ΟΥΡΑΝΙΑ (ΝΙΤΣΑ) ΠΟΛΥΧΡΟΝΗ ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ _ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Πολύ νέα ανέλαβε σοβαρά εκπαιδευτικά και οικογενειακα καθήκοντα

Ο αποχαιρετισμός είναι ένα στεγνό μαντήλι που τρέχει στον άνεμο- η Ουρανία Γιγουρτσή δεν κοίταξε πίσω, άφησε πολλά και δεν αντέχει. Τα παιδιά, τα εγγόνια οι μαθητές κι οι φίλοι της μαζεύτηκαν στην προκυμαία. Δεν φάνηκε και δεν υπάρχει το ΑΓΓΕΛΙΚΑ, μια βάρκα την περίμενε, ρηχή κι αυτή- κι ο βαρκάρης δεν είναι της θάλασσας- ήρθε από μακριά για να την παραλάβει, κάτω απ’ το Κρητικό Πέλαγος για τη λίμνη της Αχερουσίας.

Ο Γιάννης (ο φιλόλογος γιος της) πρόλαβε, γιατί είναι ο μόνος που ήξερε, της έδωσε το νόμισμα- ο αυστηρός μεταφορέας δεν κάνει πιστώσεις, στους άτακτους και τους αφηρημένους.

Ο αποχαιρετισμός δεν έχει απολογισμούς, έχει περιστέρια λευκά και πλήθος πεταλούδες υφάλμυρες

Και ήχους του ουρανού και των αγέρηδων

Αναπαύσον Κύριε….

Ο γιος της ήξερε (Γιάννης Γιγουρτής φιλόλογος, με μεταπτυχιακές σπουδές στην Γερμανία )

Εμείς οι περιλειπόμενοι, οι ζώντες, θα τη θυμόμαστε – με το γλυκό χαμόγελο την απαλή ανάσα στα παιδιά και στα δάση των συλλογισμών έδωσε από το υστέρημά της καρδιάς της, πρόσφερε ως το τέλος.

Η ανταμοιβή δεν είναι δώρο ούτε χάρισμα, μα αποτέλεσμα της αδήριτης ανάγκης να υπάρχουμε, ως είδος σ’ αυτον τον (μάταιο ίσως) κόσμο.

Η Ουρανία (Νίτσα) Πολυχρόνη γεννήθηκε σε μια προσφυγική οικογένεια από τα Βουρλά της Σμύρνης και μεγάλωσε στη Νέα Ιωνία, στην Αθήνα. Ορφανή από μικρή (από πατέρα), κατάφερε παρά τις οικονομικές δυσκολίες να εισαχθεί από τις πρώτες στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου σπούδασε Κλασική Φιλολογία. Διακρίθηκε ως φοιτήτρια και τελείωσε με άριστα, ενώ έλαβε

υποτροφία από το Ινστιτούτο Γκαίτε για μεταπτυχιακές σπουδές στη Γερμανία. Δεν τις πραγματοποίησε, έμεινε στην Ελλάδα, παντρεύτηκε (πολύ νέα) τον Δημήτρη (Τάκη) Γιγουρτσή και βρέθηκε στην Κρήτη διορισμένη στη μέση εκπαίδευση. Εργάστηκε ως φιλόλογος στο Γυμνάσιο της Πόμπιας. Στη συνέχεια για χρόνια στο Β’ Θηλέων, στο Φαλτέ Τζαμί (έτσι λέγαμε τον Ναό του Σωτήρος) και στο νέο κτήριο στη Δημοκρατίας και κατόπιν, για πολλά χρόνια, στην Εμπορική Σχολή. Τελείωσε την καριέρα της ως γυμνασιάρχης.

Πέρα από την επιστημονική της επάρκεια και τη διδακτική της ικανότητα, αυτό που τη χαρακτήριζε ως καθηγήτρια ήταν η παιδαγωγική μέθοδος που ακολουθούσε, η οποία έβαζε στο κέντρο της διδασκαλίας τον μαθητή και επικεντρωνόταν στο να επιλύσει τα προβλήματά του μέσα, αλλά συχνά και έξω από την τάξη. Έχοντας ένα ύφος και έναν τρόπο παιδαγωγικής προσέγγισης που ήταν πρωτοποριακός για την εποχή, η αντιαυταρχική εκπαίδευση έβρισκε μια υποδειγματική εφαρμογή, τη βοηθούσε να δημιουργήσει πολύ δυνατές σχέσεις με τους μαθητές της – πολλοί τη θυμούνται και εκδήλωναν αισθήματα σεβασμού και αγάπης όταν την συναντούσαν.

… το ΑΓΓΕΛΙΚΑ δεν ηταν εκεί

Δραστήρια στη ζωή του Ηρακλείου, υπήρξε για πολλά χρόνια ενεργό μέλος του Λυκείου των Ελληνίδων, την εποχή που ήταν ένας από τους ελάχιστους πολιτιστικούς συλλόγους της πόλης μας, ενώ υπήρξε ιδρυτικό μέλος και μέλος του πρώτου ΔΣ της ΕΦΝΗ (Ένωση Φιλολόγων Νομού Ηρακλείου), του πρώτου αντίστοιχου συνδέσμου φιλολόγων στην Ελλάδα.

Γνώριζε άριστα αγγλικά και γερμανικά.

Απέκτησε δυο γιους και τρία εγγόνια.

Η Νίτσα Πολυχρόνη δεν έφυγε ξαφνικά, είχε από καιρό ετοιμαστεί, μα δεν είπε “αντίο”…

“σαν έτοιμη από καιρό

Σαν θαρραλέα…

πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,

κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,

Τους ήχους της πόλης μας…”

Δεν χρειαζόταν τίποτα να πει πια, σε κανέναν, έτρεξε στην προκυμαία να προλάβει, δεν είχε πια καθόλου καιρό…

Σημείωση 1.:

Ο Στίχος του Καβάφη που κλείνει το σημείωμα θα της άρεσε, αλλά θα μας μάλωνε: “Δεν αλλάζουμε καμιά λέξη, είναι ιεροσυλία” θα ‘λεγε.

Σημειωση 2.: το κείμενο δημοσιεύθηκε πρώτα στην ΠΑΤΡΙΔΑ, τοπική εφημεριδα , λογω τεχνικών δυσκολιών του ΑΛΚΜΑΝΑ

Η ΑΠΑΓΩΓΗ & Η ΠΡΟΒΑ

Η ΑΠΑΓΩΓΗ & Η ΠΡΟΒΑ

Πριν καιρό, αναρτήθηκε το κείμενο – διορθώθηκε και ξανα ανεβαίνει, αφού “έφυγαν”όλοι σχεδόν οι πρωταγωνιστές…

Η ΑΡΠΑΓΗ (ΑΠΑΓΩΓΗ) & Η ΠΡΟΒΑ

Η αρπαγή των Σαβίνων (η παρέμβαση) πίνακας του Νταβίντ

Την άκουγα να μιλάει, με ουδέτερη εξομολογητική διάθεση, εξέθετε κάποιες απόψεις και διέγραφε την πορεία της προσεκτικά, σαν να συμπλήρωνε βιογραφικό σημείωμα για την εκλογή της στην Ακαδημία.

Η πασίγνωστη ζωγράφος και φίλη των νεανικών χρόνων Σαβίνα Κ. είχε αποδεχθεί την αίτηση μου, για εκτεταμένη συνέντευξη, αν και δεν ήταν καθόλου εύκολη και απέφευγε όπως ο διάβολος το λιβάνι, τους δημοσιογράφους και την ανεξέλεγκτη προβολή. Ήξερε ότι θα ήμουν διακριτικός και δεν θα την εξέθετα για κανένα αντάλλαγμα με κανέναν τρόπο.
-Πως σας έβγαλαν(σας έδωσαν)αυτό το όνομα; ήταν η πρώτη ερώτηση
-Το Σαβίνα είναι πολύ σπάνιο βέβαια, μα όχι στις λατινογενείς χώρες, το Sabine ακούγεται συχνά στην Ευρώπη. Για να σου θυμίσω, προέρχεται από την Ρωμαϊκή ιστορία (μυθολογία) την οποίαν ως νεοέλληνες, ξεχνάμε αμέσως, καθότι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων (τρομάρα μας) δεν έχουμε σε μεγάλη εκτίμηση τους αρχαίους γείτονές μας – μας εντέγραψαν, έτσι λέγανε τα βιβλία μας. ΄Ομως αν το όνομα των Σαβίνων διασώθηκε, δεν οφείλεται στην ωραιότητα του (ή των) αλλά στην σημασία του. Οι γυναίκες εκείνες με κίνδυνο της ζωής τους απέτρεψαν ένα εμφύλιο πόλεμο κάποτε. Γι αυτό τις ζωγράφισε ο μεγάλος Γάλλος Νταβίντ, όταν σπαρασσόταν η χώρα τους από εσωτερικές διαμάχες. Γιαυτό με ονόμασαν κι εμένα Σαβίνα, όταν στην Ελλάδα που γεννήθηκα ο εμφύλιος ήταν στην πιο μεγάλη του (αιματηρή) ένταση. Ο πατέρας μου αυστηρότατος και δημοκρατικότατος, διάλεξε αυτό το άγνωστο σ΄όλους όνομα – χωρίς κανέναν κίνδυνο να εκτεθεί (ως συνοδοιπόρος).
Όταν έμαθα να σχεδιάζω κι αργότερα, είδα ότι το όνομα μου συνδεόταν με σπουδαία ζωγραφικά έργα, του Νταβίντ, του Πουσέν, του Πικάσο…

Η αρπαγή των Σαβίνων θα δραματοποιηθεί από τον Πικάσο

-Κι η ζωγραφική; πότε καταλάβατε ότι ήταν ο δρόμος σας;
-Ποτέ, άρχισα να μουτζουρώνω χαρτιά και κάθε τι από μικρή, ακόμα το ίδιο κάνω.

-Όμως σπουδάσατε χρόνια ,γίνατε ζωγράφος και αποκτήσατε και μεγάλο όνομα – δεν αρκούσε η διάθεση σας…
-Όπως εσείς μάθατε να γράφετε, δηλαδή να αποτυπώνετε τις σκέψεις σας όπως μπορείτε, έτσι κι εγώ διδάχτηκα κάποια στοιχεία σχεδίου, για τον ίδιο σκοπό ακριβώς (να αποτυπώνω σκέψεις και αισθήματα).

-Είναι αλήθεια ότι ο πρώτος σας γάμος συνδέεται με απαγωγή;
-Κατά κάποιο τρόπο, με “άρπαξε” ο Γιάννης Κ., με την δική μου βέβαια συμφωνία και καθοδήγηση. Οι Δεξιοί και Δημοκρατικοί γονείς είχαν αγεφύρωτες όχι μόνο πολιτικές αλλά και κοινωνικές διαφορές, δεν ήθελαν αυτόν τον γάμο. Μα είμαστε τόσο τρελά ερωτευμένοι που δεν μας περιόριζε τίποτα απολύτως. Είχαμε συμφωνήσει να “κλεφτούμε” έτσι λέγανε τότε τις εκούσιες απαγωγές, μα υπήρχε καθυστέρηση. Σκεφτήκαμε να παίξουμε λίγο θέατρο, ένα απόγευμα κτύπησε το κουδούνι, κι όταν βγήκα με τη μάνα μου μαζί, ο υποψήφιος σύζυγος, με άρπαξε (δήθεν) βίαια από το μπράτσο και χαθήκαμε στα στενοσόκακα. Είμαστε 18 χρόνων, και μόλις είχαμε μπει στις ανώτατες σχολές της Αθήνας, φτάσαμε στην Πρωτεύουσα πριν καλά το εννοήσουν οι δικοί μας, φροντίσαμε κάθε τεχνική λεπτομέρεια. Είχαμε αποφασίσει την διακοπή κάθε οικονομικής σχέσης με τις οικογένειές μας, προσπαθήσαμε με νύχια και δόντια να ζήσουμε. Μαθήματα σε παιδιά, φροντίδα νηπίων, πλασιέ βιβλίων, μέχρι μικροπωλητής στην Ομόνοια ο σύζυγος. Αγώνας και κέφι για ζωή, απερίγραπτη κούραση και διάθεση να δοκιμάσουμε ότι υπήρχε. Επειδή τα οικονομικά ήταν πολύ πιεσμένα, φιλοξενούσαμε περιστασιακά φίλους, για να μοιραστούμε το νοίκι και τα έξοδα φαγητού. Η εποχή ευνοούσε την κοινή ζωή τα κοινόβια άνθιζαν σ όλον τον κόσμο. Κοινοκτημοσύνη, τέχνη και γράμματα ταίριαζαν στο βίο μας, που δεν είχε την παραμικρή πολυτέλεια, μα ξεχείλιζε από αισθήματα και πάθος για ζωή.

Δεν άργησε να βρει το ζωγραφικό της δρόμο, αγαπημένο θέμα τα λουλούδια

Όμως η πολιτική κατάσταση χειροτέρευε κι η δική μας ζωή άρχισε να κατρακυλάει. Οι μετανιωμένοι γονείς πρόσφεραν γην και ύδωρ, μα εμείς είχαμε την υπεροψία και την άγνοια της νιότης. Καμιά υποχώρηση, τίποτα, θα τα καταφέρναμε μόνοι μας. Ενώ τα αισθήματα μας ήταν πολύ έντονα, η αγάπη ξεχείλιζε, ως σύζυγοι δεν είμαστε καθόλου τυπικοί και συνηθισμένοι. Ο έρωτας δεν ήταν μια συνέπεια του γάμου, δεν είχε καμιά σχέση με τελετές και θρησκευτικά μυστήρια, παρέμενε μια επιλογή της στιγμής ελεύθερη και απρογραμμάτιστη. Οι αριστερές ιδέες μας (τότε) μας έφερναν θεωρητικές κατασκευές περί ζωής και κοινωνικής προόδου, το πρώτο ενδιαφέρον (και καθήκον) μας ήταν η αλλαγή, η επανάσταση – ο γάμος και η οικογένεια έμπαιναν στην “κολεκτιβιστική”(αν είναι σωστός ο όρος)λογική (και πρακτική). Ο Γιάννης δεν άργησε να διευρύνει τον κύκλο των ερωτικών επιλογών του, απέκτησε επαφή (και σωματική) με την Ειρήνη Χ. όχι μακρινή φίλη μου. Άργησα να το αντιληφθώ, αν και έγινε “μπροστά” στα μάτια μου, απονήρευτη και αθώα καθώς ήμουν. Όσο κι αν η ιδέα της αλλαγής των συντρόφων μου φαινόταν λογική, η ελευθερία απαραίτητη, όταν συνέβη το περιστατικό αναστατώθηκα και πληγώθηκα πού βαθιά. Η καρδιά μου ράγισε, μα δεν είπα τίποτα. Όταν τα οικομικά μας βούλιαξαν, αποφάσισε ο σύντροφος να ναυτολογηθεί, υπήρχε ένας γνωστός πλοίαρχος, που πρόσφερε δουλειά σε ποντοπόρο πλοίο. Άφησε για λίγο τη σχολή του, για να συγκεντρώσουμε χρήματα και να επιστρέψει στις σπουδές του. Προσπάθησα να ξαναβρώ τη αυτοκυριαρχία μου, η “απάτη” του αγαπημένου συζύγου είχε προκαλέσει μεγάλα ρήγματα, πριν αναχωρήσει χωρίς καλά καλά να το καταλάβω, είχα βρεθεί στην αγκαλιά του στενότερου φίλου του. Όταν κουνούσα το μαντήλι, ήξερα ότι είχαν αλλάξει πολλά στις σχέσεις μας, ο γάμος και η “απαγωγή” ήταν (μου φαινόταν) ένα κακόγουστο αστείο – “το διαζύγιο” είχε εκδοθεί και το είχαμε αποδεχθεί και οι δυο – χωρίς να γίνει η παραμικρή συζήτηση χωρίς ούτε μια λέξη.
Ο γάμος συντηρήθηκε όσο έλειπε τυπικά, τα φονικά σχόλια (κουτσομπολιά) με πνίγανε, με τα χρήματα του όμως ζούσα και κάναμε και οικονομία για την επιστροφή του. Η αλληλογραφία επίσης τακτική, μα δενπερίσευε πια το αίσθημα κι οι αγάπες. Ο καιρός περνούσε γρήγορα, ο “ναυτικός” σύζυγος γυρνούσε στις πιο απόμακρες γωνιές της γης, εγώ έψαχνα ερωτικούς συντρόφους, παντού. Είχα χάσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό μου και την ισορροπία μου, κανένα στήριγμα δίπλα μου δεν ήταν ισχυρό – ο έρωτας, σαρκοβόρος και απαιτητικός με παρέσυρε, σε πολύ επικίνδυνες διαδρομές. Χανόμουν, έρμαιο και άθυρμα στους εφήμερους συντρόφους, καταλάβαινα ότι στο τέλος της περιπέτειας περίμενε ο ψυχίατρος κι νοσοκόμος – αν ήμουν τυχερή.
Ο σύντροφος μου στα πέρατα της γης, αντίθετα από μένα, έβρισκε την πατρίδα και τον εαυτό του. Χαιρόμουν που άλλαζε κι ας μην μπορούσα να καταλάβω. Αυτός ο θιασώτης της επανάστασης, εγκατέλειπε τις αριστερές διδασκαλίες, τις σκληρές ρεαλιστικές “απόψεις”, στις μεγάλες θάλασσες και τα επικίνδυνα ταξίδια ανακάλυπτε το πρόσωπο ενός ανθρώπινου Θεού και τον δρόμο της δικής του σωτηρίας. Ο έντονος ερωτισμός του δεν τιθασεύτηκε, αντιθέτως έβρισκε αντικείμενα των πόθων του, μόνιμα και σημαντικά – σε πολλά λιμάνια.
Μιλούσαμε καθαρά. χωρίς υπονοούμενα, είχαμε χάσει τη συντροφικότητα ενός γάμου, αλλά μας ένωνε πια μια ακλόνητη αιώνια φιλία.

Σχέδιο της Σαβίνας, η αναζήτηση της πρωτοτυπίας, έφερνε αποτελέσματα

Μετά από 6 χρόνια ζούσαμε στην ίδια γειτονιά του κέντρου, με νέους συζύγους. Συνέχισε και τέλειωσε τις σπουδές του με υποτροφία, ενώ εγώ προσπαθούσα να βρω κάποιο δρόμο στη ζωγραφική – χωρίς να τα καταφέρνω. Είχα αποτοξινωθεί από τις πρόσκαιρες ερωτικές επαφές, μα δεν συγκεντρωνόμουν αρκετά – ζαλισμένη από γάμους και σχέσεις που ενώ φαινόταν ιδανικές δεν με γέμιζαν. Συνειδητοποιούσα ότι οι σημαντικοί άντρες είναι δύσκολο (αδύνατον) να αποδεχθούν τη γυναίκα ως ισότιμο και ισοδύναμο σύντροφο, αντιδρούσα ενστικτωδώς σ αυτήν την αδικία μα δεν μπορούσα να την αλλάξω. Όμως η Τέχνη δεν μπορούσε ακόμα να καλύψει τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες μου, έπρεπε να ζήσω. Κάποτε όμως κατανόησα ότι ζωγραφική δεν γίνεται με περισσεύματα του άνετου και εύπορου και “ευτυχισμένου” βίου μας. Η τέχνη δεν μας χρειάζεται όταν είμαστε χαρούμενοι και ήσυχοι. Αντιθέτως, μόνο όταν έχουμε ανάγκη παρηγοριάς, όταν ψάχνουμε στο σκότος, η τέχνη προσφέρει νήμα και φως.

Και τα άλλαξα όλα, έκανα κι άλλο γάμο, καταστάλαξα σε τελικές αποφάσεις ζωής. Η ζωγραφική μπήκε στο κέντρο πια, η ζωή μου ήταν μόνο σχέδιο και χρώμα. Και τότε ως δια μαγείας όλα (περίπου) διορθώθηκαν. Ο τελευταίος σύζυγος ήταν (ή έγινε) ο πιο ιδανικός που συνάντησα, η καθημερινότητα ενδιαφέρουσα και συγκινητική.
Κι ανέβηκα εύκολα τα σκαλιά του επαγγέλματος και της διασημότητας, έγινα προσωπικότητα (όπως λένε) μου έδωσαν άπειρους επαίνους και βραβεία, μέχρι που βαρέθηκα τις εκδηλώσεις αγάπης και τον κόσμο.

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΑΣΗ

Ο πρώτος σύζυγος , ο απαγωγέας, ακολούθησε ακόμα πιο επιτυχημένη καριέρα, στο κέντρο της πνευματικής ζωής της χώρας μας. Όμως η βάσκανη Μοίρα δεν συγχωρεί τις υπερβολές, τον κτύπησε κατάστηθα, τον έχασα οριστικά. Πρόλαβα να πλησιάσω, να κλείσω τα κουρασμένα του μάτια.

Μα δεν κατέρρευσα, ως επαγγελματίας που είχε πάντα απασχόληση, ζωγράφιζα με μανία. Κλείστηκα μέσα βέβαια, ο σύζυγός μου καταλάβαινε, δεν χρειαζόταν εκδηλώσεις και λόγια. Μα δεν ήταν τίποτε όπως πρώτα. Σαν να χε περάσει ένα τσουνάμι και είχε ισοπεδώσει τα πάντα, κι είχε πνίξει ιδέες κι αισθήματα.
Όσο σχεδίαζα τόσο έχανα τα θέματα μου, όσο χρωμάτιζα τόσο απομακρυνόταν κάθε ζωγραφική αρμονία…

Κατάλαβα ότι ήταν πολύ κουρασμένη, την αποχαιρέτησα εγκάρδια, θα συνεχίζαμε την επόμη εβδομάδα.

Σαβίνα, προσχέδιο για τις ΝΕΦΕΛΕΣ, Θέατρο ΠΕΙΡΑΙΑ 1989

Η δεύτερη συνάντηση πραγματοποιήθηκε στις αρχές Σεπτεμβρίου του 19.. πάλι στο σπίτις της. Δεν ήταν καλόκεφη, με χίλια ζόρια άρχισε να μιλάει, ξετυλίγοντας πολύ αργά το κουβάρι των αναμνήσεών της. Απέφυγα κάθε ερώτηση ή σχόλιο. Βρήκε το νήμα που είχε κόψει και το έδεσε εύκολα συνεχίζοντας:

Είχα πεί για το κτύπημα που είχα δεχθεί, ο θάνατος του πρώτου ερωτικού συντρόφου και πιο αγαπημένου φίλου, ήταν ένα αποφασιστικό πλήγμα και αιμορραγούσα, κάθε μέρα ένοιωθα να να μειώνονται οι δυνάμεις μου και να εξατμίζεται η δημιουργική μου διάθεση.
Στράφηκα στο Θέατρο. Από καιρό με βομβάρδιζαν προτάσεις για έργα και σκηνογραφίες , κάποτε είχα συμετάσχει σε θεατρικά σχήματα και είχα με επιτυχία σχεδιάσει σκηνικά και ενδύματα. Μα όταν με απορρόφησε η ζωγραφικη, εγκατέλειψα κάθε επαγγελματική επαφή με τη σκηνή και τους θεατρίνους, όμως οι φιλίες δεν χάθηκαν. Στην πιεστική ώρα ο δραματικός λόγος, μου φαινόταν φάρμακο, πιάστηκα από την πιο καλή ευκαιρία, όπως έκρινα, από τα έργα που μου προτάθηκαν.

Ο θεατρικός συγγραφέας Micael Frane, εδώ ως ηθοποιός ,με την Maria Cazares, στους “Αδελφούς Καραμαζόφ”

Στις πρόβες, στα παρασκήνια, μεσα στο πλήθος ων ανθρώπων ξεχνιόμουν, η πλαστή ζωή του θεάτρου, υποκαθιστούσε την πραγματική, νόμιζα ότι οι πληγές θα κλείσουν κάποτε. Το τέταρτο όμως έργο ήταν κρίσιμο. Ήθελα να δοκιμάσω κωμωδεία και έτυχε ένα μπεστ σέλερ του Άγγλου Μ. Φράιν (Μichael Frane) που ο ίδιος ο συγγραφέας διασκεύασε σε θεατρικό έργο. Ο τίτλος φόβιζε : “Πρόβα θανάτου”, ήταν όμως ένα πανέξυπνο παιγνίδι, με χιούμορ που ζεμάτιζε και διαλόγους που ξεξυπνούσαν τους κουρασμένους σαν και μένα. Μαύρη κωμωδία την χαρακτήριζαν, κριτικοί και θεατές, μα για μένα ήταν μια ανακούφιση, η σάτιρα και το δράμα ισοζύγιαζαν και αυτό με ηρεμούσε και μου έδινε κουράγιο.
Όταν όμως οι παραστάσεις ολοκληρώθηκαν (δεν έχασα καμιά) η κεντρικη ιδέα του Μ.Φράιν, δεν έλεγε να ξεκολλήσει από το μυαλό μου. Μπορεί κανείς να επιχειρεί δοκιμές θανάτου , αναρωτιόμουν. Να κάνει πρόβες, έως το τέλος.
Δεν άργησα να σχεδιάζω δοκιμές, με σκηνικά και κοστούμια και μοναδικη ηθοποιό και πρωταγωνίστρια εμένα φυσικά. Ειχα ανακαλύψει μεθόδους απλές και έπαιζα κι όλας (μονολογούσα) κάποτε κατέγραφα σε βίντεο, τις σκηνές. Δεν θέλω να σε κουράσω με τις κατάμαυρη δική μου κωμωδία, Προχωρόντας ήξερα, διαισθανόμουν την τελευταία δοκιμή-τη γενική πρόβα όμως λέγεται, μα δεν είχα κανένα αίσθημα λύπης φόβου ή ανακούφισης. Ϊσως χωρίς να το κατανοώ, από το δικό μου θέατρο περνούσα στη ζωή και την πραγματικότητα…

Σταμάτησε και κατάλαβα ότι τέλειωσε κι αυτή η συζήτηση, ήταν αποκαμωμένη, θα συνεχίζαμε άλλη φορά.

ΦΙΝΑΛΕ

Πέρασαν μήνες, δεν κατάφερα να την εντοπίσω, κλεισμένη και απομονωμένη δεν άφηνε ούτε χαραμάδα η πόρτα της. Στίς 18 Ιανουαρίου του 19.. στο δελτίο ειδήσεων των 9μμ μετεδόθη η είδηση του θανάτου της. Στην κηδεία της -Δημοσία δαπάνη- δεν την συνόδευσαν πολλοί, μίλησαν ομως αρκετοί κοινωνικοί παράγοντες και καλλιτέχνες.
Για μένα ήταν ένα πολύ λυπηρό γεγονός, με τιμούσε με τη φιλία της άπό δεκαετίες και ήτνα άνθρωπος με αιυαισθησία και ήθος. Μα ήθελα να μάθω (νοσηρή ίσως περιέργεια)την αιτία του χαμού της. Έψαξα τους ιατροδικαστές και τις εκθέσεις τους, που δεν ξεκαθάριζαν το ζήτημα. Αναζήτησα τον επίκουρο καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθην (της Ανατομίας) που ήταν φίλος μου, να μου εξηγήσει. Αφού μελέτησε διεξοδικά τις εκθεσεις και τα ευρύμτα, μου ειπε: ο θάνατος προήλθε από έλλειψη οξυγόνου -ο όρος που ανέφερε ήταν πολύπλοκος- μάλλον οφείλεται σε εθελούσιο κράτημα της αναπνοής. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μετά από πολύ μεγάλη προσπάθεια και αφού γίνουν πολλές δοκιμές, πρόβες δηλαδή – κατέληξε ο επιστήμων.

Ερχόταν στο νου μου, στη σκηνή που σχεδίασε, να παίζει τον εξοντωτικό ρόλο της…

Δεν με εξέπληξε, είχα καταλάβει ότι ήταν αδύνατον να επιβιώσει μετά τον χαμό του μεγάλου της έρωτα. Ο Γιάννης Κ. δεν έφυγε ούτε στιγμή από το νου και την καρδιά της- ήταν πάντα ο πιο στενός φίλος , ο δικός της αποκλειστικά σύντροφος, ένα σημαντικό της κομμάτι – που δεν γινόταν να υπάρχει χωρίς αυτό.
Ο ρεαλισμός των νεανικών χρόνων θεωρούσε τον έρωτα, ως εκδήλωση (εκπλήρωση) σωματικής κυρίως ανάγκης, έτσι κι αλλιώς όχι ως το πρώτο θέμα της ζωής, αφού η επανάσταση κι αλλαγή της κινωνίας προείχαν για όλους μας. Στο φινάλε, όταν τα χρόνια (και οι φθορές) έχουν συσσωρευθεί απελπιστικά, όταν ο έρωτας μοιάζει να ναι στο περιθώριο, συλλογίζομαι ότι ίσως ακόμα μπορεί να καθορίζει τη ζωή – αν όχι τη δική μας κάποιων άλλων (προνομιούχων).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1.Για την αρπαγή των Σαβίνων, πρέπει να ανατρέξει κανείς στην Ρωμαϊκή ιστορία. Με δυο λόγια, ο Ρωμαιοι άρπαξαν τις γυναίκες των Σαβίνων, όταν ιδρύθηκε η Ρώμη και οι οι Σαβίνοι κήρυξαν τον πόλεμο για να τις ελευθερώσουν. Οταν αρχισαν οι μάχες, οι γυναίκες μπήκαν στη μέση, να συμφιλιλωσουν τους εχθρούς.
2. Michael Frane, Άγγλος ηθοποιός και συγγραφέας,γνωστά θετρικά έργα :”Οι απερισκεψίες του πρωινού”, “Το παιγνίδι της γνώσης και της σιωπής”, Δημοκρατία ή παράδοση” κλπ

ΟΙ ΚΑΛYΤEΡEΣ ΜΑΣ ΦΙΛEΣ – ΟΙ ΑΞΕΧΑΣΤΟΙ ΜΑΣ ΦΙΛΟΙ

Μαρινα Κεφάκη Τριαντάφυλλο
μυρωμένο, πως να μεινει καιρό ;

ΟΙ καλύτεροι μας φίλοι

κουράστηκαν και φύγανε νωρίς

δέσαμε σαν κόμπο στο μαντήλι

στιγμές που δεν τις ξέχασε κανείς

Κώστας Καριωτάκης, πέρασε τις δοκιμασίες, άντεξε μα πλήρωσε πολύ ακριβά – χωρίς παράπονο

Τότε φυσική η αντίστασή μας

ανάσα μόνο για να να ζεις

μοχθηροί κι άθλιοι οι εχθροί μας

κι η βία μέσον επιβολής

Κώστας Μπαλαμούτσος, μας οδηγούσε σε βουνα και θάλασσες

Το αίσθημά μας μοιρασμένο

το εγώ μας το΄λεγαν εμείς

ήταν για μας το πεπρωμένο

αυτό που θέλεις και μπορείς

Ο Φεϋζαλ, στην πόλη των παραμυθιών

Κι οι καλυτερες μας φίλες

βαρέθηκαν και φύγανε νωρίς

δέσαμε σαν κόμπο στο μαντήλι

λέξεις που δεν λησμόνησε κανείς

Δημήτρης Ξηριτάκης, ηρωικός ως το τέλος

Στην άκρη ο Αλεκος να σωπαίνει

κι η Ντιάνα τους στίχους να μετρά

τη Μιμή τυλίγουν οι ανέμοι

κι ο Αντώνης φίλους να κερνά

Προσφερόμενος με ευγένεια και ανιδιοτέλεια


Κι έμειναν ονόματα κι οι άλλοι

αυτές που ξέρεις – θα τις δεις

Ρένα λέγανε τη μια για τον Μιχάλη

ρωτάς τον Κώστα να τον βρεις

Φώτης καφάτος, ο διασημότερος των καθηγητών του Παναεπιστημίου κέντρο του Ηρακλείου 18.11.2009)

Κάθε νύχτα που τον πάτο φτάνεις

και ψάχνεις κάποιο χέρι να πιαστείς

δίπλα σου θα΄ναι ο Γιάννης

χωρίς μια λέξη να του πεις

Μάνος Λουκάκης, έκφραση έντονων αισθημάτων, σε μια ποίηση χωρίς συμβάσεις

Οι καλύτερες οι φίλες μας κι οι φίλοι

εμείνανε στο βάθος του καιρού

κοκκινο με κρόσσια το μαντήλι

εδέσανε στην άκρη του λαιμού

Τελευταίες φωτογραφίες του Αριστείδη Βλάση , στα εγκαίνια της έκθεσης του 5.5.2015


Κι η επανάσταση με κόκκινη παντιέρα

κλεισμένη στην καρδιά μας και το νου

δεν θα περιμένει πια τη μέρα

ούτε το σημάδι τ΄ουρανού

Πόπη Καμάρη, το κόκκινο γαρούφαλο, δεν το μάρανε η πιο ανελέητη βία

ΟΙ φίλες κι οι καλύτεροι μας φίλοι

βιάστηκαν και φύγανε νωρίς

δέσαμε σαν κόμπο στο μαντήλι

στιγμές που δεν τις ξέχασε κανείς

Ελένη Στεφανάκη, φώτισε με το χαμόγελό της μιαν αξέχαστη εποχή (φωτ.1964)

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟΙ EΡΩΤΙΚΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

Αφιέρωση : στη Θεανώ Σ. και την Αρετή Μ.

Υπάρχουν άραγε σήμερα τέτοιοι στίχοι ; Ισως λέει ο Μύρων Μ. παλαίμαχος αισθηματίας, και επιμένων σε θέματα που έχουν από πολλούς ξεχαστεί οριστικά.

Σε μικρή συντροφιά κρητικών κυρίως, έγινε μικρή ανθολογία προσωπικών στίχων : έρωτας, αγάπη το θέμα . Δυο στιχουργοι, ένας από την μιαν άκρη της Κρήτης κι άλλος από άλλη , ανταλλάσουν τις εμπνευσεις τους.

Μανούσος Φούμης από Χανιά (Παλιόχωρα) και Μανόλης Δερμιτζάκης, από Σητεία (Σίτανος) γράφουν αυτές τι μέρες για τον ΑΛΚΜΑΝΑ. Αν θέλει κανείς να συμμετάσχει σ αυτήν την έμμετρη συζήτηση ας στείλει τους στίχους του ως σχόλιο, θα ναι καλοδεχούμενοι.

Μανούσος Φούμης :

(Μαντινάδα)

Ειν΄η αγάπη ποταμός που τρέχει και δεν σώνει (1)

κι ανε φουσκώσει χάθηκες κιανένας δεν γλυτώνει

Μανόλης Δερμιτζάκης :

Για την αγάπη λέγανε απ τα παλιά τα χρόνια

πως την ελπίδα ξεπερνα την πίστη την ομόνοια

Πως ειναι η βάση τςη ζωής -αυτή τηνε φροντίζει

τη θρέφει και την ευλογεί και την βαγιοκλαδίζει


Μανούσος Φούμης :

Τι ναι η αγάπη μη ρωτάς- τον έρωτ΄αναζήτα

αυτόν που τα βουνα κουνά – καλά να μάθεις κοίτα

Αυτόν που φέρνει τη χαρά και δεν του λείπει ο πόνος

κι όσο τον αποδιώχνουμε – τόσο του μένει χρόνος

Μανόλης Δερμιτζάκης:

Η αγάπη σαν ποτάμι κι η ζωή σου σαν λειβάδι

και τ΄αμπέλια κι οι ελιές του βγάζουνε κρασί και λάδι

Μανούσος Φούμης:

Η αγάπη σαν ποτάμι που τον κάμπο μας ποτίζει

μα καμιά φορά φουσκώνει και τα πάντα πλημμυρίζει

Κι όταν πλημμυρίζει τότε- τρέχουμε για να σωθούμε

μα σωσίβιο δεν έχει πουθενά- και δεν θα βρούμε

Κι αν δεν βρούμε μόνο η τύχη – η νεραϊδα η καλή μας

θα μπορούσε να μα σώσει μα δεν θα ναι πια μαζί μας

Μανόλης Δερμιτζάκης:

Η αγάπη κύμα μοιάζει που ψηλώνει και δεν σπάει

κι ο σεισμός που το΄χει φέρει μια στιγμή δεν σταματάει

(*)= τελειώνει, σταματά

ΛΕΩΝ ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ – ΠΕΡΑΣΕ ΚΑΙΡΟΣ

Δεν απέφευγε κι ο ίδιος τον φακό:μεταξύ των κρητικών- καλό κρασί και καλός λόγος..

Πέρασε καιρός, ο μεγάλος φίλος μας και όλοι οι άλλοι, (οι καλύτεροι μας φίλοι ) δεν έχουν χαθεί, ας λέει ο στίχος .

Τακτοποιώντας τα ακατάστατο γραφείο, έπεσα πάνω σ΄ ένα ταπεινό βιβλίο : “Μαργαριτάρια και αχινοί” που δεν είχε ούτε συγγραφέα ούτε εκδότη.

Μέσα στις σελίδες υπήρχαν, αποκόμματα εφημερίδων και γράμματα του ταχυδρομείου.

Πρώτα ξεχώρισα τμήμα σελίδας της “ΤΟΛΜΗΣ” (καθημερινής ηρακλειώτικης εφημερίδας, του Νίκου Βιδάκη) Τρίτης 4 Φεβρουαρίου 1997 με κείμενο παρουσίασης του βιβλίου που ανέφερα, το απέδιδε ο Β.Ζ. που υπέγραφε το κείμενο, στον Λ. Καραπαναγιώτη.

Μετά μια δακτυλογραφημένη επιστολή προς τον Λ. Καραπαναγιώτη που υπέγραφε ο Β. Ζεβ. Την αντιγράφω, σχεδόν ολόκληρη:

Ηράκλειο 29.1.1997

σας γράφω δυο λόγια μόλις πήρα το ωραίο βιβλίο σας.

Με ευχαρίστησε , περισσότερο από όλα τα δώρα (σημειωση:βιβλία) που κατά καιρούς στέλνετε και που δεν απαντάμε, με ένα τηλέφωνο ή ένα σημείωμα, όχι βέβια από τεμπελιά ή αδιαφορία αλλά γιατί τα θεωρούμε εγκάρδιους χαιρετισμούς που προμηνύουν τον ερχομό σας – συντηρούμε μάταιες ελπίδες.

Γνωρίζετε ασφαλώς πως τα αισθήματα δεν καθορίζονται από, συμβατικές παραμέτρους και κοινωνικές συντεταγμένες και έχω τη βεβαιότητα ότι ξέρετε καλά , πως εδώ στον περίεργο ομορφάσχημο χώρο μας , υπάρχει τόση συμπάθεια και αγάπη για σας που χρειάζεται…σθένος για να μας αντιμετωπίσετε.

Όμως είμαι σίγουρος πως όλα θα πηγαίνουν καλά, οι μικρές περιπέτειες θα περάσουν και θα βρεθεί η ευκαιρία και η διάθεση να συναντηθούμε στην Κρήτη, συγκταρατημένοι και ψύχραιμοι, όσο τουλάχιστον χρειάζεται,για να μην πάψουμε να αντιδρούμε , σ΄ότι μας συγκινεί και μας αρέσει.

Υπογραφή Β.Ζ.

Η απάντηση ήρθε αμέσως(από Τον Λ. Καραπαναγιώτη):

Φίλε μου Β. (Αθήνα Τετάρτη)

Αυτονόητα δεν υπάρχουν. Κάθομαι λοιπόν να σου γράψω πως οι λίγες μέρες που κάθε τόσο περνώ κοντά σας στο Ηράκλειο, είναι τούτα τα χρόνια, οι μεγάλες μου χαρές και πως μαζί σας, βγαίνω από τις τόσες μιζέριες που συνθέτουν , όλο και περισσότερο, την καθημερινή ζωή.

Ο Λέων στην Κρήτη

Κι όταν έρχεται η ώρα να θυμηθώ κάποιες μου ώρες για να νοιώσω ζεστασιά, αυτές τις ώρες φέρνω στο νου μου.

Στο σχόλιο μου αυτό , να προσθεσω, τώρα, ένα άλλο! Το γράμμα σου και το σχόλιο σου. Πως με συγκίνησαν και τα δυο, μπορείς ευκολα να το φανταστείς. Κι ενω τόσα είναι εκείνα , τα περιττά, που ρίχνεις κι αφήνεις , αυτά είναι στα λίγα που κρατώ – κι αυτά για να με ζεσταίνουν.

(…)

ΙΙ. Σάββατο

Να είναι καλά η Remington σου-μου θύμησε τα είκοσι μου τόσα χρόνια της ζωής μου, που πέρασα με μια (αγορασμένη με δόσεις) Hermes Baby – ως τη μέρα που δεν εύρισκα πια ανταλλακτιά για να την συντηρήσω σε ενεργό υπηρεσία. Τώρα γράφω όλο και λιγότερα γράμματα (Τη ζημιά του τηλεφώνου ποιος θα την πει; σκέψου πόσα πράγματα δεν καραγράφονται πια)κι έτσι όταν (όπως σήμερα κάθομαι να στείλω γράμμα επιστρατεύω και πέννα και μελάνι και τούτο το χαρτί που μου είχε φέρει κάποια φίλη (…)

υπογραφή Καραπαναγιώτης Λ.

Με Νίκο Βεριγάκη Ηράκλειο

.

ΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΙ ΜΑΣ ΦΙΛΟΙ

Νεανική πόζα, πρώτο πλάνο Μαν.Ρουσάκης- δεύτερο Μιχ.Κεφαλογιάννης

ΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΙ ΜΑΣ ΦΙΛΟΙ

(ΠΟΥ ΦΎΓΑΝΕ ΝΩΡΙΣ)

αφιέρωση: στον Νίκο Β.

Γιάννης Σακελλαράκης, 1965 φωτ. Ν.Κούνδουρος

ΟΙ καλύτεροι μας φίλοι

κουράστηκαν και φύγανε νωρίς

δέσαμε σαν κόμπο στο μαντήλι

στιγμές που δεν τις ξέχασε κανείς

Δημήτρης Ξηριτάκης -Βαγγελης Σκουλάς σε εκδήλωση στο Κηποθεατρο

Κι έμειναν ονόματα κι οι άλλοι

αυτούς που ξέρεις – θα τους δεις

Σίφη λέγανε τον έναν ή Μιχάλη

ρωτάς τον Κώστα να τους βρεις

Δίκη του ΡΗΓΑ ΦΕΡΑΙΟΥ 1968, διακρίνονται Γιανναδάκης Ν στο κεντρο.-Καρυωτακης Κ.αριστερά Γιανναδάκης

Κάθε νύχτα που τον πάτο φτάνεις

και ψάχνεις κάποιο χέρι να πιαστείς

δίπλα σου θα΄ναι ο Γιάννης

χωρίς μια λέξη να του πεις

Μάνος Λουκάκης, έκφραση έντονων αισθημάτων, σε μια ποίηση χωρίς συμβάσεις

Οι καλύτεροι μας φίλοι

εμείνανε στο βάθος του καιρού

κοκκινο με κρόσσια το μαντήλι

εδέσανε στην άκρη του λαιμού

Νίκος Λογοθέτης, πολύτιμος φίλος – δεν έφτασε στο νησί μας

Κι η επανάσταση με κόκκινη παντιέρα

κλεισμένη στην καρδιά μας και το νου

δεν θα περιμένει πια τη μέρα

ούτε το σημάδι τ΄ουρανού

Αντώνης Χελιδώνης, ηρακλειώτης διανοούμενος κι άνθρωπος για όλες τις εποχές

ΟΙ καλύτεροι μας φίλοι

κουράστηκαν και φύγανε νωρίς

δέσαμε σαν κόμπο στο μαντήλι

στιγμές που δεν τις ξέχασε κανείς

Βάνιας Γιγουρτσής, νεανική φωτογραφία

ΣΤΙΧΟΙ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ 1.9.2019

Πρώτη μέρα μέρα φθινοπώρου

Αχ και να΄τανε να εμπόρου

να σου στείλω ένα φιλάκι

κόκκινο τριανταφυλλάκι

Κι αν οι πρώτες οισταγόνες

το νοτίσουν, δεν πειράζει

τ΄άρωμά του που ζαλίζει

η βροχούλα δεν αλλάζει

Κι αν τα πρώτα συννεφάκια

σκοτεινιάζουνε την πλάση

η καρδιά που λαχταράει

γρήγορα θ ‘ αναγαλιάσει

Ανέμη, διασκευασμένη σε παιδικό μύλο(Α.Νικολαος, τα πρωτα συννεφάκια )

ΣΤΙΧΟΙ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

Η στίχοι στην Κρήτη επιμένουν, τόσο που να γίνονται και διαγωνισμοί μαντινάδας – πριν λίγα χρόνια στην Ανατολική Κρήτη , σήμερα στον οικισμό των Κορφών …(υποχρεωτική η λέξη αθιβολή=κουβέντα,συζήτηση αλλα και παλιότερα ομιλία περί απόντων και συμβάνων παλαιών, αναπόληση,ενθύμηση κλπ)

ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΥΜΕ ΤΙΣ ΜΑΝΤΙΝΆΔΕΣ ΠΟΥ ΞΕΧΏΡΙΣΑΝ ΟΙ ΟΡΓΑΝΩΤΕΣ

Με τονισμένα γράμματα είναι αυτές που μας άρεσαν (Αλκμαν) και υπογραμμισμένη η καλλύτερη για μας.

Καλόχαρη μου αθιβολή και ξομπλιαστή μου σκέψη

Μου λείπεις… Κι έχει η μοναξά, στο μπέτη μου κονέψει.

Πως ρέγομαι τσ’ αθιβολές, γι’ αμάλαγους αθρώπους

Π’ άλλοτες επλουμίσανε, τση Κρήτης μας τσι τόπους.

Εμίσεψες, μ’ από το νου, δε βγαίνει η μορφή σου,
κι έχω, σαφί, το διγαβρέ και την αθιβολή σου.

(διγαβρες=κουβέντα,συζητη-λογομαχια)

(Σαφί=συνεχως,αδιακοπα)

Τον ήλιο κάθε που θα δω το δειλινό να γέρνει,

ο νους μου την αθιβολή του μισεμού σου φέρνει.

Η αθιβολή σου, σαν πουλί,βαστά καιρό τ’ αντέτι 

  και βγαίνει και γλυκολαλεί στου νου το ματσιπέτι 

(αντέτι=έθιμο,συνήθεια)

Ηρθες γλυκιά μ’αθιβολή. Σ’τσι σκέψης τ’ακρογιάλι

Και τση χαράς σκουτελικό, έχει καρδιά μου πάλι

ΑΘΙΒΟΛΗ ΜΟΥ ΞΟΜΠΛΙΑΣΤΗ ΤΟΥ ΑΡΓΑΛΙΟΥ ΜΟΥ ΧΤΕΝΙ

———————————————————————————–

ΕΣΥ ΠΑΤΕΙΣ ΤΟ ΠΕΤΑΛΟ ΤΣΗ ΣΚΕΨΗΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΦΑΙΝΕΙ

Ονειροκαλεσμένη μου και χάδι του κορμιού μου

πόθος, σεβντάς, αθιβολή κι αροδαμός του νου μου

Με το φεγγάρι συντροφιά και την αθιβολή σου 

απόψε πάλι η σκέψη μου ξαγρύπνησε μαζί σου.

Η Αθιβολή σου ήρθενε κουβέντα στην κουβέντα-

και θάρουνα πώς μύρισε όλος ο κόσμος μέντα

Δίχως νερό και ασκιανό, στη(ν) κάψα της ερήμου,

με τη δική σου αθιβολή, δροσίζω το κορμί μου

ΤΣΗ ΜΑΝΑΣ ΤΗΝ ΑΘΙΒΟΛΗ ΦΕΡΝΩ ΤΗ ΚΑΘΑ ΜΕΡΑ

ΚΙ ΩΣΤΕ ΝΑ ΖΩ ΘΑ ΝΑ ‘ΡΧΕΤΕ ΣΤΟΥ ΝΟΥ ΜΟΥ ΤΗ ΒΕΓΓΕΡΑ.

Αζωντανό δα τ’όνειρο κι ένιωσα το φιλί σου

Μα ξύπνησα κι απόμεινα με την αθιβολή σου

Στο μονοπάτι τσ’ ανθρωπιάς θα πορπατώ όσο ζήσω.

Που σα’ μισέψω μια(ν) καλή αθιβολή ν’ αφήσω

Στην εδική σου αθιβολή, δακρύζω και λυπούμαι,
γιατί, μιας δυνατής φιλιάς, τα ξέτελα θυμούμαι.

ΑΠΟ ΒΙΒΛΙΑ:

ΚΡΥΦΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Σ ΑΓΑΠΩ ΚΙ ΟΠΟΙΟΣ ΓΚΙΑ ΜΕ ΡΩΤΗΣΕΙ

ΤΟΥ ΛΕΩ: ΤΕΘΟΙΑ ΑΘΙΒΟΛΗ ΝΑ ΤΗΝΕ ΠΑΡΑΙΤΗΣΕΙ

Είσαι όλον τον καιρό το φως, τα μάθια κι η ψυχή μου

και τση καρδιάς η αναπαψη γλυκειά αθιβολή μου


Συμμετείχαν 181 μαντιναδολόγοι, από το νησί μας κυρίως.













ΒΡΑΒΕΙΑαλόχαρή μου αθιβολή και ξομπλιαστή μου σκέψη

\λόχαρή μου αθιβολή και ξομπλιαστή μου σκέψη

λόχαρή μου αθιβολή και ξομπλιαστή μου σκέψη

Καλόχαρή μου αθιβολή και ξομπλιαστή μου σκέψη

1η θέση