ΜΑΝΟΛΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ : ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ

ΜΑΝΟΛΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ : ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ

Αφιέρωση: στην κ. Σοφία  Λιλιμπάκη, που της αρέσουν τα παλιά βιβλία

Στην ανακαίνιση του σπιτιού πριν μερικά χρόνια, του Μιχαήλου Χριστοδουλάκη (1888-1985)βρέθηκαν μεταξύ των άλλων, τρία μικρά βιβλιαράκια – ήταν συνηθισμένες λαϊκές εκδόσεις πριν μισόν αιώνα (μέγεθος 11Χ15 εκ. σελιδες 16):

Εξώφυλλο, με ένθετη εικόνα 1965
Εξώφυλλο, με ένθετη εικόνα 1965 

1.Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΟΥ ΛΟΥΚΑ

2.Η ΔΕΗΣΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, ΠΡΟΣ ΙΑΣΙΝ ΠΑΣΗΣ ΝΟΣΟΥ

3.ΟΙ ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ ΤΟΥ Μ.ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗ

Τα δυο πρώτα ήταν θρησκευτικά, το τρίτο αγνώστου σε μας συγγραφέα, σχετιζόταν με το κοσμοαγάπητο έργο του ΚΟΡΝΑΡΟΥ.

Το δεύτερο το αντιγράψαμε ολόκληρο πριν δυο τρεις μήνες, μπορεί εύκολα να το βρει κανείς στο alkman.gr, το τρίτο το μελετήσαμε και παρουσιάζουμε στίχους που ξεχωρίσαμε – ελπίζουμε να σας αρέσουν. …

<<Τα μάθια δεν καλοθωρού στο μάκρεμα του τόπου

Μα πιο καλά και πιο μακρά θωρεί η καρδιά τ΄ ανθρώπου

Και πιο πολύ δείχνει ο καιρός ο νους σαν χιαρχιντίζει(*)

Φωτίζει αυτός στη σκοτεινιά – το κάθε τι σταθμίζει>> …

Δερμιτζάκης Μανόλης/από την Σητεία ,από το βιβλίο του : <παραλλαγές στον Ερωτόκριτο> βιβλιοχαρτοπωλείο Μηνά Ε.Φουντουλάκη, ΕΝ ΗΡΑΚΛΕΙΩ 1965

Στην εισαγωγή γράφει:

<Μανόλης είναι ο ποιητής γιος του Δερμιτζογιάννη

Που να βρεθεί ακριμάτιστος οπότε κι αν ποθάνει

Στη Στείαν εγεννήθηκε στην Στείαν ανετράφει

κι εκεί κολυβογράμματα του μάθανε να γράφει

Όμως σαν εμεγάλωσε κι ίδρωσε το μουστάκι

Ρωτόκριτον εδιαβάζε με κέφι και μεράκι

Κι ογρήγορα συνήθισε το μέτρο και τη ρίμα

Κι απάγγελνε στον καφενέ κάποιο δικό του ποίημα

Ποτέ δεν επαντρεύτηκε δεν το ΄θελεν η Μοίρα

Μα τη ζωήν του εγλέντιζε με μαρουβά(2) και λύρα

 

Κι αν κάποιοι πουν κακότεχνους τους στίχους τους δικούς μου

Γιατί ο Κορνάρος είναι αψηλά όσο δεν βάζει ο νους μου

Κι άλλοι αν πουν αποκοτιά πως είναι αυτό που κάνω

Τον πιο μεγάλο ποιητή στο στόμα μου να πιάνω

Γιατί΄ ναι οι στίχοι του αψηλοί κι ο νους του πρώτο μπόϊ

Κι οι άλλοι όλοι μαραίνοται σαν λούλουδα στο απόϊ

 

Ας συμπαθήσουν, είναι αυτός ο πιο λαμπρός της Κρήτης μας ο φάρος

κι εγώ τους στίχους του κρατώ και παίρνω θάρρος

Να τραγουδώ Ρωτόκριτο να παίζω μαντολίνο

μετά με την βροντόλυρα (3) παντού κέφι να δίνω! >

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: το γνήσιο απόσπασμα του ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ: «Τα μάτια δεν καλοθωρού στο μάκρεμα του τόπου, μα πλια μακρά και πλια καλά θωρεί η καρδιά τ’ αθρώπου·»

Μότο στην πρώτη σελίδα του βιβλίου:

<Αν θες λοξά περπάτα μα ίσια να μιλάς

και καθαρά και ντρέτα αν θες μακριά να πας>

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

(*).Χιαρχιντίζω. : Μένω έκπληκτος, τα χάνω…

(2).Είδος, χαρακτηρισμός κρασιού

(3).Λύρα ειδική, της Σητείας

 

 

ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ: ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΣΕ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

´Ενα μικρο βιβλιαράκι: Καίσαρ Εμμανουήλ «Παράφωνος Αυλός»  ΈΚΔΟΣΗ 1924.      Ιδού πως διαβάζω και με σεβασμό μεγάλο παραφράζω…

Αφιέρωση : στην Σοφία Κολ.

ΠΟΙΗΤΕΣ

Πως μοιάζουμε με ωραία μυθιστορήματα
Σε αβρό papier velin, αρισθμημένα
Με cups-de-lamps, hors-texted, λεπτά στο γράψιμο
Είμαστε με τους λίγους τυπωμένα

Αιθέρια απλά, ερμηνεία δεν χρειαζόμαστε
Κι ωστόσο ακατανόητα εμείς περνούμε:
Μορφή κι ουσία γλιστρούν – άμμος σε δάκτυλα
Κι ανόητα φλυαρούν και μας ξεχνούμε

Με το ύφος ή μια σκέψη κάποιοι θέλγονται
Με μια γραμμή μας υπό σημειώνουν
Έτσι λαθραία μοιραία σε μιαν έκδοση
Μιλούμε και σαν μας ανατυπώνουν

Πως μοιάζουμε με ωραία μυθιστορήματα
Σε αβρό papier velin,αριθμημένα
Μεcups-de-lame,hors-texted,λεπτά στο γράψιμο
Είμαστε για τους λίγους τυπωμένα

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
Στο ποίημα ( όχι στο πρώτο τετράστιχο και το τελευταίο)έλειπαν ομοιοκαταληξίες, που προσπάθησα να βάλω). Πληροφορίες και φωτογραφια διαδικτύου

Καίσαρ Εμμανουήλ, ποιητής, 1902-1970
Καίσαρ Εμμανουήλ, ποιητής, 1902-1970`Ο Καίσαρ Εμμανουήλ πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1924 και συνεργάστηκε με τα λογοτεχνικά περιοδικά Μούσα, Κριτική και Τέχνη, Νέοι Βωμοί, Ελληνική Επιθεώρησις, Νέα Εστία, Λόγος, Κύκλος, Ρυθμός, Μπουκέτο, Οικογένεια, Αναγέννησις, Νέα Επιθεώρησις, Το τρίτο μάτι, Μακεδονικά Γράμματα και άλλα. Η πρώτη του ποιητική συλλογή είχε τίτλο Ο παράφωνος αυλός και εκδόθηκε το 1929. Ακολούθησαν τρεις ακόμη συλλογές, ενώ ο κύριος όγκος του έργου του αποτελείται από ποιητικές, πεζογραφικές, θεατρικές και άλλες μεταφράσεις και διασκευές.

 

 

 

 

Ο ΣΙΜΙΓΔΑΛΕΝΙΟΣ – ΛΑΪΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Ο ΣΙΜΙΓΔΑΛΕΝΙΟΣ

Αφιέρωση : Στην Κρήτη και τον Μιχάλη, του ρωμαντισμού και της πολιτικής

H γιαγιά μας η γριά

ξεματίζει τα κουκιά

Και στη χόβολη τα ψήνει

Κι ´ε έχουν σιδερένια γίνει

Μένα δόντι τα μασά

Κι όταν φάει τα μισά

Πίνει και κρασί γλυκό

Και θα φτάσει τα εκατό …

Και θ´ αρχίσει παραμύθι …

Ήτανε μια πριγκιπέσα όμορφη πολύ

μα δεν ήθελε κανέναν να την παντρευτεί

της εμύριζεν ο ένας κι άλλος της εβρώμαγε

όμορφος κανείς δεν ήταν της φαινότανε

τι κι αν έλαμπαν τα νέα πριγκιπόπουλα

δεν την νοιάζει που στενάζουν τα παλικαρόπουλα

δεν τσ΄αρέσουν έχει γούστο πολύ δύσκολο

κάποτε ζητά μια χάρη : “Μάνα σε παρακαλώ

φέρε μου τ΄ αμύγδαλα να ΄ναι μισό τσουβάλι

κι άλλο τόσο – πιο πολύ να ναι το σιμιγδάλι

Δέκα οκάδες ζάχαρι από την Μπραζιλία

κι άφησέ με μοναχή μέρες τριάντα μία…”

Scan 12

Και κλείστηκε στην κάμερα πήρε σφυρί να σπάσει

τ΄αμύγδαλα με ζάχαρη τη ζύμη να ετοιμάσει

πολύ εύκολα τον έπλασε καλόν και διωματάρη

που κάθε μια πριγκίπισσα θα΄θελε να τον πάρει …

Το γεγονός το μάθανε στη γη στην οικουμένη

σιμιγδαλένιον έφτιαξε και ζει ευτυχισμένη

Η δύσκολη πριγκίπισσα – γλυκός είναι σαν μέλι

τόσο κανείς δεν βρέθηκε στον κόσμο να τον θέλει

Κι εζούσανε χαρούμενοι μ αγάπη και ομόνοια

μα η μοίρα τους δεν έγραφε πως θα περάσουν χρόνια

Γιατί στην Άπω – Ανατολή πού άλλοι  την κυβερνούνε

Πριγκίπισσα κακόγνωμη που την πολυαγαπούνε

Γονέοι επιπόλαιοι που χατήρια δεν χαλούνε

Σαν άκουσε για τον γαμπρό ζηλεύει και μαραίνεται

20180612_111328

-”Αυτόνε θέλω γι άντρα μου,να πάτε να τον φέρετε!”

Κι ο Βασιλιάς ο κύρης της της πολύ στεναχωριέται

Κι όταν κιτρίνισε πολύ κι έγινε σαν λεμόνι

Κι απ την πολλήν αδυναμιά ο αγέρας τη σηκώνει

Η μάνα της γονάτισε στου βασιλιά τα πόδια -”

-«Έλεος άρχοντα μου και μην Φέρνεις τόσα εμπόδια

Καράβι να φορτώσουμε πλούσιο χρυσαφένιο

Να πάει σ΄ άλλα βασίλεια για τον σιμιγδαλένιο

Θα ναι γεμάτο θησαυρούς πολύτιμες πραμάτειες

Και θα πουλά πολύ φτηνά στους ξένους τους πελάτες

Θα ψάξει στην Ανατολή θα πάει και στη Δύση

και στο βοριά και τον Νότια για να τον συναντήσει

Και δεν μπορεί όσο μακριά κι αν είναι θα τον βρούμε

Θα πέσει στην παγίδα μας και θα λογαριαστούμε

… Στην πόλη όπου βρίσκεται σαν φτάσει το καράβι

όλοι θα τρέξουνε να δουν…ποιος θα πρωτοπρολάβει

Γιατί η φτήνια τον παρά τον τρώει και θα φάει

και τον Σιμιγδαλένιο μας γιατί κι αυτός θα πάει

Να πάρει δώρο στην κυρά κόσμημα διαμαντένιο

Και διάδημα ολόχρυσο και χτένι φιλντισένιο

Η κι άρωμα των λουλουδιών παραδεισένιας σέρας

Μια στάλα να μοσκοβολά η κλίνη τους κι ο αγέρας

ή φορεσιά μεταξωτή με πέρλες κεντημένη

Και ζώνη μ´ εκατό διαμάντια στολισμένη

Αν ο σιμιγδαλένιος ´ ρθει, κι ανέβει στο καράβι

Τις άγκυρες σηκώνουμε πριν να το καταλάβει

Και πριν να ξεκινήσουμε του δίνουμε Σουμάδα

Να΄χει και λίγο λάβδανο να κάνει μια βδομάδα

Για να συνέλθει μέχρι να – τον δει η πριγκιπέσα

για να του δώσει ένα ποτό που φίλτρο θα΄χει μέσα

μόλις το πιει θα την κοιτά σαν να΄ναι η Αφροδίτη

Θα παντρευτούν θα στήσουνε ευτυχισμένο σπίτι”

… Ντουχιούντισε ο βασιλιάς και φόρτωσε βαπόρι

Πολύτιμα εμπορεύματα, που δίνουν οι έμποροι

Κι όλον τον κόσμο γύρισαν και τέλος τον ευρήκαν

Μ´ άραξαν και περίμεναν, στην πόλη του σαν μπήκαν

Από τα καράβια του Σπύρου Βασιλείου
Από τα καράβια του Σπύρου Βασιλείου

Η πριγκιπέσα σαν πολλοί της είπανε να πάει

στο πλοίο της Ανατολής που πράγματα πουλάει

Ζήτησε απ τον άντρα να δει και να της πάρει

φόρεμα να΄χει κέντημα τον ήλιο το φεγγάρι

Κι ο “ζυμωμένος” σύζυγος αμέσως ξεκινάει

και στο καράβι ανέβηκε κι ενδύματα ζητάει

Τον είδαν κι όταν ζήτησε κέντημα με μετάξι

ο καπετάνιος πρόλαβε άγκυρες να πετάξει

 

και γρήγορα τον έφερε στην άλλη πριγκιπέσα

που τον επότισε νερό που΄ χεν αφιόνι μέσα

 

Κι αμέσως εξεχάστηκε δεν ξέρει δεν θυμάται

ποιος είναι και που βρίσκεται και τρώγει και κοιμάται

κι έτσι απ τη μια πριγκίπισσα ευρέθηκε στην άλλη

σύζυγος που τον έχουνε σ εκτίμηση μεγάλη

Σαν χάθηκεν ο πρίγκιπας που ήτανε πλασμένος

από την πρώτη σύντροφο ζαχαροζυμωμένος

Τον ψάξανε παντού χωρίς το ίχνος του να βρούνε

κι ο Βασιλιάς εζήτησε τελάληδες να βγούνε

πως δίνει χίλια τάληρα κι ολόχρυσά να πούνε

σ΄όσους τον εσυνάντησαν ή έτυχε τον δούνε

Κλαίει ο κι οδύρεται η μικρή δεν τρώγει και δεν πίνει

ούτε το γάλα του πουλιού που φέρνουνε για κείνη

-”Όφου και κακοντόπαθα και πως θα νταγιαντίσω

μου κλέψανε τον άντρα μου πως θα τον πάρω πίσω”

Όλη η χαρά μου είναι αυτός όσο καιρό κι αν ζήσω

παντού θα ψάξω να τον βρω τον κόσμο θα γυρίσω”

Κι όταν επέρασ ΄ ο καιρός χωρίς να μάθει κάτι

επήρε δρόμο και στρατί στρατί και μονοπάτι

Ρωτούσε μα δεν ήξεραν σε ξέφωτο σαν μπήκε

τη ρώτησε κάποια γρια καλόγνωμη που βρήκε

 

Κεραδοπούλα και Βάβω...

-«Ποιος δρόμος εδώ σ´ έβγαλε στα πέρατα του κόσμου;»

-«Ψάχνω τον άντρα μου γιατί χάθηκε από μπρος μου

Τον κλέψανε ζηλέψανε που ήταν σύντροφός μου!

Κι αφού άνθρωπος κανείς στη γη δεν είδε δεν τον ξέρει

Τον ´Ηλιο αν βρω όπου γυρνά παντού σ ´ όλα τα μέρη

Θα τον ρωτήσω αν είδε πουθενά και το δικό μου ταίρι»

-«Κόρη μου μην ανησυχείς θα ΄χεις καλό χαμπέρι

Ο Ήλιος είναι γιόκας μου, και θα ρθει σαν νυχτώσει

Για να δειπνήσει κι ύστερα στο δώμα να ξαπλώσει

Αμέσως μην πεις τίποτε πριν φάγει να χορτάσει

γιατί θυμώνει κι εύκολα σαν είναι πεινασμένος…”

 

Ήλιος, του Δ.Διαμαντόπουλου για την ¨Αλκηστη"του Κουν 1934

Περίμενε η κοπελιά σαν ήταν ξαπλωσμένος

μπροστά του πήγε θαρρετά “ Ω πολυχρονεμένε

Ήλιε μου λαμπροστόλιστε και λαμπρογεμισμένε

Που στα πολύ ψηλά πετάς κι όλα τα βλέπεις κάτω

Μήπως είδες τον άντρα μου άσπρο και ντελικάτο

Που ναι καλός που ναι γλυκός σαν το ψωμί τ΄ αφράτο;»

-«πως να τον δω που εκεί ψηλά τρέχω, δεν προλαβαίνω

Κι ιδρώνω και κουράζομαι τον κόσμο να ζεσταίνω

 

Στην αδερφή μου πήγαινε τη νύχτα που γυρίζει

Αυτή χαζεύει και κοιτά τον κόσμο όταν φωτίζει »

Της έδωσε ένα αμύγδαλο αφράτο είναι αθάλι

Το πήρε κλαίγοντας πολύ στους δρόμους τρέχει πάλι

Και όταν ξανά κουράστηκε σταμάτησε στη βρύση

Που μια καλή νοικοκυρά τη στάμνα θα γεμίσει

-«Που πας κορίτσι μου καλό κάτσε να ξαποστάσεις »

Της είπε και τσ΄ απάντησε πως ψάχνει το φεγγάρι

μήπως γνωρίζει που θα βρει τον άντρα που έχει πάρει.

“Η μάνα του είμαι ( είπε) και νερό παίρνει να το δροσίσει

Θα φτάσει μόλις η αυγή τα ρόδα ξεφυλλίσει”

Την πήρε για να φτιάξουνε το πρωινό στο αστέρι

Που κάθε νύχτα φώτιζε όλα της γης τα μέρη

Σαν ήρθε κρύφτηκε η μικρή περίμενε να φάει

Και ρώτησε τον άντρα της αν είδε όπου γυρνάει .

 

Άρχοντας καλοντυμένος...

-«Τη νύχτα τρέχω και ποτέ δεν στέκομαι μιαν ώρα

Πως να προσέξω πως να δω ; Στ΄ αστέρια τρέχα τώρα

Αυτά είναι τόσα πολλά που θα τον είδε κι ένα»

Της έδωσε δυο τζίτζιφα λιγάκι ξεραμένα

Στους δρόμους πάλι με λυγμούς και κοπετό κινάει

Και σε ποτάμι μακρινό δεν άργησε να πάει

Μια γριά μπουγάδα έστηνε σκουφάκια έπλενε χίλια

Την ρώτησε : -”που πας μικρή με σουφρωμένα χείλια ;”

-”Τ΄ αστέρια ψάχνω μήπως βρω γιαγιά, κανείς τα ξέρει;

-«Η μάνα τους είμαι κι εδώ θα΄ρθει το κάθε αστέρι

τους πλένω τα σκουφάκια τους, γιατί σαν κοιμηθούνε

Δεν Θέλουνε να΄ χουνε φως τη λάμψη δεν μπορούνε…»

-«Και τι τα θες τ´αστέρια μου μόνο το φως τους ´εχουν »

-«Μην είδανε τον άντρα μου ,από ψηλά που τρέχουν»

Της είπε το κορίτσι και περίμενε να φτάσουν

Κι όταν εφάγανε καλά…κι έπρεπε να χορτάσουν

Εβγήκε κι είπε : -«σας ζήτω συμπάθεια και συγνώμη

Για να ρωτήσω αν είδατε τον άντρα μου κι ακόμη

Πως είναι και που τριγυρνά τι πολεμά τι κάνει

πως να τον βρω; σ΄ αυτόν ποιος δρόμος θα με βγάνει; …

Ο Αυγερινός εθύμωσε λιγάκι και της λέει

-”κορίτσι μου κει πάνω δουλεύουμε φωτίζουμε

– το χρόνο μου δεν χάνω χαζεύοντας

– και πρόσθεσε κι η Πούλια η κουρασμένη

-«ποτέ μας δεν καθόμαστε και χρόνος δεν μας μένει

δεν ξέρουμε ανάπαυση καθημερνή και σκόλη

τον ουρανό φωτίζουμε με τη σειρά μας όλοι

Μα ένα αστεράκι τόσο δα -” τον είδα λίγο” λέει

κι απ την πολλή συγκίνηση άρχισε η μικρή να κλαίει…

Το σπίτι της Τύχης ήταν σαν παλάτι

-”Σε πύργο πολύ μακρινό και με μαρμαρένια σκάλα

-τον έχουν και του δίνουνε και του πουλιού το γάλα !”

και τ αστεράκι τσ΄ έδειξε το δρόμο που θα πάρει

αν δεν σ΄αναγνωρίσει να ένα σπυρί σιτάρι

κοπάνισε το κι ύστερα βάλε το στον καφέ του

αμέσως θα σε θυμηθεί, αν σε ξέχασε ποτέ του

Αν δεν μπορεί τ αμύγδαλο μα και το τζιτζιφάκι

να βοηθήσουνε πολύ κι ο σπόρος το σταράκι

Να πάρε κι ένα κάστανο – για να το καθαρίσεις

σαν βγάλεις τ΄αγκαθάκια του στο τζάκι να το ψήσεις

Αν τον ποτίσαν μαγικά ναρκωτικά – ματζούνια

μόλις το δοκιμάσει αυτός ξυπνά, σαν το μωρό στην κούνια

που πείνασε κι αναζητά το γάλα της μαμάς του

και θα βρεθείς στη ζεστασιά μέσα της αγκαλιάς του

Και πάλι στο δρόμο στο στρατί στρατί

και μονοπάτι και μέρα νύχτα περπατεί χωρίς να κλείσει μάτι

… και φτάνει στο πυργόσπιτο – με τη ψηλή τη σκάλα

και βρήκε και κατάλειμα ν΄αναπαυτεί μια στάλα

πρωί πρωί που ξύπνησε τ΄ αμύγδαλο της σπάει

κι αμέσως έλαμψε σταμνί χρυσό στη βρύση πάει

μα ήταν μαγικό σταμνί και το νερό παγώνει

κι ο όποιος περνούσε του δινε χωρίς να την πληρώνει

Το μάθαν όλοι κι ο καθείς -θαύμαζε κι απορούσε

κι η πριγκιπέσα έστειλε μια δούλα και ρωτούσε

Ποσό πουλάει το σταμνί, της δίνουν τόσα κι άλλα

Όσα ζητήσει δηλαδή, ποσά πολύ μεγάλα..

-Δεν σας το δίνω για φλουριά, μα τον σιμιγδαλένιο

Για μια βραδιά και πάρτε το κι ας είναι χρυσαφένιο…

Τους είπε και το σκέφτηκαν πολύ και τονε δώσαν

Αφού τον πότισαν της λησμονιάς ποτό και τον ξάπλωσαν…

… Ότι κι αν έκανε η μικρή δεν ξέρει δεν μιλάει

Κι ας μάλλιασεν η γλώσσα της να τον παρακαλάει

Τον πήραν πίσω ξύπνησε, σαν να χε πιεί λιγάκι …

Κι η κοπελιά τα τζίτζιφα τα επέταξε στο τζάκι

Κι απ τη φουνάρα μια στιγμή έβγήκεν <αργαστήρι>(1)

Τους στύλους έχει όλο χρυσούς περβάζια από μπακίρι

Το χτένι από φίλντισι και δυο αντιά ξυλένια

σαΐτα με πετράδια και Ποδάρια μεταξένια …

Το ´δανε κι απομείνανε το΄παν στην πριγκιπέσα Και τό θελε

Της έφεραν τον άντρα της- πάλι ήταν ποτισμένος

με φίλτρο λησμονιάς γλυκό – καθόλου δεν τον νοιάζει

κι ας κι ας κλαίει κι ας οδύρεται κι ας βαριαναστενάζει

 

Τον πήραν πίσω κι ύστερα έριξε το κορίτσι

στην παραστιά το κάστανο – και πριν το καλοψήσει

έναν φούρνο ολόχρυσο μπροστά της είχαν στήσει

κι ήταν γεμάτος με ψητά με μπαχάρια και πιπέρι

κι οι μυρωδιές τους έφταναν – στου παλατιού τα μέρη

Μόλις το καταλάβανε τους τρέξανε τα σάλια –

και τα πηρούνια ψάξανε και τα χρυσά κουτάλια

και πήγαν δούλοι- παραγιοί από την πριγκιπέσα

-που θέλει οπωσδήποτε ότι έχει ο φούρνος μέσα

και πάλι ζήτησε η μικρή τον άντρα της το βράδυ

τρίτη φορά λαχτάρησε ένα δικό του χάδι

Τον πήγαν πάλι σηκωτό και δεν καταλαβαίνει

-μα έλειωσε κι ένα σπυρί σταριού- και τον καφέ πηγαίνει

και με την πρώτη τη γουλιά κι εξύπνησε την βλέπει-

αμέσως τη θυμήθηκε στην αγκαλιά της πέφτει…

Την κοίταξε στα μάτια

και η καρδιά του ράγισε κι έγινε δυο κομμάτια

αγκαλιαστήκαν κι έτρεχαν τα μάτια τους ποτάμια

-”Ξύπνα καλέ μου μίλα μου άκουσε τη καρδιά μου…

σ’ έπλασα με τα χέρια μου και με τα όνειρα . μου..

Ολόσγουρε βασιλικέ θα σε βαγιοκλαδίζω

Θα στρώνω κλίνη ολόχρυση για να σε νανουρίζω…

ότι θελήσεις θα στο βρω ότι ζητάς θα γίνει

η αγάπη όλα τα Μπορεί- όλα ή καρδιά τα δίνει!” …

 

18944956_10211106177043577_1374094883_n

Ό νέος σαν να ξύπνησε,από τον λήθαργόν του

-” Στ΄όνειρο σου είμαι γλυκιά μου…

δες πως λάμπω απ΄ τη χαρά μου

με ΄πλασες μα ποιος να ξέρει

αν εζούσα σ΄άλλα μέρη

στων παραμυθιών τους τόπους

με παράξενα τελώνια

που είχαν σουβλερά σαγώνια …

 

Είμαι δίπλα και κοντά σου στων ονείρων μας τη χώρα

με τσ’ αγάπης μας τα δώρα

 

Κι η άλλη η πριγκίπισσα ; – άργησε μα θα μάθει

“ο ψεύτης κι ο κλέφτης

– τον πρώτο χρόνο χαίρονται”

γιατί αγαπά ο Θεός τον κλέφτη μα πιο πολύ τον νοικοκύρη

και κει που έστρωσε ο καθένας μας  θα γείρει…

Μα δεν ήμουνα εκεί,

κι η γριά τρώει κουκί

Και με δόντι σιδερένιο,

το Τσουκάλι μαντεμένιο …

κι είπε το το παραμύθι

κι έγειρε κι απεκοιμήθη

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

  1. Αργαλιός (για ύφανση )

Διωματάρης=εμφανισιμος , όμορφος (από την αρχαία ιδίωμα)

 

Αγ.Νικόλαος  καλοκαίρι  2017

 

ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟΎ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ

 

    Αργυράκης -Χατζιδάκης από την "ΟΔΟ ΟΝΕΙΡΩΝ"του ΄60 στον ΜΑΓΙΚΟ ΑΥΓΟΥΣΤΟ του ΄80

Αργυράκης -Χατζιδάκης από την «ΟΔΟ ΟΝΕΙΡΩΝ»του ΄60 στον ΜΑΓΙΚΟ ΑΥΓΟΥΣΤΟ του ΄81

ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟΎ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ
(ΜΗΝΥΜΑΤΑ)

ΔΕΥΤΕΡΑ

Βήματα μέσα μας ηχούν
ταξιδιών κι ερώτων

ΤΕΤΑΡΤΗ

Πουλιά στο πουκάμισο
συρίζουν
και αισθησιακές κινήσεις
καλπάζουν

ΠΕΜΠΤΗ

Φλογισμένη μέρα
σβησμένοι οι ανέμοι

Στη σκιά σου καταμεσήμερο
μαζεύονταν επιθυμίες
Ανάλαφρη
μ΄ένα σημάδι τσιγάρου
στις συλλαβές της αγάπης

ΣΑΒΒΑΤΟ

Στιγμή χαρούμενη
σαν χάδι που άργησε
Η μέρα αλλάζει
την κλεψύδρα του σώματος
κι η νύχτα μετρά και φυλάει
το πρόσωπό σου

ΚΥΡΙΑΚΗ

Το αγκάλιασμά σου μου ταιριάζει
όπως ο ουρανός
στον ορίζοντα της θαλάσσης…

ΗΜΕΡEΣ EΝΟΣ ΑΘΕΑΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟY

Τελευταία μέρα του καοκαιριού 20.9.2015
Τελευταίε ημέρες του καλοκαιριού του 2015

ημέρες ενός αθέατου καλοκαιριού

 

Περίμενα έναν άνεμο Ζέφυρο

στη σκοτοδίνη του μεσημεριού

να κατεβάσει τις γρύλιες

να δοκιμάσει τις χορδές

μιας  ξεχασμένης μελωδίας

 

Μια πνοή δροσερή

με το χορτάρι ενός μεθυσμένου κήπου

 

Δεν έφτασε –  δεν φύσηξε

κι όμως ζωντάνεψαν

τα χρώματα κι οι εικόνες

 

Και τα αισθήματα αμύνονται

στις επιθέσεις φωτός και φόβου

Σχοινούσα, το διαμαντάκι των Μικρών Κυκλάδων

 

 

 

 

 

ΜΕΡEΣ ΣEΠΤEΜΒΡΙΟΥ

Μέρες Σεπτεμβρίου

αφιέρωση: σ αυτούς που επιμένουν, δεν μετρούν και  δεν υποχωρούν

 

Θα περνούσα μακριά

από κάθε συνάντηση

ψάχνοντας την ακινησία των αναστεναγμών

Ανέμη, διασκευασμένη σε παιδικό μύλο(Α.Νικολαος)
Ανέμη,  πρωινό (Α.Νικολαος)

θα περνούσα κοντά

στην καθημερινή απουσία  σου

γιατί  θα τρέχουν ποδήλατα

με πολλές ρόδες και  μηχανάκια

Πως όμως να ξεφύγω από τις ξεραμένες τύψεις

και τους ήχους των τυμπάνων της έλλειψης

 

Και το πρωί περιμένω πάντα τα ρόδα της αυγής

της άμμου τα κρινάκια  – αστεράκια

 

Μα κάθε αμφιβολία έχει το βέλος της

κάθε στόχος κύκλους ιπτάμενους

Μην – ήθελε να πει

μα τα δόντια είχαν συρματοπλέγματα

η καρδιά ποταμούς απλωμένους

με στροφές επικίνδυνες

 

Βρες το υπόλοιπο του δρόμου, υπάρχει σχέδιο στο GOOGLE

έπρεπε να πει

 

Το "φρύδι του Νότου"
Το «φρύδι του Νότου»

 

 

 

24 – 8- 2018 : ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Άγιος Νικόλαος, Κυτροπλατεία

 

Πανσεληνος στον Αγιο Νικόλαο
Πανσεληνος στον Αγιο Νικόλαο

Θα’ρθω με τ΄Αυγουστιάτικο φεγγάρι
για να σ΄αφήσω ένα φιλί στο μαξιλάρι

Κι αν δεν το δεις μη λυπηθείς
μι’ ανάσα στον αγέρα
θα διαλυθεί μέσα στο φως
μόλις θα φέξει η μέρα

Θα’ρθω με τ΄Αυγουστιάτικο φεγγάρι
για να σ΄αφήσω ένα φιλί στο μαξιλάρι

Αν θα σ’ άγγίξει στ΄όνειρο
πολύ μη σε φοβήσει
αχνός είναι και θα χαθεί
με την αυγή θα σβήσει

Θα’ρθω με τ΄Αυγουστιάτικο φεγγάρι
για να σ΄αφήσω ένα φιλί στο μαξιλάρι

Κι αν πέσει απ΄το κρεβάτι σου
έτσι ήτανε να γίνει
καινούρια αγάπη την παλιά
την καταλεί τη σβήνει

Θα’ρθω με τ΄Αυγουστιάτικο τ΄ολόγιομο φεγγάρι
για να σ’άφήσω ένα φιλί γλυκό στο μαξιλάρι

 
Σημείωση: πρώτη ανάρτηση 2009, δεύτερη 201-  φωτογραφιες από Άγιο Νικολαο και Αγία Ρουμέλη

ΣΤΗΝ ΚΑΨΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ: ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ – Ο ΤΣΟΥΛΗΣ Ο ΜΕΜΕΤΗΣ

Ο ΤΣΟΥΛΗΣ Ο ΜΕΜΕΤΗΣ

Ενθύμηση του Βάνια και του Δημήτρη Γιγουρτσή, της πιο εγκάρδιας φιλίας

ο Τσούλης ο Μεμέτης
ο Τσούλης ο Μεμέτης

Εζούσε πολύ φτωχικά ο Τσούλης Μεμέτης

πολλά παιδιά μικρή σοδιά και κουρασμένος μπέτης

όταν τελείωναν οι δουλειές

επήγαινε στο δάσος

να κυνηγήσει ή να βρεί ρίζες καρπούς – στά δέντρα αγριομέλια

πουλιά από τις ξόβεργες , λαγούς από τα τέλια (*)

Μια μέρα που δεν έβρισκε τίποτα για το σπίτι

ούτε λαγό ούτε καρπό ούτε φτερό σπουργίτη

πήγε σε κάμπους και βουνά και βρήκε ένα πηγάδι

πλησίασε να πιει νερό πριν πέσει το σκοτάδι

ακούστηκε κάποια φωνή

:
“Βοήθεια ρίχτε το σκοινί…

”
φοβήθηκε ο φτωχός πολύ

, έσκυψε μέσα για -να δει

άνθρωπος να ναι η πνεύμα κακό ή τελώνι ;

πειρατής , κουσάρος...
πειρατής , κουσάρος…

-”Γέρος κακόμοιρος φτωχός που στο πηγάδι λιώνει”

ακούστηκε και τον κουβά τον έριξε ο Μεμέτης

κι έναν γεράκο έβγαλε που ήτανε πασαλειμένος μέλι

-”Τους λουκουμάδες έφτιαχνα, επήρα το σκουτέλι

Κατάφερα να μην πνιγώ…τα ρούχα μου κολλάνε

αν δεν αλλάξω γρήγορα οι μύγιες θα με φάνε

Εκεί στα βάθη κρύβεται παλάτι στολισμένο

κανείς δεν το φαντάζεται…είναι καλά κρυμμένο

Έχει σαράντα κάμερες κι εικοσιδυό σαλόνια και 
κουζίνες,

και τάβλες αργυρές σ΄ανώγια και κατώγια

Τους θησαυρούς τους δεν μπορεί κανείς να τους μετρήσει

 

και τα κελάρια που έχουνε με τρόφιμα γεμίσει

-Παππού , τον ρώτησε αυτός,ποιοι φτιάξαν το παλάτι ;

μέσα στα έγκατα της γης κι ακόμα πες μου κάτι

εσύ πως βρέθηκες εκεί χωρίς σκοινί και σκάλα ;

-”Σαράντα κλέφτες το ΄κτισαν , που πλούτη έχουν μεγάλα

Αυτοί το κατασκεύασαν μ΄ανθρώπους σκλαβωμένους

κτιστάδες μα και ξυλουργούς τεχνίτες ξακουσμένους

Μα σαν τελειώσαν τις δουλειές , αντί να τους τιμήσουν

τους σκότωσαν, να μην μπορούν να βγουν και να μιλήσουν

 

Σαράντα χρόνια βρίσκομαι κι εγώ στη δούλεψή τους

μικρό παιδί με κλέψανε , να φτιάχνω το φαγί τους.

Ποτέ δεν μ΄άφησαν να βγω απ΄ το βαθύ πηγάδι

θαμμένο μ΄είχανε στη γη σαν να΄μουνα στον Άδη

Τραβούσαν πάνω το σκοινί, όταν μακριά πηγαίναν

σαράντα μέτρα μες τη γης ποιος να μ΄ακούσει εμέναν ;

 

Πες μου τι θες για το καλό που μου΄κανες και τι μπορώ να δώσω;

Το γεροντάκι ρώτησε, βαριανασαίνει τόσο…

ο Τσούλης τονε ρώτησε -” φτωχός πολύ δεν ήσουν ;

-Πες μου εσύ, τι θες οι κλέφτες πριν γυρίσουν

γιατί γνωρίζω θησαυρούς που κρύψαν στο πηγάδι

μπορώ να φέρω, είπε αυτός , το πιο ακριβό πετράδι΄,

μα μην μιλάς μην κάνεις και τον κόπο

σαν το πουλί πάω και γυρνώ, ξέρω καλά τον τόπο

κατέβηκε κι ανέβηκε ο γέρος σαν κοπέλι

και δυο τσουβάλια κράταγε το ένα στον Τσούλη θέλει να δώσει

-”τσέπωσα λίρες χρυσές , ατίμητα πετράδια

θα πάρεις τα μισά εσύ , χέρια μην έχεις άδεια !

Του είπε, κι ο φτωχός Μεμέτης τι να κάνει

απ΄ τη χαρά του την πολύ ζαλίζεται τα χάνει

-”Σε ευχαριστώ πάρα πολύ, θα θρέψω τα παιδιά μου”

ο Τσούλης είπε κι έτρεξε – “ας τα τσουβάλια χάμου

Του ΄πε ο γέρος και ξετύλιξε τη σβήγα

-”να ρίξουμε και τον κουβά, αμέσως

μην αρχίσουνε να ψάχνουνε που πήγα”

Είναι σκληροί κι απάνθρωποι, φιλότιμο

δεν έχουν
στην παραζάλη χαίρονται,

τα αίματα που τρέχουν

Έχουν ρημάξει τα χωριά, δεν κλέβουν πλούσιους μόνο

αρπάζουνε στάρια κι ελιές απ΄όλους κάθε χρόνο

Κι εμένανε να μην με κλαις, τα΄φαγα τα καρβέλια

τους χωρικούς μας να σκεφτείς που΄χουν μικρά κοπέλια”

Ο Τσούλης πονηρεύτηκε κι είπε στο γεροντάκι:

-”Ας πάμε τώρα γρήγορα θα πρέπει να κρυφτούμε

και σαν γυρίσουν βλέπουμε…
….και το σκοινί τραβούμε

και στο πηγάδι μένουνε σαν ποντικοί κλεισμένοι

έχουνε τρόφιμα πολλά να ζουν φυλακισμένοι

εγύρισαν κατέβηκαν στο σκοτεινό παλάτι

χωρίς να πάρουν μυρωδιά να καταλάβουν κάτι

κι εμείνανε κλεισμένοι σε φυλακή δική τους

μονάχοι τους να τρώνε θα πίνουν το κρασί τους

Θα ναι κλεισμένοι μέχρι να βάλουνε μυαλό

τα κύματα θα σπάσουν στα βράχια στο γιαλό

Ο Τσούλης παρατήρησε : – Θα μάθουνε κι ευγένεια

κι ας τα τραβούν με πάθος τα μαύρα τους τα γένια
…

 

Χωρίσανε και γύρισε με το σακί γεμάτο

και γλέντισαν χορέψανε, τα κάναν άνω κάτω

ρωτούσανε για τα λεφτά, τους έκανε τη χάρη

τους τα ΄κανε όλα ο Τσουλής χαρτί και καλαμάρι

Κι οι φίλοι μα κι οι συγγενείς θελήσαν το πηγάδι

να τους το δείξει και να πάνε όλοι μαζί, ομάδι

 

Σκεφτείτε λίγο πιο καλά, καθ΄ένας να γνωρίζει

θα κάνουν το μεγάλο σας κομμάτι σαν το ρύζι

τους είπε, μα δεν άκουσαν γυναίκες και κοπέλια

μαζεύτηκαν και πήρανε το λάδι στα βαρέλια

κι αυτός τους έδειξε που τους ληστές ετάπωσε

και φοβισμένος έτρεξε και απού φύγει φύγει

στο σπίτι του εγύρισε , μεγάλες φωνές μπήγει

 

-”Μαζέψτε τα να φύγουμε πολύ μακριά να πάμε

αν μας προλάβουν, ζωντανούς αμέσως θα μας φάνε”

και τρέχανε και φτάνανε στ΄ αυτιά τους οι πατούσες

και σπίθιζαν τα πόδια τους αν τους παρατηρούσες

και δεν σταμάτησαν πρωτού κάνουνε χίλια μίλια

κι οι άλλοι όλοι χάθηκαν μα σώθηκε η φαμίλια …

 

από εικονογράφιση, μεσαιωνικών βιβλίων
από εικονογράφιση, μεσαιωνικών βιβλίων

 

Γιατί οι ληστές εβγήκανε και στήσανε παγίδα

κι οι χωρικοί επέσανε …δεν είχανε ελπίδα…

….

Την Τύχη σου μην προκαλείς αν θέλεις να κερδίσεις

γλύφε μυαλουδάκι σου χρόνια πολλά να ζήσεις

αν δεν ιδρώσεις δεν μπορεί τον πλούτο αποκτήσεις

 

(*)= σύρματα-παγίδες(θυλιές)για τους λαγούς