ΑΦΙEΡΩΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΒΒΑΔΙΑ : "Η ΛΕΞΗ"

Το γνωστό λογοτεχνικό περιοδικό αφιέρωσε στον ποιητή Νίκο Καββαδία το υπ΄αρίθ. 202 τεύχος του 2009, είναι το δεύτερο αφιέρωμα (αν δεν κάνουμε λάθος) και είναι πλούσιο σε κείμενα και αναλύσεις και πάσης φύσεως υλικό (έχει και CD απαγγελία του Θ.Μικρούτσικου). Μας άρεσε και αντιγράφουμε από το κείμενο του ποιητή Γιάννη Κοντού με τον τίτλο ” Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΚΥΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ”, σημεία που μας έκαναν εντύπωση.

Εξώφυλλο CD της

” Το τρυφερότερο πρόσωπο στη νεότερη λογοτεχνία του τόπου μας (και το ενώτερο πάει σε μάκρος και πολλές παρεμβολές) ήτανε (και είναι) ο ΝίκοςΚαββαδίας, ο Κόλιας. Δέμας μικρό, αλλά τι ψυχή μεγάλη. Μάτια ζεστά, ζεστό άγγιγμα και αυτιά εγάλα έτοιμα να πετάξουν- γι αυτό και παιδί.(…)
ως ποιητής ήταν έξοχος, τρυφερός και θαλασσινός. Αυτό το θαλασσινός ήτανε αφορμή. Δεν είναι σωστό να βλέπουμε μόνο το περίβλημα, τη θάλασσα. Είναι ποιτής , υπαρξιακός, ιδιαίτερα ερωτικός, πολύ ατμοσφαιρικός και φορές έντονα πολιτικοποιημένος.” (…)

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
Όλα (σχεδόν)τα ποιήματα του Μαραμπού έδωσαν στίχους προς μελοποίηση, πολλών μουσικών , με προεξάρχοντα τον Θ Μικρουστσικο. Δεν είναι μονο αυτό, που ηταν αναμενόμενο, μετά την επιτυχία των πρώτων Καββαδιακών τραγουδιών. Κάποιοι συνέθεσαν και “νέους” στίχους σε στυλ Μαραμπού, επειδή νόμιζαν ότι είναι σχετικά εύκολα και προσφέρονται σε αντιγραφές. Η αποτυχία ήταν επόμενη και άντε να ξεκαθαρίσεις ποιος και τι έγραψε. ¨Ομως ο “τρόπος” του Καββαδία, από την αρχή τον ξεχώρισε, τόσο ώστε να επιχειρήσουν παραλλαγές γνωστοί ποιητές με πολύ χαριτωμένα αποτελέσματα. Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, με το ψευδώνυμο Πλάτων Χαρμίδης δημοσίευσε στο περιοδικό Πνευματική Ζωή” (πηγή πάλι η “λέξη”)

Ναπολέων Λαπαθιώτης, από το βιβλίο του Τ.Κόρφη για τον ποιητή, έκδοση “ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ”1985”
_________________________________________________

(A LA MANIERE DE ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ) Τ Α Ξ Ι Δ Ι

Μπάρκαρα μούτσος, μιαν αυγή, σε κάποιο κότερο μαβί
που σάλπαρε, στραβά κουτσά, για το σταυρό του Νότου.
Πλήρωμα οκνό, ετερόκλητο: Σπανιόλοι, αλλόκοτα βουβοί,
καθένας με το βίτσιο του και το παράπονό του…

Σ΄όποιο λιμάνι αράζαμε, μας έδιωχναν οι ιθαγενείς
κι όλο σκόπελοι κάρφωναν το δρόμο μας κι υφάλοι !
Μα τι να κάνουμε! Μπορείς όμοιος μ΄εκείνους να γενείς
Και ναν΄τους ρίχνεις, σαν μαϊμού, καρύδες στο κεφάλι;!…

Μας κοίταζαν τα μαραμπού και μας χαζεύαν τ΄ άλμπατρός.
Τρεις σύντροφοι σφαχτήκανε για μια ξανθιά κοπέλα,
κι άλλοι πεντ΄έξι πέθαναν έλειπε βλέπεις κι ο γιατρός!
Τους ρίξαμε στη θάλασσα, κουνώντας τα καπέλα…

Κι έτσι, άξαφνα, κάποια βραδιά, βρεθήκαμε μεσ΄τους Ζουλού!
Γιατί και πως μην τα ρωτάς:φυσούσε ντραμοντάνα,
-κι ο καπετάνιος έτυχε νάχει κι αυτός, το νουν του αλλού
στ’αργά πουλιά που πέρναγαν σαν άσπρα αεροπλάνα…

Φάγαμε φρέσκον ανανά, κι άγνωστα φρύτα τροπικά
που μήτε που τα βάζει ο νους σας Ευρωπαίοι!
Μα μ΄όλα αυτά μας τα πολλά, καλά επεισόδια και κακά,
το μάτι, για το πόρτο μας, δεν άπαψε να κλαίει…

Γι αυτό και μεις, όλοι μαζί, του νόστου φάρα υστερική
Μπήξαμε, αλλόκοτες φωνές, βλέποντας την Ασία…
Έτυχε , βλέπεις, τη βραδιά εκείνη την ιστορική
νάναι οπωσδήποτε υψωμένη η θερμοκρσία…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *