ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ, Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ ΚΩΣΤΗΣ ΦΡΑΓΓΟΥΛΗΣ

Κωστής Φραγγούλης:"Στη Στείαν εγεννήθηκε, στη Στείαν ενεθράφη(...)"

(…) ήμουν ο πλησιέστερος συγγενής του στο Ηράκλειο. Και κάθε χρόνο τ’ Άη – Γιαννιού η κυρία Σοφία έφτιαχνε διπλή τη δόση των κουραμπιέδων και των πατούδων. Ο γιος του ο Γιάννης έφερνε τις κούτες στο σπίτι μου με ενεπίγραφες ή και εσώκλειστες τις έμμετρες ευχές.

Ιδού ένα δείγμα:
Χρόνια πολλά σου εύχομαι Λόγιε φίλε Γιάννη
και κάθε χρόνος που περνά πιο Νέο να σε κάνει.

(…)
Στα Δημοτολόγια της Λάστρου Σητείας υπάρχει η εγγραφή της ημερομηνίας γέννησης του Κωστή Φραγκούλη:

7 Νοεμβρίου 1905, του Στυλιανού και της Ζαμπίας – τέταρτο παιδί της οικογένειας.

Στη Λάστρο λειτουργούσε τότε ένα μοναδικό τετραθέσιο σχολείο, όπου έμαθε τα πρώτα γράμματα.

(… στο Γυμνάσιο Σητείας και φοίτησε στην πρώτη τάξη μέχρι τα Χριστούγεννα.

(…) – διέκοψε τη φοίτηση.

Έμεινε στη Λάστρο βοηθώντας τον πατέρα του στις γεωργικές εργασίες και τους δύο θείους του, που ήσαν οργανωμένοι βοσκοί.

Κι όπως λέει ο χωριανός του και συμμαθητής μου Γιάννης Μαρουκλής(3): «ανάμεσα στη σκληρή πέτρα και το στεγνό χώμα· είδε, άκουσε, αιστάνθηκε: Τη Δύση και την Ανατολή, το θρόισμα των δένδρων, το κελάρυσμα της πηγής, τις συννεφιές, και τ’ αστραπόβροντα;
τις μικρές και μεγάλες χιονιές, τα κουδούνια και τα βελάσματα των κοπαδιών, το θιαμπόλι του βοσκού, τους ψιθύρους των ανέμων, τις πορφύρες του δειλινού, τον καταπραϋντικό και ειρηνοφόρο ήχο της καμπάνας, το κελάηδημα των πουλιών, τις οιμωγές των αγριμιών, το κλάμα της κουκουβάγιας, τον κοασμό των βατράχων, το κακάρισμα των περδίκων, την ευωδιά του θυμαριού, του σκίνου, της αλαδανιάς· το μύρο της φασκομηλιάς, του βάρσαμου, του φλισκουνιού· την ανάσα της γης στα πρωτοβρόχια, τη σπορά, το θερισμό, τα λιομαζώματα, τη φάμπρικα, τα τρυγοπατήματα, τα καζάνια, το διάσιμο, το περιμάτισμα και τ’ αργαστήρι, το κέντημα της κοπελιάς, το φούρνισμα της κουλούρας, του φτάζυμου την πεθυμιά, το φτωχό τραπέζι τις καματερής, το πλούσιο της σκόλης, τις πράξεις των ανθρώπων, τις κουβέντες τους, τα ήθη, τις ενδυμασίες τους, τα επαγγέλματα, που ευδοκιμούσαν τότε όλα στο χωριό μας, τους χορούς, τα πανηγύρια, τα μαύρα μάτια τσ’ όμορφης, τα γαλανά της ξανθιάς, το χαμόγελο της κόρης, το χτυποκάρδι των νέων, την κρυφή αγάπη, τη γλύκα της νιότης, τη χαρά της ζωής, το θρήνο του πόνου».

"τις πράξεις των ανθρώπων, τις κουβέντες τους, τα ήθη, τις ενδυμασίες τους(είδε και αισθάνθηκε)
(…)

Ο ίδιος γνωρίζει τις πηγές του και καμαρώνει γι’ αυτές:

Λάθη θα βρούνε μερικοί, τα γράμματά μου λίγα
η οξοχή με σπούδαξε και στο σκολειό δεν πήγα.
Οι κάμποι, τα ψηλά βουνά, Σητεία μέχρι Σπάθα
γενήκανε δασκάλοι μου και γράμματα μου μάθα…

Κι αντί μολύβι να βαστώ, φτερό και καλαμάρι,
τση φύσης τ’ ανοιχτό χαρτί εκαμ’ αλφαβητάρι.
Κι ότι μου λέγαν τα πουλιά, τα έχνη, κι ότι εγροίκου,
στην ερημιά που γύριζα, τα μάθαινα ξεστήθου.

Και μέσα μου τα στέρευγα με τάξη, ένα ένα,
και τάγραψα να μη χαθούν κι αυτά μαζί μ’ εμένα.
Με το συμπάθειο το λοιπόν, ανέ βρεθούνε λάθη,
όπου ‘φτανε η χέρα μου κρέμασα το καλάθι.

Όλα αυτά κατάγραψε στα βάθη της ψυχής του· και τα πήρε μαζί του, όταν στις αρχές του 1920 αποφάσισε, με την ευχή των γονέων του, να φύγει για το Ηράκλειο, αναζητώντας καλύτερη τύχη. Κι όπως έλεγε:
«Με δίχως δεύτερη αλλαξά ήφυγα από τη Λάστρο
και πορπατάρης ήφταξα εις το Μεγάλο Κάστρο».

Η Πύλη των Τριών Καμαρών στο Ηράκλειο - πριν κατεδαφισθεί /

(…)
Χαμένος μέσα στη βουερή πολυκοσμία και τις παγίδες της πόλης, με 26.000 κατοίκους (τότε), μισοί χριστιανοί και μισοί Οθωμανοί, με τζαμιά και μιναρέδες, εδώ κι εκεί· μεγαλούπολη με τα μέτρα του καιρού εκείνου, φυσικό ήτανε «να αισθάνομαι ανασφάλεια σαν το πουλί που πέφτει από τη φωλιά του» – έλεγε.

Στη πρώτη του εξερεύνηση αγοράζει, αντί μιας πεντάρας, το έκτακτο παράρτημα της εφημερίδας «ΙΔΗ», με τα μικρασιατικά γεγονότα του 1920, και διαβάζει στο κάτω μέρος ότι «ζητείται μικρός δια το τυπογραφείον».

Με σύσταση του συγχωριανού του Μανόλη Κωνσταντουράκη – πατέρα του ποιητή Άρη Δικταίου – στο φούρνο του οποίου διανυκτέρευε, προσλαμβάνεται ως καλλιγράφος, με αρμοδιότητα, την αναγραφή του ονοματεπωνύμου και της διεύθυνσης των συνδρομητών της εφημερίδας, σε μικρά ταινιάκια, και την ταχυδρομική διεκπεραίωσή τους.

Λόγω της αντιλήψεως που διέθετε και του ζήλου που επέδειξε, ο εκδότης τον πήρε βοηθό στο τυπογραφείο, κι όπως ομολογεί ο ίδιος σ’ ένα αυτοβιογραφικό ποίημά του:

Αν τύχει και ρωτήξετε το που ‘μαι και τι κάνω
που ταίριασα και που ‘γραψα τα όσ’ αναθιβάνω,
στη Στείαν εγεννήθηκα, εις το χωρίο Λάστρο
και στα δεκάξε χρόνια μου ήφυγα για το Κάστρο.

Γράμματα σαν δεν ήμαθα, μικρότερος σαν ήμου,
τέχνη καλή να μάθω σκιάς να βγάνω το ψωμί μου.
Ράφτης, τσαγκάρης, μαραγκός, νταμπάκης γη σγουράφος
μ’ αλλιώς η τύχη τά ‘φερε κι έγινα τυπογράφος.

Έτσι, στο συνθετήριο, ψηφίο το ψηφίο,
ήμαθα πέντε γράμματα σα να ‘μουν σε σχολείο.

(…)
Ως στοιχειοθέτης στην εφημερίδα «ΙΔΗ» έγραφε ανωνύμως στήλη – με τίτλο «Στα πεταχτά» – χρονογραφικές σημειώσεις και χρήσιμες πληροφορίες, πολλές φορές συναρπαστικές.

Φίλος του θεάτρου, παρακολούθησε παράσταση του θιάσου της Μαρίκας Κοτοπούλη, κι’ έγραψε τις εντυπώσεις του ως «ο κύριος της γαλαρίας».

Το σημείωμα έκαμε εξαιρετική εντύπωση στην Κοτοπούλη, που αναζήτησε τον κύριο και μαζί με το ευχαριστήριο φιλί του εξασφάλισε θέση στην πρώτη σειρά της πλατείας.

(…) Την ίδια εποχή τον πήρε στο τυπογραφείο της «Νέας Εφημερίδας» ο Γιάννης Μουρέλλος, κοντά στον οποίο βρήκε στέγη και τροφή, θαλπωρή και ήθος.

Τη δεκαετία του 1930 εργάζεται στην Αθήνα ως τυπογράφος -(…) τυπώνει και την πρώτη ποιητική συλλογή «Μ’ ανοιχτά φτερά» – . Νοσταλγικά ποιήματα σε ποικίλες στιχουργικές μορφές. Μετά βυθίζεται σε ποιητική σιγή μέχρι το 1961 που εκδίδει τα πρώτα «ΔΙΦΟΡΑ».

Το 1937 γνωρίζεται και παντρεύεται τη Σοφία Τριανταφύλλου, από τη Σαντορίνη, κι όπως λέει αυτοσαρκαζόμενος :

Άσοφος εγεννήθηκα, μεγάλη αμαρτία,
την είδε ο Θιός και μούδωκε γυναίκα τη… Σοφία!

Για 66 ολόκληρα χρόνια συμπορεύτηκαν αρμονικά. Απόκτησαν δύο γιούς, τον Στέλιο και τον Γιάννη.

(…)

Σύντομα χρονικά από τη Μάχη της Κρήτης και την κατοχή δίδει στο βιβλίο του «Η ΚΑΤΣΙΦΑΡΑ» (1974).

(…) από το 1945 οριστικά στο Ηράκλειο.

Δεξιά της κρήνης το φαρμακείο του Γ.Χλουβεράκη-στέκι των επιστημόνων και καλλιτεχνών του Ηρακλείου

Ο Ανδρέας Καλοκαιρινός τον προσλαμβάνει ως τυπογράφο στο περιοδικό «Κρητικά χρονικά» και η γνωριμία του με τους επιστήμονες της επιτροπής επί της συντάξεως(…) ήταν καθοριστική για την περαιτέρω πορεία του.

Ταφος της οικογένειας των Σάλομον, σε εκκλησία της Βόιλα (Σητεία), από εδώ έλκει την καταγωγή ο Εθνικός ποιητής μας Διονύσιος Σολωμός.

Όπως σημειώνει ο Ηρακλής Καλλέργης: «Ο Φραγκούλης αποτελεί μια από τις σπάνιες περιπτώσεις στα κρητικά γράμματα. Χωρίς σπουδαία εφόδια «σχολικής παιδείας» πέτυχε, με συνεχή μελέτη και προσπάθεια, να αξιοποιήσει τις έμφυτες ικανότητές του: Την ευφυΐα, τη συνδυαστική φαντασία και την αναμφισβήτητη ευαισθησία, που τον κάνει να γίνεται ηχηρό όργανο όλων των συγκινήσεων της ζωής· κατορθώνει πάντα να λέει κάτι πρωτότυπο και αναρριπίζει διαρκώς το ενδιαφέρον μας… Η πνευματική του νεότης του επέτρεψε να εισέλθει (δικαιωματικά) «εις των ιδεών την πόλιν», να επιβληθεί δηλαδή στη συνείδηση όλων μας σαν ένας αξιόλογος πνευματικός άνθρωπος».
(…)

Το 1971 δημοσιεύει 13 διηγήματα με τον τίτλο «Στον κύκλο του μαχαιριού», που του υποδείχθηκε από τον Μενέλαο Παρλαμά, αντί του δικού του «Στα Φαζά Χαράκια» – τοπωνύμιο της Λάστρου. Διπλή συντεκνιά, γιατί ο Μενέλαος ήταν ο ανάδοχος και για τα «ΔΙΦΟΡΑ».

Το 1980 εκδόθηκε η συλλογή με 14 διηγήματα «Οργισμένα στάχυα» και το 1982 «Η Ρούσικη καμπάνα» με 19 διηγήματα. Όλα τα βιβλία του τα στοιχειοθέτησε και τα εκτύπωσε ο ίδιος – τελευταίος μάστορας της παλαιάς καλής τυπογραφίας.

Διηγήματά του μεταφράστηκαν στα Γερμανικά και πολλά μετέδωσε το Μπι-Μπι-Σι (B.B.C.).

Από το 1946, που εξέδωσε το βραχύβιο περιοδικό «Κρητικά Γράμματα», η παρουσία του Φραγκούλη στην πνευματική ζωή της Κρήτης ήταν συνεχής, με άρθρα, διαλέξεις και χαριτωμένα χρονογραφήματα, στον κρητικό τύπο, με τα ψευδώνυμα Ανταίος, Επαρχιώτης, Ετεόκρης κ.α.
(…)
Στους αναγνώστες μετέδιδε τις ανησυχίες του, τις καίριες διαπιστώσεις του, τους δίκαιους επαίνους, τις πιπεράτες ιστορίες.
Από το 1985 παρουσίαζε ραδιοφωνική εκπομπή. Με αγωνία πρωτόβγαλτου, θαλερός και ακμαίος, κοντά στα εκατό – ο γηραιότερος ραδιοσχολιαστής του κόσμου – έψαχνε το ερέθισμα για το καθημερινό ραδιοχρονογράφημα, που το ήθελε κάθε μέρα ξεχωριστό, φρέσκο, επίκαιρο, γαργαλιστικό.

(…)
Με την πένα και τη μιλιά του κέρδισε μια θέση στις καρδιές χιλιάδων ανθρώπων· κι ήταν ζωτική ανάγκη για τον Φραγκούλη ν’ αγαπά και να τον αγαπούν, όπως σε άλλους να έχουν ισχύ για να τους υπολογίζουν.

Μια λέξη μόνο: ΑΓΑΠΩ εκείνη με εκφράζει
ήλιος που βγαίνει το πρωί και τ’ άστρα σκοτεινιάζει.

Γιατί τσ’ αγάπης το κρασί ποτέ του δεν τελειώνει,
μα γίνεται πιο δυνατό όσο περνούν οι χρόνοι.

Η σκληρή ζωή των αγροτών, εδώ η φάμπρικα - φωτογραφία JOHN DONAT, 1960-Πανειστημιακές Εκδόσεις

Οι ευνοϊκές κριτικές, τα βραβεία και οι τιμητικές διακρίσεις που είχε αποσπάσει είναι αδιάψευστοι μάρτυρες της απήχησής του.

Ήταν από τους ελάχιστους που ευτύχησε να δει όσο ζούσε τόσες τιμές: Από την Ακαδημία Αθηνών, το Υπουργείο Πολιτισμού, την Αρχιεπισκοπή Αυστραλίας, πολλούς Δήμους και πλήθος Συλλόγων και Σωματείων· και των τιμών τα διάσπαρτα φύλλα δάφνης συμπλέκουν το αμάραντο στέφανο που τον περιβάλλει.

Αλλά ο Κωστής με το γλυκό του χαμόγελο, αντέλεγε:

Όσο κι αν με παινεύουνε κανείς δεν θα με κάμει
να καβαλήσω, ζάβαλε, σαν άλλους το καλάμι!

Ο Δήμος Σητείας τιμώντας τον και μετά θάνατον, όπως του άξιζε, έδωσε τ’ όνομά του στην πλατεία εισόδου στην πόλη, που δεν χόρταινε να εξυμνεί:

Νάξερα ο παράδεισος πως είναι σαν τη Στεία,
χαλάλι και οι προσευχές, χαλάλι κι η νηστεία.
Στον κάτω κόσμο αν έχουνε λύρες για να γλεντούμε
ωσάν τση Στείας τα χωριά, Χάρε, δε σε φοβούμαι.

Η Στεία είναι όμορφη, αθρώποι, πέτρα, χώμα·
όλα χαρούμενα, ζεστά, και το φεγγάρι ακόμα.

Μέσα στου κόρφου τα νερά σιγαρονοροζανάρου:
η θάλασσα με τη στεριά, η Στεία του Κορνάρου.

Αν έχεις πράμα ντουχιουλμέ και θέλεις να ξεσκάσεις,
ένα Σαββατοκύριακο στη Στεία να περάσεις.

Και ο Θεός που ‘ναι ψηλά και όπου θέλει πιαίνει
Σα θέλει να ξεκουραστεί στη Στεία κατεβαίνει.

Χαμέζι, δίπλα στα πανάρχαια ερείπια λαϊκές (αρχιτεκτονικες) ζωγραφιές.

(…)
Λίγο νερό, πέτρα πολλή, το χώμα κατά τόπους,
η Στεία μονοκοντυλιάς, με τσ’ ήμερους αθρώπους.

Έχει όμως το χάρισμα να σκιρτά και να πάλλεται από ζωή και σαν πέτρινη Κίρκη να αιχμαλωτίζει και να μαγεύει, δικούς μας και ξένους:
Να ξέρει όποιος έρχεται στη Στεία του Κορνάρου
ότι το χώμα τραγουδεί κι οι πέτρες ροζονάρου.

Κι όπως έλεγε :
«Σε τέτοιο τόπο που οι πέτρες έχουνε φωνή και τα χαράκια γλώσσα, ο ποιητής δεν έχει παρά ν’ ακροαστεί και να καταγράψει τα στιχάκια που φυτρώνουνε μοναχά τους, αυτοφυή, σαν βραχολούλουδα. (Κρητάνθεμα τα ονόμασε), στις ρωγμές, με το λιγοστό χώμα… Εύκολα όλα, φτάνει να ξέρεις τη γλώσσα των βράχων, τη φωνή της πέτρας, τον ήχο του νερού, το φλοίσβο της θάλασσας, το θρόισμα των δένδρων, τον ψίθυρο της χλόης, το κελάιδισμα των πουλιών. Γιατί αυτή είναι η γλώσσα των Κρητικών». Η γλώσσα της Κρήτης, με την οποία έχτισε τον Παρθενώνα του ο πρωτομάστορας Βιτσέντζος Κορνάρος».

Τύχη αγαθή, ο Κωστής Φραγκούλης επί μισό αιώνα ήταν αχώριστος φίλος μου. Κάθε πρωί ερχόταν στο φαρμακείο μου, με το αυγό της ημέρας: μια μαντινιάδα.

Μια ρίμα κάθε ταχινή έχω γι’ αντίντερό μου
κι αν δεν την πω, σα να ξεχνώ να κάμω το σταυρό μου.

Μέρα που δεν ακούγεται στην Κρήτη μαντινιάδα
συννεφιασμένη φαίνεται κι ας είναι και λιακάδα.

Ελευθέριος Πλατάκης, σημαντικός κρητολόγος και εκδότης περιοδικού /φωτογρ.διαδικτύου

Στο φαρμακείο μου μαζευόντουσαν σχεδόν κάθε μέρα σημαντικά ονόματα της πνευματικής ζωής του τόπου – Μουρέλλος, Σπανάκης, Σταυρινίδης, Πλατάκης, Παρλαμάς, Γιανναδάκης, Αλεξίου κ.α.

Ώσπου νάρθει ο Φραγκούλης τ’ όνομά του έπαιρνε κι έδινε. Ήταν περιζήτητος στην παρέα, πρόσχαρος, ευφυολόγος και χωρατατζής. Όλοι μαζί σχολιάζαμε την επικαιρότητα και παίρναμε μια δόση αρκετού γέλιου.

Γευόσουν τον στίχο του, σαν μέλι, σαν σταρένιο ψωμί, σαν «δώρημα τέλειον». Στιχουργούσε με την ευκολία που ανέπνεε και λέει:

Στη νοσοκόμα:
Εφτά γιατροί βασιλικοί καθηγητές μεγάλοι,
μου ‘δώκαν παραπεμπτικό για τη δική σου αγκάλη.

Και συνταγή μου δώσανε να σ’ έχω νοσοκόμα
κι αντί να πίνω φάρμακα να σε φιλιώ στο στόμα.

(…)
Στην κοπελιά που του προσφέρει το ξεροτήγανο:

Ωσάν το ξεροτήγανο το πολυμελωμένο
ετσά ‘ναι τοκορμάκι σου ζαχαροζυμωμένο.

(…)

Στην κυρία που συναντά στην παραλία – τότε που υπήρχαν αλμυρίκια:

Άμα σε δω να κατεβείς το βράδυ στ’ αλμυρίκια
λάμπει ο γιαλός και γίνονται πετράδια τα χαλίκια.

Και στη φιλενάδα της με τον ανοιχτό μπέτη – που του ζήτησε μια μαντινιάδα:

Έχεις ωραίο πρόσωπο, λαμπάδα το κορμί σου
κι ο κόρφος σου μισάνοιχτη πόρτα του παραδείσου.

(…)

«Ο μόνος που κατέχει τα μυστικά του κρητικού ιδιώματος, συνεχιστής της μεγάλης κρητικής παράδοσης του λόγου και του στίχου· βαθύ και γνήσιο αίσθημα, σωστή σκέψη και κρίση, εκφραστική ακρίβεια και λιτότητα (που δένει με τη σπάνια αλλά όχι βεβιασμένη έκφραση), όλα αυτά υπάρχουν στα κρητικά ποιήματα του Φραγκούλη (…)», τονίζει ο Στέλιος Αλεξίου· ενώ η Τατιάνα Μιλλιέξ (…) εισηγήτρια του Υπουργείου Πολιτισμού, για την απονομή της τιμητικής σύνταξης (το 1988) σημειώνει: «Είναι τόση η γοητεία που αποπνέει ο ρυθμός, ο γλωσσικός πλούτος και οι ζωγραφιές, που ο αναγνώστης έχει την εντύπωση ότι διαβάζει κάποιο απόσπασμα του Ερωτόκριτου.(…)».(4)

Αυτός για το συμφέρον του τα κουλαντρίζει όλα,
φιλιά και με τον καντηφέ, φιλιά και με τη βιόλα.

Μια μαντινιάδα ήκουσα να λένε στο ντουκιάνι,
άλλα ο δούλος μελετά κι άλλα ο αφέντης κάνει.

Με το στόμα του Φραγκούλη μιλάει ο Στειακός λαός, ο Κρητικός λαός.
Η ποίησή του είναι «δροσερή κληματαριά» σ’ αυλή κρητικού σπιτιού. Χαρακτηρίζεται από πνοή υγείας κι ένα κλίμα αισιοδοξίας:

Ετσά θα το λαλιώ εγώ, τα εκατό να φτάσω
και ύστερα θα το σκεφτώ αν πρέπει να γεράσω.

Όση μπορώ παράταση στο βίο μου θα δώσω,
ίσως τ’ αθάνατο νερό να ευρεθεί ωστόσο.

Κι ένας λαϊκός ριμαδόρος του παρατήρησε:

Εγώ κατέχω φίλε μου, κι είναι τιμή για σένα
πως το αθάνατο νερό το βρήκες με την πένα!

Η γλώσσα του Κωστή Φραγκούλη μπορεί να χρησιμεύσει ως «λυδία λίθος» για την εξακρίβωση εκφράσεων, που υπήρχαν στον Ερωτόκριτο, γιατί και ο Φραγκούλης «στην Στείαν εγεννήθηκε, στην Στείαν ενεθράφει» παρατηρεί ο Στέλιος Αλεξίου.

Η ποιητική του γλώσσα βγαίνει μέσα από την ψυχή του, όμορφη και πάνοπλη, σαν την Αθηνά, χυμώδης και ζωντανή, έτοιμη να εκφράσει τις πιο ζεστές αποχρώσεις των βιωμάτων του.

Πολλοί μου λένε δεύτερος πως έγινα Κορνάρος,
μα εκείνος ήταν στρατηγός κι εγώ απλός φαντάρος.

Δάσκαλο με φωνιάζουμε τιμητικά οι φίλοι
μα ‘γω ‘μαι ακόμη μαθητής με πλάκα και κοντύλι.

Δάσκαλος είναι ολονών στην Κρήτη ο Κορνάρος
κι όχι εγώ καθώς με λεν’, γιατί ‘ναι μέγα βάρος.

Ο Κωστής Φραγκούλης κρίνει αυστηρά όσους κακοποιούν το περιβάλλον, αδιάλακτος στα ξένα πρότυπα.

Λαθροκυνήγι, μπαλωτιές, ζωοκλοπή, χασίσι,
το νάμι και τη λεβεντιά τση Κρήτης έχουν σβήσει.

Υποφέρει όταν σύγχρονοι μαντινιαδολόγοι κόβουν τα φτερά της μαντινιάδας και χαμοπετά σαν πληγωμένη πετροπέρδικα. Γιατί:

Η μαντινιάδα η καλή, πέρδικα πλουμισμένη
που ρέγεσαι να τη θωρείς και στην καρδιά σου μπαίνει.

Η μαντινιάδα η καλή δε χτίζεται στο λάχει,
πέτρα και χώμα και νερό τση Κρήτης πρέπει νάχει.

(…)

Οι μαντινιάδες οι καλές πουλάκια που πετούνε
και χαίρεσαι να τα γροικάς να γλυκοκελαηδούνε.

Η μαντινιάδα η καλή ανθεί και λουλουδίζει
σαν το σγουρό βασιλικό, που και ξερός μυρίζει.

(…)

Εξώφυλλο του βραβευμένου ποιητικού εργου του-από το περιοδικο της Σητείας "Εν Σητεία" τεύχος 1/Μάιος 1991

Μια μαντινιάδα του Θεού θα πω σαν θα με πάρει
κι ίσως στις αμαρτίες μου θα βάλει ‘να σφουγγάρι.

Όπως έλεγε ο ίδιος, «μαζί με τις πέτρες, το χώμα και το νερό έβαλα και τη γλώσσα τη μητρική της Κρήτης, γιατί χωρίς αυτά το ταπεινό έργο μου θα ήταν «ηχών χαλκός και κύμβαλον αλαλάζον». Κτίζει από τα υλικά η Κρήτη, που μόνο αυτός ξέρει να χρησιμοποιεί και να βγάζει «ύδωρ εκ πέτρας».
Ο λόγος του Κωστή Φραγκούλη βγαίνει μέσα από την παράδοση και τις ρίζες της γλώσσας και καρποφορεί σε γόνιμη γη.
Ο Φραγκούλης παραμένει αιώνιος νοσταλγός μιας μακρινής και αόριστης ποθητής ευτυχίας, όλου εκείνου του κόσμου που δέθηκε με τα παιδικά του χρόνια κι έμεινε στη σκέψη του σαν παραμύθι:

Διψούν οι κάμποι για νερό και τα βουνά για χιόνια
κι εγώ τα περασμένα μου, -ε, τα παντέρμα χρόνια!

Όπως τ’ αλάτσι στο φαί ετσά ‘ναι οι αναμνήσεις
μ’ αυτές αρτείς το σήμερο για να το νοστιμίσεις.

Με λυρικότητα νοσταλγική και παραστατικότητα απαράμιλλη περιγράφει τα τοπία της πατρίδας του, τα ήθη και τα έθιμα, τους ανθρώπους, ενώ πολλά σημεία είναι αυτοχαρακτηρισμοί.

Ο Φραγκούλης ήταν περιζήτητος στην παρέα, ως καλόκαρδος συμποσιαστής και καλοφαγάς – από τον καιρό που υπηρέτησε στο στρατό, ως βοηθός σιτιστού και γραφέας της ημερήσιας διαταγής, γιατί «καλλιγράφος μεν ουδενός ήττων, επιμελεία δε πάντας υπερβάλλων». Συχνά τιμήσαμε μαζί εκλεκτά εδέσματα σε δεξιώσεις και ξένα σπίτια, ακολουθώντας τη συμβουλή του Χρύσιππου στους «Δειπνοσοφιστές» του Αθήναιου: «απλήρωτο μεθύσι ποτέ σου μη περιφρονείς…».

Βέβαια, όπως οι Δειπνοσοφιστές, ο Φραγκούλης ως «συμβολή» στη δαπάνη του συμποσίου έβγαζε χειρόγραφα από την τσέπη του και μας επιτροφοδοτούσε με χωρατάδες και ρίμες σατιρικές.

Οι ώρες έφευγαν γρήγορα στο φαρμακείο μου, στους περιπάτους, στις εκδρομές και τα φιλικά γεύματα με τους Πλατάκη, Σταυρινίδη, Σπανάκη, Τσεβά, με το αδιάπτωτο κέφι και τα πειράγματα.

Ιδιαίτερα ανήμερα της ονομαστικής εορτής του Λευτέρη Πλατάκη, στο Σίσι, με την ευχετήρια πρόσρηση του Θεοχάρη Δετοράκη και το σατιρικό στίχο του Φραγκούλη.

Αξέχαστες παραμένουν οι παρέες με τους Μενέλαο Παρλαμά, Νίκο Γιανναδάκη, Γιάννη Τσαμπαρλάκη, Κώστα Προχεράρη, Λάμπη Γιαμαλάκη, Μανούσο Παναγιωτάκη και τους επιζώντες Ανδρέα Ανηψητάκη, Νίκο Πετράκη, Μανόλη Μιαουδάκη, Γιάννη Μπουρμπουράκη καθώς και οι ποιητικές περιγραφές των εξορμήσεων στη θρυλική Μονοκαρά:

Στις πρασινάδες του βουνού στον καθαρό αέρα
όλοι να ξανακλέψομε του Χάρου μιάν ημέρα.
Και τσ’ έγνοιες μας ν’ αφήσουμε και τσι πονοκεφάλους
σαν το φιδοποκάμισο απάνω στσι τροχάλους.

Εις του Ζερβάκη το γνωστό του Νίκου το μετόχι
παντ’ ανοιχτό και πρόσχαρο κι η τάβλα του στρωμένη.
Με τα ελέη του Θεού παντοτινά γεμάτο
ζεστό κονάκι τση φιλιάς και τσ’ αρχοντιάς πρωτάτο.

Τι φαγητό, τι όρεξη και τι κρασί, τι κέφι,
τι φρούτα, τι διάθεση! Πετούσαμε στα νέφη!

(…)
Εξάλλου ο ερωτικός Φραγκούλης, ανεξάντλητος σε επινοήσεις, όταν παρουσιάζει τα καμώματα του έρωτα σε αιχμαλωτίζει και σε κάνει να γελάς αβίαστα.

Θα το έχετε διαπιστώσει όσοι έχετε διαβάσει το τελευταίο βιβλίο του, το στεροβύζι του, όπως έλεγε, «Το προξενιό του Πολύδωρου» (2000).

(…)

Κατά τον Φραγκούλη:
Τα κάλλη κάστρα καταλυούν, τα μαύρα μάτια χώρες
κι οι τραχηλιές των γυναικών πύργους ξεθεμελιώνουν·
τσ’ άντρες τσι ξαρματώνουνε, τσ’ αδυνατούς λυγίζου
και πελελούς τσι φρόνιμους κι άγνωστους κατασταίνουν.
(Απόσπασμα ΤΑ ΔΙΦΟΡΑ βιβλίο δεύτερο: ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ»
Κι όταν η όμορφη ΚΟΡΑΣΟΠΟΥΛΑ μπαίνει στην εκκλησά:
«Θα χαμηλώσουν τα κεριά, θα σβήσουν τα καντήλια,
κι ο ‘γούμενος που λειτουργά την προσκομή θα χάσει.
Και τ’ άγιο δισκοπότηρο, με του Χριστού το αίμα,
θα πέσει από τα χέρια του κι ο κόσμος θα χαλάσει!»
(Β 25 Η ΚΟΡΑΣΟΠΟΥΛΑ)

Γεννημένος και γαλουχημένος ο Κωστής Φραγκούλης από «γυναίκες που βυζαίνονταν με τα βυζιά στον ήλιο» δεν μπορούσε να συγκρατήσει την οργή του διαπιστώνοντας ότι ο θηλασμός κατάντησε προνόμιο των ζώων! Και μάλιστα όταν το γυναικείο γάλα προσφέρεται στην πιο χαριτωμένη συσκευασία! Τύφλα νάχουν οι συσκευασίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης!

Το χιούμορ του Φραγκούλη είναι μοναδικό και τα στιγμιότυπα άπειρα. Αλλά ο χρόνος με λοιδορεί και αισθάνομαι να με περιβάλλει ο οίκτος σας – και θα σας δώσω ένα μικρό δείγμα.
(…)

Γιάννης Χλουβεράκης , ένας διανοούμενος Ηρακλειώτης περιπατητής της παλιάς πόλης(από τη Στεία)

Άλλοτε στο προγραμματισμένο με το Δήμαρχο Ηρακλείου ραντεβού καθυστέρησε, ροζονάροντας με τις κοπέλες της Γραμματείας.
Βγαίνει ο Δήμαρχος: «Ελάτε κύριε Φραγκούλη. Εσάς περιμένω». Και η ατάκα:
Έρχομαι κύριε Δήμαρχε, αλλά προτού δεις το Θεό, πρέπει να κουβεντιάσεις με τους αγγέλους!

Άλλο στιγμιότυπο έξω από το φαρμακείο μου, όταν βραβευμένος από την Ακαδημία, το 1990, συναντά μια παλαιά καλλονή «τ’ ανδρών όμματα θέλγουσα».
Συγχαρητήρια! Κύριε Φραγκούλη μ’ αυτά που γράφετε θα γίνετε Σαίξπηρ!… και η ατάκα
Σεξ είμαι. Το πυρ μου λείπει!

Μα εσύ δεν τρώγεσαι, κύριε Φραγκούλη.
Μα εσύ τρώεσαι και καλοτρώεσαι.

Κι έπρεπε να σε γνώριζα στα είκοσί μου χρόνια
τότε που κελαηδούσανε τσ’ νιότης μου τ’ αηδόνια.
(…)
Ασκητικός στη διαβίωση, λαίμαργος των αισθήσεων και των αισθημάτων, στάθηκε νέος και ερωτικός ως τα γηρατειά του· και αυτοσαρκαζόμενος, λέει, ξεκάθαρα – με περίσσιο θάρρος.

Οι πέρδικες μερώσανε και βγαίνουν στην ποδιά μου
ποιος να τωσε τελάλησε για την ανημποριά μου.

Σαν διπλοπαίρνει ο τσιφτές και σφέλνει το καψούλι
χαιρέτα μου τον πλάτανο, αγαπητέ Φραγκούλη.

Εγώ ‘μαι σαν ηφαίστειο απούχει απάνω χιόνια
μα μέσα ντου ανεκυλεί η λάβα ντου αιώνια.
(…)
Αλίμονο! Τα νιάτα μας οπίσω δεν γυρνούνε
γιατί ‘ναι μόνο μια φορά, Θέ μου, καημός απού ‘ναι.

Κι όλοι ζητούνε του Θεού Ευρώ σακιά γεμάτα
κι εγώ του κάνω δέηση, για μιας πεντάρας νιάτα!
Κι αν τύχει και ρωτήσετε τι κάνει ο Ανταίος,
στο δρόμο έχασε το Αν κι έμεινε σ’ όλα… Τέως!

Ο Κωστής Φραγκούλης στις 11 Φεβρουαρίου 2005 έφυγε χωρίς σπίτι, σαν το φτωχό τζιτζίκι, κι ήφηκε κληρονόμους του τα πουλιά «τα δε μπορεί να λέει μπλιο εκείνα να τα λένε».

Ο Κωστής Φραγκούλης πλανάται απόψε σ’ αυτή την αίθουσα, όπως ζει άφθαρτος στις σκέψεις μας.

Η μορφή του «επάνω όρους κειμένη» είναι αφ’ εαυτής ευδιάκριτη, όπως όλων των επιφανών ανθρώπων.

Ο Δήμος Σητείας έδωσε τ’ όνομά του στην πλατεία εισόδου στην πόλη

Με δικαιολογημένη υπερηφάνεια ο Σύνδεσμος Φιλολόγων του Νομού Λασιθίου και ο Δήμος Σητείας τιμούν σήμερο τον υμνωδό της Στειακής Γης, «της τεκούσης και θρεψάσης», της Σητείας που «βύζαξε» με το γάλα της παράδοσης κι αγκάλιαζε σαν το κορμί της γυναίκας, για να πάρει δυνάμεις, όπως ο μυθικός Ανταίος.

Ευχαριστώ και συγχαίρω τους οργανωτές της εκδήλωσης και όλους εσάς για την προσοχή και την υπομονή σας.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ :
(1) Το φαρμακείο του Γιάννη Χλουβεράκη λειτούργησε για δεκαετίες στο κέντρο της πλατείας των Λιονταριών του Ηρακλείου

(2) Από ομιλία του Γιάννη Χλουβεράκη στην Σητεία, έγιναν μικρές περικοπές του κειμένου, για να είναι πιο εύκολη η ανάγνωσή του στο διαδίκτυο
(3) Στειακός σην καταγωγή Ηρακλειώτης δάσκαλος
(4) Πιο πολύ έχει δίκιο ο καθηγητής κ. Στ.Αλεξίου, ο Φραγγούλης δεν μπορεί να μπερδευτεί με τον Κορνάρο, όπως γραφει η εκλεκτή συγγραφέας Τ. Μιλιέξ – είναι τελείως διαφορετικοί ποιητές, ο ένας (ο παλιός) ποταμός μεγάλος με βαθειά νερά και όχθες κατάφυτες και γέφυρες περίτεχνες και δύσκολες στροφές – ο άλλος (ο νεότερος) ποτάμι γρήγορο και χαρούμενο, χωρίς δύσκολα περάσματα και περίπλοκες διαδρομές δεν χρειάζεται γέφυρες και κατασκευές για να το περάσεις, είναι πλωτός για όλους. Ο πρώτος είναι λόγιος, μιλάει με μεγάλες προτάσεις, έχει προγραμματισμένο λόγο και κοπιαστικές σύνθέσεις και ψάχνει στιχουργικές τεχνικές, ο δεύτερος χωρίς να είναι λαϊκός, χρησιμοποιεί το δημοτικό τρόπο της παράδοσης με συνέπεια, είναι τελείως αυθόρμητος και αυθεντικός, απλός και ουσιαστικός και πηγαίος, μπορεί (συμβαίνει) να θεωρηθεί από τους αμύητους (και είναι μεγάλο λάθος) λαϊκός μαντιναδολόγος- ενώ απλώς είναι ένας αισθαντικός ποιητής.
ΥΣΤ: Το κείμενο παρουσιάζεται για να τιμηθέι ο ποιητής, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 7 χρόνων από το μεγάλο του ταξίδι ( Φεβρουάριος 2005)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *