Ψάχνοντας στο διαδίκτυο βρίσκεται κανείς προ εκπλήξεων. Έτσι συνέβη με τους “ 4 Σωματοφύλακες” που θα διαβάσετε πιο κάτω. Γνωστός ο συγγραφέας που κάποτε φτάνει στις σελίδες μας, με στενές σχέσεις που απωθούν ή καθιστούν προβληματική μιαν αντικειμενική αποτίμηση και πολύ γνωστοί μας και οι 4 φίλοι του. Οι σκέψεις του όμως, σαν να ξετυλίγουν -πρώτη φορά μετά από χρόνια- ένα δικό μας κουβάρι. Μια ζωή περασμένη σε κοινούς τόπους, με πολλούς χαρισματικούς ανθρώπους και απλές όσο και περίπλοκες καταστάσεις. Η εφηβεία από την οδό “Πλάνης” (25ης Αυγούστου) και τα τουρκοβενετσιάνικα κτίρια, στην Αθήνα με ανθρώπους διαφορετικούς κι ενδιαφέροντες, στον παράδοξο χώρο της μεγάλης αφέλειας και της πολιτικής πλάνης. Και περάσαμε χρόνια πολλά μέσα σε λίγα και ωραία με κάποιον καθόλου προσδιορισμένο τρόπο. Μα ας ακούσουμε τον αφηγητή, ο λόγος του σαν προφορικός, μιλάει κι έχει χρώμα στη φωνή και κόμπους και σιωπές και λαχάνιασμα και ανάσα κομμένη από κάποιο κρυμμένο δάκρυ.

Η περίφημη οδός «Απάτης» ή «Πλάνης» οδηγεί από το λιμάνι στο Μεϊντάνι
________________________________________________
ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΚΕΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ ΜΟΥ
Ήρθα στον κόσμο στο Ηράκλειο της Κρήτης. Πρόλαβα να ζήσω για λίγο στην ατμόσφαιρα του Μεσοπολέμου, πριν μαυρίσουν όλα από τη μεγάλη φωτιά. Άνοιξα τα μάτια στις 9 Δεκεμβρίου 1939, στην κλινική του Γερονυμάκη, στον ανηφορικό δρόμο εισόδου απ’ το λιμάνι. Στην οδό Απάτης, έτσι την έλεγαν τότε, με τα επιβλητικά νεοκλασικά κτίρια δεξιά και αριστερά. Η εικόνα τους δημιουργούσε ένα είδος οπτικής απάτης, ως προς την πόλη που προετοιμαζόσουν να δεις μέσα στα τείχη.

Αιφνιδίαζε τον επισκέπτη γιατί μέσω δυτικών μοτίβων τον εισήγαγε σ’ ένα ανατολίτικο περιβάλλον: οικιστικοί όγκοι με χαμηλά σπίτια, στενά σοκάκια, θερμό κλίμα, αφρικανική βλάστηση, αργός ρυθμός κίνησης ανθρώπων και ζώων. Το γενικό πλαίσιο, βέβαια, διέκοπταν και αναιρούσαν ευρωπαϊκές επιδράσεις ακόμη και επιβιώσεις απ’ τη μακρινή βενετσιάνικη περίοδο: εκκλησίες δυτικoύ ρυθμού, χριστιανικά βιτρώ και πολυφωνικές ψαλμωδίες, διάσπαρτα ψηλά σπίτια, σύγχρονο ντύσιμο και συμπεριφορές με αέρα ευρωπαϊκό.
Η διαμονή μου στο Ηράκλειο διακόπηκε από τα δύο μέχρι τα επτά μου χρόνια. Έζησα στην Αθήνα, όπου είχαμε οικογενειακώς μετακομίσει. Κατοικήσαμε στα Πατήσια, σε μονοκατοικία της οδού Ευγενίου Καραβία 19, που διατηρείται όπως ήταν τότε και σήμερα λειτουργεί ως στέκι μεταναστών. Από εκεί είδα τις εκλάμψεις των Δεκεμβριανών του ’44 σαν βεγγαλικά στον αττικό ουρανό. Ακολούθησαν η μετακόμιση και τα εγκύκλια μαθήματά μου στο Ηράκλειο: Στο Πρότυπο πειραματικό δημοτικό σχολείο κοντά στο Λάκκο και στο ιστορικό Πρώτο γυμνάσιο (Καπετανάκειο) πάνω στα τείχη. Παραδείσιες νοσταλγικές περιοχές, ανεξίτηλες σφραγίδες στην ψυχή. Στη μνήμη μου οι μαθητές όλων των τάξεων –πριν και μετά από μένα- καθώς και τους καθηγητές έχουν όλοι τους την ίδια ηλικία. Βγαίνουμε μαζί τα βράδια και κάνουμε βόλτες πάνω κάτω στις Τρεις Καμάρες.

Από εδώ άρχιζαν οι Τρείς Καμαρες 1947(αρχείο Σπαντιδάκη)
Μια γενιά πού την ορίζουν η ίδια καθημερινότητα, οι κοινές αγωνίες και οι ποικίλες διαψεύσεις.
Χωρίς να το πολυκαταλάβω από τα θρανία του Πρώτου γυμνασίου βρέθηκα τυχαία, με την πρώτη, στα έδρανα της Γεωπονικής, στο Βοτανικό. Σ’ ένα άγνωστο χώρο, σε ξένο προς εμένα αντικείμενο σπουδών στο οποίο μου ήταν αδύνατο να συγκεντρωθώ. Άρχιζα να αλληθωρίζω μεταξύ γεωπονικών μαθημάτων και λογοτεχνικών θεμάτων. Από τις γνώσεις της βοτανικής και την τεχνική των καλλιεργειών, στην τέχνη του λόγου και στα πλάσματα της φαντασίας. Όσο απομακρυνόμουν από τα γεωπονικά και με ενδιέφεραν τα λογοτεχνικά, συγχρόνως με προσέλκυαν τα συνδικαλιστικά του χώρου και τα γενικότερα πολιτικά ζητήματα. Επέλεξα να ενταχθώ στην Αριστερά, που μου φαινόταν ότι διέθετε περισσότερη ευαισθησία τότε , κλίμα αλληλεγγύης και η οργάνωσή της στη Σχολή βρισκόταν στο ξεκίνημα. Η συμμετοχή στην ομαδική ζωή και δράση μου διεύρυνε τους ορίζοντες έξω από τον ατομικό κύκλο και βάθαινε τις κοινωνικές μου αναζητήσεις . Κυρίως προβληματίστηκα πάνω στις συμπεριφορές των ατόμων και στη διαδικασία που διαμόρφωνε τις κοινές θέσεις στο συλλογικό επίπεδο. Απέκτησα έτσι ένα πολύτιμο κεφάλαιο εμπειριών μέσα από τις αδικαιολόγητα μακροχρόνιες σπουδές μου. Από εκείνη την περίοδο τρεις ανθρώπους συν έναν τέταρτο, που δεν υπάρχουν πια, ευγνωμονών ξεχωρίζω. Γνωριμίες της Γεωπονικής που διαρκώς σκέφτομαι, αναφέρομαι σ’ αυτούς και ωσεί παρόντες τους υπολογίζω.

Θεόφιλος Φραγγόπουλος, φωτογραφία διαδικτύου
Θεόφιλος Φραγκόπουλος (1917-1969) επιμελητής Γεωργικής Χημείας, μονήρης, εγκυκλοπαιδιστής, τέρας μνήμης, καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία, συμπαραστάτης και μυστικοσύμβουλος των φοιτητικών μας προσπαθειών για την ανανέωση των γεωπονικών σπουδών. Αδυνατώ να δώσω τις διαστάσεις της προσωπικότητάς του γιατί δεν μπορώ να τον εντάξω, να βρω αντιστοιχίες και να τον παρομοιάσω με άλλους. Πενθώ από τις 27 Μαρτίου 1969 τον εκούσιο θάνατό του και μπρος στα μάτια μου έχω συνεχώς την έκκληση στο υστερόγραφό του «Οι φίλοι μου να εκδικηθούν το θάνατό μου». Πράξη όρθια σαν αλεξικέραυνο έσπειρε ενοχές στην ψυχή μας.

Δεύτερος από αριστερά : Μ.Συμβουλάκης, μετά Κ.Φλέγκας και Γ.Ζεβελάκης
Μανώλης Συμβουλάκης (1944-1969). Ήταν η δεύτερη απώλεια του 1969. Συμπατριώτης και φίλος, πρωταγωνιστής στους φοιτητικούς αγώνες της Γεωπονικής και των Κρητών σπουδαστών, αριστερός κεντρώος, θαρραλέος αντιδικτατορικός αγωνιστής (πρώτος Πρόεδρος της οργάνωσης του Ρήγα Φεραίου). Δεινός ρήτορας, ευέλικτος, εύστροφος, εύρισκε διεξόδους και γοήτευε στο αμφιθέατρο. Από τους νεκρούς του αεροπορικού δυστυχήματος στην Κερατέα της 8ης Δεκεμβρίου 1969. Την είδηση του θανάτου του την έμαθα στο Νεοχώρι Ορεστειάδος, όπου έβγαζα τις τελευταίες μέρες του στρατιωτικού μου και η ημερομηνία συμπίπτει με τη μέρα που έκοψα οριστικά το τσιγάρο .

Γιάννης Δουβίτσας στο Ηράκλειο, 4.3.1989-αριστερα η Σμπώκου ΦαρσάρηΚρήτη
Γιάννης Δουβίτσας (1943-2003). Βραχύσωμος αλλά πλατύστερνος και μεγαλόπνοος, αγαπημένος φίλος. Ως συμφοιτητές συνδεθήκαμε στενά, συγκατοικήσαμε και είχαμε πάντα παραπλήσιες πολιτικές απόψεις. Δεν θυμάμαι -στα σαράντα χρόνια της φιλίας μας- να ανταλλάξαμε μια ψυχρή κουβέντα. Υπολόγιζα πάντα τη γνώμη του και εκτιμούσα το ένστικτό του για συγγραφείς και βιβλία. Δημιούργησε τη Νεφέλη, εκδοτικό οίκο με διακριτή παρουσία στο χώρο και οραματιζόταν να κάνει και άλλα πολλά. Συνεχώς ανέβαινε, αν ζούσε λίγο ακόμη θ άφηνε εποχή στις εκδόσεις. Λευκαδίτης, αναφερόταν και εντασσόταν στη δημιουργική παράδοση του νησιού του. Πανέξυπνος, χαριτωμένος, άνθρωπος εμπιστοσύνης. Μου κόστισε πολύ και μ’ άλλαξε ο θάνατός του. Ασήκωτο φορτίο αλλά και ακρωτηριασμός, ανώμαλη προσγείωση, ασφυξία.

Γιάννης Αλεξανδράτος, επιζωγρφαισμένη φωτογραφία
Ανάμεσα στους τρεις παρεμβάλλεται, αν και τον γνώρισα πρώτο, ο Γιάννης Αλεξανδράτος(1940-1999), ο τέταρτος σωματοφύλακας των ονείρων μου. Το οικογενειακό του περιβάλλον, οι συμβατικότητες της ζωής και γυναικείες συμπεριφορές εμπόδισαν την παρά πέρα ανάπτυξη της ισχυρής του προσωπικότητας. Είχε δυο εκφραστικές γκάμες: Τη χαμηλόφωνη, την αισθαντική, τη σπασμένη σε σταλαγματιές πικρής μελαγχολίας, όπως οι στίχοι που απήγγελλε πιωμένος μετά τα μεσάνυχτα. Και την έντονη, τη βροντερή, την ερειστική με λέξεις πυρακτωμένες σαν κραυγή, στις καθημερινές του συζητήσεις. Καλλιτεχνική στο βάθος ιδιοσυγκρασία, τον μεθούσε η επικαιρότητα, τον έθελγαν οι λεπτομέρειες και τα ποδοσφαιρικά. Τον είχε συνεπάρει και η υπόθεση της Αριστεράς που την υπηρέτησε με πάθος αλλά και με τις αναγκαστικές παρωπίδες τις οποίες όμως πρόλαβε να πετάξει ανεπιστρεπτί. Έδειχνε να στηρίζεται σε μένα περισσότερο απ ότι τον είχα ανάγκη εγώ, αλλά η εν πολλοίς ηθελημένη αναχώρησή του, αντίστρεψε τη σχέση. Όλο και πιο πολύ μου λείπει, δεν ήξερα πόσο βάραινε στη ζωή μου και μ άφησε με ενοχές γιατί δεν πρόλαβα να του εκφράσω ανοιχτά τα αισθήματά μου. Νοιώθω τυχερός που τον συνάντησα και συμπορεύτηκα μαζί του. Συνεχίζω μαζί του τις βόλτες στον περίβολο της Σχολής και στις ανηφοριές της Πλάκας.
Αναφέρθηκα σε τέσσερα πρόσωπα που σημάδεψαν και πλούτισαν τα πολλά χρόνια των σπουδών μου. Αλλά υπήρξαν και γεγονότα την ίδια περίοδο με κορυφαίο το φοιτητικό φυλλάδιο Για την ανανέωση των γεωπονικών σπουδών(Δεκέμβρης 1966). Με τη συγγραφή και την κυκλοφορία του είχα προσωπική ανάμειξη και η έκδοσή του, εκ των αντιδράσεων που προκάλεσε, πήρε ευρύτερες διαστάσεις. Η παρουσίασή του απαιτεί πολύπλευρη έρευνα και δεν θα μπορούσε να περιληφθεί σ ένα συνοπτικό προσωπικό απολογισμό.
25 Ιουλίου 2010 στις 23:03
Νοσταλγικό αλλά όμορφο κείμενο, ευχαριστούμε που το μοιράστηκες.