ΌΠΟΥ ΑΠΟΔEΙΚΝYEΤΑΙ ΟΤΙ ΣΩΤHΡΙΑ ΜΠΟΡEΙ ΝΑ ΦΑΝΟYΝ ΚΑΙ ΤΑ ΑΝEΠΑΡΚH, ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΑΡΙΩΔΗ ΜΕΣΑ, ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ

Ο Κάφκα παραλλάσσει το μύθο των Σειρήνων για να φτάσει, μέσα από την παραλλαγή του, στο ίδιο συμπέρασμα.
Φεύγεις, για να χάσεις τον εαυτό σου, και μετά, αφού το ξαναβρείς ξαναγυρίζεις ένας άλλος, ο οποίος ξέρει γιατί γυρίζει.
Εκτίθεσαι στις Σειρήνες, δεν τις φοβάσαι, τις προκαλείς.
Σύμφωνα με τον Όμηρο, ο Οδυσσέας δεν είχε βάλει κερί στ’ αυτιά του, αλλά είχε αλυσοδεθεί στο κατάρτι. Να ακούσει την πρόκληση και να ξέρει σε τι είπε όχι (στην εκδοχή της Οδύσσειας οι Σειρήνες τραγουδούσαν, ενώ στην παραλλαγή Κάφκα ήταν σιωπηλές).
Στον Κάφκα, εκτός από τις σιωπηλές Σειρήνες (τη σιωπή των οποίων τη θεωρούσε ως «όπλο πιο φοβερό και από το τραγούδι»), ο Οδυσσέας είχε και κερί στ’ αυτιά, αλλά, ενώ οι Σειρήνες δεν τραγουδούσαν, αυτός νόμισε ότι τραγουδούσαν, και ότι κατάφερε να τις αγνοήσει. Ήθελε να γυρίσει στην Ιθάκη, έχοντας «φύγει» και ύστερα από τόσες «Σειρήνες», ήξερε και γιατί ήθελε να επιστρέψει.
Αν δεν ήθελε να αναμετρηθεί με όλες τις «Σειρήνες» του κόσμου, απλούστατα, δεν θα έφευγε, θα έμενε στη σιγουριά του «βασιλείου» του. Αυτός ήθελε να τις γνωρίσει, να αναμετρηθεί μαζί τους, να τις «νικήσει» και να ξαναπάει στην Ιθάκη του, στο νέο του εαυτό!

” Φραντς Κάφκα

Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΣΕΙΡΗΝΩΝ

Όπου αποδεικνύεται ότι σωτήρια μπορεί να φανούν και τα ανεπαρκή, ακόμη και τα παιδαριώδη μέσα:

Για να προφυλαχτεί από τις Σειρήνες, ο Οδυσσέας έφραξε τα αυτιά του με κερί και έβαλε να τον αλυσοδέσουν στο κατάρτι. Κάτι ανάλογο, ασφαλώς, θα μπορούσαν να κάνουν ανέκαθεν όλοι οι ταξιδιώτες -εκτός από εκείνους που οι Σειρήνες πρόφταιναν να τους σαγηνεύσουν από μακριά- ήταν όμως παγκοσμίως γνωστό ότι δεν ωφελούσε. Το τραγούδι των Σειρήνων διαπερνούσε τα πάντα, και το πάθος των σαγηνευμένων δεν ήταν ικανό να σπάσει μόνο αλυσίδες και κατάρτια. Αυτό ο Οδυσσέας δεν το σκέφτηκε, αν και πολύ πιθανόν το είχε ακουστά. Εναπέθεσε τις ελπίδες του σε μια χούφτα κερί και μια αρμαθιά αλυσίδες, και γεμάτος αθώα χαρά για τα πενιχρά του μέσα, έβαλε πλώρη για τις Σειρήνες.

Οι Σειρήνες όμως έχουν ένα όπλο πιο φοβερό και από το τραγούδι: τη σιωπή τους. Και πιθανότερο, παρόλο που δεν έτυχε ποτέ, θα ήταν να γλιτώσεις από το τραγούδι τους, παρά από τη σιωπή τους. Τίποτε στον κόσμο αυτόν δεν μπορεί να αντισταθεί στο αίσθημα πως τις νίκησες με το σπαθί σου, ούτε στην αλαζονεία που επακολουθεί και σαρώνει τα πάντα.

Κι η αλήθεια είναι πως δεν τραγουδούσαν οι τρομερές Σειρήνες καθώς τις ζύγωνε ο Οδυσσέας γιατί πίστευαν, ίσως, ότι με τη σιωπή τους μόνο θα νικούσαν τούτο τον αντίπαλο – εκτός κι αν, βλέποντας τόση ευτυχία στο πρόσωπο του Οδυσσέα, που μόνο το κερί σκεφτόταν και τις αλυσίδες του, λησμόνησαν κάθε τραγούδι.

Ο Οδυσσέας όμως, τη σιωπή τους, ας μου επιτραπεί η έκφραση, δεν την άκουσε: του φάνηκε πως τραγουδούσαν, και πως μόνο εκείνος δεν τις άκουγε, επειδή είχε λάβει τα μέτρα του. Πριν ξεκινήσει, έριξε μια κλεφτή ματιά, είδε τον καμπυλωμένο λαιμό, τις βαθιές ανάσες, τα δακρυσμένα μάτια, το μισάνοιχτο στόμα, και πίστεψε πως όλα αυτά συνόδευαν τις άριες που ανάκουστες αντηχούσαν γύρω του. Κι έπειτα δεν τις ξανακοίταξε, γύρισε το βλέμμα του πέρα, μα­κριά, κι εμπρός στην αταλάντευτη απόφασή του οι Σειρήνες κυριολεκτικά εξαφανίστηκαν, τόσο που, κι όταν βρέθηκε κοντά τους, μήτε που τις πρόσεξε.

Εκείνες όμως, ωραιότερες παρά ποτέ, συστρέφονταν, τεντώνονταν, παράδερναν τα απαίσια μαλλιά τους με τον άνεμο, και τα γαμψά τους νύχια σέρνονταν πάνω στα βράχια. Και πια δεν ήθελαν να ξελογιάσουν – μόνο να κρατήσουν ένα καθρέφτισμα από τα μεγάλα μάτια του Οδυσσέα ήθελαν, όσο γινόταν πιο πολύ.

Αν οι Σειρήνες είχαν συνείδηση, εκείνη η φορά θα ήταν το τέλος τους. Τίποτε δεν έπαθαν όμως˙ απλώς, ο Οδυσσέας τους ξέφυγε.

Στην ιστορία αυτή υπάρχει πάντως κι ένα υστερόγραφο: Ο Οδυσσέας ήταν, λένε, τόσο πολυμήχανος, τέτοια αλεπού, που μήτε η Θεά του Πεπρωμένου δεν μπορούσε να διαβάσει την ψυχή του. Και ίσως, αν και κάτι τέτοιο υπερβαίνει την ανθρώπινη λογική – ίσως να πρόσεξε στ’ αλήθεια πως σωπαίναν οι Σειρήνες, κι όλες αυτές οι προσποιήσεις που αναφέραμε, ήταν κάτι σαν ασπίδα, που την όρθωσε μπροστά τους, και μπροστά στους θεούς”.

'ΌΛΟΙ EΙΜΑΣΤE ΙΣΟΙ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΛΑΝΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΝΟ'

Σε λίγο τελειώνει η προεκλογική εκστρατεία…
Προλαβαίνω να κάνω την τελευταία μου προεκλογική δήλωση κι εγώ.
Πιστός στην αντιγραφική μου τακτική, κατασκεύασα ένα κολλάζ «αφορισμών», από τους συνήθεις υπόπτους που επιστρατεύω για τις δύσκολες ώρες.
Μανόλης Αναγνωστάκης, Roberto Juarroz, Στ. Γέρζι Λετς, Άρης Αλεξάνδρου, και φυσικά Φερνάντο Πεσσόα.
Είπα να τους ανακατέψω, έτσι που, αυτό που θα προκύψει, να είναι …«δικό μου»!
Η φιλοδοξία μου είναι να “δείξω” τι ψηφίζω, και ποιο θα είναι το αποτέλεσμα…
Υπομονή, το παρελθόν έχει ακόμη μέλλον

Μανόλης Αναγνωστάκης εξετάζοντας ένα κολάζ στο Ηράκλειο Κρήτης 1989

Είμαι από τη φύση μου ποιητής γιατί είμαι η αλήθεια που μιλάει κατά λάθος,

Κουβαλάω μαζί μου τη συνείδηση της πανωλεθρίας σαν λάβαρο νίκης

Καταλαβαίνω ότι κάποιος μπορεί να είναι επηρμένος. Δεν καταλαβαίνω το να το δείχνει

Αισθάνομαι ότι δεν είμαι παρά η σκιά
Μιας αόρατης σιλουέτας που με τρομάζει

Ο λαός είναι ένα καλό παιδί.

Ο λαός δεν είναι ποτέ ανθρωπιστής. Το βασικότερο στον άνθρωπο του λαού είναι η αυστηρή προσοχή στα συμφέροντά του και ο σχολαστικός αποκλεισμός, στα πλαίσια του δυνατού, των συμφερόντων των άλλων.

Το θύμα μετέχει πάντα στο έγκλημα. Και μάλιστα αρνητικά

Δεν έφταιγε ο ίδιος. Τόσος ήτανε

Μια στρατιά λέξεων
πασχίζει να πορθήσει τη σιωπή
αλλά, όπως πάντα, αποτυγχάνει

Έλπιζες από απελπισία

Έχω παρευρεθεί, ιγκόγνιτο, στην προοδευτική πανωλεθρία της ζωής μου, στο αργό ναυάγιο όλων όσων θέλησα να είμαι

…έβγαινα από την ίδια μου την ύπαρξη και με συναντούσα

Οι επαγγελματίες πεπειραμένοι

Κουβαλάω τις μνήμες πραγμάτων που δεν κατόρθωσαν να υπάρξουν αλλά που προορίζονταν για να υπάρξουν

Δεν ήταν δειλός γιατί είχε συναίσθηση της δειλίας του

Με πονάει το κεφάλι μου και το σύμπαν… Είμαι λυπημένος, αλλά όχι με μια καθορισμένη λύπη ούτε καν με μια ακαθόριστη λύπη…

Ξέρω ότι απέτυχα. Απολαμβάνω την ακαθόριστη ηδονή της αποτυχίας όπως κάποιος που αποδίδει υπέρμετρη αξία στον πυρετό που τον κρατά έγκλειστο.

Με πονάει κάποιο συναίσθημα που δεν γνωρίζω, μου λείπει κάποιο επιχείρημα δεν ξέρω σχετικά με τι, δεν έχω βούληση στα νεύρα μου. Είμαι λυπημένος κάτω από τη συνείδησή μου.

Το ιδανικό κάθε επανάστασης: το μέτριο, το ήσυχο, ειρηνικό παρόν, το ανέφελο μέλλον

Προσέχω,
μήπως ο ανασασμός του ποιήματος
φανερώσει
τις μύχιες σκέψεις μου.
Προσέχω,
Μήπως αφήσω χαραμάδες
Και φωτιστεί
Η εντός μου αταξία.
Προσέχω…

Η ευθεία στάση μπορεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις να αποτελεί απλώς σύμπτωμα παράλυσης

Ο ηρωισμός είναι συχνά απλώς συνέπεια της μυωπίας

Αισθάνομαι διαρκώς σαν να επρόκειτο να ξυπνήσω, με υφίσταμαι σαν να ήμουν το περίβλημά μου, ασφυκτιώ από συμπεράσματα

Ζω πάντα στο παρόν. Το μέλλον δεν το γνωρίζω. Το παρελθόν δεν το έχω πια. Το ένα με βαραίνει σαν τη δυνατότητα των πάντων, το άλλο σαν την πραγματικότητα του τίποτα. Δεν έχω ελπίδες, δεν έχω νοσταλγίες

Με εκνευρίζει η ευτυχία όλων αυτών των ανθρώπων που δεν ξέρουν ότι είναι δυστυχείς

Θυμούμαι άρα υπάρχω

Κυβερνά όποιος είναι εύθυμος εκ φύσεως, γιατί για να είναι κανείς λυπημένος πρέπει να αισθάνεται.

Να μοχθείς με μεγαλοπρέπεια, να ελπίζεις με ειλικρίνεια, να συμμερίζεσαι με στοργή τον πλησίον σου –αυτή είναι η αληθινή φιλοσοφία

Παιδικό σχέδιο: (αυτο)τεμαχισμός (ακρωτηριασμός)με ατσάλι

Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι
έτσι αργούν κ’ οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς
μην ξιπαστείς
απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.

Η κομψότητα της δυσπιστίας

Σας γράφω για να σας πω ότι δεν μπορώ να γράψω

Δεν παραπονούμαι επειδή βιώνω μια κρίση. Το πρόβλημα είναι ότι βρισκόμαστε μόνοι όταν αφήνουμε πολύ πίσω τους συνοδοιπόρους μας

Ναυαγώ την περιπλάνησή μου

Αποστρέφομαι το όνειρο σαν ελεεινή απελευθέρωση

Πώς τόσα πρόσωπα να γίνουν αριθμοί

Η πραγματικότητα με αναστατώνει. Τα λόγια των άλλων με βυθίζουν σ’ ένα τεράστιο άγχος

Ζω πάντα στο παρόν. Το μέλλον δε το γνωρίζω. Το παρελθόν δεν το έχω πια

Οι περισσότεροι άνθρωποι υποφέρουν από την ασθένεια του να μην ξέρουν να πουν αυτό που βλέπουν ή αυτό που σκέφτονται’

Μην εκπλήσσεσθε που σας μιλάω κατ’ αυτό τον τρόπο. Είμαι από τη φύση μου ποιητής γιατί είμαι η αλήθεια που μιλάει κατά λάθος, και όλη μου η ζωή τελικά είναι ένα ιδιάζον σύστημα ηθικής μεταμφιεσμένο σε αλληγορία και εικονογραφημένο με σύμβολα.

Η θλιβερή εμπιστοσύνη στο μέλλον.

Μιλούσε συνεχώς με παρενθέσεις και αποσιωπητικά, σαν τυφλός που βάδιζε σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο έπιπλα

Είμαι… ο αρχιμουσικός όλων των σιωπών

Ο καλός ονειροπόλος δεν ξυπνά

Τα όνειρα τουλάχιστον δεν σαπίζουν. Παρέρχονται

Για να μ’ αισθανθώ, είχα ανάγκη να
Συναισθανθώ τα πάντα.
Ξεχείλισα, και κατέληξα να διασκορπιστώ…

Ίσως δεν έχω καμιά αποστολή επί Γης

Μια θλιμμένη οργή…

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Οι ένθετες εικόνες είναι απο τον ΑΛΚΜΑΝΑ, όχι από τον υπεύθυνο του άρθρου