ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ: Ο ΤΣΙΡΤΣΩΝΗΣ – (ΑΦΙEΡΩΣΗ : Δ. ΞΗΡΙΤΑΚΗ)

Ο ΤΣΙΡΤΣΩΝΗΣ

Αφιέρωση: στον Δημήτρη Ξηριτάκη, των ξέγνοιαστων χρόνων

Scan 3

Καλησπέρα του παραμυθιού

Ο παππούς θα πάει άλλου

Κι η γιαγιά ψήνει κουκιά

Να χάφτει απού πεινά

Και μετά γνέθει μαλλί

Το τυλίγει για να πει…

 

Εζούσαν κάποτε σ΄ένα χωριό τα δώδεκα αδερφάκια

ήταν καλά κι εργατικά και το μικρότερό τους

Τσιρτσώνη το φωνάζανε και το΄χαν αρχηγό τους

Μικρό αλλά πανέξυπνο σαν σπίθα το κοπέλι

εγύριζε παντού να βρει κάποιον δουλειά να θέλει

 

Και βρήκε κάποιον τελικά να πάνε να τρυγίσουν

και να τους δώσει και ψωμάκι να δειπνήσουν

(όμως δεν καταλάβανε κακός πως ήταν Δράκος

και στην παγίδα πέσανε κι ήταν βαθύς ο λάκκος)

 

Μαζί και με τα δώδεκα δικά του κοριτσάκια

έβαλε να τρυγήσουνε και τα φτωχά τ΄αδερφάκια

σκεφτόταν όλα τα παιδιά το βράδυ να τα φάει

μα τον Τσιρσώνη σκέφτηκε στη Δράκαινα πάει:

-” Τσιρτσώνη για πλησίασε θέλω να πας τρεχάλα

στο σπίτι στη γυναίκα μου να δώσεις ένα γράμμα

για να μας φτιάξει ένα ψητό και να ΄ρθετε αντάμα”

Μα ο Δράκος έγραφε άλλα:

-” Πρόσεξε πολύ καλά τι θέλω να μου κάνει

ς αυτόνε το μικρούλικο, στον φούρνο να το βάνεις

και ψητό κάνε τον και βάλε και πατάτες

και φέρε το ταψί στ΄ αμπέλι με σαλάτες”

ότινος δεν έστειλε ο θιος
Ο πιο μικρός, ο τσιρτσώνης…

Ο μικρός πονηρεύτηκε άνοιξε στο δρόμο το γράμμα κατάλαβε και το΄σκισε και πήγε και είπε στην γυναίκα:

-” Τ’ αφεντικό παράγγειλε να πας και να διαλέξεις

το πιο παχύ τ΄αρνάκι σας και να το μαγειρέψεις

και να γυρίσουμε μαζί στ΄αμπέλι και στον τρύγο

να φάνε όσοι δουλεύουνε -πεινούσαν και πριν φύγω”

Η Δράκαινα κρατά το ταψί και γυρίζει στ΄ αμπέλι

Ο Δράκος βάζει τις φωνές, :”σου΄πα για το κοπέλι…

αυτά παράγγειλα γυναίκα να μου κάνεις;”

-”Αυτά που θέλεις έφτιαξα γι αυτό φωνές μην βάνεις”

Απάντησε η γυναίκα του -”εγώ σαλεύω (*)γειά σου”

(σιγά μιλά: άσε τα πολλά τρελά και τα καμώματά σου) …

Νύχτωσε πάνε όλοι για ύπνο…

Ο Δράκος σκέφτεται: αγόρασα κάπες για ύπνο στα δεντράκια

τ΄ αγόρια μαύρες θα ΄χουνε άσπρες τα κοριτσάκια

θα΄ρθω βαθιά μεσάνυχτα το σκότος σαν πυκνώνει

τρώγω τ΄αγόρια στη σειρά με πρώτο τον Τσιρτσώνη

Ο Τσιρτσώνης συλλογίζεται δεν κλείνει μάτι

τι να συμβαίνει δεν μπορεί να διαπιστώσει κάτι:

-Γιατί ο αφέντης έδωσε δυο χρώματα τις κάπες;

Αφού ναι Δράκος άνθρωπο γυρεύει μες τις στράτες

Πως δεν το σκέφτηκα πιο πριν, άργησε η σκέψη να’ μπει

το άσπρο χρώμα φαίνεται μέσα στη νύχτα λάμπει

Χωρίς ν΄ ανάψει τίποτα δίχως να μας ξυπνήσει

ένανε μ΄ έναν θα γευτεί μ΄αγόρια θα δειπνήσει …

Μόλις όλοι κοιμήθηκαν Ο μικρός : θα αλλάξει κάπες

τα παιδιά λευκές θα σκεπαστούνε κι

οι μαύρες για των κοριτσιών τις κοιμιθιές θα μπούνε

κι όλα τα αδέρφια ξύπνησε τους είπε:

-”σηκωθείτε και τρέξετε του ποταμού τις όχθες να διαβείτε

Ο Δράκος δύναμη πολλή δεν έχει στην πέρα μπάντα(1)

ίσως ποτέ κανείς δεν έμαθε το γιάντα (2)

Μα βάλετε πριν φύγετε πέτρες στην κάθε θέση

να μην φανεί πως λείπετε …

με μας δεν θα μπορέσει να εφρανθεί το δείπνο του…

 

Κι έφυγαν όλα τα παιδιά έμεινε ο Τσιρτσώνης

Κι ο Δράκος αφού έφαγε τις κόρες κατά λάθος

εχώνευε και φώναζε πως ήταν σαν το μέλι

το κρέας του μικρού -”εκείνο το κοπέλι

ούτε κατσίκι να΄τανε πρόβατο η ελάφι

οι κόποι του κι η πονηριά ίσως δεν πήγαν στράφι!

– Τι γλύκισμα λαχταριστό το κρέας του Τσιρτσώνη!

-”Το κρέας των παιδιών σου είπε ο μικρός το στόμα σε τυφλώνει

ποτέ δεν εξεχώρισες τα πρόβατα απ΄ τα ρίφια!

Ο Δράκος θυμώνει, τρέχει να τον πιάσει :

-”δεν είναι αλήθεια Τον πλησιάζει του λέει

-”μες την κοιλιά μου μπαίνεις”

-”Κι αν με φας (απαντά ) τρυπώ την κοιλιά πεθαίνεις!”

Ο Δράκος μιλά φωνάζει:-” Τι μου΄κανες Τσιρτσώνη

έφαγα τα κορίτσια μου που τανε σαν το χιόνι!”

Απαντά -”ακόμα πίσω η πληρωμή για τα πολλά σου λάθη

είναι τόσα τα κρίματα απ’ τα δικά σου πάθη

Η Δράκαινα
Η Δράκαινα

 

Και πήγανε σε τόπο κοντινό και τακτοποιημένο

που είχενε γέρο βασιλιά σοφό και τιμημένο

Κι ένας τελάλης φώναζε -”ακούσετε μικροί μα και μεγάλοι

«Άγγλοι Γάλλοι Πορτογάλοι Ακούσετε στην Ανατολή ακούστε και στη Δύση

του Δράκου όποιος ημπορεί το κάστρο να πατήσει

και πάρει το ποτήρι του που σαν τον ήλιο λάμπει

θ΄ανοίξει η τύχη του γιατί μες το παλάτι θα΄μπει

Ο βασιλιάς την κόρη του γυναίκα του την δίνει

κι αργότερα τη χώρα του παίρνει αυτός και κείνη!»

 

Ο Τσιρτσώνης αποφασίζει να μπει στον πύργο έχει ο Δράκος ξαπλώσει

αρπάζει το ποτήρι του πριν να το καλονοιώσει…

Ο Δράκος ξυπνάει-” ποιος μπήκε; άνθρωπος μου μυρίζει

τ ΄ολόχρυσο ποτήρι μου ποιος τόλμησε ν΄ αγγίζει;”

Τον βλέπει τον Τσιρτσώνη ο θυμός τονε κεντίζει

θέλει κάθε κομμάτι του να κάνει σαν το ρύζι

Τρέχει πλησιάζει τον μικρό, που πλησιάζει το ποτάμι να πηδήξει στην άλλην όχθη ο Τσιρτσώνης του λέει:

-”Κι αν με φας (απαντά ) τρυπώ την κοιλιά πεθαίνεις!”

Ο Δράκος μιλά φωνάζει:

-” Τι μου΄κανες Τσιρτσώνη έφαγα τα κορίτσια μου που τανε σαν το χιόνι

και τώρα πάλι μου΄κλεψες το πιο όμορφο στολίδι

που ΄φεγγε μες το κάστρο μου στης νύχτας το σκοτίδι!”

Απαντά -”ακόμα πίσω η πληρωμή για τα πολλά σου λάθη

είναι τόσα τα κρίματα απ’ τα δικά σου πάθη”

Και πάλι σταμάτησε ο Δράκος, ο μικρός πήδηξε το ποτάμι,

πήγε στο παλάτι Ο βασιλιάς τον φίλησε του ΄δωσε το πουγγί του

κι αρνήθηκε γυναίκα του να δώσει, το παιδί του.

Είπε πως είμαι μικρός γιαυτό κι άλλαξε γνώμη

και ζήτησε να του φέρει το χαλί του Δράκου ακόμη

Και ξανά ο Τσιρτσώνης στον πύργο θα φανεί

Δράκος κοιμάται πάνω στο χαλί

Αν θα τραβήξω το χαλί σκέφτεται θ΄αναποδογυρίσει

το παίρνω και πριν καλοξυπνήσει…

Κι έτσι το΄κανε…

ο Δράκος νομίζει πως τρέμει η γης κι ο κόσμος γυρίζει…

Όταν καταλαβαίνει λέει -”Μου κλέψαν το στολίδι

του πύργου το πιο μαλακό μεταξωτό στρωσίδι

Και τρέχει να προλάβει τον Τσιρτσώνη πριν τον πιάσει ενώ πολύ σιμώνει:

-”Κι αν με φας τρυπώ την κοιλιά σου και πεθαίνεις!”

Ο Δράκος μιλά φωνάζει:-” Τι μου΄κανες Τσιρτσώνη

έφαγα τα κορίτσια μου που τανε σαν το χιόνι

και τώρα πάλι μου΄κλεψες το πιο όμορφο στολίδι

που ΄φεγγε μες το κάστρο μου στης νύχτας το σκοτίδι

και τώρα πήρες το χαλί μου το πιο καλό στρωσίδι!”

Απαντά -”ακόμα πίσω η πληρωμή για τα πολλά σου λάθη

είναι τόσα τα κρίματα απ’ τα δικά σου πάθη”

Και πάλι σταμάτησε ο Δράκος, ο μικρός πήδηξε το ποτάμι, πήγε στο παλάτι μοναχός Μόλις του πήγε το χαλί στα διαμερίσματα του

ο βασιλιάς εχάρηκε γελούσαν και τ΄αυτιά του

Τον φίλησε και του δωσε φλουριά με το τσουβάλι

του είπε οι παρατρεχάμενοι κι οι βοηθοί του οι άλλοι

συμβούλεψαν να πάει τον Δράκο ζωντανό να φέρει

κι απάντησε ο μικρός θα βρει τον τρόπο που τον ξέρει

-”Μα είναι δυνατό θεριό κι όλους θας σασε φάει

και δεν θα βρίσκεται μετά κανείς να με ρωτάει”

Εθύμωσε ο βασιλιάς και του ΄τρεμε το χείλι

θα τον φυλούν σαν αστακοί στρατιώτες θα ναι χίλιοι

Και πήγε πάλι ο μικρός να κάνει το χατήρι

του βασιλιά η κεφαλή σίδερο και μπακίρι

Εσκέφτηκε σχεδίασε και βρήκε κάποια λύση

Ο Δράκος να παγιδευτεί, να τον να παραπλανήσει

Και μασκαρεύτηκε πολύ φαινότανε σαν γέρος

και πήγε και στον πύργο του – το ήξερε το μέρος

Στον κήπο του βρήκε κορμό που ήταν πολύ μεγάλος

και με μανάρι τον έκοβε σαν να΄ταν κάποιος άλλος…

-” Γκαπ Γκουπ ,εφώναζε ,παλιοΤσιρτσώνη πάρε

Γκαπ γκουπ βρε παλιοτόμαρο καλα΄του΄καμες Χάρε!

Ο Δράκος μόλις ξύπνησε βλέπει τον ξυλοκόπο

και θυμωμένος του μιλά , δεν ξέρει κι άλλο τρόπο

-” Τι κάνεις βρε παλιόγερε ποιος σου΄δωσε την άδεια;

Ο γέρος γρήγορ΄ απαντά τρέμει η φωνή του σαν μιλά:

-”Τι να σου πω αφού΄ψαξα στα δάση στα λιβάδια

δεν τα κατάφερα να δω κορμό που να μου κάνει

που να χωρά τον πιο κακό, που τώρα έχει πεθάνει.

Έναν της φύσης άχρηστο πολύ κακοτερένιο

απόβρασμα που΄χε κακό χέρι και σιδερένιο”

Ο Δράκος πάλι ρώτησε : -” Πως λεν το μακαρίτη;”

ο Γέρος τώρα ψύχραιμα: -” Τον άθλιο κοπρίτη Τσιρτσώνη

τον φωνάζανε κι ήτανε σαν μαϊμούνι

κοντός που τα κορδόνια του φτάνανε το πυγούνι …

Να φανταστείς πως κάποτε τον έφαγε ένας Δράκος

και την κοιλιά του τρύπησε σαν να ταν άδειος σάκος…”

… Πολλοί φοβούνται πως αυτός αν είναι γραντισμενος(3)

από τον τάφο του θα βγει κι ας είναι αποθαμένος

Γι αυτό το σιδερόδεντρο ευρήκα που φυτρώνει

στον κήπο σου και θα θελα κάποιος να μου συντράμει

μέσα στην κάσα τίποτα να μην μπορεί να κάμει”

-”Θα βοηθήσω τον κορμό θα τονε καθαρίσω

με το σκερπάνι σκάβω τον, μετά καπάκι αρχίζω

λέει ο Δράκος και πολύ γρήγορα το τελειώνει

κι ο γέρος μέσα βάζει τον και μετά το καρφώνει

“Άφησε το καπάκι πιο καλά να το καρφώσω

να δω αν είναι δυνατό πριν τον Τσιρτσώνη χώσω

στη δύναμή σου μοιάζει αυτός ας είναι και μπασμένος

στ΄ αθλήματα τα πιο σκληρά καλά ναι μαθημένος”

Ο Δράκος δεν κατάλαβε θέλει πολύ ακόμα

πως κλείστηκε οριστικά στο ξύλινο το στρώμα

-”Εμπήκα μέσα και καθόλου δεν φοβούμαι…

μά τέλειωσε το κάρφωμα να μην καθυστερούμε” …

…Μα βγάλε μου το σκέπασμα να πάρω μιαν ανάσα

πολύ στριμώχτηκα σ΄αυτήν τη νεκρική την κάσα..

Στην τρύπα σαν τον άρκαλο να μεχουν ταπωμένο…”

Ο γέρος αμέσως απαντά: “-σ έχω φυλακισμένο…”

ο κλεισμένος λέει του: “τελώνι ξυπασμένο

γιατί με φώναξες που μ΄είδες που με ξέρεις;

-” είμαι ο Τσιρσώνης τρυγητή θέλησες να με φέρεις “

ο γέρος συνεχίζει ” υπομονή στο παλάτι σε πηγαίνω

λίγο ακόμα στον κορμό θα σε έχω καρφωμένο”

Ο Δράκος παραπονιέται: -”…αλίμονο πνεύμα με κυνηγάει

πως να γλιτώσω τι να πω που δεν με παρατάει

Ώφου και κακοντόπαθα…

τι μου΄κανες Τσιρτσώνη

έφαγα τα κορίτσια μου

που τανε σαν το χιόνι

και πήρες το ποτήρι μου κι ύστερα το χαλί μου

τώρα στην κάσα μ΄έβαλες και θέλεις τη ζωή μου;”

-”Επλήρωσες για τα πολλά τ΄ απαίσιά σου λάθη

ήταν τόσα τα κρίματα και τα δικά σου πάθη

Μα το παιγνίδι τέλειωσε ξόφλησες τα σπα σμένα

τίποτα για να φοβηθείς δεν έχεις από μένα”

Ο Τσιρτσώνης τον ησύχασε τον πήγε στο παλάτι

Κι έσκυψε μπρος τον βασιλιά και του ΄πε και σπολάτι

Κι αυτός τον υποδέχθηκε -”Καλώς το παλικάρι

τον Δράκο , μας τον έπιασες – δεν σου κανε τη χάρη;”

-”Μπροστά σας είναι εδώ στην ξύλινη την κάσα

τον στρίμωξα τόσο πολύ δεν παίρνει μιαν ανάσα”

Απάντησε ήσυχα ο μικρός κι ο βασιλιάς σκερπάνι

διάταξε να φέρουνε να ν΄ανοιξουν μάνι μάνι…

Του΄πε ο μικρός -”σκέψου λίγο σταμάτα

να μην τ΄ ανοίξουνε και βγει στης αγορά τη στράτα

Γιατί θα τρώει στη σειρά μικρούς μα και μεγάλους…”

-”Ανοίξτε το λέει ο βασιλιάς αυτό δα παραπάει…”

Εμένα αφήστε με να φύγω αν και φοβάται να με φάει…

είπε ο μικρός και πήρε την πριγκίπισσα και πάει

Η μικρή πριγκιπέσα
Η μικρή πριγκιπέσα

Το παραμύθι μας αυτό εδώ λοιπόν τελειώνει

τα φώτα όλα κλείσανε το σκότος σαν σεντόνι

ετύλιξε τους άρχοντες τους παραγιούς την πόλη

δε ξέρουμε αν χαθήκανε ή αν σωθήκαν όλοι

Ο Δράκος ήταν ζωντανός ή πέθανε στην κάσα

αφού στριμώχτηκε πολύ δεν έπαιρνε μια ανάσα;

Κανένας δεν μπορεί να πει δεν έμαθε δεν ξέρει

το μόνο που έγινε γνωστό: βρήκε ο μικρός μας ταίρι

εφύγανε κι επήγανε μακριά απ το παλάτι

από τα πλούτη τσ΄αρχοντιές προτίμησαν αλάτι

να τρώνε και ξερό ψωμί και να χουν στην καρδιά τους

αγάπη μέχρι τα πολύ βαθιά γεράματά τους

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

Το παραμυθι αυτό γράφτηκε στην πενταετια 1990 -1995 σε μορφή θεατρικού διαλόγου, διορθώθηκε από τον Δημήτρη Ξηριτάκη και τυπώθηκε πρόχειρα σε 30 αντίτυπα. Περίληψη παρουσιάζεται στις 12.3.2018

Δημήτρης Ξηριτάκης, γείτονας και φίλος του Νίκου Βιδάκη
Δημήτρης Ξηριτάκης,Πλατεία διακστηρίων (Δασκαλογιάννη)2002(;)

 

ΕΙΚΟΝΕΣ: Σπύρος και Βασίλης Ζ.

ΕΥΧΕΣ ΓΙΑ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΚΑΘΕ ΑΡΡΩΣΤΙΑΣ ( ΔΕΗΣΙΣ ΑΓΙΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ)

Κρητική Σχολή 16/ος αιώνας, η ζωγραφική έχει βυζαντινή -αλλά τελείως ανανεωμένη- τεχνοτροπία. Η Αναγέννηση, σφραγίζει και την θρησκευτική ορθόδοξη τέχνη.
Κρητική Σχολή 16/ος αιώνας.

Ενα μικρό βιβλιαράκι του 1965( Ηράκλειο Βιβλιοχ. Φουντουλάκη), πεταμένο στα σκουπίδια, χαρτί ευτελές, σελιδες  15-τίτλος : ΔΕΗΣΙΣ ΑΓΙΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, το αντιγράψαμε προσεκτίκα – υπότιτλος ΠΡΟΣ ΙΑΣΙΝ ΠΑΣΗΣ ΝΟΣΟΥ.στη  θέση ονόματος, διαλέξαμε τον Μιχάλη, για τον φίλο που δέχεται τώρα την επίθεση μιας βάναυσης κι ανελέητης ασθένειας –

 

από αγιογραφία Κρητικής Σχολής
από αγιογραφία Κρητικής Σχολής

 

Δέσποτα Κύριε Παντοκράτωρ Άγιε Βασιλεύ ο παιδεύων και μη θανατών, ο υποστηρίζων τους καταπίπτοντας και Θεός πάσης παρακλήσεως, ο μη βουλόμενος είδε τον άνθρωπον νωθρόν και σκυθρωπόν αλλ΄ ιλαρόν αυτός και τον δούλον σου Μιχάλη τον εν ασθενεία περιπεσόντα και εν αθυμία πάση γενόμενον ανάστησον, οικτειρον και μη παρίδης αυτόν σβέσον τον πυρετόν, πράϋνον το άλγος και πέλλασον την αθυμίαν, ο την πενθεράν του Πέτρου παρέσσουσαν και δεινώς παάσχουσαν λυτροσάμενος, αυτός αθάνατος βασιλεύ , πάρεσο και επί τον δούλον σου Μιχάλη , πράυνον το άλγος και την νόσον, του σώματος ο τον κορυφαίον απόστολόν του Πέτρον , δι αγγέλων εξαγαγών των δεσμών της φθοράς, ο τον κήρυκα της αληθίας Παύλον τον Απόστολον ρυσάμενον εκ της του Νερωνος πανουργίας, αυτός και τον δούλον σου Μιχάλη της συνεχούς οδύνης απάλλαξον,ο τον επιστήθιον φίλον σου αγαπημένον Ιωάννην τον θεολόγον ρυσάμενον εκ της εν Πάτμω εξορίας, ο τον ταπεινόφρονα Νώε, εκ του φρικτού πανωλεθρίου κατακλυσμού διασώσας, ο τον δικαιότατον κα ξενοδόχον Αβραάμ ρυσάμενον εκ πάσης θλίψεως και οδύνης-

 

Scan 2

 

 

Ο τον μυρίαθλον Ιώβ εκ της κοπρίας αναστήσας – αυτός ανάστησον και τον δούλο σου Μιχάλη, εκ της περιεχούσης αυτόν σωματικής ασθενείας, ο τον δικαιότατον και νομοδότην Μωϋσήν καλέσας όπως λυτρώσει το Ισραήλ εκ της κακίστης πονηράς δουλείας του φαραώ, αυτός και τον δούλον σου Μιχάλη ελευθέρωσον, σβέσον τον πυρετόν, πράϋνον το άλγος, και πάσαν ασθένειαν πονηράν εκδίωξον απ΄αυτού και έγειρον αυτόν εκ της κλίνης οδυνηράς και εκ της στρωμνής κακώσεως, ο τον Ιακώβ εκ της εκδικήσεως του αδερφού του Ησαύ διασώσας ο τον τυφλόν ομματώσας και το φως αυτώ χαρισάμενος, ο τον Ιωσήφ Πάγκαλον εξ αδελφοκτόνων και πονηρών σχεδίων διασώσας, ο τον πάνσοφον και θαυμαστόν προφήτην του Δαυϊδ εκ των χειρών Σαούλ και Γολιάθ διαφυλάξας αυτός και τον δούλον σου Μιχάλη, τον εν ασθενεία κατακείμενον και το έλεος σου επικαλούμεν.

 

Scan 4
Εικόνα Κρητικης Σχολής

 

Κύριε,ελέησον οίκτηρον και μη παρίδης αυτόν α ν ά σ τ η σ ο ν και διαφύλξον από παντός κακού , ο τον δικαιότατον και θαυμαστόν Δανιήλ τον προφήτην εκ της φοβεράς οργηε των λεόντων δισφυλάξας ο τον Ιερεμίαν εκ του ζοφερού λάκκου αφαρπασας ο τους τρεις παίδας Ανανίαν Αζαρίαν και Μισαήλ εκ της επικαύστου και φοβεράς της καμίνου φλογός ρυσάμενον και το πυρ εις δρόσον μεταβαλώναυτός και τον δούλον σου Μιχάλη της συνελθούσης οδυνης απάλλαξονο του τυφλού τα όματα φωτίσας, ο τον λεπρόν ιάσας, αυτός ανάστησον ζωοποίησον και τον δούλον σου Μιχάλη και μη αποδόσεις αυτώ κατά τας αμαρτίας αυτού φιλάνθρωπε Κύριε ο τον παράλυτον δι ενός μόνου λόγου στηρίξας

 

Εκκλησάκι στην παραλία Αγιάς Ρουμέλης (Άγιος Παύλος;)7.6.2015
Εκκλησάκι στην παραλία Αγιάς Ρουμέλης (Άγιος Παύλος;)7.6.2015

 

0 την αιμορροούσαν ιασάμενος ο τον δαιμονιζόμενον θερααπεύσας εκδιώξας το δαιμόνιον λεγεών Αυτός Δέσποτα φιλάνθρωπε πάρεσο δυσωπήθητι κι ευσπλαχνίθητι, ως ελεήμων και μακρόθυμος και μη κατατάξεις αυτόν εις τους αδοξούντας. Άγιοι τρεις παίδες της καμίνου σβέσαντες και Άγιοι επτά παίδες εν Εφέσω εκ νεκρών αναστάντες , βοηθήσατε τον δούλον του Θεού Μιχάλη Άγιοι έννέα μάρτυρες οι εν Κυζίκο θαυματουργούντες , βοηθήσατε τον δούλον του Θεού Μιχάλη, Άγιοι Δέκα μάρτυρες οι εν Κρήτη τελειωθέντες , βοθήσατε τον δούλον υου Θεού Μιχάλη, Άγιοι τεσσαράκντα μάρτυρες οι εν Σεβαστεία τη λίμνη μαρτυρήσαντες βοηθήσατε τον δούλον του Θεού Μιχάλη, Άγιοι τριακόσιοι δέκα και οκτώ θεοφόροι πετέρες οι εν Νικαία τη πόλει θαυματουργούντες, βοηθήσατε τον δούλον του Θεου Μιχάλη, άγιοι μύριοι άνδρες οι εν θείω λόγω τελειωθέντες , βοηθήσατε τον δούλον του Θεού Μιχάλη, Άγιε Θεράπων ο εν Σμύρνη βοήθησον τον δούλον του Θεού Μιχάλη, Άγιε εν Κυρίω Ιουλιανέ, βοήθησον τον δούλον σου Μιχάλη, Άγιε Λαμψάκου Παρθένιε, βοήθησον τον δούλον του Θεού Μιχάλη , Άγιε εν Τριπόλει βοήθησον τον δούλον του Θεού Μιχάλη,Άγιε εν Θεσσαλονίκη Δημήτριε , βοήθησον τον δούλον του Θεου Μιχάλη, Άγιοι Ανάργυροι, Κοσμά και Δαμιανέ, Κύριε και Ιωάννη, Παντελεήμων Ερμόλαε, Σαμψών κια Διόληδες, Μώκιε κσι Ανίκητε, Θαλαλεέ και Τρύφων βοηθήσατε τον δούλον του Θεού Μιχάλη, Άγιοι οι εν τη Εδέσση τη πόλει ομολογηταί Γουρία και Ασμωνά κι  Άβυσε , οι την κόρην αφαρπάσαντες και προς την πατρίδα αναγαγόντας, βοηθήσατε τον δούλον του Θεού Μιχαλη, Άγιε Ακίνδυνε πρόφθασον και βοήθησον τον δούλον του θεού Μιχάλη,

 

 

Τωτογραφία από το εργαστήριο του Μιχάλη Βασιλάκη 2011
Εικόνα από το εργαστήριο του Μιχάλη Βασιλάκη 2011

 

Άγιε ΅Ελπιδοφόρε ανάστησον τον δούλον σου Μιχάλη και βοήθησον αυτόν. Άγιε ανεμπόδισε μη παρίδης αλλά βοήθησον τον δούλον σου Μιχάλη Αγιε εν Σινά τω όρει Αγαπητέ, βοήθησον τον δούλον του Θεού Άγιε Ανδρόνικε συν τη Αθανασία βοηθήσατε τον δούλον του Θεού Μιχάλη Άγιε ο εν τη Πάτμω Ιωάννη Θεολόγε βοήθησον τον δούλον του Θεού Μιχάλη άγιε ο εν Ρώμη Πέτρε, βοήθησον τον δούλον του Θεού Μιχάλη,Άγιε ο εν τη Δαμασκώ Παύλε βοήθησον τον δούλον του Θεού Μιχάλη,Άγιε Ανδρέα καιοι έτεροι δώδεκα και εβδομήκοντα Απόστολοι, προφθάσατε και βοηθήσατε τον δούλον του Θεού Μιχάλη, Άγιοι τέσσαρες ευαγγελισταί Ματθαίε, , Ιωάννη, Λουκά και Μάρκε προφθάσατε και βοηθήσατε τον δούλον του Θεού Μιχάλη,Άγιοι τέσσαρες μάρτυρες οι εν Ρεθ΄μνη μαρτυρήσαντες, βοηθήσατε τον δούλον του Θεού Μιχάλη,

 

Scan 5
Εσταυρωμένος, Κρητική Σχολή

 

Άγιε εν Μύροις Μέγα Νικόλαε βοήθησον τον δούλον του Θεού Μιχάλη, Άγιε εν Καισαρεία τη πόλει ουρανοφάντωρ Βασίλειε βοήθησον τον δούλον του Θεού Μιχάλη, ,Αγιε και θαυματουργέ Γρηγόριε ο της μεγάλης Αρμενίας βοήθησον τον δούλον του Θεού Μιχάλη, Άγιε εν Κύπρω Επιφάνειε πρόφθασον και βοήθησον τον δούλον του Θεού Μιχάλη,άγιε Ιω΄ννη Χρυσόστομε επισκίασον και βοήθησον τον δούλον του Θεού Μιχάλη, Άγιε Σπυρίδων Τριμυθούντος πρόφθασον και βοήθησον τον δούλον του Θεού Μιχάλη, Άγιοι Όσιοι Λούκιε , Φιλίμων και Καλλίνικε, πρόφθασον και βοηθήσατε , άγιοι μάρτυρες Ευστάθιε και Αγαθόνικε, βοηθήσατε άγιε Μηνά Βίκτωρ και Βικέντιε βοηθήσατε άγιε ιερομάρτυς του Χριστού Χαράλαμπος, πρόφθασον και βοήθησον, , άγιοι όσιοι Αντ΄βμιε, Ευθύμιε Σάββα ηγιασμεν Ονούφριε, Αρτέμιε, καθηγηταί της ερήμου προφθάσατε και βοηθήσατε, άγιοι όσιοι θαυματουργέ Τίτε και Νικήτα προφθάσατε και βοηθήσατε, άγιε προφήτα Ιερεμία βοήθησον. Άγιοι Αθανάσιε και Κύριλλε πατριαρχαι Αλεξανδρείας βηθήσατε Άγιε Ιακώβ βοήθησον,άγιε Ιγνάτιε και μακάριε βοηθήσατε , άγιε Γεράσιμε και Βενέδικτε βοηθήσατε , άγιοι Αμβρόσιε και Θεόφιλε βοηθήσατε άγιοι Γερμανέ και Μεθόδιε βοηθήσατε , άγιοι Σωφρόνιε και Φιλόθεε βοηθήσατε ,άγιοι Ευσέβιε και Πορφύριε βοηθήσατε , ‘αγιοι Μητροφάνες και Μαρτυμιανέ βοηθήσατε, άγιοι Μελέτιε και Νικηφόρε βοηθήσατε , άγιοι Αγάπιε και Επιφάιε βοηθήσατε , άγιοι Βαρνάβα και Αδελφόθεε και Ιακωβε βοηθήσατε άγιοι Βλάσιε και Κλήμη, Φιλήμων και Φιλάρετε , βοηθήσατε, άγιοι τρισχίλιοι και εξακόσιοι βοηθησατε , άγιοι Διονύσιε και Νεόφυτε βοηθήσατε , άγιοι Ελευθλεριε και Πατρίκιε βοηθήσατε, έγιοι Μάξιμε και Γερόνυτιε προφθλασατε και βοηθήσετε Άγιε Κωνσταντίνε συν τη μητρί Ελένη βοηθήσατε, Αγία Ανστασία φαρμακολύτρια , βοηθήσον, αγία Μεγαλομάρτυς Βαρβάρα, βοήθησον, αγία πρωτομάρτυς Θέλκα και Θεοφάνη εν Κωνσταντινουπόλει βοηθήσατε αγάι Ειρήνη και Κυριακή βοηθήσατε, αγία εν Σινά τω όρει Αικατερίνη βοήθησον,αγία Μαρία και Μάρθα αδελφαί του Λαζάρου βοηθήσατε, άγιε Ιωάννη Προφήτα και Πρόδρομε και Βαπτιστά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού βοήθησον, άγιοι Πατέρες Απόστολοι, Προφήτες και Μάρτυρες όσιοι και δίκαιοι προφθασατε και βοηθήσατε τον δούλον του Θεού Μιχάλη …

Κ.Παρθένης: Ανάσταση, η ζωγραφική γίνεται Θρησκευτική Τέχνη, χωρίς να μειώνεται η αισθητική της αξία
Κ.Παρθένης: Ανάσταση.

Πάσαι αι ουράνιαι δυνάμεις των αγίων αγγέλων, αρχαί, εξουσίαι, τα πολυόματα Χαιρουβίμ και εξαπτέρυγα Σεαρφείμ, οι ακατάλυτοι δυνάμεις του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, προσπέσατε και δυσωπίσατε τον μόνον υπεράγαθον Θεόν ημών όπως δω την ίασιν τω δούλω του Θεού Μιχάλη και η απ ΄ουρανού εξήλθεν η ασθένια αυτού ή απ αστέρων ή ζωφεράς νεφέλης, ή από αστραπή ή από σεισμού ή από συμπτώματος, ή από ορέων ή κοιλάδων, ή φάραγγο ή κλιτύος ή βουνού ή πεδιάδος, ή λαγκάδος ή λίθου, ή ύδατος ή αγρού ή κήπου, ή διόδου(διστράτου) ή τριόδου (τριστράτου) ή ‘ενδοθεν ή έξωθεν , ή απ΄αυλής φούρνου, ή τροχαλου ή θύρας ή θυρίδος ή ανωγείου ή κατωγείου, ή άλων, και ήλθε πειράσσοι τον δούλον του Θεου Μιχάλη,από φθονερών μάγων δι έριον φθόνου και καταλαλιάς, ή από φθορέων εχθρών, ή από οφθαλμών βασκανίας, ή από πάσης άλλης συμφοράςξαφνικά επερχομένη οίον πρίξιμον καρδιόπονος,κεφαλόπονος ή κουτσάγρα, ή από δαιμονίων φανταστικών ή πνευμάτων ακαθάρτων εν τοις όρεσιν κατοικουν των Νεράϊδων από εναερίων τελωνείων ελθόντων αδικαέισαι τον δούλον του Θεού  Μιχάλη

 

Αγιογραφία του Βασιλάκη, από αρχείο ΑΛΚΜΑΝ
Αγιογραφία του Βασιλάκη, από αρχείο ΑΛΚΜΑΝ

 

 ή κεφαλόπονον εστί ή νόσος,οδοντόπονος, δισουρίας,ή ζωχάδες, στροφάντερος, αρμόνομος, ή τσίμπημα, η πολυυπνία, εξορκίζω υμάς κακοποιά δαιμόνια όπου κι αν είσθε κατακείμενα,και αδικείτε τον δούλον του Θεού  Μιχάλη, ίνα αναχωρήσετε κι  απέλθητε εις τα άγρια όρη εις τα άκρα των κρημνών, εις γην άνυδρον, έρημον και αγεώργητον, όπου άνθρωπος ουκ εστίν, έιτε εις τας τρίχας του πάσχοντος τούτου ευρίσκεσθε, έιπτε εις τον νουν του είτε εις το κρανίον,είτε εις το μέτωπον, είτε εις τας μήλιγγας αυτού, έιτε εις τα βλέφαρα, είτε εις τας φρένας, ή την ρίνα, την ράχην, τους ώμους, τας πλάτας, το στήθος είτε εις τους πνευμονας, την καρδίαν, , το στόμα ή τους οδόντας, τον τράχηλον, τον ομφαλόν, το υπογάστριον, τα γόνατα ή τους πόδας, είτε τους αστραγάλους και ονυχας, ή εις αρμόν ή όπου αλλού του σώματός του

Εσταυρωμένος, 20ος αιώνας Σαλβαδόρ Νταλί
Εσταυρωμένος, 20ος αιώνας Σαλβαδόρ Νταλί

 

Εξορκίζω υμάς, εις τα άχραντα πάθη του μεγάλου ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Εξορκίζω υμάς εις την Δέσποινα Μαρίαν Θεοτόκον. Εξορκιζω υμας εις άπαντας τους αγίους προφήτας και αποστόλους μάρτυρας και οσίους. Εξορκίζω υμάς εις τον κρεμάσαντα την γην επί των υδάτων και τον θεμελιώσαντα εις τους ουρανούς. Εξορκίζω υμάς εις τον θρόνον του Θεού τον φοβερόν. Εξορκίζω υμάς εις τας μακαρίους δυνάμεις των αϋλων ταγμάτων. Εξορκίζω υμάς εις τους τέσσαρας Αρχαγγέλους Μιχαήλ Γαβριήλ, Ουρουαήλ και Ναφήλ. Εξορκίζω υμάς εις τους 24 πρεσβύτερους τους λειτουργούντας εις τον θρόνον του Θεού. Εξορκίζω υμάς εις τους 12 Αποστόλους, ίνα εξέλθητε και αναχωρήσητε πάντα τα ακάθαρτα πάθη πάντα τα πονηρά πάθη, και πάντα τα πονηρά πνεύματα, από τουν δούλον του Θεού  Μιχάλη και δος Κυριε αυτώ υγείαν, ζωή, ειρήνην και μακροημέρευσιν ίνα δοξασθή το Πανάγιον όνομά Σου του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος Αμήν.

sunset-111920_960_720  

ΠΑΓΝΗ, 30.6.2018

Ο ήλιος δύει τα δέντρα ακίνητα

το γρασίδι αδιάφορο

δεν γίνεται τίποτα

Ο Μιχάλης Φ. φεύγει αργά αλλά σίγουρα

και δεν θα ξανάρθει

Οι ευχές  είναι εξορκισμός και τιμωρία

γι αυτούς που μένουν

 

Όμως είναι βάλσαμο…

Η ύλη υποχωρεί ο λόγος μένεο άφθαρτος

αιώνες πολλούς

ΒΟΗΘΑ ΘΕ ΜΟΥ…

Ηράκλειο 30.6.2018 απόγευμα 8μμ

 

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ: Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΤΖΙΝΙ ΜΑΝΤΣΙΝΙ

Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΤΖΙΝΙ ΜΑΝΤΣΙΝΙ

Ενθύμηση της συντροφιάς μιας άλλης εποχής : της Ελένης και της Κάτιας Στεφανάκη (Σύρρου) Της Πόπης Καμάρη & της Μιμίκας Καραχάλιου της Ελένης Βενιεράτου

Scan

Περνούν τα χρόνια κι έρχονται κι άλλα, δε σταματάνε

Του κύκλου τα γυρίσματα πάνω και κάτω πάνε

Τυλίγουν, δένουνε κλωστές σε καλαμένι’ανέμη

Δώσε της κλώτσο ν’αρχινά σα να φυσούν ανέμοι…

Μια βάβω εκατόχρονη ζούσε σε ένα καλύβι με ψωμί χωρίς αλάτι

πέρασαν οι μήνες έτρωγε βλαστούς και ρίζες –

κι είχε πάντα πείνες

κάποια μέρα μια γυναίκα έφερε φάβα χρυσωμένη

για να στήσει το τσοουκάλι και να φάει η καημένη

 

έβρασε τη φάβα βρήκε και τ΄ αλάτι

λαχταρούσε μήνες να βρεθεί χορτάτη

σκέφτηκε να βρει ένα μέρος που να της ταιριάζει

χρυσαφένια η φάβα θησαυρός της μοιάζει πήρε το τσικάλι

(πήλινο)και σε κήπο πάει στη σκιά να κάτσει να την καλοφάει

δυο κορίτσια παίζανε και πάει ένα πετραδάκι το τσουκάλι σπάει !

θύμωσε η βάβω έγινε θηρίο είδε

μια μικρούλα από αυτές τις δύο Είπε:

– “ Την κατάρα μου τάχ(ι) μου να σέρνεις

Εφτά χρόνια κι εφτά μήνες να τον περιμένεις

 

Τζίνι τονε λεν Μαντσίνι, τον που θ’αγαπήσεις

Αυτό που παθα θα πάθεις, άλλον μη ζητήσεις

(κλαίει και οδύρεται)
Ούτε μια μπουκιά στο στόμα,

χάθηκεν η φάβα
Πολλούς μήνες καρτερούσα

..
(προς τον εαυτό της)…. Πείνα τώρα τράβα.

Η μικρή ζητά συγνώμη για να μαλακώσει

μα η γιαγιά με τίποτα δε θα ξεθυμώσει :

-” Την κατάρα μου βρωμιάρα τάχ(ι) μου να σέρνεις

Εφτά χρόνια κι εφτά μήνες να τον περιμένεις…

(παίρνει ανάσα)

Τζίνι τονε λεν Μαντσίνι, τον που θ’αγαπήσεις

Αυτό που παθα θα πάθεις, άλλον μη ζητήσεις

Άσπρο χιόνι στη θωριά του και κατάμαυρα μαλλιά

Κι οι καμάρες των φρυδιών του, από κόρακα φτερά.
 

Κόκκινα τα μάγουλά του, αίμα στάζουνε λαγού

Και τα μάτια και τα χείλια παίρνουνε καρδιά και νού.”

Κεραδοπούλα και Βάβω...
Κεραδοπούλα και Βάβω…

Είπε η βάβω και θα εξαφανιστεί

λες κι άνοιξε η γη να την καταπιεί

Κι όσο και να ΄ψαξε η μικρή που λεν Μικρή Κυρία

δεν βρήκε τον Μαντσίνι της ας ψάχνει με μανία

Κι ούτε μπουκιά στο στόμα της δε βάζει κι ούτε πίνει

Το γάλα που κάθε πρωϊ ‘τοιμάζουμε για κείνη.

Ο πατέρας της έφερε το μαγικο ανήλιαγο πουλό
Ο πατέρας της έφερεκαι λόουναπ τη Δύση

Κάποιοι ντοτόροι ξακουστοί, προτείναν στον πατέρα

Να φέρει παιγνιδάτορες να παίζουν κάθε μέρα

Μα τίποτε δεν έγινε κι ας ήτανε μαστόροι

Και τα’άψυχα ζωντάνευαν μ’αδιαφορούσε η κόρη.

Βαρύ μαράζι και χτικιό την έχουνε χτυπήσει

Δε γέλασε κι ας ήρθανε και κλόουν απ’τη Δύση.

Κι όταν ο Μόλας έστησε μπερντέ του Μαυρομάτη

(του Καραγκιόζη δηλαδή) δε γέλασε κομμάτι.

Ο αφέντης που γυρνά παντού και ψάχνει και ρωτάει

Ποιος ημπορεί την κοπελιά να κάνει να γελάει.

Του κάκου τρέχει και σκορπά τα πλούτη του τα τόσα΄

Όταν κανείς χάσει το νου δεν ωφελούν τα γρόσα.

Βαρύ μαράζι και χτικιό την έχουνε χτυπήσει

Δε γέλασε κι ας ήρθανε και κλόουν απ’τη Δύση.

Ο κύρης της γυρνά παντού και ψάχνει και ρωτάει

Ποιος ημπορεί την κοπελιά να κάνει να γελάει.

Του κάκου τρέχει και σκορπά τα πλούτη του τα τόσα

Όταν κανείς χάσει το νου δεν ωφελούν τα γρόσα.

Της έφερε το μαγικό πουλί απ’το Πλατύ σοκάκι

Είναι το πιο παράξενο πουλί μέσα στη φύση

Αν δει πως παίζει και γελά, ο πόνος θα την αφήσει

Αρχίζει το μαγικό,πουλί: Κόκκινη κλωστή δεμένη

στην ανέμη τυλιγμένη

Δος της κλώτσο να κινήσε

ι παραμύθι ν’ αρχινίσει

Μα το κορίτσι δεν αντιδρά…

 

Ας της χορέψω, τέλειωσα τα λόγια, δεν μπορούνε

Ότι έχω μέσα στην καρδιά να δείξουνε να πούνε…

(Το πουλί χορεύει, μέχρι που εξαντλείται,  δεν θ’ αργήσει
να πέσει αναίσθητο στα πόδια της μικρής. Σαν να ξυπνά από λήθαργο το κορίτσι , νομίζει ότι πέθανε)

Το πουλί κι η Κεραδοπούλα ταξιδεύουν
Το πουλί κι η Κεραδοπούλα ταξιδεύουν

:
-” Κακόμοιρο δεν έφταιξες, σε πήρα στο λαιμό μου…

(Συνέρχεται στην αγκαλιά της κοπέλας)

Μίλα μικρή μου, μίλα μου, ποιος πήρε τη φωνή σου

Τι σου’σβησε το γέλιο σου την καλή διάθεσή σου;

Η Κεροδοπούλα απαντά:
-”Πολύ μικρή τα βάσανα τσ’αγάπης μ’εγεμίσαν

Κι είναι το ποιο παράξενο, πως δεν τονε γνωρίσαν

Ακόμα τα ματάκια μου, αυτόν που με τρελαίνει

Στο νου μου τον ζωγράφισαν με χρώμα που δε βγαίνει.

Μια γριά τον έβαλε βαθειά, μες της καρδιάς το φύλλο

Τζίνι Μαντσίνι τονε λεν, κανείς δεν τονε φτάνει

στη χάρη και την ομορφιά, αρχοντογεννημένος

μα σ’άγνωστο και μακρινό παλάτι ξορισμένος.

Χίλιους ανθρώπους ρώτησα, στην αγορά, στην πιάτσα

Κανένας τους δεν ήξερε τη χώρα και τη ράτσα

Ή τη φυλή και λαό που ζει και διαφεντεύει

Λες και δε βρίσκεται στη γη, στα νέφη βασιλεύει.

UALORH-0096
Τζίνι Μαντσίνι τονε λέν, στη Μάντζα βασιλεύει…

Το πουλί καλά τον ξέρει: -”Τον Τζίνι σου ξέρω καλά, που βρίσκεται, τι κάνει

Στο ξακουστό παλάτι του, το δρόμο που σε βγάνει.

Είναι μακρύς και δύσβατος ο δρόμος μας καλή μου

Από στεριές και θάλασσες κι εκτάσεις της ερήμου.

Στα βάθη της Ανατολής, τις διαταγές του δίνει

Κι όταν το Μέγα Σινικό περάσουμε μπεντένι

Απ’το παλάτι θα φανεί καπνός ψηλά να βγαίνει.

Γιατί τα’αρέσει να γλεντά να τρώγει και να πίνει

Με φίλους που’χει μπιστικούς ο βασιλιάς Μαντσίνι

 

Scan 3
Σταμάτησαν στο μπαλκόνι (βεράντα)

 

Κι έφτασαν πριν μπει στην τραπεζαρία κι η Μικρή Κυρία συλλογίζεται:

-“Μα τρέμω και κτυπά η καρδιά, τ’άγνωστο με φοβίζει

αν είναι τ’ονειρεύτηκα ποιος ξέρει ποιος γνωρίζει;

Το μέρος σαν φανταστικό τα δέντρα το παλάτι

Σαν να’ναι των παραμυθιών της Νένας μου κομμάτι

(μπαίνει στην τραπεζαρία, δεν είναι κανείς,
κοιτάζει έκπληκτη τον πλούτο και την πολυτέλεια)

Σαν αίθουσα για φαγητό και σαν σαλόνι μοιάζει

χαλια μεταξωτά παντού τραπέζια με τοπάζι

Τι να’χει τούτο το πιατί, χορταρικό ή ψάρι;

Ας φάγω τώρα μια μπουκιά
(δοκιμάζει)
τι νοστιμιά και χάρη.

(συλλογίζεται, αναρωτιέται)

δεν προλαβαίνω ακόμα
να δω εκείνον που ποθώ, ειν’η ψυχή στο στόμα

(Γυρίζει στο παράθυρο που την περιμένει το πουλί)

Ας φύγουμε κι αύριο είναι μέρα,

είπε η Κεραδοπούλα 
Το πουλί εξήγησε, πως δεν μπορει να ζήσει τη μέρα:

_”Το φως όμως η φύση μου το ξέρεις δεν αντέχει

Το σπίτι του πατέρα σου πάρα πολύ απέχει.

Θα βρούμε λίγο πιο κοντά απ’τη δική μας χώρα

Ένα σπηλιάρι σκοτεινό να κοιμηθούμε τώρα.

Γνωρίζω μια βαθιά σπηλιά…βράδυ ξαναγυρνάμε

Η Μικρή Κυρία ξαναμπαίνει την επομένη νύχτα:

-”Γνωστό το μέρος φαίνεται, δεν έχει λάμψη τόση

Ο πλούτος που με θάμπωσε σα να’χει πια θαμπώσει

(δοκιμάζει τα φαγητά)
(δοκιμάζει τα πιοτά)

Πως τρέμουν τα πόδια μου και λαχταρά η ψυχή μου

Αν είναι τώρα και φανεί θα σβήσει την πνοή μου

(Φεύγει τρεχάτη, επιστρέφει στο πουλί)

Το πουλί, την παίρνει και φεύγουνε πάλι.

-”Υπομονή μικρούλα μου, ας πάμε στη σπηλιά μας

Κι αύριο ξαναρχόμαστε, είν’ο καιρός μπροστά μας”

(Φεύγουν όπως την προηγούμενη φορά για την σπηλιά,ξαναγυρίζουν το άλλο βράδυ) Μισάνοιχτη μου φαίνεται η πόρτα, που να βγαίνει;

Στο χωλ ή σε δωμάτιο ή στο λουτρό πηγαίνει;

(Πλησιάζει ρίχνει μια ματιά)

… (πλησιάζει το κρεβάτι,, ο Τζίνι είναι ξαπλωμένος και φαίνεται να κοιμάται)

-”Χιόνι βλέπω στη θωριά του και κατάμαυρα μαλλιά

Τα καμαρωτά τα φρύδια, από κόρακα φτερά

Κόκκινα τα μάγουλά του, αίμα στάζουνε λαγού

Κι αν ανοίξουνε τα μάτια, θα μου πάρουνε το νου”

-”Είμαι ο Μαντσινι ζωντανός, κορίτσι μη φοβάσαι.

Μα πως ξεφύτρωσες εδώ; Από ποιόν τόπο να’σαι;”

-”Από μακριά έρχομαι πολύ” μιλάει η μικρή Κυρία

και λέει στον Μαντσίνι της όλη την ιστορία

-”Άργησα και περιμένει το πουλί που μ’έχει φέρει

Με καλεί…θα υποφέρει…

εξημέρωσε…πεθαίνει

της Δίνει το δαχτυλίδι του, -”πάντα να με θυμάσαι”

Τρέχει γρήγορα στο παράθυρο:

-”Φοβάμαι πως ξεχάστηκα, το φως θα το σκοτώσει

Θε μου τον Ήλιο κράτησε, πριν βγει να ξημερώσει”

(φεύγουν γρήγορα).

Φτάνουν στη σπηλιά, το πουλί είναι τελείως εξαντλημένο.

Μην κλαίς και μην οδύρεσαι, γραμμένο το’χε η μοίρα

Στο τέλος πήγαμε καλά κι απ’τη χαρά σου πήρα

Λέει το πουλί : -”παράτησε τα κλάματα και σκέψου τι θα γίνει

(τελείως εξαντλημένο, μιλά αργά)

Μπροστά σου δες ανοίγονται, ο δρόμος του καλού σου

Και το στρατί που σαν διαβείς, θα φτάσεις στου κυρού σου.

Η κοπέλα αποφασίζει να τον βρει.

-Πέρασαν εφτά χρόνια, φτάνει στην Μάντσα ρωτάει: 
-”Πως τηνε λεν την πόλη σας και ποιος τη διαφευτεύει ;

” 
Της λένε : -”Μάντσα την καλούν κι ο Τζίνι βασιλεύει”

Τον Τζίνι δεν μπορείς ποτέ να δεις, να σου μιλήσει

κλεισμένος είναι μοναχά η μάνα του τον βλέπει

Ρωτάει : -”τι τον έπιασε ; γιατί ποτέ δεν βγαίνει ;”

πολλοί λεν πως τον βάσκαναν νεράϊδες στο ποτάμι

χίλιες γητειές του κάμανε, δεν μπόρεσε να γιάνει

Η Κεραδοπούλα βρίσκει τη βασίλισσα

-”Στη δούλεψή σας πάρτε με ξέρω πολλά να κάνω”

Της λέει η βασίλισσα -”κουλούρια με το μέλι

ζυμώσετε και ψήσετε μήπως ο γιος μου θέλει”

Σε κουλουράκι βάζει η μικρή το δακτυλίδι

σκέφτεται , μακάρι να το ίδει

(
Η Μάνα παίρνει το δίσκο με τα κουλουράκια και προχωρεί στα διαμερίσματα του γιου της 
Αφού δάγκωσε το τσουρέκι,κοντεύει να σπάσει τα δόντια του:)

-”Να πάρει η οργή τι γίνεται ;
Βρίσκει το δακτυλίδι και φωνάζει:

-”ποιός τα΄φτιαξε ρωτάω ;”

Μην μου θυμώνεις λέει η μάνα του, ημέρωσε και φάτα

ένα κορίτσι τα΄πλασε τόσο γλυκά κι αφράτα!

Από μακριά μας έφτασε δεν ξέρει εδώ κανένα

Να μου την στέλνεις λέει αυτός ,να τη ρωτήσω κάτι ;

-”Ανέλπιστη παράξενη στάθηκε τούτη η μέρα

από τον πάτο του γιαλού, εβγήκα στον αγέρα!

ξέρω πως επέρασες λέει το κορίτσι μα πως να σου μηνύσω

και πως να βρω το δρόμο μου κοντά σου να γυρίσω ;

Ας πούμε δοξα σοι ο Θεός…

αλλά μην συνεχίζουμε

κι οι δυο περάσαμε πολλά,άλλη φορά τ΄ αρχίζουμε

-”Ας έρθουνε λέει ο βασιλιάς, σάλπιγγες και τρομπόνια

κι οι δυνατοί ντελάληδες, με τα πλατιά πλεμόνια

ναδιαλαλήσουνε παντού, σ΄Ανατολή και Δύση

πως βρέθηκε το ταίρι μου κι ο γάμος μας θ΄αρχίσει

”
 
Λιγνο καλάμι μην κρατείς λευκό κερί μην λύσεις

το παραμύθι που άκουσες να μην το λησμονήσεις

Καλή νύχτα σας λοιπόν αφήστε τους αυτούς καλά περνάνε

κι εμείς πολύ καλύτερα 
στο σπιτι σαν γυρνάμε

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ: ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ 
Τ ΆΚΟΝΙ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ
 ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΤΟ ΚΕΡΙ

ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΤΗΣ  ΣΦΑΓΗΣ 
Τ ΆΚΟΝΙ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ
 ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΤΟ ΚΕΡΙ

Ενθύμηση Γιάννη Αλεξανδράτου, των ήχων, των χρωμάτων, της σωπής

 

Scan 12

Καλημέρα – καλησπέρα

με την κοφτερή μαχαίρα

καλησπέρα του παραμυθιού

η καρδιά να πάει αλλού

και το Βούι κάνει Μου…

το γουρούνι κάνει ούι

γιατί το΄χει αυτό το χούι

Μια φορά κι έναν καιρό

Μην πιστεύεις θα στο πω

Παραμύθι που κυλάει

Σαν ποτάμι που θα πάει

Στην θαλάσσης τα πελάη

Να μ´ ακούς και μην ζητάεις

Στο βυθό μην θες να πάεις

Είν´ Απρίλης ειναι Μάης

Scan 6

Μια φορά κι έναν καιρό…

μια κοπέλα ομορφονιά

από αρχοντική γενιά

καλοσυνάτη σπίτι σκολειό

καθημερινά πλάκα κοντύλι

διάβασμα και στο κρεβάτι

Μια σκόλη και μια γιορτινή

μέρα λαμπρή ανοιξιάτικη

μπήκε πουλάκι στο παραθύρι τ΄ ανοικ

-”τον πεθαμένο που θα δεις

αυτόνε θα τον παντρευτείς

είπε και πέταξε μακριά …

 

Το μαχαίρι...
Το μαχαίρι…

Με κλάμα στον πατέρα της επήγε αλαφιασμένη

-”Αχ κύρη μου και το και το” του είπε φοβισμένη

-”πουλάκι είναι και κελαϊδεί πουλί είναι κι ας λέει”

την παρηγόρησε μ΄αυτή δεν έπαψε να κλαίει …

Μιαν άλλη μέρα ένα πρωί κένταγε στον οντάτης

τρία πουλάκιακια κάτσανε απάνω στην ποδιά της

-”Τι κάνεις σταυροβελονιά και τι χρυσοκεντάεις

νεκρό θα πάρεις άντρα σου στην εκκλησιά θα πάεις

Πάλι με κλάματα πολλά και παραπονεμένηστην μάνα και τον κύρη της πηγαίνει δακρυσμένη -”Πουλάκια είναι και λαλούν πουλιά είναι κι ας λένε”

της είπανε με μια φωνή μα μέσα τους να κλαίνε

Και κλείστηκε η κοπελιά δεν έβλεπε κανένα

Μα όταν πέρασε καιρός εβγήκε στο σοκάκι

να παίξει με τις φίλες της κουτσούνες και σκοινάκι

και μπήκαν σ΄έν΄αρχοντικό με κάγκελα σπασμένα …

σαν έφυγαν οι φίλες της κι είδε μια κάσα νεκρική με ξύλο γυαλισμένο

Με στέμμα ,κάποιον άγνωστο κίτρινο πεθαμένο

Ένα χαρτί έγραφε : εσύ που θα περάσεις τώρα,

σταμάτησε κι αν κάνεις ότι πρέπει στην κλίνη τη δική μου- θα ΄ χεις μεγάλα δώρα

όχι μόνο χίλια φλουριά μα αν είσαι άντρας Βεζύρη

θα σε κάνω εγώ κι πριν ο ήλιος γείρει

αν είσαι κόρη σύζυγος στο θρόνο μου θα γίνεις

μα για να γίνουν όλα αυτά: τρεις εβδομάδες ξυπνητή στο πλάϊ μου θα μένεις

τρεις μέρες κι ακόμα ώρες τρεις χωρίς να κλείσεις

μάτι έτσι πρέπει για να χαθεί της μάγισσας να λύσεις

την άδικη κατάρα της και μένα ν΄αναστήσεις!

Και το κορίτσι ανάσανε κι άρχισε να μετράει

και μια βδομάδα δυο και τρεις στο σπίτι της δεν πάει

και κλείνουνε τα μάτια της μ’ αντέχει δεν κοιμάται

και μια και δυο και μέρες τρεις κάθεται τυρανάται

Κι όταν της μείναν ώρες τρεις Και πέρασεν η μια

Μια γύφτισσα πλησίασε Που έβοσκε κοντά Τις χήνες της και κρύωνε Κι ήρθε για ζητιανιά

 

Scan 1
Η κακιά βοσκοπούλα (χηνο)

-«Κάτσε λίγο στη θέση μου Γιατί άλλο δεν αντέχω

Και θα σου δώσω χρήματα Όσα στις τσέπες έχω»

Είπε κι αποκοιμήθηκε Κι γύφτισσα γαρίδα

Το μάτι της σαν ξύπνησε Ο βασιλιάς -» Ναι σ´ είδα

Εσύ ‘ σουν η άγρυπνη και Άντεξες τρεις βδομάδες

Τρεις μέρες κι άλλες ώρες τρεις; Σου αξίζουν τεμενάδες!

Βασίλισσα και δίπλα μου Και στο διπλό κρεβάτι

Θα γίνεις αν καλοπλυθείς συγυριστείς κομμάτι;»

-» Και ποια ναι αυτή κοπελιά; Στο πάτωμα κοιμάται;

-Χηνοβοσκού που νύσταξε Κι έξω να βγει φοβάται

» Απάντησεν η γύφτισσα Χωρίς να την σηκώσει

Και την ρωτήσει ο βασιλιάς Και την ξεφανερώσει

Κι έγινε ο γάμος γρήγορα Σαν γύφτικο,σκεπάρνι

Καμάρωνε η βασίλισσα Τον <άθλο> που είχε κάνει! …

Σε πόλεμο ξεκίνησε να πάει ο βασιλιάς

Και ρώτησε τη γύφτισσα – τι θέλει να της φέρει

-”Φουστάνι με χρυσοκλωστή και κέντημα στο χέρι”

Και ρώτησε την κοπελιά : -«Πες μου κι εσύ τι θες»

-» Φέρε μου σφαγής μαχαίρι και τ΄ ακόνι υπομονής

Και κερί που φως τη νύχτα δίνει για να δει κανείς »

μην το ξεχάσεις όμως γιατί δεν θα μπορείς να κινηθείς

10006915_10202924285501402_9168268289443192638_n

Και πήγε μα και γύρισε τον λέγαν τροπαιοφόρο

και πήρε χρυσοκέντητο φουστάνι για το δώρο

της γύφτισσας μα ξέχασε αυτήν που έβοσκε χήνες …

Και σαν πήγε να κινήσει το άλογο δεν κουνούσε …

θυμήθηκε κι έψαξε παντού ότι αυτή ζητούσε …

Ο μαγαζάτορας που είχε μαχαίρι κι ακόνι και κερί

του είπε να προσέξει, τι θα τα κάνει η μικρή.

… Και γύρισε ο βασιλιάς κι έβαλε ένα σαϊνι

να δει κρυφά και να του πει τι πρόκειται να γίνει

και κοίταζε προσεκτικά κρυμμένος στον οντά

Και το κορίτσι κλαίγοντας σήκωσε το μαχαίρι

για να κτυπήσει την καρδιά με τ΄άσπλαχνό της χέρι

-”Κουράστηκα δεν άκουσα τι μου’παν τα πουλιά

και για τρεις ώρες άφησα μόνο τον Βασιλιά!”

Μα πήδηξε πέτρα σκληρή τσ΄υπομονής τ΄ακόνι

και το μαχαίρι στόμωσε δεν κόβει δεν πληγώνει!

Και δεύτερη φορά ξανά η κόρη με μαχαίρι

μα είχε έρθει ο βασιλιάς, της κράτησε το χέρι …

Και του΄πε αυτό το και το… και ξεκαθάρισέ(ν) του

κι έγινε αυτή βασίλισσα και δεν την άφησε ποτέ του

Scan
Κάρτα της ζωγράφου Μ. Σταυρακάκη

Κι η γύφτισσα εγύρισε τις χήνες να βοσκάει

και γύφτον επαντρεύτηκε πολύ καλά περνάει

Μα ούτε εγώ ήμουν εκεί ούτε σεις να το πιστέψετε…

 

ΜΑΝΟΛΗΣ ΡΟΥΣΑΚΗΣ – ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

ΜΑΝΟΛΗΣ  ΡΟΥΣΑΚΗΣ  : ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ ΤΗΣ  ΜΝΗΜΗΣ

20180604_124302

Μετά από τρία χρόνια, την Τετάρτη 30/5/2018 μαζεύτηκαν οι Ηρακλειώτες φίλοι του Μανόλη Ρουσάκη, σε κεντρικό εστιατόριο , στην «Τρυπητη», να τιμήσουν την μνήμη του.

Πρωτοβουλία της Σούλας, συζύγου του – που γνώριζε τις στενές και εγκάρδιες σχέσεις του, με την πόλη μας και τους ανθρώπους της. Πριν κρυώσει το βαθύ κι αγιάτρευτο τραύμα, η Σούλα θέλησε να μας συγκεντρώσει, για ένα ποτήρι κρασί, όπως έκαναν από τα πανάρχαια χρόνια, για να θυμηθούμε  τον περισσότερο από μισόν αιώνα σύντροφό της.

Μερικές σταγόνες οίνου στο χώμα, ζωντάνευαν εικόνες χαμένες στη αχλή του παρελθόντος, τίποτα δεν χάνεται οριστικά εδώ, κανείς δεν φεύγει χωρίς να γυρίσει συλλογιζόμουν.

Ο Μανόλης θα χαιρόταν, παρατηρώντας τους φίλους και τις ερίτιμες συζύγους , ολοι κομμένοι λες από χοντρό  στρατσόχαρτο, ζωγραφισμένοι με κιμωλίες και παστέλ.

20180530_205055

Μέτρησα τους συγκεντρωμένους, όταν έφτασε κι ο τελευταίος , πήρα φωτογραφίες κατά συνήθεια. Ήξερα ότι περίσσευα, οι συνάξεις αυτές έχουν κατ΄ ανάγκην πολλή τυπικότητα, λόγια περιττά και χειρονομίες οικειότητας που με παραξενεύουν.

Πρόσεξα πολύ τον κεντρικό(ν) ομιλητή( Γ.Ζ.) που εκτός χειρογράφου, διέγραψε χρόνια και καιρούς, προσπάθησε να σχεδιάσει το πορτραίτο του Μανόλη Ρ. όπως τον ήξερε άπειρα χρόνια. Μα αν είναι εύκολη η εξωτερική περιγραφή, εσωτερικά τα πράγματα είναι αδύνατον να προσεγγιστούν.

Ο κάθε φίλος του είχε μια δική του εκδοχή, είχε ζωγραφίσει με τρόπο ιδιαίτερο και διαφορετικά χρώμα τα τον Μανόλη, σκεφτόμουν. Οι σχέσεις δεν είναι ίδιες με τον καθένα και προφανώς ούτε τα σχέδια και τα πορτραίτα.

Ολγα, Μανώλης, Σουλα, Μίμης 2Μανόλης & Σούλα ΡουσάκηΟλγα, Μανώλης, Σουλα, Μίμης

Ο συνταξιούχος οδοντίατρος Φ.Λ. Συμπλήρωσε τον Γ.Ζ. Με πολύ ενδιαφέροντα περιστατικά, σαν ανέκδοτα φάνηκαν, μα ήταν ακριβώς έτσι ; προσπάθησα να θυμηθώ.

Οι κρίσιμες ώρες μας δοκιμάζουν, στεναχωρούν, πληγώνουν, αφήνουν κενά, μπερδεύουν αισθήματα και φαντασία. Είναι ανάγκη να τα ξεκαθαρίζουμε όλα ; Αμφιβάλλω, δεν είναι βιβλιοθήκη η ζωή μας να ταξινομήσουμε,δεν είναι κατάστημα,να τοποθετήσουμε σωστά τα προϊόντα ,με τη σειρά στα ράφια.

Μανόλης Ρουσάκης, δεν ήταν εύθυμος μα μια σατιρα τον διασκέδαζε και δε του έλλειπε το (καυστικό)χιούμορ
Μανόλης Ρουσάκης, δεν ήταν εύθυμος, μα μια έξυπνη σάτιρα τον διασκέδαζε και δεν του έλλειπε το (καυστικό)χιούμορ

Θυμόμουν τον Μανόλη, περιποιημένο…να ταν τακτικός;

Θα ρωτήσω, πως ταίριαξε με τον ανοικονόμητο Αμερικανό; Είχε κάποτε το κοκαλάκι της νυχτερίδας, πότε το έχασε;

Ζεβελακης Ρουσακης Φρεντ στη Τζια
Ρουσακης και Φρεντ στη Τζια

Δεν ήμουν ο φίλος από το σχολειό, το πανεπιστήμιο, τη γειτονιά, το στρατό. Βρεθήκαμε λόγω Δικτατορίας στο Ηράκλειο, όταν τα΄ σκιαζε όλα η φοβέρα κι τις τυπικές φιλίες τις είχε ατονίσει, ο φόβος των <φρονημάτων>, κι η κοινή μοίρα ένωνε πολύ διαφορετικούς ανθρώπους.

Τότε ξεχάστηκαν οι παλιές διαφορές κι εφηβικές αντιπάθειες, δέθηκαν με ατσάλι (όπως ο τίτλος κάποιου βιβλίου) σχέσεις ακλόνητες, με αισθήματα αλληλεγγύης και ανιδιοτέλειας. Η μεταπολίτευση θα αποκαταστήσει την κανονικότητα, θα διευρύνει τον κοινωνικό και επαγγελματικό κύκλο .

Η Μουσική του Δήμου, μαέστρος ο κ. Τζωρτζάκης, γιός του, Τζωρτζάκη επίσης μαέστρου της ίδιας Μπάντας - και σήμερα Τζωρτζάκης ο μαέστρος τέκνο του εμφαινομένου στην φωτογραφία.
Δικτατορία, Ηράκλειο – ο Αρχιμουσικός Τζωρτζάκης καμαρωτός…

Οι παλιοί φίλοι επιστρέφουν με εγκαρδιότητα, με αγάπη. Ο Μανόλης θα επιλέξει ΑΘΗΝΑ, ας είναι φανατικός Ηρακλειώτης, άλλοι θα μείνουμε από ανάγκη η τύχη στην Κρήτη . Όταν έρχεται ( τακτικά) μ´ αφορμή την επίσκεψη στην αγαπημένη του μάνα και την αδερφή του, θα ξαναζεσταθούν οι σχέσεις του σχολείου και του επαγγέλματος, του κοινωνικού κύκλου στον οποίο ανήκε παλιά.

Δεν θα εγκαταλείψει ποτέ τους άλλους φίλους του, μα όταν αραιώσουν τα ταξίδια, η ΑΘΗΝΑ , ο νέος τόπος του θα τον κερδίσει ολοκληρωτικά, η απόμακρη γειτονιά του ΠΑΠΑΓΟΥ (προάστιο), ουδέτερη, χωρίς χαρακτήρα, θα του φαίνεται ξένη. Κι´ όμως εκεί ήταν το σπίτι του, μια υπέρ άνετη μονοκατοικία, με αυλές και πράσινο, μεγάλωσαν και σπούδασαν τα πολυαγαπημένα του κορίτσια (κόρες), έζησε άνετα με την οικογένειά του. Τυχερός, ως το τέλος, που η ηλικία φτάνει το <προσδοκιμον> και αρχίζουν οι μεγάλες φθορές. Μας φάνηκε παράξενο, όταν αυτός ο ανθεκτικός, σκεπτόμενος κι ευγενικός άντρας, χτυπήθηκε από κακές αρρώστιες. Γιατί αυτός ο αγαπητός φίλος ; Ξεχνάμε πως έχουμε όλοι περάσει τη γραμμή, δεν έχουμε χρόνον άλλο.

μεταξύ των πιο παλιών φίλων του (αριστερα Γ Ζεβελάκης, δεξιά Ν.Βεριγάκης)
μεταξύ των πιο παλιών φίλων του (αριστερα Γ Ζεβελάκης, δεξιά Ν.Βεριγάκης)

Τότε κλείστηκε δεν τον είδαμε ξανά, όπως συμβαίνει με πολλούς αξιοπρεπείς και υπερήφανους ανθρώπους, όταν αισθανθούν προσβεβλημένοι ή αδύναμοι. Δεν οδηγεί μόνο η θλίψη στην απομόνωση, η ψυχική διάθεση, δεν έχει τόσο προβλέψιμες διαστάσεις, πρέπει κάποτε να απομονωθούμε, στους πιο κοινωνικούς, όπως ο Μανόλης Ρ. αυτό ίσως αυτό να είναι πιο επιτακτικό.

Μόνος ανάμεσα στο πλήθος, πρέπει να ψηλώσει το τείχος του, να μείνουν οι άλλοι απέξω. Μετά παραπονεθηκε :

<…Κουράστηκα… -ανάμεσα στο εμένα και στο εμένα >

Η βραδιά έκλεισε, η μεγάλη παρέα διαλύθηκε, από κάτω ήταν το νέο λιμάνι, με καράβια και φώτα…πιο πέρα ο Κούλες, εκεί που κάποτε Μπίας ο περίφημος προπονητής ( δάσκαλος) κολυμβήσεως μας έμαθε μπάνιο(σε δυο καλοκαίρια, δίδαξε όλα τα παιδιά του Ηρακλείου .)

 

Μιχάλης Κεφαλογιάννης, πως να λείψει από το δειπνο;
Μιχάλης Κεφαλογιάννης, πως να λείψει από το δειπνο;

Πριν αποχωρήσουν οι τελευταίοι, δυο φιγούρες φάνηκαν στο βάθος. Ο ένας , νέος μελαχρινός αδύνατος,ο άλλος σε αναπηρικό καροτσάκι. Μα που βρέθηκαν αυτοί, ποιοι να ´ναι; Στο σκοτάδι ξεκαθάρισα πρόσωπα και χαρακτηριστικά.

Βεβαιώθηκα ότι ήταν ο Μιχάλης Κεφαλογιάννης κι ο Μανόλης ο Πλαϊτης, ήρθαν συλλογίσθηκα, θέλοντας να τιμήσουν τον φίλο τους. Όμως χάθηκαν χωρίς να μιλήσουν σε κανέναν, δεν τους πρόσεξαν ή νόμιζαν ότι ήταν ξένοι.

Μανόλης Πλαίτης πίσω Ρουσάκης μπροστά-εύθυμη στιγμη
Πλαϊτης πίσω Ρουσάκης μπροστά-εύθυμη στιγμη

 

Η » φιλία δεν χάνεται αν είναι αληθινή» λέει το παιδικό τραγούδι , ο  Μανόλης έκανε πολλούς στενούς φίλους, ο Μιχάλης ήταν ο πιο στιβαρός αλλά και ευαίσθητος νέος της παρέας των Κρητικών φοιτητών του 1960/65 κι ο Μανόλης ο πιο δυνατός και ευπρόσβλητος.

Πρόλαβα τον Μανόλη Π. πριν περάσει την εξώπορτα,   <σταμάτα μια στιγμή >τον παρακάλεσα,<να πούμε μιαν κουβέντα>, με κοίταξε με κάποιαν απορία κι απομακρύνθηκε βιαστικά, πέταξε ένα χαρτάκι – το ξεδίπλωσα και αντιγράφω:

<Βαθιά ποντισμένο καράβι

τ΄ άλμπουρα σπάσανε κι το πανί

σεντόνι σχισμένο που ράβει

μνήμης χαμένης η μηχανή>

Τις νύχτες ντύνονται το παρελθόν σαν πρόσωπο -΄ίσως έτσι να ναι, λυπήθηκα που δεν πρόλαβα να τους αποχαιρετήσω.

Το λιμάνι σκοτείνιαζε, δροσιά και λάμψεις προβολέων, τρεις νέοι περπατούσαν στην προκυμαία, σιγομιλούσαν. Ένας κατάξανθος, με γαλάζια μάτια, δυο μελαχρινοί – βγαλμένοι λες από τον χρωστήρα του Δομίνικου.

Ήξερα τι θα τους συμβεί, είχα δει το μέλλον τους , προσπάθησα να αποφύγω τις εικόνες μα δεν γινόταν.

Ο Μιχάλης ήδη έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα στον δρόμο του Σουνίου, μόλις είχε αφήσει το πανέμορφο ξανθό κορίτσι του, ένοιωθε τον θαλασσινό δροσερόν άνεμο να χαϊδεύει τα μαλλιά του, η καρδιά του λαχταρούσε, ο έρωτας είχε καταλάβει κάθε ίνα του, το μυαλό του δεν χωρούσε παρά την εικόνα της, τα λόγια της, το σώμα του τη μυρωδιά και το άγγιγμά της.

Έτρεμα μ΄ αυτό που θα συμβεί. έκλεισα έντρομος τα μάτια…

Ο Μανόλης Π. χαμογελάει σαρδώνια, ξέρει πως δεν αντέχουμε εμείς αυτό που τον καταδιώκει, την τρομερή αρρώστια Burgeun.  Θα τον τεμαχίσει (κυριολεκτικά) μα δεν θα τον γονατίσει! Θα γυρίσει πολλές φορές τη γη, θα ζήσει πολλές ζωές πριν η θρόμβωση του δώσει τη χαριστική βολή.

 

Μανώλης Πλαϊτάκης, ο πιο δυνατός και ο πιο ευπρόσβλητος
Μανώλης Πλαϊτάκης, ο πιο δυνατός και ο πιο ευπρόσβλητος

Ο Μανόλης Ρουσάκης, περίμενε στο τέλος όταν έφυγαν οι πάντες, <άκουσα τη συμβουλή σου μουρμούρισε, δεν έμεινα στη πόλη μου – που ήταν δική σας πια – μα πάντα ήταν. Με τους φίλους στην Αθήνα τα καταφέραμε , λίγο πολύ. Βάλαμε κάποια πράγματα στη θέση τους, κάναμε βήματα που στο Ηράκλειο δεν γινόταν.

Κάποιος έτρεξε πιο πολύ, άλλος λιγότερο…>

Σκεφτόμουν πως συνήθισε τελικά τη μεγάλη πόλη , ήταν τακτικός, μέτρησε και διευθέτησε και καθόρισε τον χώρο του και τη ζωή του, όπως νόμιζε κι όπως του ταίριαζε. Άνοιξα το παλιό βιβλιαράκι μου, διάβασα στίχους, όπως κάποτε του άρεσε :

<…Τα περάσματα δεν φαίνονται και στα στενά η Σφίγγα δεν ξέρει αινίγματα μα συνταγές αίματος και φόβου…>

Ήταν δύσκολα μα τα κατάφερε σκέφτηκα, δεν ήταν απαραίτητο (ευτυχώς γι αυτόν) να συναντήσει τη Σφίγγα, ίσως δεν είχε χάσει ποτέ τo κοκαλάκι της νυχτερίδας…

Scan

ΜΑΝΟΛΗΣ ΡΟΥΣΑΚΗΣ – ΑΝΤΙΟ ΦΙΛΕ

ΜΑΝΟΛΗΣ ΡΟΥΣΑΚΗΣ – ΑΝΤΙΟ ΦΙΛΕ

Οι καθημερινές ειδήσεις επιμένουν να μας βομβαρδίζουν κάθε μέρα, χωρίς έλεος. Κλείνουμε τους δέκτες , σφραγίζουμε τα ραδιόφωνα, αποφεύγουμε τις εφημερίδες. Όμως η κατάσταση δεν αλλάζει, μαζεύονται πληροφορίες ανοίγουν προσωπικοί φάκελοι, με απροσδόκητες ειδήσεις.

Εικόνα7212
Μανόλης Ρουσάκης, Τρεις Καμάρες Ηράκλειο 2010

Το τηλέφωνο κι αυτή τη φορά έδειχνε Αθήνα, η Σούλα Ρουσάκη μας θύμησε τον πρόωρα χαμένο φίλο μας τον Μανόλη Ρουσάκη, μα πέρασαν δυο η τρία  χρόνια ;

Κάποιες ώρες οι αναμνήσεις μας κατακλύζουν , ο υπολογιστής είναι το αληθινό “Βιβλίο της άμμου”, του Μπόρχες, οι εικόνες κι οι περιγραφές γυρίζουν, δεν τελειώνουν ποτέ

Στη δεκαετία του 50, Γυμνάσιο οκτατάξιο (που  ήταν 6 ταξιο) τρεις μεγάλοι ( της όγδοης η της έβδομης)συζητούν πολύ σοβαρά, για τη μόδα, πως θα πρέπει να ναι  ένα σακάκι- κοντόσελο τότε, χωρίς σκισίματα. σοβαρολογούν, η εφηβική τους δίαθεση κρατάει κοντύλι και γράφει, σημειώνει- κόβει πατρόν. Ο ένας είναι ο Μανόλης, ο
 άλλος ο Μάνος ο τρίτος ο Γιώργος, μελαχρινοί κι οι τρεις, καλοφτιαγμένοι, όμορφοι. ξεχωρίζει ο πρώτος, έχει μια γλύκα στο βλέμμα και μια πονηριά χαριτωμένη, μα ειναι τόσο αθώα. Σοβαρό το θέμα τους συλλογιζόμουν

Η τριχοτόμηση της πλατείας στα 1970, δεν κατέστρεψετο κιόσκι
Η πλατεία των Τριών Καμαρών, δεκαετία 1960-70

Αθήνα, δεκαετία του 60, οδός Αρματολών και Κλεφτών, Πανεπιστήμια και μποέμικη ζωή, σε φτωχικά δωμάτια. Ο Μανόλης μένει στην κ. ΑΘΗΝΑ μια Λευκοροσ´ίδα με πιάνο και νοικιαζόμενα  δωμάτια, εμείς κοντά σενα ημιυπόγειο, του κ. Κ…., συγκάτοικος μας ο Φρεντ, ένας Αμερικανός λιποτάκτης του Βιετνάμ  ( το μάθαμε πολλά χρόνια μετά)…

Πως συνέβη άγνωστο μα ο Φρεντ ταίριαξε με τον Μανόλη Ρ., η φιλία τους έμεινε ως το τέλος. Στα χαρακτηριστικά του η αμεσότητα η ευαισθησία, η αφοσίωση.  Τότε είχα πολλές επιφυλάξεις, τον ζήλευα και λίγο, για την άνεση και την απήχηση που είχε.

Σχέδιο του Μποστ, για το περίφημο δημοψήφισμα της Δικτατορίας
Σχέδιο του Μποστ (άρεσε σ όλους μας), για το περίφημο δημοψήφισμα της Δικτατορίας

Στη οδό Γενναδίου 1963…
Σύλλογος Κρητών και οι μεγάλες κινητοποίησεις, Δημοκρατία …Ειρήνη προίκα στην Παιδεία 15% και 114… Η παρέα μας θα γίνει στενή, συνεκτική και θα περάσει χωρίς πολλή σκέψη στην Αριστερά, η κοινωνική ευαισθησία δεν μας άφησε κανένα περιθώριο.

Ο Μανόλης συγκινήθηκε όπως όλοι, θα ενταχθεί και θα μείνει αμετακίνητος,ως το τέλος – όταν ερκετοί είχαν αλλάξει κι άλλοι έψαχναν τρόπους αναθεωρήσεων, «τα δικά του όρια είχαν ακλόνητα περιφράγματα».

 Η επέλαση των συνατγματαρχών ετοιμάζεται, μια παρέα στο Ηράκλειο, συζητάει: Μ.Συμβουλάκης(από αρισταρά)Γ.Ζεβελάκης Ε.Ματορίκου, Μ.Ρουσάκης , Μ.Ρουκακιανακης
Η επέλαση των συνταγματαρχών ετοιμάζεται, μια παρέα στο Ηράκλειο, συζητάει: Μ.Συμβουλάκης(από αριστeρά)Γ.Ζεβελάκης Ε.Καραϊνδρου, Μ.Ρουσάκης , Μ.Ρουκακιανακης 1966

Λίγο αργότερα η Δικτατορία θα ανακατέψει τα πάντα και θα φέρει τα πάνω κάτω.

Η δική μας μεγάλη συντροφιά των Κρητικών, κράτησε δημοκρατική στάση , αν και λίγοι βρέθηκαν στις φυλακές και τις εξορίες, όλοι ο καθένας με τον τρόπο του έλεγε οχι στην χούντα, κανένας δεν συνεργάστηκε. Οι σπουδές ουδετεροποιήθηκαν  , σε πρώτη φάση , όταν ολα τα’ σκιαζε η φοβέρα …

 

Δεξιά Μανόλης Ρουσάκης, με Νίκο Βερυγάκη - οι σπουδές τέλειωσαν
Aριστερά Μανόλης Ρουσάκης, με Νίκο Βερυγάκη – οι σπουδές τέλειωσαν

 

 

ο Μανόλης Ρ. κι ο Νίκος Β. Βρέθηκαν στο Ηράκλειο, ασκώντας τα( ιατρικά)επαγγέλματά τους, με ευαισθησία και αξιοπρέπεια. Βοηθούσαν όπου υπήρχε ανάγκη, κι ο κόσμος τους εκτιμούσε και τους αγαπούσε.

Κολάζ: Μανόλης Αναγνωστάκης και μανόλης Ρουσάκης, σε γραφείο στο Ηράκλειο/1976
Μανόλης Αναγνωστάκης και Μανόλης Ρουσάκης, κολάζ σε γραφείο της οδού Ρ.Χούρδου 4 στο Ηράκλειο  1989

Η διάσπαση του 1968, μας δίχασε μα όχι πολυ βαθειά , προερχόμαστε όλοι σχεδόν από Κεντρώες οικογένειες, ίσως γιατί δεν υπήρχαν συγγένειες και συναισθηματικές αντιδράσεις. Ούτε ήταν τόσο εκτεταμένα  τα τρομερά τραύματα του Εμφυλίου.

Δεν ομοφωνούσαμε αλλά τα βρίσκαμε, δεν χάλασαν φιλίες και συγγενικές σχέσεις. Η εποχή των αισθημάτων δεν θ´ αργήσει , οι αριστερές παρέες ήταν ανδροκρατούμενες και δεν ευνοούσαν τις ετερόφυλες σχέσεις. Ο μονος <δεσμευμένος >ηταν ο  Μανόλης Ρ . Απο χρόνια πολλά( 1960) μα ήταν άγνωστη η σχέση του, και τον ζήλευα ολοι όταν του έδειχναν προτίμηση όμορφες κοπέλες.

´Ομως η δικτατορία περιόρισε τις πολυάνθρωπης συναθροίσεις, την ανοικτή κοινωνική και πολιτική δράση , η ημιπαράνομη ζωη μας ´εγινε πιο εσωστρεφής, ενώ η ηλικία μας μας έσπρωχνε σε δρόμους συναιςθηματικους που αποφεύγαμε χρόνια.

Το ζεύγος Ρουσάκη, Μανολης -Σουλα, βγήκε στο φως , σαν απο σελίδες παραμυθιού(λουλούδι έμοιαζε των Αστερουσίων), ο γάμος τους έγινε στα 1970- στη μέση της χουντικής περιόδου- και σε δυο τρια χρόνια έρωτες και γάμοι (σαν επιδημία ειπε ο πανέξυπνος ηλικιωμένος φίλος μας Νίκος Π.)μεταδόθηκαν στους πάντες.

Η μεταπολίτευση, που δεν περιμέναμε, έδωσε ευκαιρίες απασχόλησης, πρωτόγνωρης ελευθερίας.

Στο Ηράκλειο πριν για λίγο, στο αγροτικό του ο Μανόλης Ρ., θα δουλέψει στο Ατσαλένιο , προσφέροντας όσο μπορούσε, στους ταλαιπωρημένους.

ο Β.Ζ. φοιτητής μεταξύ των δυο φίλων του - Ηράκλειο 1968(;)
ο Β.Ζ. φοιτητής μεταξύ των δυο φίλων του – Ηράκλειο 1968(;)

Ήμουν φοιτητής ακόμα, με βοηθούσε όσο μπορούσε και οικονομικά, δάνεια μικρά και( βέβαια ) αγύριστα.

Η Μεταπολίτευση θα τον μονιμοποιήσει στην ΑΘΗΝΑ , αν και ήταν από τους λίγους φανατικούς Ηρακλειώτες, μα δεν θα ξεχάσει ποτέ την γενέθλια πόλη του.
Εξ άλλου ζούσε στο  Ηράκλειο η αγαπημένη  του μάνα και η αδερφή του.

Το επάγγελματά του, η ειδίκευση του καρδιολόγος ( &παθολόγος) θα τον φέρει σε επαφή με σημαντικούς  καλλιτέχνες, η αγάπη
 για την ζωγραφική θα φανεί γρήγορα, δεν έγινε συλλέκτης αλλά πιο πολύ αξιόλογος  φίλος αλλά εκτιμητικής της δύσκολης σύγχρονη αυτής τέχνης.

Ο Μητροπολητικός ναός του αγίου Μηνά, προστάτη της πόλης, δεσπώζει ακόμα στο Κέντρο της
Ηρλακλειο στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης:ο  Μητροπολητικός ναός του αγίου Μηνά, δεσπώζει ακόμα στο Κέντρο της

Μελετημένος, διανοούμενος γιατρός,  εξαιρετικός στη δουλειά του, εκτιμήθηκε από όσους ήρθαν σε επαφή μαζί του, από ασθενείς του και μη.

Το χιούμορ δεν του έλειψε ούτε στις δυσκολίες που δε ήταν λίγες, η σταθερότητα στις ιδέες του στις αρχές του και η προσήλωση στους φίλους του τον χαρακτήριζαν .

Η κοινωνικότητα, η ανοικτή του διάθεση, η εξυπνάδα και οι γνώσεις του , ακόμα κι όταν την περίοριζαν συνθήκες προβληματικές, τον τοποθετούσαν στο κέντρο της σημαντικής παρέας, των Κρητικών της Αθήνας.

Μα ποτέ δεν εγκατέλειψε και του Ηρακλειώτες φίλους του, η καρδιά του κτυπούσε στην παλιά μας Πόλη, τα νεανικά χρόνια και οι τρελές της εφηβείας – ίσως είχαν αφήσει σημάδια στίγματα, που δεν σβήνουν.

Scan 1
Το παλιό Ηράκλειο, λιμάνι, πίνακας Α.Βλάση

Το καταλάβαινα τις αμέτρητες φορές που συναντηθήκαμε εδώ, στα στενά και τις πλατείες του Ηρακλείου, στα ταβερνεία και τα μπαρ. Δεν χρειαζόταν να το πει, αν και το άφηνε να εννοηθεί πολλες φορές, ήταν τόσο έκδηλη η δίαθεσή του,εδώ ηταν η πόλη του, η γειτονιά του, η δική του περιοχή , ο  τόπος του.

Μας λείπει απελπιστικά και θα τον περιμένουμε να φανεί, εδώ  καμιά απομάκρυνση δεν είναι οριστική , κανένα τέλος μόνιμο .

Του άρεσαν στίχοι…

«Στη μνήμη φυτρώνουν δέντρα

με φωλιές περιστεριών

τρέχουν ποτάμια

μ΄ασημένια βότσαλα»

Θα του λέγαμε, ξέρει πώς παίζουμε στην παράταση κι αν φτάσουμε στα πέναλτυ, τίποτα δεν θα αλλάξει…

Η Μεγάλη Πορεία Ειρήνης, το τμήμα της Ιατρικής, δεξιά κρατάει το πανώ ο Μ.Μαμαλάκης, στη μέση με το πουλόβερ Μ.Κιουρτζόγλου
Η Μεγάλη Πορεία Ειρήνης, το τμήμα της Ιατρικής με το ζωγραφισμένο πανώ – 1961-63(;)

Από μακριά ακούστηκε τραγούδι:

«Αυτούς που βλέπεις πάλι θα τους ξαναδείς

θα τους γνωρίσουν όλοι

άλλον θα λένε Κωνσταντή κι άλλον Μανόλη…»

Μαρς…βήματα, κάποια συνθήματα δυνάμωναν: «Ψωμί Παιδεία Ελευθερία…»

Είχα χαθεί φαίνεται  τελείως στο παρελθόν, έπρεπε να ξεξυπνήσω και να τον αποχαιρετήσω…

Αντίο Φίλε, καλή(ν) αντάμωση

Εικόνα7209 Εικόνα7211 Εικόνα7213 Εικόνα7206 Εικόνα7212 Εικόνα7214

ΙΣΜΗΝΗ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ : ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ (ΩΣ EΙΣ ΟΥΔEΜΙΑΝ ΠΟΛΙΤEΙΑΝ ΑΝHΚΟΝΤEΣ)

ΙΣΜΗΝΗ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ : ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

(ως εις ουδεμίαν πολιτείαν ανήκοντες)

Το βιβλίο της Ιαμηνης Καρυωτακη
Το βιβλίο της Ιαμήνης Καρυωτάκη

Οι αναμνήσεις ξυπνάνε από μιαν συνάντηση, ένα γεγονός, η οτιδήποτε απρόβλεπτο η ξαφνικό, που θρυμματίζει για λίγο την σκληρή κρούστα της καθημερινής μας ζωής.

Αυτή τη φορά ήταν ένα βιβλίο η αφορμή να γυρίσουμε τις σελίδες  και να πάμε πάρα πολύ πίσω, χάνοντας για πολύ την επαφή, μ΄ αυτό που λέμε πραγματικότητα….

Αν και περιμέναμε την παρουσίαση αυτής της έκδοσης, η έκπληξη ήταν μεγάλη. Δεν ήταν το θέμα που μας αναστάτωσε, πάρα πολλά βιβλία αναμνήσεων μετά τηνπτώση( φθορά)της πολιτικής φιλολογίας, δεν ήταν πιθανόν κάτι ν΄ αλλάξει.

 

Κώστας Καρυωτάκης, η καρδιά του ράγισε, στα μποντρούμια της χούντας.
Κώστας Καρυωτάκης, η καρδιά του ράγισε, στα μπουντρούμια της χούντας.

 

Κουκουνάκη, πεζογράφου) και του Θοδωρή Κόττα, τίποτα δεν ήταν διαφορετικό, από ότι συνήθως συμβαίνει.   Στο βιβλίο που πήρα( με καλόγουστο εξώφυλλο, σουρεαλιστικό και με συμβολικές εικόνες), η συγγραφέας, χάραξε μιαν αφιέρωση, με όμορφο στυλ, όλα τυπικά και κανονικά κι ωραία. Μα σαν να χε φανεί εκεί γύρω ο παιδικός φίλος μου. Στα τελευταία καθίσματα, νέος και ωραίος . Μόλις τέλειωσε η παρουσίαση, τον αναζήτησα , μέσα στο πλήθος των ακροατών που διαλυόταν σιγά σιγά. Που είναι ο Κώστας, ήθελα να ρωτήσω την Ισμήνη μα ήταν μπλεγμένη με άλλους πολλούς…

Από την εκδήλωση: Δεξιά Ανδρέας Σαββακης, συγκρατουμενος και ομοτράπεζοςφυλακή)με τον Κώστα Κ. (στη Δεξια η σύζυγος Ν.Γιανναδάκη)
Από την εκδήλωση: Δεξιά Ανδρέας Σαββάκης, συγκρατούμενος και ομοτράπεζος (στη φυλακή)με τον Κώστα Κ. (αριστερά: η σύζυγος Ν.Γιανναδάκη, Γεωργία Κατσαλάκη)

Τα λίγα λόγια που είχε διαβάσει πριν, ξαναγύριζαν στο νου μου, σαν μουσική από παλιό γραμμόφωνο, ξανά και ξανά…

Πρόσεξα να τους παλιούς φίλους που είχαν έρθει, κουρασμένους, ζαρωμένους σκυφτούς, ο Κώστας Καρυωτάκης που είδα, μου φάνηκε χωρίς καμιάν ρυτίδα , θα χε απομακρυνθεί. Είναι πιο αληθινός αυτός συλλογίστηκα, όλοι εμείς που γεράσαμε εν αμαρτίες, μοιάζουμε ζωγραφιές, χωρίς ζωή, πορτραίτα σαν του Ντόριαν Γκρέι.

Άρχισα να διαβάζω τη νύχτα το κείμενο…

31056858_10214627525896161_7440398719918276608_n
Κώστας Καρυωτάκης, μάλλον φυγάς έξω ( Γαλλία;)

Γρήγορα γύρισαν οι σελίδες, η συγγραφέας εύρισκε το δρόμο (τρόπο) να πλησιάσει το γούστο και τα αισθήματα μου. Δεν ήταν ένα πολιτικό βιβλίο,από τα άπειρα που έχουν κυκλοφορήσει, με αναμνήσεις και εμπειρίες- από αριστερούς κυρίως συγγραφείς.

Ο λαός γράφει την ιστορία, οι πληβίοι έχουν τη δύναμη και τις εμπειρίες, άρα κάτι έχουν όλοι να διηγηθούν, σκεφτόμαστε κάποτε, στα χρόνια της ( νεανικής) αθωότητας.

Έχουν μα δεν διαβάζονται, ελάχιστοι διαθέτουν το ταλέντο και την ικανοτήτα της διήγησης και πολύ περισσότερο της (κατα)γραφής, <την σφραγίδα της δωρεάς>. Εξαίρεση κάποτε ο Χρόνης Μίσιος, με το περίφημο βιβλίο του – μα έμεινε μόνο αυτό, σαν πολιτική κραυγή διαμαρτυρίας,όταν θέλησε να συνεχίσει είχε εξαντληθεί, τίποτα δεν είχε ως φαίνεται άλλο να πει.

image0141
Δικη του 1968, στους 16 κατηγορούμενους οι 8 είναι από την Κρήτη -πρώτος αριστερά ο Κώστας Καρυωτάκης

Η Ισμήνη Καρυωτάκη όμως δεν επιχείρησε μιαν εξιστόρηση εμπειριών και πολιτικών σχέσεων και αγώνων. Ας είχε θέμα της έναν από τους (αγνώστους στο ευρύ κοινό )ήρωες της αντίστασης στη Δικτατορία. Ας έζησε τότε κι η ίδια μέσα στο σκληρό πλαίσιο της ελληνικής πραγματικότητας, της πίεσης και της βίας. Οι αριστερές ιδέες της διατυπώνονται ή υπονοούνται μα δεν διακηρύσσονται,ούτε κραυγάζουν. Ο πρωταγωνιστή της, ο σύντροφός της ο Κώστας Καρυωτάκης, δεν είναι εξ άλλου ινστρούκτορας , ούτε φανατικός κάποιου κόμματος.

Είναι ένας όμορφος νέος, τρυφερός και ντελικάτος και υπερήφανος, που δεν θέλησε να σκύψει τον αυχένα στην τυραννία.

Θα πει το μεγάλο οχι, κι αυτό θα καθορίσει τη ζωή του. Ο ποιητής λέει: <Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι, όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει εκείνο τ’ όχι — το σωστό — εις όλην την ζωή του> Στον Κώστα θα συμβεί κάτι πιο πολύ, θα καταβάλλει τη ζωή του όλη, προσφορά <θυσίαν αινέσεως> στην Ελευθερία της Πατρίδας . Η συγγραφέας, ξέρει τους αγώνες την προσφορά τις επιπτώσεις, μα δεν καταγίνεται με τις ταπεινές και τριμμένες λεπτομέρειες. Παρά τη διήγηση που ακολουθεί αναγκαστικά περιγραφές και τόπους και ανθρώπους και πράγματα, μένει σε αισθήματα που υποβόσκουν και χρωματίζουν και χαρακτηρίζουν το κάθε τι. Παντού είναι ο αγαπημένος της, τον λαχταρά τον περιμένει . Η πολιτική έχει χάσει τη σημασία της, η εργασία της το περιεχόμενό της, οι φίλοι την αξία τους.

 

Ένα ιδανικό ζευγάρι - μέσα στη θύελα της Δικτατορίας
Ένα ιδανικό ζευγάρι – μέσα στη θύελα της Δικτατορίας

Τη δεύτερη νύχτα συνέχισα την ανάγνωση με ένταση. Με κόλλησε στις σελίδες της, όταν έφτασα στη μέση- το ζευγάρι είχε απομακρυνθεί, γύρισαν στην πατρίδα, χωριστά. Η πρωταγωνίστρια (Ισμήνη) περίμενε τον αγαπημένο της και όταν έφτασε δίστασε να τον συναντήσει, κάποιος φόβος, υπόγειος, παράξενος,την απομάκρυνε. Μπορεί να συμβεί συλλογιζόμουν, η μεγάλη αγάπη είναι απερίγραπτη, ίσως φοβίζει…

Ήρθε στο νου μου η ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ στο παραμύθι του Τζίνι Μαντσίνι. Κι αυτή δεν θέλησε να μείνει να δει αμέσως τον αγαπημένο της, το ανέβαλε δυο φορές…

Ο Κώστας Κ. προερχόταν από μιαν κρητική οικογένεια και συνδεόταν με τις καλύτερες φιλελεύθερες παραδόσεις του νησιού μας. Βρεθήκαμε στα ίδια θρανία, στα χρόνια της στοιχειώδους εκπαίδευσης. Ήταν ένα συνεσταλμένο , καλοφτιαγμένο παιδί, με ονειροπόλο βλέμμα.

Το "Πρώτυπο" στα πρώτα μεταπολεμικα χρόνια, δίπλα το Λάκκο
Το «Πρότυπο» στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, δίπλα το Λάκκο

Ο τροχός γυρίζει οι εικόνες είναι καθαρότερες τα αισθήματα διαυγέστερα. Το Πρότυπο Σχολείο, δεν ήταν καθόλου ειδικό ή <ελιτικό> – όπως μετα την Μεταπολίτευση. Δεν έτρεχε ο κόσμος , δεν γινόταν κληρώσεις – ήταν εξ άλλου στην πιο κακόφημη γειτονιά της πόλης , στον Λάκκο( σήμερα αναβαθμισμένο…όσο γίνεται). Καθόλου σπάνιο να τριγυρίζουμε και να παίζουμε στα πορνεία της περιοχής, που τη μέρα τουλάχιστον φαινόταν ήσυχα και γραφικότατα.

Πορνείο του Λάκκου, σκίτσο του Γιάννη Ανδρεδάκη
Πορνείο του Λάκκου, σκίτσο του Γιάννη Ανδρεδάκη

Το “Πανάνειο” εν πλήρη δόξη, πρόσφερε ασφάλεια, η νοσοκομειακή του φροντίδα ήταν άμεση, έκλεινε τις τρύπες της κεφαλής μας και τα σκισίματα των ποδιών- για αντιτετανικούς βέβαια ας μην γίνεται λόγος. Ο Κώστας ήσυχος και φιλικός, δεν ξεχώριζε, αν και προερχόταν από πιο εύπορη οικογένεια – οι κοινωνικές διαφορές ήταν τελείως άγνωστες στην μικρή κοινότητα του Δημοτικού μας σχολείου. Η συμμαθήτρια βεντέτα, η Κάτια Στ., που δεν έδειχνε σε κανέναν μας προτίμηση, αποφεύγοντας τα βλέμματα και τις πάρεες μας,  μόνο  στον Κωστα μιλούσε πότε πότε. Στο Γυμνάσιο (για λίγο )διαφοροποιήθηκαμε, ο φίλος μου έδειξε άνετη προσαρμογή, εγώ καθυστέρησα να ενταχθώ , κι οταν συνέβη τον είχα χάσει ( είχε μετακομίσει σε άλλο Γυμνάσιο) .

Νεοκλασικό αρχοντικό, στα στενα της οδού Ρενιερη, πατρικό του Κώστα Καρυωτάκη
Νεοκλασικό αρχοντικό, στα στενά της οδού Ρενιερη, πατρικό του Κώστα Καρυωτάκη

Στα φοιτητικά χρόνια σ΄ αλλες κατευθύνσεις απομακρυνθήκαμε, αλλά έτυχε να βρεθούμε κάτω από την γοητεία της Μαρίας Σ. μιας όμορφης κρητικοπούλας μελαχρινής που σπούδαζε ζωγραφική. Δεν ενθουσιάστηκα που προτίμησε τον φίλο μου, μου φάνηκε φυσικό – ούτε με παραξένεψε που δεν ανταποκρίθηκε τελικά ο νέος στα αισθήματά της.

Κάρτα κολάζ της ζωγρφαφου Μαρίας Στ. 1981
Κάρτα κολάζ της ζωγράφου Μαρίας Στ. 1981

Η χούντα, ήταν μια τρομερή κατάσταση και απερίγραπτη δοκιμασία. Όταν έγιναν οι πρώτες μεγάλες συλλήψεις του Ρήγα Φεραίου, έτυχα κοντά – την άθλια δικτατορία με τις βάρβαρες πιέσεις και τα βαςανιστήρια , ακολούθησε η βαθειά απογοητεύση της διαίρεσης της Αριστεράς ( διάσπαση 1968).

Η συγγραφέας μας θυμίζει μα δεν εμπλέκεται με το τραυματικό πολιτικό παρελθόν , η ιστορία της αρχίζεις στα 1972 και κρατά λίγο . < ´Οσο κρατάει ένας στεναγμός > όπως είναι ο τίτλος του βιβλίου της Ανν Φιλίπ, που το έγραψε μετά τον πρόωρο χαμό του διάσημου και κοσμαγάπητου ηθοποιού και συντρόφου της.

Ζεράρ Φιλίπ, ηθοποιος (1922-1959)περιοδικό Γαλλικό 1945, αρχείο ΑΛΚΜΑΝ
Ζεράρ Φιλίπ, ηθοποιος (1922-1959)περιοδικό Γαλλικό 1945, αρχείο ΑΛΚΜΑΝ

Το βιβλίο της Ισμηνης, μου έφερε στο νου τον σημαντικό καλλιτέχνη, που έζησε όσο κι ο πρόωρα χαμένος φίλος (37-38 χρόνια) κι η τελευταία του σύζυγος τον έκλαψε με ένα εξαιρετικής ευαισθησίας κείμενο.

Η διαφορά είναι ότι η Ανν έγραψε το βιβλίο της αμέσως,για να εκφράσει το σπαραγμό και την απόγνωση της για τον άδικο χαμό του συντρόφου της.

Η Ισμήνη μετά από 40 χρόνια αισθάνθηκε την ανάγκη να μιλήσει για τον αγαπημένο της, μόλις ησύχασε κάπως η άγρια θάλασσα της λύπης της, όταν στέγνωσαν τα δάκρυα και στόμωσαν οι στεναγμοί. Είναι δυο βιβλία με πολλές εσωτερικής ομοιότητες, παρά τις εξωτερικές διαφορές .

<Η αγαπη ´ολα τα θελει κι ´ολα τα μπορεί, >´εγραφε σε μαθητικό  Λεύκωμα μια νέα του 1935, την αγάπη περιέγραψε σε πολλές σελίδες η Ισμήνη Κ. Χωρίς γλυκόλογα και αισθηματολογίες, όταν οι ελπίδες καταρρέουν όταν η πίστη θρυμματίζεται, η αγάπη μένει – θέλει να μας πει.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

30859533_1996637577110391_928868462_n

Όρθιοι από αριστερά 2η Η Ρένα Χατζιδάκη (Κατάσταση πολιορκίας), Λιάνα Παρλαμά, Γ.Ζεβελάκης,Γιώργος Μαμαλάκης, Κώστας Καρυωτάκης,άγνωστη και καθισμένος ο Στέλιος Καστρινάκης( Από εκδρομή του Συλλόγου Κρητών Σπουδαστών το 1961 κάπου στην Εύβοια)

Το βιβλίο της Ανν Φιλίπ (πρώτη έκδοση 1955)
Το βιβλίο της Ανν Φιλίπ (πρώτη έκδοση 1955)

 

Ισμήνη Καρυωτάκη, αρχιτέκτων τη γενιάς του Πολυτεχνείου
Ισμήνη Καρυωτάκη αρχιτέκτων,  στις παρυφές της γενιάς του Πολυτεχνείου

Παρουσίαση :απο αριστερά Ισμηνη Καρυωτακη, Νικη Κουκουνάκη,Βασίλης Κοτούλας
Παρουσίαση :απο αριστερά Ισμηνη Καρυωτάκη, Νίκη  Τρουλλινού(Κουκουνάκη),Θοδωρής Κόττας- δεν διακρίνεται η Ελένη Γιαμαλάκη,που διάβασε ορισμένες σελίδες.

 

ΠΑΙΔΙΚΗ ΜΟΥΣΑ : Η ΚΑΜΗΛΑ (ΜΝΗΜΗ ΦΕΫΖΑΛ)

Η ΚΑΜΗΛΑ

Ενθύμηση : Φεϋζάλ

Ο Φεϋζαλ, στην πόλη των παραμυθιών
Ο Φεϋζαλ, στην πόλη του ουρανού  ( σχέδιο- κολάζ Σ.Ζ.)

 

Αγαπάς τα σύκα μήλα;
Αγαπάς και την καμήλα;

Λέγαν ολα τα παιδια
Που δεν είχαν δει ποτέ τους
Της ερήμου τη δρομάδα…
Και πουλούσαν εξυπνάδα

Οταν πήγαν στο σχολειό
Μάθανε κι όλα τα ζώα
Στις ερήμους της Ασίας
Αφρικής και αραβίας

Ένα ζώο με καμπούρα
Είχαν σ´ όλες τις δουλειές
Την καμήλα που αντέχει
Και χωρίς νερό να τρέχει

10524976_10203165893701456_643851694_n-1

Για μεταφορές μεγάλες
Απ´ του μεταξιού το δρόμο
Και το γάλα της το δίνουν
Σ´όλα τα παιδιά να πίνουν

και το κρέας της το τρώνε
Μα και καπνιστό το κάνουν
Και το δέρμα της απλώνουν
Και σκηνές μ´αυτό σηκώνουν

Τις οπλές της δεν αφήνουν
Και το τρίχωμα της παίρνουν
Για να πλέξουνε να υφάνουν
Ρούχα και σκουτιά να κάνουν

Αγαπάς τα σύκα μήλα;
Αγαπάς και την καμήλα;

Είναι ζώο που προσφέρει
Και ποτέ του δεν ξεχνάει
πάντα διπλοαναχαράσει
Τα ξερά χόρτα σαν φάει

Εκτός από τις δρομάδες
Είναι κι οι βακτριανές
Οι καμήλες που έχουν δυο
Πάνω τους ψηλές κορφές

280px-2011_Trampeltier_1528

Αγαπάς τα σύκα μήλα;
Αγαπάς και την καμήλα;

Ναι την αγαπώ πολύ
Είναι πρόσχαρη και τρέχει
Μες την άμμο την καυτή
Και παράπονο δεν εχει

30710256_10213559306610283_8396409576164950016_n

Είχα κι ένα φίλο κάποτε

τον αγάπαγα  πολύ

Φευζάλ τον λέγανε

κι ήτανε καλό παιδί

 

Ήρθε από την Αραβία

το νησί της το Μπαχρέι(ν)

κι είχε μια μικρή καμήλα

που  φωνάζαν  όλοι Φέυ

 

Έφυγε όμως γρήγορα

βρέθηκε  στον ουρανό

κι από κει ψηλά μας βλέπει

με χαμόγελο  γλυκό

Κι η καμήλα του κοιτάζει

τις εκτάσεις της ερήμου

συνεχώς αναχαράζει

αχ! λέει : να ταν μαζί μου

 

images-3