ΕΙΡΗΝΗ ΠΡΑΔΕΙΣΑΝΟΥ – ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΕΝΔΕΙΑ

Στις 18 του τρέχοντος μηνός, έφτασαν στα χέρια μας δυο βιβλία, ήταν οι ποιητικές συλλογές της κ. Ειρήνης Παραδεισανού, που ζει και εργάζεται ως φιλόλογος στην πόλη μας. Εκδότης Vakxikon.gr , τίτλοι : ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΕΝΔΕΙΑ και ΤΑ ΓΥΑΛΙΝΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΨΑΡΙΩΝ (2013-2016).

 

Ξεχωρίσαμε για να παρουσιάσουμε  ένα από τα  ποιήματα που μας άρεσαν, για να ενημερωθούν οι αναγνώστες μας – στοιχεία για την συγγραφέα δεν έχουμε , θα συμπληρώσουμε αυτήν την παρουσίαση μόλις βρούμε.

Ο υπερρεαλισμός της κ. Ειρήνης Παραδεισανού είναι έκδηλος και ο ρωμαντισμός της κάτω από κάθε εικόνα ή φράση έντονος – όταν σταθεροποιεί το βήμα της και κάνει σαφέστερες τις προτιμήσεις της , ένας αθώος λυρισμός αυθεντικός και συγκινητικός προβάλλει. Σ΄έναν δρόμο καθόλου εύκολο που προχωράει δυστακτικά, θα βρίσκει ή  θα ανακαλύπτει  μιαν ποίηση που μας ενδιαφέρει, για να έρχεται πιο κοντά μας.

Από την συλλογή  ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΕΝΔΕΙΑ: 

Π Α Ρ Ε Ι Σ Α Κ Τ Η

 

Κάθε που γέρνω μέσα μου

νοιώθω χελώνα γέρικη

που απόμεινε χωρίς καβουκι

στη μέση δρόμου πολυσύχναστου.

Διαβάτες ριγμένοι στον τρόμο

με καρφώνουν με λέξεις – τρόπαια

μιας νίκης εύθραυστης κι αμφίσημης.

Τασυννεφα...
σύννεφο…

Σαν  τέχνασμα σιβυλλικό μοιάζει η σιωπή μου.

και το σκιαγμένο βλέμμα τους

σαν προσπερνούν την άθλια όψη μου

καρφώνεται στη γύμνια μου επιτακτικά.

 

«Δεν είσαι εδώ»

μοιάζει να λέει

«Ποτέ δεν ήσουν.

Πάντα παρείσακτη θα στέκεις».

 

Κι εγώ μια χαραμάδα ψάχνω

από φως

για να στριμώξω την παράξενή μου όψη

και μια ρωγμή σε σύννεφο θαμπό

την εμμονή μου να φυλάξω.

 

 

Σ Υ Μ Π Λ Η Ρ Ω Σ Η (μετά την ανάρτηση)

Από το  Block Παρείσακτη, συμπληρώνουμε την άποψη της Ειρήνης Παραδεισανού για το πως έφτασε στην ποίηση:

Ειρήνη Παραδεισανού, φωτογραφία διαδικτύου
Ειρήνη Παραδεισανού, φωτογραφία διαδικτύου

«Στην προτροπή των φίλων μου να γράψω επιτέλους πεζό, συνήθως χαμογελώ με αμηχανία. Δεν ξέρω τι να τους πω, πέρα από το τετριμμένο.
» Οποτε μου΄ρχεται να γράψω, μου βγαίνουν ποιήματα.»
Για καιρό δίσταζα να τα χαρακτηρίσω ποιήματα.
Το΄ξερα πως το ποίημα σκάβει. Αν δεν τα καταφέρει να σκάψει, δεν είναι ποίημα.
Σκάβει στην πέτρα για να βρει την αιώνια φλέβα.(…)

Εξώφυλλο, από το μπλογκ της
Εξώφυλλο, από το μπλογκ της

 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ:

Τα βιβλία της κ. Παραδεισανού, μας τα πρότεινε ο φίλος μας κ. Γιώργος Λεμπιδάκης, επειδή του άρεσαν – είναι και πολύ ενδιαφερόμενος για τη λογοτεχνία, έχει εκδόσει και μιαν ποιητική συλλογή , που έχουμε παρουσιάσει.

 

 

 

 

 

 

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ:ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ
 Τ ΆΚΟΝΙ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ
 ΤΗΣ …

ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ
 Τ ΆΚΟΝΙ ΤΗΣ

ΥΠΟΜΟΝΗΣ
 ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΤΟ ΚΕΡΙ

Ενθύμηση του Γιάννη Αλεξανδράτου

των ήχων των χρωμάτων της σιωπής

Καλημέρα – καλησπέρα

με την κοφτερή μαχαίρα

καλησπέρα του παραμυθιού

η καρδιά να πάει αλλού

και το Βούι κάνει Μου

το γουρούνι κάνει ούι

γιατί το΄χει αυτό το χούι

Μια φορά κι έναν καιρό

Μην πιστεύεις θα στο πω

 

Παραμύθι που κυλάει

Σαν ποτάμι που θα πάει

Στην θαλάσσης τα πελάη

Να μ´ ακούς και μην ζητάει

ς Στο βυθό μην θες να πάεις

Είν´ Απρίλης ειναι Μάης

Μια φορά κι έναν καιρό

 

Το σπίτι της Τύχης ήταν σαν παλάτι

μια κοπέλα ομορφονιά

από αρχοντική γενιά

καλοσυνάτη σπίτι σκολειό

καθημερινά πλάκα κοντύλι

διάβασμα και στο κρεβάτι

Μια σκόλη και μια γιορτινή

μέρα λαμπρή ανοιξιάτικη

μπήκε πουλάκι στο παραθύρι

τ΄ ανοικτό

-”τον πεθαμένο που θα δεις

αυτόνε θα τον παντρευτείς

είπε και πέταξε μακριά

… 

Με κλάμα στον πατέρα της

επήγε αλαφιασμένη

-”Αχ κύρη μου και το και το”

του είπε φοβισμένη

-”πουλάκι είναι και κελαϊδεί

πουλί είναι κι ας λέει”

την παρηγόρησε μ΄αυτή

δεν έπαψε να κλαίει

Μιαν άλλη μέρα ένα πρωί

κένταγε στον οντάτης

τρία πουλάκιακια κάτσανε

απάνω στην ποδιά της

-”Τι κάνεις σταυροβελονιά

και τι χρυσοκεντάεις

νεκρό θα πάρεις άντρα σου

στην εκκλησιά θα πάεις”

 

Πάλι με κλάματα πολλά

και παραπονεμένη

στην μάνα και τον κύρη της

πηγαίνει δακρυσμένη

-”Πουλάκια είναι και λαλούν

πουλιά είναι κι ας λένε”

της είπανε με μια φωνή

μα μέσα τους να κλαίνε

Scan 12

Και κλείστηκε η κοπελιά

δεν έβλεπε κανένα

Μα όταν πέρασε καιρός

εβγήκε στο σοκάκι

να παίξει με τις φίλες

της κουτσούνες και σκοινάκι

 

και μπήκαν σ΄έν΄αρχοντικό

με κάγκελα σπασμένα

σαν έφυγαν οι φίλες της

κι είδε μια κάσα νεκρική

με ξύλο γυαλισμένο

Με στέμμα κάποιον

άγνωστο κίτρινο πεθαμένο

 

Ένα χαρτί έγραφε :

εσύ που θα περάσεις τώρα

, σταμάτησε κι αν κάνεις

ότι πρέπει στην κλίνη τη δική μου

– θα ΄ χεις μεγάλα δώρα

όχι μόνο χίλια φλουριά

μα αν είσαι άντρας Βεζύρη

θα σε κάνω εγώ κι πριν ο ήλιος γείρει

 

αν είσαι κόρη σύζυγος στο θρόνο μου θα γίνεις

μα για να γίνουν όλα αυτά:

τρεις εβδομάδες ξυπνητή

στο πλάϊ μου θα μένεις

τρεις μέρες κι ακόμα ώρες τρεις

χωρίς να κλείσεις μάτι

έτσι πρέπει για να χαθεί

της μάγισσας να λύσεις την άδικη κατάρα της

και μένα ν΄αναστήσεις!

Και το κορίτσι ανάσανε

κι άρχισε να μετράει και

μια βδομάδα δυο και τρεις

στο σπίτι της δεν πάει

και κλείνουνε τα μάτια της

μ’ αντέχει δεν κοιμάται

και μια και δυο και μέρες τρεις

κάθεται τυρανάται

Κι όταν της μείναν ώρες τρεις

Και πέρασεν η μια – Μια γύφτισσα πλησίασε

Που έβοσκε κοντά Τις χήνες της και κρύωνε

Κι ήρθε για ζητιανιά

-«Κάτσε λίγο στη θέση μου

Γιατί άλλο δεν αντέχω

Και θα σου δώσω χρήματα

Όσα στις τσέπες έχω»

Είπε κι αποκοιμήθηκε

Κι γύφτισσα γαρίδα

Το μάτι της σαν ξύπνησε

Ο βασιλιάς -» Ναι σ´ είδα

Εσύ ‘ σουν η άγρυπνη

και Άντεξες τρεις βδομάδες

Τρεις μέρες κι άλλες ώρες τρεις;

Σου αξίζουν τεμενάδες!

Βασίλισσα και δίπλα μου

Και στο διπλό κρεβάτι

Θα γίνεις αν καλοπλυθείς

συγυριστείς κομμάτι;»

-» Και ποια ναι αυτή κοπελιά;

Στο πάτωμα κοιμάται;

-Χηνοβοσκού που νύσταξε

Κι έξω να βγει φοβάται »

Απάντησεν η γύφτισσα

Χωρίς να την σηκώσει

Και την ρωτήσει ο βασιλιάς

Και την ξεφανερώσει

 

Κι έγινε ο γάμος γρήγορα

Σαν γύφτικο,σκεπάρνι

Καμάρωνε η βασίλισσα

Τον <άθλο> που είχε κάνει!

Σε πόλεμο ξεκίνησε

να πάει ο βασιλιάς

Και ρώτησε τη γύφτισσα

– τι θέλει να της φέρει

-”Φουστάνι με χρυσοκλωστή

και κέντημα στο χέρι”

Και ρώτησε την κοπελιά :

-«Πες μου κι εσύ τι θες»

-» Φέρε μου μαχαίρι σφαγής

και τ΄ ακόνι υπομονής

Και κερί που φως τη νύχτα δίνει

για να δει κανείς »

μην το ξεχάσεις όμως γιατί

δεν θα μπορείς να κινηθείς

 

Και πήγε μα και γύρισε

τον λέγαν τροπαιοφόρο

και πήρε χρυσοκέντητο

φουστάνι για το δώρο

της γύφτισσας μα ξέχασε

αυτήν που έβοσκε χήνες

Και σαν πήγε να κινήσει

το άλογο δεν κουνούσε

θυμήθηκε κι έψαξε παντού

ότι αυτή ζητούσε

Ο μαγαζάτορας που είχε μαχαίρι

κι ακόνι και κερί

του είπε να προσέξει,

τι θα τα κάνει η μικρή.

Και γύρισε ο βασιλιάς

κι έβαλε ένα σαϊνι ν

α δει κρυφά και να του πει

τι πρόκειται να γίνει

 

και κοίταζε προσεκτικά

κρυμμένος στον οντά

Και το κορίτσι κλαίγοντας

σήκωσε το μαχαίρι

για να κτυπήσει την καρδιά

με τ΄άσπλαχνό της χέρι

-”Κουράστηκα δεν άκουσα

τι μου’παν τα πουλιά

και για τρεις ώρες άφησα

μόνο τον Βασιλιά!”

Μα πήδηξε πέτρα σκληρή

τσ΄υπομονής τ΄ακόνι

και το μαχαίρι στόμωσε

δεν κόβει δεν πληγώνει!

Και δεύτερη φορά ξανά

η κόρη με μαχαίρι

μα είχε έρθει ο βασιλιάς,

της κράτησε το χέρι

Και του΄πε αυτό το και το

και ξεκαθάρισέ(ν) του

κι έγινε αυτή βασίλισσα

και δεν την άφησε ποτέ του

Κι η γύφτισσα εγύρισε

τις χήνες να βοσκάει

και γύφτον επαντρεύτηκε

πολύ καλά περνάει

Μα ούτε εγώ ήμουν

εκεί ούτε σεις να το πιστέψετε…

ΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΙΚΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ…ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΦΙΛΟΛΟΓΩΝ

ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΥ ΚΡΙΤΗΡΙΟΥ ΣΗΜΕΡΑ

Εκδήλωση της Ένωσης Φιλολόγων & Εκδόσεων ΠΑΤΑΚΗ

Στις 27 Απριλίου, το βράδι, στην νέα αίθουσα των Ιδρυμάτων Καλοκαιρινού, εκεί ακριβώς που κάποτε στεγαζόταν η  ΕΡΓΑΝΗ, οι φιλόλογοι συζήτησαν για ένα θέμα που σχετίζεται με τα ενδιαφέροντά τους.

Η κ. Λίζα  Σκλάβου εκ μέρους του συνδέσμου,  παρουσίασε τους προσκαλεσμένους και διέγραψε με άνεση τα ασαφή όρια του εκτεταμένου θέματος.

Ο κ. ΚώσταςΣταμάτης εισηγήθηκε με πληρότητα και ενάργεια το θέμα, εξέπληξε με τις φιλολογικές αλλά και τις γλωσσολογικές γνώσεις του.

Κώστας Σταμάτης, επιμελητής εκδόσεων, κενρικός εισηγητής
Κώστας Σταμάτης, επιμελητής εκδόσεων, κενρικός εισηγητής

Ο Β. Ζεβελάκης, αρχιτέκτων – καθόλου γνωστός  για τις φιλολογικές γνώσεις του και τις λογοτεχνικές επιδόσεις του, έκανε μια συνοπτική αναδρομή, εξέφρασε την ανησυχία για την νεα επαναστατική ψηφιακή εποχή.

Η κ. Μαρία Φραγκιαδάκη, εξαίρετη φιλόλογος, αλλά και γνώστης, επί σειράς ετών,  της εκπαιδευτικής διαδικασίας και ειδικά της διδασκαλίας της λογοτεχίας στη Μέση Εκπαίδευση, εξέθεσε τις απόψεις της , τη δυνατότητα που παρέχει η  πολιτεία.

Εξαίρετη φιλόλογος, πρόεδρος κάποτε
Εξαίρετη φιλόλογος, πρόεδρος κάποτε της Ένωσης

Θ Α ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΟΥΜΕ ΤΗΝ παρέμβαση του Β.Ζεβελάκη:

Ένας αρχιτέκτονας, ας τον πούμε έτσι, σε μιαν φιλολογική συνάντηση δεν είναι κάτι αναμενόμενο, αγαπητοί φίλοι και φίλες – όμως συμβαίνει σήμερα, με την έμπνευση της Ένωσης Φιλολόγων του Ηρακλείου, που ξέρει το μεγάλο ενδιαφέρον του για την λογοτεχνία και την ποίηση.

Β. Ζεβελάκης, αρχιτέκτων αλλά και ενδιαφερόμενος για τις τέχνες του λόγου
Β. Ζεβελάκης, αρχιτέκτων αλλά και ενδιαφερόμενος για τις τέχνες του λόγου

Εξ άλλου όλες οι τέχνες, αποτελούν ένα σύνολο, μιαν ενότητα, είχαν από την αρχαιότητα συνδεθεί, με τις Θεότητες των Μουσών – που γεννήθηκαν από τον Δία και την Μνημοσύνη, αδελφές λοιπόν.

9mouses
Εννέα Μούσες, ενέπνευσαν τους καλλιτέχνες όλων των τεχνών:Κλειώ, Ευτέρπη, Θάλεια, Μελπομένη, Τερψιχόρη, Ερατώ, Πολυμνία, Ουρανία, Καλλιόπη.(οι εικαστικές Τέχνες λείπουν)

Η Λογοτεχνία και η πιο καθαρή έκφραση ίσως των Τεχνών και η Ποίηση, είναι η σημαντικότερη μορφή της – συνδεδεμένη άρρηκτα με την γλώσσα και την επικοινωνία των ανθρώπων, τις επιστήμες και την ζωή των ανθρώπων. Τι να συμβαίνει άραγε σήμερα;

Υπάρχουν λογοτεχνικά κριτήρια, που πάει η μεγάλη Τέχνη; Οι φιλόλογοι ανησυχούν, μα όλοι αναρωτιόμαστε. Ενδιαφερόμενος από τα νεανικά μου χρόνια, ως φανατικός αναγνώστης των λογοτεχνικών κειμένων , αλλά και ως συντάκτης κάποιων στίχων, για την τέχνη του λόγου παρακολουθώ με ανησυχία τις εξελίξεις, την εισβολή της σύγχρονης τεχνολογίας , την μεγάλη επανάσταση της ψηφιακής εποχής, που αλλάζει την την τυπογραφία και τη γλώσσα, την επικοινωνία, με απίθανους τρόπους, όνειρο που φαίνεται σε πολλούς εφιάλτης.

Σαρώνονται τα πάντα, η παραδοσιακή τυπογραφία το χαρτί και το μελάνι, όλα τα έντυπα και φυσικά δεν γίνεται εξαίρεση για την λογοτεχνία και την Ποίηση. Τι θα γίνει λοιπόν, δεν θα πάψουν να υπάρχουν κριτήρια αλλά θα εξαφανιστούν και οι τέχνες του λόγου; Ας αφήσουμε τις αμφίβολες επισημάνσεις

-ας πάμε πίσω στους αιώνες για λίγο: Κάποτε στην βαθιά προϊστορία σιγά σιγά, αρθρώθηκε ο Λόγος και διαμορφώθηκε η γλώσσα – ένα όργανο πλήρους (όσο γίνεται, εξελιγμένη, σύνθετη, όμορφη)επικοινωνίας ταν ανθρώπων. Η ανάγκη της εξύμνησης των θεών, δημιουργεί τον έμμετρο λόγο, οι Μούσες αρχίζουν να τραγουδούν και να εμπνέουν Θεούς και  ανθρώπους. Τα πρώτα μεγάλα ποιητικά έργα , δημιουργούνται: Η Iλιάδα και η Οδύσσεια , η βάση του Δυτικού κόσμου.

Δεν θα αργήσει πολύ να επινοηθεί η γραφή, που ανοίγει την σκηνή της Ιστορίας, μια μεγάλη επανάσταση , που θα αλλάξει τα πάντα – θα δημιουργήσει επιστήμες και νέες Τέχνες, θα πλουτίσει την ποίηση με την δραματική τέχνη – δεν θα αλλάξει όμως την μορφή και την ουσία της λογοτεχνίας.

Παρθενώνας, η κορυφή του Χρυσου αιώνα...
Παρθενώνας, η κορυφή του Χρυσού αιώνα…

Θα κτισθεί ο Παρθενώνας, πάνω στα θεμέλια της μεγάλης τέχνης του Ομήρου

… Και θα περάσουν ατέλειωτοι αιώνες

η Ανακάλυψη της τυπογραφίας, θα αναστατώσει πάλι τον κόσμο, η Επανάσταση τώρα θα αλλάξει πάλι την επικοινωνία, θα επεκτείνει τη γνώση, θα την καταστήσει κοινή για όλους. Οι τέχνες πλουτίζονται γίνονται παγκόσμιες, οι επιστήμες γνωρίζουν την πιο εκπληκτική άνθιση- η νέα Τέχνη της συμφωνικής Μουσικής θα υψώσει τον δικό της ναό, την 9η Συμφωνία του Μπετόβεν- πάνω στα θεμέλια της Ακρόπολης.

Ο Άγγελος Σικελιανός, σε ένα εξαιρετικό κείμενο του στα 1946(;)αναλύει τον Παρθενώνα και την 9η, θεωρώντας τα ταυτόσημα έργα δυο τεχνών και τις ψηλότερες κορυφές του ανθρωπίνου πνεύματος.

Θα περάσουν άλλα 500 χρόνια πάνω κάτω. Θα έρθει η ψηφιακή εποχή, μια γλώσσα νέας επικοινωνίας ή καλύτρερα μια νεα τυπογραφία αϋλη, η Επανάσταση θα σηκώσει ψηλά πάλι τις κατακόκκινες παντιέρες της. Έχουν περάσει σαράντα και παραπάνω χρόνια, από την ανακάλυψη των πρώτων Υπολογιστών, που ήταν κάτι τεράστια, τερατώδη μηχανήματα, τα Μαμούθ της νέας εποχής. Σήμερα οι καλοί υπολογιστές έχουν το μέγεθος μικρού κουτιού τσιγάρων και κάνουν τα πάντα. Γράφουν μιλούν και τραγουδούν, έχουν απερίγραπτες ικανότητες(δυνατότητες) – η απλότητα της αγγλικής γλώσσας δίνει τα σήματα και τις συντομογραφίες – οι μεταφράσεις από όλες τις γλώσσες της γης, σε λίγο θα ναι έγκυρες και κάποτε επαρκείς. Γράμματα-σήματα-εικόνες σιγά σιγά δημιουργούν τη νέα μέθοδο (τροπο)επικοινωνίας… δεν ξέρουμε που θα φτάσει που θα σταθεροποιηθεί .

Ο τελευταίος αιώνας, πριν την επέλαση των υπολογιστών, χαρακτηρίσθηκε από πολλά και αντιφατικά λογοτεχνικά ρεύματα και καλλιτεχνικές πρωτοπορίες και τεχνοτροπίες. Μερικά από αυτά, κατάργησαν κριτήρια και αρχές, μα οι μόδες ήταν περαστικές, η ποίηση και η λογοτεχνία ενσωμάτωσαν ότι ήταν απαραίτητο – δεν έπαψαν να υπάρχουν, και  να ανταποκρίνονται στις ψυχικέςκαι πνευματικές ανάγκες των ανθρώπων (και για ορισμένους και στην λατρεία του Θεού).

Η ψηφιακή εποχή, θα αλλάξει πολλά, στις τέχνες και την τεχνολογία, η λογοτεχνία θα τροποποιήσει τη γραφή και μέσα απεικόνισης, μα δεν θα αλλάξει ριζικά – ίσως όλα γίνουν ευκολότερα, απλούστερα και καλύτερα : διαφορετικά αλλά και όχι και τόσο από αυτά που ξέρουμε. Η μεγάλη αλλαγή ήταν η γραφή, η δεύτερη της τυπογραφίας, δεν άλλαξε την μορφή της απεικόνισης της γραφής, τα σύμβολα και τα γράμματα.

Η τρίτη η σημερινή μεγάλη ανατροπή, της ψηφιακής εποχής, άλλαξε ήδη την παραδοσιακή τυπογραφία, τον τρόπο απεικόνισης της γραφής, τα υλικά δεν έχουν πια στερεά μορφή, είναι άϋλα, και τρέχουν μεταφέροντας πληροφορίες και γνώσεις, με την ταχύτητα του φωτός(ακριβώς).

Θα παραμείνουν έτσι, θα μεταφέρουν τη γλώσσα που ξέρουμε ή θα δημιουργηθεί μια νέα γλώσσα, με άλλους κώδικες και άλλη μορφή; Αν δημιουργηθεί μια νέα γλώσσα, κανείς δεν μπορεί να κάνει προβλέψεις – ίσως ελλοχεύουν κίνδυνοι, ίσως τα ρομπότ περιμένουν, η ζωή θα έχει εξαντλήσει τα όριά της. Μα ας μην υπερβάλλουμε

Αν είναι απλώς μαι αλλαγή μέσων, αν επιβιώσουν οι γνωστές γλώσσες, με άλλη απολύτως σύγχρονη “τυπογραφία”, η λογοτεχνία θα προσαρμοσθεί, εύκολα νομίζω. Δεν θα αλλάξει σημαντικά τα κριτήρια της , την δομή και την οργάνωση της ύλης της.

Ως μίμηση, ως έκφραση και ως γλώσσα, θα παραμείνει στην καρδιά των ανθρώπων, να προσφέρει παρηγοριά και ελπίδα και βέβαια αισθητική απόλαυση.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

1.Τα κείμενα των άλλων ομιλητών , δεν μπορέσαμε ακόμα να τα απομαπομαγνητοφωνήσουμε.

2.Ο Κώστας Σταμάτης γεννήθηκε στα 1956. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα, έχοντας επαγγελματική πείρα και ειδίκευση 35 ετών στις σύνολες ή επιμέρους διαδικασίες έκδοσης ενός βιβλίου, καθώς επίσης και στις λειτουργίες μορφής και ουσίας κειμενικότητας στα είδη έκφρασης του γραπτού λόγου.
Συνεργάστηκε, επί σειρά ετών, ως συντάκτης (κριτική βιβλίου) και επιμελητής ύλης με τις εφημερίδες Ελευθεροτυπία, Βήμα κ.ά., με επίσημες περιοδικές εκδόσεις των υπουργείων Εθνικής Οικονομίας και Εσωτερικών και με διάφορους εκδοτικούς οίκους (Παπαζήση, Λιβάνη κ.ά.).
Από  1983 υπήρξε στενός και αποκλειστικός συνεργάτης των Εκδόσεων Πατάκη και του ιδρυτή τους Στέφ. Πατάκη, προσφέροντας επαγγελματικές υπηρεσίες στους τομείς
-υποδοχής, αξιολόγησης και επιμέλειας των προς έκδοση χειρογράφων
-σύστασης, καθορισμού και εποπτείας λογοτεχνικών και εκπαιδευτικών σειρών … έχει διαρκή ενασχόληση με γραμματολογικά θέματα των βόρειων ιδιωμάτων της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, τους φωνηεντισμούς των διαλέκτων της, τα συνθηματικά (επαγγελματικά) γλωσσάρια και τις κριτικές εκδόσεις έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

(αντιγραφή από το διαδίκτυο)

 

50 ΠΕΡΑΣΑΝ…ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Ας γυρίσουμε πίσω με ένα παραμύθι, η Φατα Μοργανα κι ο τερατώδης  ελειενής μορφής Δράκος – ταιριάζουν ίσως στην επέτειο της Δικτατορίας

αφιέρωση: στον Λευτέρη Τσίλογλου

Μια φορά κι ´έναν καιρό

( μια τσιγγάνα μάγισσα,
Θε μου πως λαχτάρησα)

Ακούσε με να σου πω…

Fata Morgana, μοιάζει με την Δικτατορία της 21ης
Fata Morgana, μοιάζει με την Δικτατορία της 21ης

(Fata Morgana. )

Στην πέτρα μέσα

Μια πριγκιπέσα

Σκουτιάμαζεύει

Και χουζουρεύει

Κάποτε χάθηκε

απ´το παλάτι

Μεγάλου βασιλιά

και στρατηλάτη

 

Η Fata Morgana

που την ζηλεύει

Την εφυλάκισε

και την παιδεύει

 

Ο ήλιος πέρασε

και τηνε βλέπει

Κόμπο της έδωσε
να

λύσει πρέπει 

 

Δράκος: κούει από τα κερατα και βλέπει από την πλάτη
Δράκος:ακούει από τα κέρατα και βλέπει από την πλάτη (θυμίζει κάποιους καιρούς)

Από τη τύχη της Άρχοντας, νέος 
καλοντυμένος

Από την Μοίρα της
 να ναι σταλμένος

 

Και φτάνει κάποτε
καλός καιρός
Όμορφος πρίγκιπας
και τυχερός

Στην πέτρα τη σκληρή την είδε μέσα

Διαμάντι που έλαμπε(ν)
η πριγκιπέσα

 

Στο στήθος του ένοιωσε
 πληγή μεγάλη

Ο έρωτας σαν στόχο
του τον είχε βάλει

«Λύσε τον κόμπο
του είπε η κόρη

Να ρθω μαζί σου
καλό μου αγόρι»

 

Έβγαλε το σπαθί 
πετά τη θήκη

σαν τον Αλεξαντρο
που θέλει νίκη

Πολύ προσπάθησε 
δεν τον αφήνει

Τον κόμπο κτύπησε
και τονε λύνει

Γυρίζουνε να παντρευτούν

Μα βλέπουν στο παλάτι

Φωτιές στις πόρτες και καπνούς

Και φλόγες στο χαγιάτι Κι ´ενα θεριό

Δράκος: ακούει από τα κέρατα

και βλέπει από την πλάτη

Μες τα ρουθούνια του

φωτιά και λάβρα

Με νύχια λιονταριού

Και λέπια μαύρα

Ακούει απο τα κέρατα

Και Βλέπει απο τη ράχη

Τηνκοσμοχαλασιά αγαπά

Και χαίρεται στη μάχη

Δίπλα του μάγισσα
Στα γονατά του

Μοργάνα τηνε λεν
Αρχόντισσά του

«Φάτα»την ξέρουνε
 και την φοβούνται

Όσοι την βλέπουνε
 σταυροκοπιούνται

Φάτα Μοργκάνα 
Κακή τη μέρα

Τις νύχτες άσχημη
Σαν τη χολέρα

….

Ο πρίγκιπας κατάλαβε
 Δράκος θα’χε νικήσει

Κι η Φάτα η μέγαιρα πολλά
 χρυσάφια είχε κερδίσει

Φοβήθηκεν ο πρίγκιπας 
κι ας ήταν παλικάρι

Στην Άρια την πιο καλή
 Νεράιδα πάει να πάρει

Βοήθεια μα και συμβουλές
, γιατί τον αγαπάει

Από μικρόν τον πρόσεχε 
«Εχω τον τρόπο «- του μιλάει

Μια τρύπα μαύρη τρομερή 
σου δίνω σαν τσουβάλ

ι
Ανοίγει και θα καταπιεί
Οτι κανεις της βάλει

Μα πάρε δυο σακιά γιατί 
ειναι κι η κακιασμένη

Η μάγισσα στο διπλανό
Δωμάτιο ξαπλωμένη

Θα πας σαν κοιμηθεί βαθειά 
στον τρομερό τον Δράκο

Τα ποδια του προσεκτικά 
θα βάλεις μες τον σάκκο

Κι ύστερα στην κακότροπη
 την Φάτα την Μοργκάνα

Το ίδιο θα κάνεις γρήγορα Δεν είναι αυτή σουλτάνα

Βασίλισσα μα κάλπικη
… Στις τρύπες θα χαθούνε

Κι οι δυο σαν μαύρα τέρατα
, στα τάρταρα θα ζούνε

 

Κι έγιναν έτσι κι ακριβώς
 οι τρύπες (τα τσουβάλια)

Κατάπιαν Δράκο – μάγισσα
 κι είχανε μαύρα χάλια!

Κι ο πρίγκιπας κι η όμορφη παντρεύτηκαν και ζήσαν

Ως τα βαθειά γεράματα 
παιδια κι εγγόνια αφήσαν

Κιαν πείτε για το Δράκο μας , την Φάτα την Μοργκάνα,

στο χάος καταστάλαξαν, κι ´εκαναν νέα «πλάνα»:

Οτι ήθελαν …το έβλεπαν
κι αληθινό φαινόταν

Κι ας ήταν αιθέρας και καπνός 
που γρήγορα χανόταν

Γι αυτό και λέμε σημερα τις ψεύτικες εικονες

«Φαταμοργάνα» στη δροσιά καλοκαιριού σ’ομίχλες τους χειμώνες

… Επίλογος: Αυτό το,παραμυθι μας πρεπει να το θυμαστε

Τηνμάγισσα που χάθηκε να μην τηνε φοβάστε

Κι ο δράκος ο πολύ κακός πάει κι αυτός καλιά του

Τα δόντια του όλα τ’ χασε μαζί και τη λαλιά του!

 

… Τέλος του παραμυθιού
Ας το νου να πάει αλλού

είναι η γνώση κουρελού
Η χαλί που πάει παντού;
…

Μα τα λόγια φέρνουν λόγια
 και κολλάνε τα ρολόγια

Κι ιστορίες μας τελειώνουν μα ποτέ τους δεν παλιώνουν

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Το παραμύθι προέρχεται , από την ανάπτυξη ενός στίχου του ποιητή  (και γιατρού)Τάκη Σινόπουλου : «στην πέτρα μέσα» Ο τίτλος από τό πασίγωστο, λόγω τραγουδιών,  όψιμο ποίημα του Νίκου Καββαδία (1974)»Φάτα Μοργάνα» (αφερωμένο στην αγαπημένη του Θ. Σ.) αλλά και από το  μεγάλο ποίημα (πολυσέλιδο) του πάπα των σουρεαλιστών Αντρέ Μπρετόν (Παρίσι 1942), που βρήκε και μας έστειλε εκλεκτη φίλη μας ( Μ.Κ.)

ΤΟ ΦΙΔΟΔΕΝΤΡΟ – ΠΑΡΑΜΥΘΙ

ΤΟ ΦΙΔΟΔΕΝΤΡΟ

                        Αφιέρωση: Στον Μ.Κιουρτζογλου

Δος του κλώτσο να γυρίσει

Παραμύθι ν αρχινίσει

Κι ας τυλίγει το μαλλί

Κι ας κουνεί την κεφαλή

Είν´ η βάβω σαν σταφίδα

Μα το μάτι της γαρίδα

Κι η φωνή της λει και δένει

Κι εύκαιρη δεν απομένει

Στο πιο μικρό φτωχό χωριό

Στην άκρα και στη γύρα

Εζούσε κάποιος γιαπιτζής

Χωρίς στον ήλιο μοίρα

Το φιδάκι χορεύει, παιδικό σχέδιο
Το φιδάκι χορεύει, παιδικό σχέδιο

Καθημερινώς με τον κασμά

Τις πέτρες και την άμμο

Και μοναχά την Κυριακή

Καθόταν λίγο χάμω

 

Και τ΄ όργανό του κούρντιζε

Κι έπαιζε τραγουδούσε

Με τους γλυκούς του τους σκοπούς

Τα βάσανα ξεχνούσε

 

μια σκόλη καθώς κάθονταν

Και τις χορδές χτυπούσε

´Ενα φιδάκι πρόβαλε

Στην άκρη και κοιτούσε

 

Φοβήθηκεν ο γιαπιτζής

Μην είχε και φαρμάκι

Σταμάτησε και πρόσεξε

Κουνιόταν το φιδάκι

 

Λυγιότανε και χόρευε

Σαν ευχαριστημένο

Κατάλαβε πως ήτανε

Ήμερο το καημένο

 

Και κάθε Κυριακή πρωί

Κάθε γιορτή και σκόλη

Που τ΄ όργανο του το’παιζε

Ευχαριστιόταν όλοι

 

Μα πιο πολύ χαιρότανε

Του κήπου το φιδάκι

Που σηκωνόταν όρθιο

Και χόρευε συρτάκι

 

Και μόλις τέλειωνε ο χορός

Το ούτι σταματούσε

Πουγκί μ´ ολόχρυσα φλουριά

Στα πόδια του ακουμπούσε

 

Και τρελαινόταν ο φτωχός

Δεν πίστευε μπροστά του

Τι βλέπανε τα μάτια του

Σαν τα ταν όνειρά του

 

Φοβόταν πως θα ξύπναγε

Τα πλούτη θα χανόταν

Κι φτώχεια κι η κακομοιριά

Πάλι θα ξαναρχόταν

 

Σαν έφτανε στο σπίτι του

Τα δίνε στην κερά του

Και τρώγανε βασιλικά

Και πίναν στην υγειά του

Χειμώνα καλοκαίρι

Στον κήπο του περίμενε

Φλουριά για να του φέρει

Μα τους εκουσκουσσεύανε

Ζηλεύαν οι γειτόνοι

Που τ άντερο του γιαπιτζή

Αρχίζει να λαδώνει

Κάποτε σταμάτησε

Χάθηκε το φιδάκι

στεναχώρια πλάκωσε

Το φτωχό σπιτάκι

 

Κι άρχισαν να ψάχνουνε

Βρήκαν τη φωλιά του

Μα το φίδι ήταν νεκρό

Στη βαθειά σπηλιά του

 

Κλάψανε το θάψανε

Σαν να ταν δικός τους

Συγγενής πολύ στενός

Φίλος κι αδερφός τους

Τακτικά πηγαίνανε

Στο μικρό κιβούρι

Κι έπαιζε ο γιαπιτζής

Ούτι και σαντούρι

Κι ένα δέντρο φύτρωνε

Απ´ τον τάφο μέσα

Πότιζε και φρόντιζε

Τα φύλλα του τ´αρέσα(ν)

 

Τελείως ήταν άγνωστο

Γιαυτό κι ονόμασε το

ΦΙΔΟΔΕΝΤΡΟ

– κι ολημερίς εβαγιοκλάδιζέ το

 

···

Οι γείτονες το βλέπανε

Και παραξενευόταν

Ρωτούσαν μα δεν ήξερε

Κανένας πως λεγόταν

 

Ο γιαπιτζής πονήρεψε

Στοιχήματα ζητούσε

Να βάλουν θα΄δινε διπλά

Αν κάποιος απαντούσε

 

Κι ήρθαν πολλοί και βάλανε

Δεκάδες χρυσά γρόσα

Και χάσανε και πρόσθεσαν

Ακόμα άλλα τόσα

Μα ένας τσιφούτης πονηρός

Έψαξε να βρει λύση

Και τη γυναίκα του φτωχού

Θέλησε να μαυλίσει

Η γυναικα του γιαπιτζή, ρωταει πως ονομάζεται το φίδι
Η γυναικα του γιαπιτζή, τον ρωτάει πως ονομάζεται το φίδι

Της έστελνε δώρα πολλά

Για να τον συμπαθήσει

Μετά να βρει τον γιαπιτζή

Τ´ όνομα να να ζητήσει

 

Μα να το κάνει πλάγια

Για να μην κακοβάλει

O γιαπιτζής και φοβηθεί

Και τύχη να χει πάλι

ο Τσιφούτης
ο Τσιφούτης

– “ Όταν τον πείσεις να το πει

αμέσως το φωνάζεις

Πιο δυνατά, κι γω κοντά

Τ΄ακούω κι ησυχάζεις”

 

Της είπε ο παμπόνηρος

Κι ´εγινε τελικά

Γιατί σαν κότα που ήτανε

Δεν ήξερε απ αυτά

-Πες μου το τ´όνομά του αν θες

Και δεν το μαρτυράω

Και να με κάψει κι ο Θεός

Να τρέμω να ψοφάω

 

Και μια και δυο και τρεις φορές

Τονε παρακαλούσε

Της το΄ πε τελικά κι αυτός

Πως το ονοματούσε

 

Και δυνατά το φώναξε κι αυτή «Φιδόδεντρο» ν ακούσει

Ο πονηρός τσιφούταρος Που καιροφυλακτούσε

Και πήγε την επόμενη -«θες να στοιχηματίσεις»

-«Να βάζω χίλια τάλαρα» Το σπίτι σου αν αφήσεις»

Και δέχτηκε ο ταλαίπωρος πρόσθεσε και τον κήπο

Αν άλλα τόσα θα βάζε -«Δέχομαι εγώ δεν λείπω

Από στοιχήματα καλά» Αυτό στοιχηματίζω

Και φώναξε στεντόρεια -«Φιδόδεντρο κερδίζω!»

Ξεράθηκεν ο γιαπιτζής Του΄ρθε ταμπλάς και ζάλη

Τα ύπατα του κόπηκαν τρομάρα είχε μεγάλη

Του΄ρθε μεγάλη στεναχώρια
Του΄ρθε μεγάλη στεναχώρια

Και τότε το κατάλαβε Πως ήταν προδοσία

Και φώναζε η γυναίκα του ( συγνώμη) δεν είχε σημασία

«Των αματιών του έδωσε» Πολύ μακριά να πάει

Και κάποτε σταμάτησε Μια γριά τονε ρωτάει

-«Που βρέθηκες στις ερημιές Που περπατάς που τρέχεις;»

-«την τύχη μου αναζητώ!» -«βοηθεια θές να έχεις; »

-» αν ξέρεις κάτι πες μου το Και θα σ΄ευγνωμονάω»

-» ίσια να πας ( και του δείξε) Από δω να προχωράω ;»

-«Προσεκτικά τα βήματα Θα βρεις πέτρα μεγάλη

Να κρέμεται στον ουρανό Περνάς να πας στην άλλη

Μεριά και ποταμό ρυχό Θα δεις: να τον περάσεις

Κι αν τις όχθες του ακολουθείς Στην τύχη σου θα φτάσεις »

Σε σπίτι μένει κόκκινο που είναι σωστό παλάτι

Κι έχει χρυσά παράθυρα Και ξύλινο χαγιάτι

Το σπίτι της Τύχης ήταν σαν παλάτι
Το σπίτι της Τύχης ήταν σαν παλάτι

Κι αμέσως εξεκίνησε χωρίς ψωμί να φάει

Σαράντα μέρες έκανε στην πέτρα κουτουλάει

Κρεμότανε στον ουρανό Φοβήθηκε μην πέσει

Στης κεφαλής του την κορφή Στο κόκκινο του φέσι

 

-«Γυρεύω κάποιον ποταμό ρυχό που θα με πάει

Στής τύχης μου το σπιτικό» σεμνά τηνε ρωτάει

-«Δεξιά να πας κι αριστερά μόλις θα δεις μια βρύση»

Απάντησε κι έτρεμε λες την είχανε κουνήσει

 

Ξανά στο δρόμο ο δυστυχής Ανάπαυση δεν έχει

Μέχρι που βρέθηκε μπροστά Στον ποταμό που τρέχει

-«Ποταμι ποταμάκι μου Θερμά παρακαλώ σε

Σενα ταλαιπωρούμενο Την συμβουλήσου δώσε

 

Απο ποιαν όχθη σου θα βρω Της Τύχης μου το σπίτι

Πες μους Ποτάμι να χαρείς Την πράσινη σου κοίτη»

-«στη δεξιά μου την πλευρά Πρέπει Να περπατήςεις (

του είπε) και σε μιαν ωρα – δυο Την πόρτα θα χτυπήσεις

Της Τύχης…» -«στο σπίτι της το κόκκινο; » -«Ναι μένει με το γιο της»

Και πάλι δρόμο και στρατί, στρατί και μονοπάτι

Δεν άργησε πολύ να βρει, το κόκκινο παλάτι

Κι η Τύχη του καθότανε στο,πρώτο σκαλοπάτι

-«καλώς Τονε τον μουστερή, κάτσε να ξαποστάσεις

Ξέρω πως πέρασες πολλά σε μένανε να φτάσεις»

Είπε και τον αγκάλιασε

-» Νασαι καλά σπολάτι » Απάντησε και κάθησε στα πόδια της σαν σκύλος

-«Οταν δεν τρέχει το νερό, τι να σου κάνει ο μύλος

» Μουρμούρισε πολύ σιγά, αυτή ντουχιουντισμένη

-«ξέρω τι θέλεις τι ζητάς , ο γιος μου θα στα λύσει

Όλα σου τα προβλήματα , χαρά θα σε γεμίσει

Κι ο Ήλιος εβασίλεψε κι ήρθε για να δειπνήσει

Στο,κόκκινο το σπίτι του,την μάνα να φιλήσει

-«γιε μου του΄ πε σαν έφαγε ,πριν πέσει στο κρεβάτι

Το μουσαφίρη μου άκουσε και κάνε αν θέλεις κάτι

γιατί παραπονέθηκε πως είναι αδικημένος

Αν κι έσκαψε το λάκκο του μονάχος ο καημένος

Ο γιαπιτζής με κλάματα είπε τι του συνέβη

Κι ο ήλιος τον συμβούλεψε:στο σπίτι του ν΄ ανέβη

και τον τσιφούτη να τον βρει και στοίχημα να Βάλει

Πως το πρωί ο ήλιος από το βοριά θα πρέπει να προβάλει

-«Μα πως θα βάλω στοίχημα που χρήματα δεν έχω;»

«θα πας και του φιδόδεντρου τη ρίζα θα σκαλίσεις

το πρόβλημα σου εύκολα θα δεις πως θα το λύσεις

Θα βρεις εκεί χίλια φλουριά μπορεί και,παραπάνω…»

Πολλές ευχές τους γέμισε ο γιαπιτζής ο καημένος

και φίλησε τα χέρια τους πολύ βαλαντωμένος …

Κι αμέσως εξεκίνησε,σαν το πουλί πετάει

Στον τόπο του πιο γρήγορα όσο μπορεί να πάει

Κι ´εφτασε νύχτα- κρύφτηκε μην τύχει και τον δούνε

Σαν έψαχνε το δέντρο του και παραξενευτούνε

Κι εβρήκε τάληρα χρυσά πολλά ,χίλια και τόσα

σε τσουβαλάκι τα βάλε, περίσσεψαν καμπόσα …

Και πριν λαλήσει ο πετεινός ξύπνησε τον Τσιφούτη

-«τι θέλεις αξημέρωτα, τι θες την ώρα τούτη;»

απόρησε ο τσιγκούναρος .-«για στοίχημα να βάλω πανεύκολο μεγάλο!»

-«μην με πατάς στον κάλο Τι στοίχημα μου τσαμπουνάς, εσύ δεν έχεις μία»

Απάντησε και του δείξε ο γιαπιτζής τις λίρες

Κι εκείνος αποχάσκωσε-«-καλά δεν είναι βία»

Είπε σιγά-«τις έκλεψες; Τις πήρες;”

-«τις βρήκα στο δεντράκι μου ,η τύχη μου τις δίδει

Κι εγώ τις βάζω στοίχημα, διπλά που θ´αποδίδει

“Αν ξέρεις θέλω να μου πεις από που ο ήλιος βγαίνει;

Μα πρέπει το βίος σου ολόκληρο στο στοίχημα να μπαίνει

 

Ζορίστηκε ο πονηρός, μα εύκολο δεν είναι;

«Το βλάκα»,είπε σιγά σιγά :»ξανά στην ψάθα μείνε»

Και δυνατά του φώναξε- » όλα τα βάζω μέσα

Στο στοίχημα που θέλησες,ξέρω πως έχεις μπέσα

Και το ΄δωσες το σπίτι σου με το ΦΙΔΟΔΕΝΤΡΟ σου

 

Αφού τα συμφωνήσαμε τώρα να ξημέρωσει

Να δούμε ο ήλιος από που το φως θα φανερώσει

Είπε ο φτωχός ο γιαπιτζής…τον ζώνανε τα φίδια

Αν κάποιο λάθος έγινε αν πάθαινε τα ίδια;

Περίμεναν καθότανε στα κάρβουνα κι οι δυο

Και το σκοτάδι γίνονταν σαν ακόμα πιο πυκτό …

Και κάποτε επρόβαλε ο Ήλιος στο Βοριά

κι ο ορίζοντας κοκκίνισε σαν να΄πιασε φωτιά

Ο κεραυνός σαν να πέσε στην κούτρα του τσιφούτη

Κι ο γιαπιτζής ξανάπιασε το ξεχασμένο του Ούτι

και το΄χασε το στοίχημα στο πρώτο φως της μέρας

κι όλο το βιος του έγινε μαύρος καπνός κι αιθέρας

Ο ένας έβγαλε φωνή και χάθηκε στο βάθος

Κι ο άλλος ακόμα τραγουδά με κέφι και με πάθος

Και γύρισε η γυναίκα του και του πε και συγνώμη

Και τ´ όργανό του ο γιαπιτζής το γραντζουνάει ακόμη

Και πέρασαν αυτοί καλά και Μεις πολύ καλύτερα

Τα πρώτα πρέπει να τιμούν Τα χρόνια μας τα ύστερα

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Καταγραφή αρχική από την Στέλλα Επιφανείου Πετράκη, 1966 , ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ, έμμετρη επεξεργασία ΑΛΚΜΑΝ  Μάρτιος 2017

Γιαπιτζής=Οικοδόμος

Τσιφούτης=Τσιγκούνης,φιλάργυρος

ΒΟΥΛΑ ΕΠΙΤΡΟΠΑΚΗ – ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ : ΤΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

Εικόνα2456
Βούλα Επιτροπάκη, στην πλατεία Δασκαλογιάννη(φωτ.ΑΛΚΜΑΝ-Μάρτιος 2009)

Πως να μιλήσεις για την πόλη που ζεις;  Αναγκαστικά γίνεται κανείς συναισθηματικός, πιο πολύ από ότι συνηθίζει, να ξεπέφτει;  Ίσως, μα κάποιες συντεταγμένες, των παλιών καιρών – τον ανεβάζουν, σαν να απλώνεται ένα σύννεφο άσπρο, με μαλλί ξασμένο των κρητικών βουνών και μπορεί κάπου  ψηλά να αναπαυτεί.

Η πόλη μας  κακοπαθημένη, κακολογημένη έχει τόσα να της πουν και περισσότερα να της καταλογήσουν,  μα είναι κι οι δικοί της άνθρωποι, που την συντηρούν την προσέχουν την προστατεύουν και κυρίως την αγαπούν.

Πολλοί  επισκέπτες αλλά κι οι περισσότεροι ντόπιοι γυρίζουν δεξιά αριστερά, συνωστίζονται στους δρόμους και τα στενά της, στα κέντρα και την αγορά, στις εκδηλώσεις πάσης φύσεως – γκρινιάζουν για την κυκλοφορία, τα σκουπίδια, τις τιμές των   καφε-μπαρ. Η οικονομική κρίση εντείνει την κατάσταση, η πόλη μας εναλλάσσει εύκολα τα πολιτικά της χρώματα, μα όχι τα  αισθήματα , η ευαίσθητη  καρδιά της κτυπάει πάντα με τον ίδιο ρυθμό  αιώνες τώρα.

Οι ανθρώπινη μορφή κυριαρχεί, μα το αρχιτεκτονικό φόντο έχει ζωγραφική αξία
Η πόλη μας, το παλιό λιμάνι – εξαίρετη ζωγραφική του Α.Βλάση

Το μεσημέρι της Πέμπτης 23 τρέχοντος, έφτασε ένα τριπλό βιβλίο στα χέρια μας, ο τίτλος δεν φάνηκε να μας ενδιαφέρει : ΤΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ.  Ήξερα την συγγραφέα την Βούλα Επιτροπάκη, το περιεχόμενο θα ναι ποιητικό φαντάστηκα. Ανοιξα  το πρώτο τεύχος, το δεύτερο και έμεινα στο τρίτο.

Η ποίηση δεν είναι αντικείμενο, περιγραφόμενο και καθοριζόμενο εύκολα. Η τέχνη γενικότερα δύσκολα βρίσκει ορισμούς και σημαντικές και πειστικές προσεγγίσεις.

Στον τρίτο τόμο της τριλογίας της κ. Βούλας Επιτροπάκη,  ως αναγνώστης πιάστηκα στα δίχτυα μιας ποίησης, που είχε ρυθμούς και χυμούς – εικόνες και αποτελέσματα. Η προσεγμένη και συγκρατημένη γραφή, έκρυβε πόθους συναγμένους  με  επίμονες και επίπονες  προσπάθειες, αισθήματα που είχαν εντάσεις , το τόξο της σκόπευε με ακρίβεια στόχους επικίνδυνους.

Η πόλη μας έχειςτους φρουρούς της συλλογιζόμουν, η Βούλα είναι στην σκοπιά της πάνω στις ψηλές ντάπιες, που προστατεύουν χίλια(και περισσότερα) χρόνια το Μεγάλο Κάστρο. Η ποίηση  είναι η καλύτερη άμυνα, η τέχνη το τελευταίο καταφύγιο, για την πόλη μας, μα και για τη χώρα σκεφτόμουν.

Τ ασυννεφα των βουνων της Κρητης
Τα σύννεφα των βουνών της Κρήτης

ΠΑΙΧΝΙΔΙ

 

Κανόνες

α΄

Βήμα το βήμα συν

βολίζομαι στην κοίτη σου

υποθεσούλα

διάθεση

πως έγινε και  φαίνεται

αληθινό το ψέμα

(δος μου το χέρι σου και τα χείλια)

 

και γαληνεύει τι

ποτε ποτε τ΄ απόλυτο

ως γεφυρώνουν τα κενα

των συλλαβών

-τέλος της μιας

αρχή της άλλης

 

λέξεις

 

ν΄απλώσω

ν΄αγγιχτώ στη απαλάμη σου

μήπως και το πιστέψω

 

ότι δεν είσαι  χάρτινος κι στίχινος

και γραμματικός

γ΄

 

 

Πεντόβολο

στη μέση σου

φωνή

κάθε π΄ανοίγει ο ήλιος τα ματόφυλλα

Ξαπλώνομαι

έτυμη

στον ουρανό

καθως αφήνομαι

ξωπίσω μας τον κήο

(δώς μου το νώμο σου και τα χείλια)

 

μα εδώ στη γη

Κήπος θα πει

καρδούλι Απριλιού

στα παιδικά χαμόγελα

κι ως το μεδούλι αγκαλιά τη νύχτα

στο κρεβάτι

 

κι αυτό είναι μια πραγματικότητα

που χορεύει

μρ τα δάχτυλα στη ράχη

των πραγμάτων

Παιχνίδι

 

Σε φόρεσα

Λευκός

Στο στήθος την ήβη

και κίνησα

 

απ΄το δειλινό

θα πηδήσω τον ορίζοντα

στο ξημέρωμα του

χυμούλα λέξη

τρυπώνω στα χείλια σου

 

φιλί μια φιλί δυο

στο ρήμα τρεις και πέντε

 

ευλύγιστα

στο ποίημα θα  χωθώ

 

Εικόνα2457
Βούλα Επιτροπάκη, φωτ. ΑΛΚΜΑΝ 2009

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΜΕΛΙΝΑ ΜΕΡΚΟΥΡΗ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑΤΑ

Πέρασαν χρόνια πολλά , μα δεν την ξεχνάμε – ο Μύρων Μιγάδης δημοσίευσε στην τοπική  ΠΑΤΡΙΔΑ ένα κείμενο με τον τίτλο: «ΣΤΗ ΜΕΛΙΝΑ ΜΑΣ ΤΟΥ ΧΘΕΣ, ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ, ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΤΕ…»

Ο Νίκος Καζαντζάκης με την Μελ΄να και τον Ντασέν - τοέργο γυρίστηκε όσο ζούσε ο μεγάλος κρητικός συγγραφέας
Ο Νίκος Καζαντζάκης με την Μελ΄να και τον Ντασέν – τοέργο γυρίστηκε όσο ζούσε ο μεγάλος κρητικός συγγραφέας

Ανατρέχει στα 1956, άνοιξη ήταν τότε, η Μελίνα δίπλα στον Ντασεν στον Άγιο Νικόλαο αναστατώνουν το νησί μας, κανείς δεν μένει αδιάφορος, το έργο του Νίκου Καζαντζάκη, έδωσε ιδανική ευκαιρία στον σκηνοθέτη και πιο πολύ στην Κρήτη.

Όλοι  τρέξαμε στην μικρή πολιτειούλα , με την άπατη (έτσι λέγανε)λίμνη, το ασήμαντο λιμάνι με το εξαιτετικό ζαχαροπλαστείο και το εστιατόριο που το έβγαλαν (ονόμασαν ) ΡΙΦΙΦΙ, να δουμε τι γινόταν…

Μύρων Μιγάδης 2013, αρχείο ΑΛΚΜΑΝ
Μύρων Μιγάδης 2013, αρχείο ΑΛΚΜΑΝ

Κόσμος και λαός, τα πρώτα χελιδονια του τουρισμού πέταγαν πια στον ανοιξιάτικο ουρανό μας, μα ποιος να το καταλάβει. Εμείς  ξέραμε  μόνο (και αγαπούσαμε) τον Καζαντζάκη και τις διασημότητες του θεάτρου και του κινηματογράφου…

Τότε, την άνοιξη του 1956, μια τριμελής παρέα νεαρών από το Ηράκλειο ξεκίνησε για ένα διήμερο στην πολίχνη της ανατολικής ακτής του Μεραμπέλου, να δούνε τι γίνεται , να παρακολουθήσουν κάποιο γύρισμα της ταινίας «Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΞΑΝΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ», κανείς δεν γνώριζε τη αλλαγή στον τίτλο που είχε κάνει ο διάσημος σκηνοθέτης.

Θα΄ταν Σαββατοκύριακο, πως αλλιώς θα μπορούσαν να πάνε καθημερνή, αφού ήταν  όλοι εργαζόμενοι.  Ένα από τους τρείς, ο πιο φανατικός της θάλασσας και ο πιο ρωναντικός , ως φαίνεται, ξύπνησε πρωί τη δεύτερη μέρα, να κάνει μπάνιο, τη ώρα της ανατολής…ιδού τι θυμάται ο Μύρων Μιγάδης :

Αξέχαστο κινηματογραφικό ζευγάρι
Αξέχαστο κινηματογραφικό ζευγάρι

θυμάμαι νοσταλγικά και καρτερώ την Ανατολή στο Αμμούδι (στην παραλία του Αγίου Νικολάου), τις πρώτες ηλιακτίδες της Ανατολής να χαϊδεύουν την πλάση και το μουρμούρισμα της θάλασσας να κρατά συντροφιά στους νεανικούς συλλογισμούς μου, καρτερώντας τον ήλιο να ζεστάνει και να φωτίσει την πλάση.

Στο παραλιακό τότε στενό δρομάκι, που μας έφερνε από την πόλη, στη μοναχική αλλά τόσο γραφική παραλία , ελάχιστοι άνθρωποι άφταναν κοντά της , για να δεχτουν τα χάδια της θάλασσας και τα κροξίματα των γλάρων, που με λευκές πινελιές, στόλιζαν το ήρεμο θαλασσοστράτι.

Καρτερώντας την Ανατολή, μια γυναικεία  σιλουέτα χάϊδευε με τα βήματά της το έρημο θαλασσοστρατι προς το  Αμμούδι. Για λίγι ένιωσα αμήχανος, όμως μια γλυκειά φωνή, σαν χάδι θαλασσινό, με συνέφερε.

-Καλή μέρα, είναι κρύα η θάλασσα;

Ο Άγιος Νικόλαος την Δεκαετία 1950-60
Ο Άγιος Νικόλαος την Δεκαετία 1950-60

Δειλά δειλά είπα όχι, καθώς εκείνη   αργά αργά έβγαζε ένα φορεμα γκρ’ιζο πυ φορούσε και η θάλασσα χάϊδευε τα πόδια της,.Ο νιόβγαλτος ζεστός ήλιος , έντυνε με χρυσές ακτίνες  κάθε  γωνιά της ακτής..

-Θα μου κάνεις παρέα στο μπάνιο;

-Βεβαίως , γιατί όχι;

Η θάλασσα αγκάλιασε τα κορμιά μας,τότε μου μίλησε  για την ταινία που γύριζαν στον «Αγιο…

Η κοσμική σήμερα Κυτροπλατεία, όπως ήταν πριν τον Πόλεμο , αρχείο "Αλκμαν"
Η κοσμική σήμερα Κυτροπλατεία, όπως ήταν πριν τον Πόλεμο , αρχείο «Αλκμαν»

αφου ντύθηκε με ένα καλημέρα  γλυκό, γελαστό είπε:

-Πρέπει να φύγω, γιατί ο χρόνος είναι ακριβός δυστυχώς…

Τα βήματά της άφησαν τα σημάδια της στην αμμουδιά και η σιλουέτα της χάθηκε στον θαλασσινό ορίζοντα που πριν λίγο είχε στολίσει με το κορμί της η Μελίνα.

Έχουν περάσει τόσα χρόνια, όμως κάθε άνοιξη θυμάμαι νοσταλγικά  το χάδι της φωνής της , στην  έρημη ακτή, στο μουρμούρισμα της θάλασσας που αντέχει ακόμα στο χρόνο  και στον άνεμο, να χαϊδευουν τις γκρίζες αναμνήσεις μου…

 

Ημέρα ΠΟΙΗΣΗΣ η 21 Μαρτίου, το σημερινό κείμενο ίσως δείχνει ότι η ζωή έχει μια δική της τέχνη, την ποίηση της καθημερινής ζωής.

 

 

 

 

 

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΡΑΤΗ ΝΟΣΟ ( ΨΗΦΙΑΚΟ ΣΟΚ)

Συνεχίστε την ανάγνωση ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΡΑΤΗ ΝΟΣΟ ( ΨΗΦΙΑΚΟ ΣΟΚ)