Επήγε στον πατέρα της...

ΣΤΗΝ ΚΑΨΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ: ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ – Ο ΤΣΟΥΛΗΣ Ο ΜΕΜΕΤΗΣ

Ο ΤΣΟΥΛΗΣ Ο ΜΕΜΕΤΗΣ

Ενθύμηση του Βάνια και του Δημήτρη Γιγουρτσή, της πιο εγκάρδιας φιλίας

ο Τσούλης ο Μεμέτης
ο Τσούλης ο Μεμέτης

Εζούσε πολύ φτωχικά ο Τσούλης Μεμέτης

πολλά παιδιά μικρή σοδιά και κουρασμένος μπέτης

όταν τελείωναν οι δουλειές

επήγαινε στο δάσος

να κυνηγήσει ή να βρεί ρίζες καρπούς – στά δέντρα αγριομέλια

πουλιά από τις ξόβεργες , λαγούς από τα τέλια (*)

Μια μέρα που δεν έβρισκε τίποτα για το σπίτι

ούτε λαγό ούτε καρπό ούτε φτερό σπουργίτη

πήγε σε κάμπους και βουνά και βρήκε ένα πηγάδι

πλησίασε να πιει νερό πριν πέσει το σκοτάδι

ακούστηκε κάποια φωνή

:
“Βοήθεια ρίχτε το σκοινί…

”
φοβήθηκε ο φτωχός πολύ

, έσκυψε μέσα για -να δει

άνθρωπος να ναι η πνεύμα κακό ή τελώνι ;

πειρατής , κουσάρος...
πειρατής , κουσάρος…

-”Γέρος κακόμοιρος φτωχός που στο πηγάδι λιώνει”

ακούστηκε και τον κουβά τον έριξε ο Μεμέτης

κι έναν γεράκο έβγαλε που ήτανε πασαλειμένος μέλι

-”Τους λουκουμάδες έφτιαχνα, επήρα το σκουτέλι

Κατάφερα να μην πνιγώ…τα ρούχα μου κολλάνε

αν δεν αλλάξω γρήγορα οι μύγιες θα με φάνε

Εκεί στα βάθη κρύβεται παλάτι στολισμένο

κανείς δεν το φαντάζεται…είναι καλά κρυμμένο

Έχει σαράντα κάμερες κι εικοσιδυό σαλόνια και 
κουζίνες,

και τάβλες αργυρές σ΄ανώγια και κατώγια

Τους θησαυρούς τους δεν μπορεί κανείς να τους μετρήσει

 

και τα κελάρια που έχουνε με τρόφιμα γεμίσει

-Παππού , τον ρώτησε αυτός,ποιοι φτιάξαν το παλάτι ;

μέσα στα έγκατα της γης κι ακόμα πες μου κάτι

εσύ πως βρέθηκες εκεί χωρίς σκοινί και σκάλα ;

-”Σαράντα κλέφτες το ΄κτισαν , που πλούτη έχουν μεγάλα

Αυτοί το κατασκεύασαν μ΄ανθρώπους σκλαβωμένους

κτιστάδες μα και ξυλουργούς τεχνίτες ξακουσμένους

Μα σαν τελειώσαν τις δουλειές , αντί να τους τιμήσουν

τους σκότωσαν, να μην μπορούν να βγουν και να μιλήσουν

 

Σαράντα χρόνια βρίσκομαι κι εγώ στη δούλεψή τους

μικρό παιδί με κλέψανε , να φτιάχνω το φαγί τους.

Ποτέ δεν μ΄άφησαν να βγω απ΄ το βαθύ πηγάδι

θαμμένο μ΄είχανε στη γη σαν να΄μουνα στον Άδη

Τραβούσαν πάνω το σκοινί, όταν μακριά πηγαίναν

σαράντα μέτρα μες τη γης ποιος να μ΄ακούσει εμέναν ;

 

Πες μου τι θες για το καλό που μου΄κανες και τι μπορώ να δώσω;

Το γεροντάκι ρώτησε, βαριανασαίνει τόσο…

ο Τσούλης τονε ρώτησε -” φτωχός πολύ δεν ήσουν ;

-Πες μου εσύ, τι θες οι κλέφτες πριν γυρίσουν

γιατί γνωρίζω θησαυρούς που κρύψαν στο πηγάδι

μπορώ να φέρω, είπε αυτός , το πιο ακριβό πετράδι΄,

μα μην μιλάς μην κάνεις και τον κόπο

σαν το πουλί πάω και γυρνώ, ξέρω καλά τον τόπο

κατέβηκε κι ανέβηκε ο γέρος σαν κοπέλι

και δυο τσουβάλια κράταγε το ένα στον Τσούλη θέλει να δώσει

-”τσέπωσα λίρες χρυσές , ατίμητα πετράδια

θα πάρεις τα μισά εσύ , χέρια μην έχεις άδεια !

Του είπε, κι ο φτωχός Μεμέτης τι να κάνει

απ΄ τη χαρά του την πολύ ζαλίζεται τα χάνει

-”Σε ευχαριστώ πάρα πολύ, θα θρέψω τα παιδιά μου”

ο Τσούλης είπε κι έτρεξε – “ας τα τσουβάλια χάμου

Του ΄πε ο γέρος και ξετύλιξε τη σβήγα

-”να ρίξουμε και τον κουβά, αμέσως

μην αρχίσουνε να ψάχνουνε που πήγα”

Είναι σκληροί κι απάνθρωποι, φιλότιμο

δεν έχουν
στην παραζάλη χαίρονται,

τα αίματα που τρέχουν

Έχουν ρημάξει τα χωριά, δεν κλέβουν πλούσιους μόνο

αρπάζουνε στάρια κι ελιές απ΄όλους κάθε χρόνο

Κι εμένανε να μην με κλαις, τα΄φαγα τα καρβέλια

τους χωρικούς μας να σκεφτείς που΄χουν μικρά κοπέλια”

Ο Τσούλης πονηρεύτηκε κι είπε στο γεροντάκι:

-”Ας πάμε τώρα γρήγορα θα πρέπει να κρυφτούμε

και σαν γυρίσουν βλέπουμε…
….και το σκοινί τραβούμε

και στο πηγάδι μένουνε σαν ποντικοί κλεισμένοι

έχουνε τρόφιμα πολλά να ζουν φυλακισμένοι

εγύρισαν κατέβηκαν στο σκοτεινό παλάτι

χωρίς να πάρουν μυρωδιά να καταλάβουν κάτι

κι εμείνανε κλεισμένοι σε φυλακή δική τους

μονάχοι τους να τρώνε θα πίνουν το κρασί τους

Θα ναι κλεισμένοι μέχρι να βάλουνε μυαλό

τα κύματα θα σπάσουν στα βράχια στο γιαλό

Ο Τσούλης παρατήρησε : – Θα μάθουνε κι ευγένεια

κι ας τα τραβούν με πάθος τα μαύρα τους τα γένια
…

 

Χωρίσανε και γύρισε με το σακί γεμάτο

και γλέντισαν χορέψανε, τα κάναν άνω κάτω

ρωτούσανε για τα λεφτά, τους έκανε τη χάρη

τους τα ΄κανε όλα ο Τσουλής χαρτί και καλαμάρι

Κι οι φίλοι μα κι οι συγγενείς θελήσαν το πηγάδι

να τους το δείξει και να πάνε όλοι μαζί, ομάδι

 

Σκεφτείτε λίγο πιο καλά, καθ΄ένας να γνωρίζει

θα κάνουν το μεγάλο σας κομμάτι σαν το ρύζι

τους είπε, μα δεν άκουσαν γυναίκες και κοπέλια

μαζεύτηκαν και πήρανε το λάδι στα βαρέλια

κι αυτός τους έδειξε που τους ληστές ετάπωσε

και φοβισμένος έτρεξε και απού φύγει φύγει

στο σπίτι του εγύρισε , μεγάλες φωνές μπήγει

 

-”Μαζέψτε τα να φύγουμε πολύ μακριά να πάμε

αν μας προλάβουν, ζωντανούς αμέσως θα μας φάνε”

και τρέχανε και φτάνανε στ΄ αυτιά τους οι πατούσες

και σπίθιζαν τα πόδια τους αν τους παρατηρούσες

και δεν σταμάτησαν πρωτού κάνουνε χίλια μίλια

κι οι άλλοι όλοι χάθηκαν μα σώθηκε η φαμίλια …

 

από εικονογράφιση, μεσαιωνικών βιβλίων
από εικονογράφιση, μεσαιωνικών βιβλίων

 

Γιατί οι ληστές εβγήκανε και στήσανε παγίδα

κι οι χωρικοί επέσανε …δεν είχανε ελπίδα…

….

Την Τύχη σου μην προκαλείς αν θέλεις να κερδίσεις

γλύφε μυαλουδάκι σου χρόνια πολλά να ζήσεις

αν δεν ιδρώσεις δεν μπορεί τον πλούτο αποκτήσεις

 

(*)= σύρματα-παγίδες(θυλιές)για τους λαγούς

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *