ΜΟΥΣEΙΟ

Έτσι στον Ενετό είπα κ’ έφυγα απορώντας :
σε ποιο σπίτι τον κάλεσα ; Και ποιαν ώρα ;
Κι όλας ήμουν στο σπίτι μου. Στην ώρα μου.
Καλώνταςτον δεν το έκανα για μια τερπνή, πλην μάταιη
διασκέδαση, και των δυο, έστω΄μα, γιατί, στο βλαθος
του ανεξιχνίαστου προσώπου του, ζητούσα
το πρόσωπό μου. Και το βρήκα, Αλλ’ όχι
μέσα στην αποθήκη, ως μάσκα νεκρική, Όλος τούτος
ο κόσμος κόσμον φέρων , ήταν το δικό μου
πρόσωπο, Αίμα, σάρκα και οστά που η ζωή κυκλοφορούσε
μέσα τους τόσο αδιάφορη, σαν πεθαμένη : ως άστρο
που, και νεκρό, δεν βγαίνει από τον ουράνιο
δρόμο του.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *