Η γυναικα του γιαπιτζή, ρωταει πως ονομάζεται το φίδι

ΤΟ ΦΙΔΟΔΕΝΤΡΟ – ΠΑΡΑΜΥΘΙ

ΤΟ ΦΙΔΟΔΕΝΤΡΟ

                        Αφιέρωση: Στον Μ.Κιουρτζογλου

Δος του κλώτσο να γυρίσει

Παραμύθι ν αρχινίσει

Κι ας τυλίγει το μαλλί

Κι ας κουνεί την κεφαλή

Είν´ η βάβω σαν σταφίδα

Μα το μάτι της γαρίδα

Κι η φωνή της λει και δένει

Κι εύκαιρη δεν απομένει

Στο πιο μικρό φτωχό χωριό

Στην άκρα και στη γύρα

Εζούσε κάποιος γιαπιτζής

Χωρίς στον ήλιο μοίρα

Το φιδάκι χορεύει, παιδικό σχέδιο
Το φιδάκι χορεύει, παιδικό σχέδιο

Καθημερινώς με τον κασμά

Τις πέτρες και την άμμο

Και μοναχά την Κυριακή

Καθόταν λίγο χάμω

 

Και τ΄ όργανό του κούρντιζε

Κι έπαιζε τραγουδούσε

Με τους γλυκούς του τους σκοπούς

Τα βάσανα ξεχνούσε

 

μια σκόλη καθώς κάθονταν

Και τις χορδές χτυπούσε

´Ενα φιδάκι πρόβαλε

Στην άκρη και κοιτούσε

 

Φοβήθηκεν ο γιαπιτζής

Μην είχε και φαρμάκι

Σταμάτησε και πρόσεξε

Κουνιόταν το φιδάκι

 

Λυγιότανε και χόρευε

Σαν ευχαριστημένο

Κατάλαβε πως ήτανε

Ήμερο το καημένο

 

Και κάθε Κυριακή πρωί

Κάθε γιορτή και σκόλη

Που τ΄ όργανο του το’παιζε

Ευχαριστιόταν όλοι

 

Μα πιο πολύ χαιρότανε

Του κήπου το φιδάκι

Που σηκωνόταν όρθιο

Και χόρευε συρτάκι

 

Και μόλις τέλειωνε ο χορός

Το ούτι σταματούσε

Πουγκί μ´ ολόχρυσα φλουριά

Στα πόδια του ακουμπούσε

 

Και τρελαινόταν ο φτωχός

Δεν πίστευε μπροστά του

Τι βλέπανε τα μάτια του

Σαν τα ταν όνειρά του

 

Φοβόταν πως θα ξύπναγε

Τα πλούτη θα χανόταν

Κι φτώχεια κι η κακομοιριά

Πάλι θα ξαναρχόταν

 

Σαν έφτανε στο σπίτι του

Τα δίνε στην κερά του

Και τρώγανε βασιλικά

Και πίναν στην υγειά του

Χειμώνα καλοκαίρι

Στον κήπο του περίμενε

Φλουριά για να του φέρει

Μα τους εκουσκουσσεύανε

Ζηλεύαν οι γειτόνοι

Που τ άντερο του γιαπιτζή

Αρχίζει να λαδώνει

Κάποτε σταμάτησε

Χάθηκε το φιδάκι

στεναχώρια πλάκωσε

Το φτωχό σπιτάκι

 

Κι άρχισαν να ψάχνουνε

Βρήκαν τη φωλιά του

Μα το φίδι ήταν νεκρό

Στη βαθειά σπηλιά του

 

Κλάψανε το θάψανε

Σαν να ταν δικός τους

Συγγενής πολύ στενός

Φίλος κι αδερφός τους

Τακτικά πηγαίνανε

Στο μικρό κιβούρι

Κι έπαιζε ο γιαπιτζής

Ούτι και σαντούρι

Κι ένα δέντρο φύτρωνε

Απ´ τον τάφο μέσα

Πότιζε και φρόντιζε

Τα φύλλα του τ´αρέσα(ν)

 

Τελείως ήταν άγνωστο

Γιαυτό κι ονόμασε το

ΦΙΔΟΔΕΝΤΡΟ

– κι ολημερίς εβαγιοκλάδιζέ το

 

···

Οι γείτονες το βλέπανε

Και παραξενευόταν

Ρωτούσαν μα δεν ήξερε

Κανένας πως λεγόταν

 

Ο γιαπιτζής πονήρεψε

Στοιχήματα ζητούσε

Να βάλουν θα΄δινε διπλά

Αν κάποιος απαντούσε

 

Κι ήρθαν πολλοί και βάλανε

Δεκάδες χρυσά γρόσα

Και χάσανε και πρόσθεσαν

Ακόμα άλλα τόσα

Μα ένας τσιφούτης πονηρός

Έψαξε να βρει λύση

Και τη γυναίκα του φτωχού

Θέλησε να μαυλίσει

Η γυναικα του γιαπιτζή, ρωταει πως ονομάζεται το φίδι
Η γυναικα του γιαπιτζή, τον ρωτάει πως ονομάζεται το φίδι

Της έστελνε δώρα πολλά

Για να τον συμπαθήσει

Μετά να βρει τον γιαπιτζή

Τ´ όνομα να να ζητήσει

 

Μα να το κάνει πλάγια

Για να μην κακοβάλει

O γιαπιτζής και φοβηθεί

Και τύχη να χει πάλι

ο Τσιφούτης
ο Τσιφούτης

– “ Όταν τον πείσεις να το πει

αμέσως το φωνάζεις

Πιο δυνατά, κι γω κοντά

Τ΄ακούω κι ησυχάζεις”

 

Της είπε ο παμπόνηρος

Κι ´εγινε τελικά

Γιατί σαν κότα που ήτανε

Δεν ήξερε απ αυτά

-Πες μου το τ´όνομά του αν θες

Και δεν το μαρτυράω

Και να με κάψει κι ο Θεός

Να τρέμω να ψοφάω

 

Και μια και δυο και τρεις φορές

Τονε παρακαλούσε

Της το΄ πε τελικά κι αυτός

Πως το ονοματούσε

 

Και δυνατά το φώναξε κι αυτή «Φιδόδεντρο» ν ακούσει

Ο πονηρός τσιφούταρος Που καιροφυλακτούσε

Και πήγε την επόμενη -«θες να στοιχηματίσεις»

-«Να βάζω χίλια τάλαρα» Το σπίτι σου αν αφήσεις»

Και δέχτηκε ο ταλαίπωρος πρόσθεσε και τον κήπο

Αν άλλα τόσα θα βάζε -«Δέχομαι εγώ δεν λείπω

Από στοιχήματα καλά» Αυτό στοιχηματίζω

Και φώναξε στεντόρεια -«Φιδόδεντρο κερδίζω!»

Ξεράθηκεν ο γιαπιτζής Του΄ρθε ταμπλάς και ζάλη

Τα ύπατα του κόπηκαν τρομάρα είχε μεγάλη

Του΄ρθε μεγάλη στεναχώρια
Του΄ρθε μεγάλη στεναχώρια

Και τότε το κατάλαβε Πως ήταν προδοσία

Και φώναζε η γυναίκα του ( συγνώμη) δεν είχε σημασία

«Των αματιών του έδωσε» Πολύ μακριά να πάει

Και κάποτε σταμάτησε Μια γριά τονε ρωτάει

-«Που βρέθηκες στις ερημιές Που περπατάς που τρέχεις;»

-«την τύχη μου αναζητώ!» -«βοηθεια θές να έχεις; »

-» αν ξέρεις κάτι πες μου το Και θα σ΄ευγνωμονάω»

-» ίσια να πας ( και του δείξε) Από δω να προχωράω ;»

-«Προσεκτικά τα βήματα Θα βρεις πέτρα μεγάλη

Να κρέμεται στον ουρανό Περνάς να πας στην άλλη

Μεριά και ποταμό ρυχό Θα δεις: να τον περάσεις

Κι αν τις όχθες του ακολουθείς Στην τύχη σου θα φτάσεις »

Σε σπίτι μένει κόκκινο που είναι σωστό παλάτι

Κι έχει χρυσά παράθυρα Και ξύλινο χαγιάτι

Το σπίτι της Τύχης ήταν σαν παλάτι
Το σπίτι της Τύχης ήταν σαν παλάτι

Κι αμέσως εξεκίνησε χωρίς ψωμί να φάει

Σαράντα μέρες έκανε στην πέτρα κουτουλάει

Κρεμότανε στον ουρανό Φοβήθηκε μην πέσει

Στης κεφαλής του την κορφή Στο κόκκινο του φέσι

 

-«Γυρεύω κάποιον ποταμό ρυχό που θα με πάει

Στής τύχης μου το σπιτικό» σεμνά τηνε ρωτάει

-«Δεξιά να πας κι αριστερά μόλις θα δεις μια βρύση»

Απάντησε κι έτρεμε λες την είχανε κουνήσει

 

Ξανά στο δρόμο ο δυστυχής Ανάπαυση δεν έχει

Μέχρι που βρέθηκε μπροστά Στον ποταμό που τρέχει

-«Ποταμι ποταμάκι μου Θερμά παρακαλώ σε

Σενα ταλαιπωρούμενο Την συμβουλήσου δώσε

 

Απο ποιαν όχθη σου θα βρω Της Τύχης μου το σπίτι

Πες μους Ποτάμι να χαρείς Την πράσινη σου κοίτη»

-«στη δεξιά μου την πλευρά Πρέπει Να περπατήςεις (

του είπε) και σε μιαν ωρα – δυο Την πόρτα θα χτυπήσεις

Της Τύχης…» -«στο σπίτι της το κόκκινο; » -«Ναι μένει με το γιο της»

Και πάλι δρόμο και στρατί, στρατί και μονοπάτι

Δεν άργησε πολύ να βρει, το κόκκινο παλάτι

Κι η Τύχη του καθότανε στο,πρώτο σκαλοπάτι

-«καλώς Τονε τον μουστερή, κάτσε να ξαποστάσεις

Ξέρω πως πέρασες πολλά σε μένανε να φτάσεις»

Είπε και τον αγκάλιασε

-» Νασαι καλά σπολάτι » Απάντησε και κάθησε στα πόδια της σαν σκύλος

-«Οταν δεν τρέχει το νερό, τι να σου κάνει ο μύλος

» Μουρμούρισε πολύ σιγά, αυτή ντουχιουντισμένη

-«ξέρω τι θέλεις τι ζητάς , ο γιος μου θα στα λύσει

Όλα σου τα προβλήματα , χαρά θα σε γεμίσει

Κι ο Ήλιος εβασίλεψε κι ήρθε για να δειπνήσει

Στο,κόκκινο το σπίτι του,την μάνα να φιλήσει

-«γιε μου του΄ πε σαν έφαγε ,πριν πέσει στο κρεβάτι

Το μουσαφίρη μου άκουσε και κάνε αν θέλεις κάτι

γιατί παραπονέθηκε πως είναι αδικημένος

Αν κι έσκαψε το λάκκο του μονάχος ο καημένος

Ο γιαπιτζής με κλάματα είπε τι του συνέβη

Κι ο ήλιος τον συμβούλεψε:στο σπίτι του ν΄ ανέβη

και τον τσιφούτη να τον βρει και στοίχημα να Βάλει

Πως το πρωί ο ήλιος από το βοριά θα πρέπει να προβάλει

-«Μα πως θα βάλω στοίχημα που χρήματα δεν έχω;»

«θα πας και του φιδόδεντρου τη ρίζα θα σκαλίσεις

το πρόβλημα σου εύκολα θα δεις πως θα το λύσεις

Θα βρεις εκεί χίλια φλουριά μπορεί και,παραπάνω…»

Πολλές ευχές τους γέμισε ο γιαπιτζής ο καημένος

και φίλησε τα χέρια τους πολύ βαλαντωμένος …

Κι αμέσως εξεκίνησε,σαν το πουλί πετάει

Στον τόπο του πιο γρήγορα όσο μπορεί να πάει

Κι ´εφτασε νύχτα- κρύφτηκε μην τύχει και τον δούνε

Σαν έψαχνε το δέντρο του και παραξενευτούνε

Κι εβρήκε τάληρα χρυσά πολλά ,χίλια και τόσα

σε τσουβαλάκι τα βάλε, περίσσεψαν καμπόσα …

Και πριν λαλήσει ο πετεινός ξύπνησε τον Τσιφούτη

-«τι θέλεις αξημέρωτα, τι θες την ώρα τούτη;»

απόρησε ο τσιγκούναρος .-«για στοίχημα να βάλω πανεύκολο μεγάλο!»

-«μην με πατάς στον κάλο Τι στοίχημα μου τσαμπουνάς, εσύ δεν έχεις μία»

Απάντησε και του δείξε ο γιαπιτζής τις λίρες

Κι εκείνος αποχάσκωσε-«-καλά δεν είναι βία»

Είπε σιγά-«τις έκλεψες; Τις πήρες;”

-«τις βρήκα στο δεντράκι μου ,η τύχη μου τις δίδει

Κι εγώ τις βάζω στοίχημα, διπλά που θ´αποδίδει

“Αν ξέρεις θέλω να μου πεις από που ο ήλιος βγαίνει;

Μα πρέπει το βίος σου ολόκληρο στο στοίχημα να μπαίνει

 

Ζορίστηκε ο πονηρός, μα εύκολο δεν είναι;

«Το βλάκα»,είπε σιγά σιγά :»ξανά στην ψάθα μείνε»

Και δυνατά του φώναξε- » όλα τα βάζω μέσα

Στο στοίχημα που θέλησες,ξέρω πως έχεις μπέσα

Και το ΄δωσες το σπίτι σου με το ΦΙΔΟΔΕΝΤΡΟ σου

 

Αφού τα συμφωνήσαμε τώρα να ξημέρωσει

Να δούμε ο ήλιος από που το φως θα φανερώσει

Είπε ο φτωχός ο γιαπιτζής…τον ζώνανε τα φίδια

Αν κάποιο λάθος έγινε αν πάθαινε τα ίδια;

Περίμεναν καθότανε στα κάρβουνα κι οι δυο

Και το σκοτάδι γίνονταν σαν ακόμα πιο πυκτό …

Και κάποτε επρόβαλε ο Ήλιος στο Βοριά

κι ο ορίζοντας κοκκίνισε σαν να΄πιασε φωτιά

Ο κεραυνός σαν να πέσε στην κούτρα του τσιφούτη

Κι ο γιαπιτζής ξανάπιασε το ξεχασμένο του Ούτι

και το΄χασε το στοίχημα στο πρώτο φως της μέρας

κι όλο το βιος του έγινε μαύρος καπνός κι αιθέρας

Ο ένας έβγαλε φωνή και χάθηκε στο βάθος

Κι ο άλλος ακόμα τραγουδά με κέφι και με πάθος

Και γύρισε η γυναίκα του και του πε και συγνώμη

Και τ´ όργανό του ο γιαπιτζής το γραντζουνάει ακόμη

Και πέρασαν αυτοί καλά και Μεις πολύ καλύτερα

Τα πρώτα πρέπει να τιμούν Τα χρόνια μας τα ύστερα

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Καταγραφή αρχική από την Στέλλα Επιφανείου Πετράκη, 1966 , ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ, έμμετρη επεξεργασία ΑΛΚΜΑΝ  Μάρτιος 2017

Γιαπιτζής=Οικοδόμος

Τσιφούτης=Τσιγκούνης,φιλάργυρος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *