ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΙ ΣΤΙΧΟΙ (ΜΑΝΟΥΣΟΣ ΦΟΥΜΗΣ)

Π Ρ Ο Σ Ε Υ Χ Η

Αφιέρωση :  στη Μαρία Σιδηρά – Νιοχώρι  Μεσολογγίου

Ω Θέ μου Εσύ που τα΄ σαξες τα πάνω και τα κάτω
τον κόσμο το χεροπιαστό και κείνο των πνε(υ)μάτω(ν)
ότι μπορεί να δει κανείς κι ότι στο νου γεννιέται
τ αόρατο και τ΄άπιαστο κι ότι καλά μετριέται

Χριστέ μου αστέρι ολόφωτο της νύχτας και της μέρας
Σε γέννησε ο μοναδικός Θεός μας και πατέρας
Φως απ΄το φως, γιος του Θεού παρηγοριά κι ελπίδα
ο αληθινός ο Λόγος σου για να σωθώ η σανίδα

Λεπτομέρεια από πίνακα της Κρητικής Σχολής, τα πρότυπα έχουν ξεπεραστεί

____________________________________________________

Χριστέ μου εσύ που σήκωσες τον πόνο των ανθρώπω(ν)
κι ανέβηκές στο Γολγοθά που λεν “κρανίου τόπο(ν)”
Σε πλήγωσαν Σε σταύρωσαν Σου λόγχισαν τα σπλάχνα
και δεν παραπονέθηκες δεν έβγαλες μιαν άχνα

Κι όταν είπες ¨τετέλεσται” σαν έφτασεν η ώρα
σείστηκε η γης σκοτείνιασε κι ο ουρανός κι η χώρα
Και χάλασαν σπίθια πολλά μες στην ανεμοζάλη
κι οι σταυρωτήδες πέταξαν τους κλήρους που ΄χαν βάλει
τρομάξανε κατάλαβαν Θεός έχει θυμώσει
και θέλαν το τομάρι του καθένας να το σώσει

Νύχτα σ΄αποκαθήλωσαν και τ΄ άχραντό σου σώμα
μες στης σπηλιάς τ΄ακούμπησαν το νοτισμένο χώμα
Στην είσοδο κυλήσανε βράχο, να τηνε κλείσουν
και τους στρατιώτες βάλανε, μην Τονε ξενυχτήσουν

Κι έτρεξε ο χρόνος γρήγορα περάσανε τρεις μέρες
ήλιοι χιλιάδες λάμψανε θαμπώσαν τους αιθέρες
Ανάσταση ! Ανάσταση ! κατάλαβε όλη η πλάση
κι αναγαλιάζαν οι ουρανοί οι κάμποι και τα δάση

Και τα βουνά ψηλώνανε να δουν το μέγα θάμα
κι οι αγγέλοι τραγουδούσανε μ αγέρηδες αντάμα
ενώ ψηλά στα σύννεφα απλώνανε πορφύρα
Δόξα στο Γιο του Πλάστη μας το Λόγο το Σωτήρα !
Χριστέ μου τονε νίκησες το ζόφο και τον Άδη
έγινε φως το πιο πυκνό κι ατέλειωτο σκοτάδι
Ο Θάνατος φοβήθηκε στ΄αλύπητό του χέρι
εράγισε και στόμωσε το φονικό μαχαίρι
κι αναγαλιάζαν οι ψυχές κι οι ζωντανοί γελούνε
στο μήνυμα τσ΄ Ανάστασης χαίρονται και γλεντούνε

Scan

 

Ανάσταση Δομίνικος Θεοτοκόπουλος ( Ελ Γκρέκο)

_______________________________________

Άγιο μου Πνεύμα αμόλυντο κι άχραντο περιστέρι
Εσένα που έστειλ΄ ο Θεός τη φώτιση να φέρει
σ΄εκείνους που δεν μάθανε, στους περιφρονημένους
σ΄αυτούς που όλα τα ξέρουνε, στους ψευτομορφωμένους
σ΄αμαρτωλούς που πνίγονται στου βόρβορου τη βρώμα
σ΄αυτούς που βεβηλώνουνε το πνεύμα και το σώμα

Φέρε το φως μέσα στο νου ζέστανε την καρδιά μας
δώσε κουράγιο κι αντοχή στα τόσα βάσανά μας

Ω Θέ μου που όλα τα΄ φτιαξες καλά στον κόσμο (ν) τούτο
τη θάλασσα και τη στεριά και τ΄ουρανού τον πλούτο
τον ήλιο τον ολόχρυσο και τ΄αργυρό φεγγάρι
των αστεριών κάθε νυχτιάς την ομορφιά τη χάρη

Δώσε ψωμί για το φτωχό να φάει και να χορτάσει
και σ΄όποιον αδικήθηκε(ν) η Χάρη Σου να φτάσει
Στους πονεμένους πρόσφερε ελπίδα και κουράγιο
ας τους ν΄αράξουν γρήγορα σ΄απάνεμο μουράγιο

Θέ μου τους ολιγόπιστους συγχώρεσε και μένα
μες τις αμφιβολίες τους – στα λόγια τα χαμένα
που ψάχνουνε για κάποιο φως χωρίς καμιάν ελπίδα
δόσε τους Χάρη Θεϊκή και στοργική φροντίδα

Εργο Ιωάννη Παρμενιάτη, 16ος αιώνας/Βενετία

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Είναι νεότερη γραφή, με ελάχιστες διορθώσεις της παλιάς ανάρτησης στον ΑΛΚΜΑΝΑ – βιογραφικά του Μανούσου Φούμη υπάρχουν πρώτη παρουσίαση.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *