από τη λίμνη των καθαρμών για να απομακρυνθούν και οι τελευταίοι ρύποι από το σώμα και το λόγο . Αυτός που απεχθανόταν τις εξομολογήσεις και τις απόπειρες που καθιστούν το ποίημα “προσπάθεια εξιλασμού από αμαρτίες” και διακήρυσσε ότι αντιθέτως το ποίημα οφείλει να είναι αμαρτωλό , και “ο ποιητής να χαίρεται την ανάμνησιν ή και την απλή επιθυμία των εις αμαρτίας εκδόσεων του”-αυτός ο υπερφίαλος ταπεινός, ο άγιος κολασμένος, μπόρεσε να πλησιάσει την δεκτικότητά μας , να πλουτίσει την όραση και το αίσθημά μας, στους αντίποδες του ρεαλισμού και σε πλήρη αντίθεση με αυτόν.

Εξώφυλλο της έκδοσης του ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Πιο πολύ από αναφορές και κρίσεις χρειάζεται ο ποιητικός λόγος, θα αντιγράψουμε στίχους του – πιστεύουμε ότι δίνουν την καλύτερη εντύπωση για τον ποιητή και την ευκαιρία να καταλάβουμε και να εκτιμήσουμε το ταλέντο του. Είχε “τη σφραγίδα της Δωρεάς”, όπως θα έλεγε ο παλιός κεντρώος πολιτικός, δεν την σπατάλησε, πρόλαβε να παρουσιάσει πολλά για μας. Στην αντιφατική λογοκρατούμενη Ελληνική Λογοτεχνία, που έχει τυποποιημένα, χαρακτηριστικά και κερδίζει τη δημοσιότητα με τα υπολείμματα της παραγωγής της, ο Μάνος Λουκάκης βρήκε μιαν απόμερη θέση. Δεν έγινε ευρύτερα γνωστός δεν έγραψε δημοφιλή άσματα για το λαϊκό πεντάγραμμο, δεν “συνδέθηκε” με τους διάσημους συναδέλφους του, δεν μπήκε σε φιλολογικά και αστικά σαλόνια. Στις “παρέες” που προωθούν και καθιερώνουν φίλους, δεν ταίριαξε – δεν έδωσε για να πάρει. Ήξερε και πολύ καλά, ότι και να πρόσφερε γην και ύδωρ όπου χρειαζόταν, δεν μπορούσε να υπάρξει καλλιτεχνικά για πολύν καιρό – έχει φάει τόσες διασημότητες των “γραμμάτων και των τεχνών” η ιστορία.
Έμεινε όπως ήταν, θιασώτης των υπέροχων χαμαιτυπίων, εραστής των ακραίων οραματισμών, πρωτότυπος παρουσιαστής δικών μας ονείρων.
Ας τον αφήσουμε να μιλήσει:

Από το εξώφυλλο της έκδοσης του ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

(Από την συλλογή: “Σαν τη Μαρία το πρωϊ”)

Όλα μια ξεραμένη ερώτηση, μια ξέφραγη απορία

Μια δακτυλήθρα σιωπής
μέσα στις πράξεις της μέρας

Να συλλογάσαι,
Αριάδνη μου, το απόγευμα
Πως η μισή σου Ναξος θα πατώσει
Στο δικό μου βυθό
Μ΄όλη την άμμο της
Κι όλη τη μουσική μου

(…)
ωσάν φρεγάτα του Θεού
θα προσαράζει εκεί
όπου θα είναι μόνο
η λύπη και το φως
κι η μνήμη των Κυθήρων σου
με τις πορτοκαλιές της.

Νότια είσοδος του πάρκου του Ηρακλείου

Έχει νυχτώσει στο πάρκο Γεωργιάδη έχουν μαζευτεί πολλοί, νέοι και μεσήλικες λες από την δεκαετία του 70 και χιλιάδες αντικείμενα και προϊόντα πάσης φύσεως – “Τριήμερο γιορτής “.
Συνάντηση οικο-καλλιεργητών και οικοχειροτεχνών και προγράμματα αυτοοργάνωσης και αλληλεγγύης. Μνήμες αρχαίες και τατουάζ και ενδύματα απίθανα και σουβλάκια οικολογικά και ποτά εξαίσια και φυτά και μέλι. Ιδανικό ντεκόρ για να συνεχίσουμε με ένα ποίημα – μπορεί να μην άρεσε σ΄όλον τον κόσμο που έχει συγκεντρωθεί , μα ταιριάζει – ο ποιητής θα βρισκε εδώ τους δικούς του, με τις χειροποίητες εικόνες και τους εσωτερικούς ήχους και την διαμαρτυρία που δεν τιθασσεύεται.

(Από τη συλλογή “Χαρτομάντης”)

ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ

Κάτω από τους αρμούς
Άλλοι αρμοί,

Να ισορροπώ ανάμεσα,

Η καπαρντίνα στο μπράτσο,

Η ομπρέλα στη μασχάλη,

Το δάκρυ περίσσιο

Είτε αθώο συμπέρασμα είτε
Νυχτέρι ονειροσκόπου στη βεράντα,

Δε σκανδαλίζομαι,

Η πατριδογνωσία του μηδενός
Δε σκανδαλίζομαι,

Ο Θεός εξ άλλου είναι
Αυτάρεσκη δημοσιότητα
Ενός διλήμματος

Εικόνα από τη οικοσυνάντηση, το φως χαμηλώνει, η φωτογραφία ατελής

Θα θελα να γράψω σ ένα από τα τετράδια που προσφερόταν:
Ψάξτε τους ποιητές της γειτονιάς σας, γράψτε τις μπροσούρες και τις προτάσεις σας- ίσως έτσι μπορεί να βρεθεί ένας δρόμος – χωρίς την τέχνη άραγε αξίζει κάποιο αποτέλεσμα;