ΜΑΝΟΛΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ – Ο ΝΕΟΤΕΡΟΣ (ΛΑΪΚΗ ΠΟΙΗΣΗ)

Πριν από μήνες ο εγγονός του Μανόλη Δερμιτζάκη, πό την Σητεία κι αυτός, μας έστειλε βιογραφικα στιχεία του παππού του και στίχους του άγνωστους σε μας.

Αντιγράφουμε ότι συνεχίζει το κειμενο για τον ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ, που αλλάζει την οπτική του και γίνεται πιο φιλοσοφικο πιά, αναδεικνύοντας την βαθιά γνώση του στειακού ποιητή, της αρχαίας γραμματείας.

” Τα μάθια δεν καλοθωρούν τ΄αυτιά μας δεν γροικούνε

ο νους μας μόνο κι η καρδια και βλέπουνε κι ακούνε ”

Ο Μανόλης Δερμιτζάκης ο νεότερος, θέλησε να συμμετάσχει στον διαγωνισμος των ΚΟΡΦΩΝ και μας έστειλε ένα διστιχο, που στείλαμε.

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΦΕΣΙ – ΣΑΤΙΡΙΚΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

Κ

Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΣΚΟΥΦΟΣ
αφιέ΄ρωση: Στον Μανόλη Στ.



Κι οταν επερασ  ο καιρός
Μειναμε πολυ λιγοι
Γιατι οι πιο καλυτεροι
Ειχανε πρωτοι φυγει

Στο τελος βαρεθηκαμε…
Μας κουραζε κι ο δρομος.
κι οταν κτυπησαν τυμπανα
Κι εφτασε ο ταχυδρομος

Το γραμμα δεν τ ανοιξαμε
ξεραμε το μαντατο
Εχασαμε τον πολεμο
Κι ηρθαν τα πανω κατω

Κι αλλαξαμε τα ρουχα μας
Βαλαμε μαυρο φεσι
Το κοκκινο του νικητη
Δωσαμε που τ αρεσει

Και τους υποδεχτηκαμε
Κι ήταν σαν μαύροι γατοι
Και βγαινανε χωρις ντροπη
Απανω στο κρεβατι

-“Χωριατες ειναι” δωσαμε
Και τοπο στην οργη μας
Ας μεινουν αφου θελουνε
Στο σπιτι και μαζι μας

Θα φυγουν δεν θαντεξουνε
Στο χωρο το δικο μας
Σκεφτηκαμε και πηγαμε
Στο καθημερινο μας

Κι οταν τα χρονια περασαν
Ρωτησαμε: ” ακόμα ;”
Απάντησαν ορθά κοφτα:
Ολοι τους μ ενα στομα:

“Εχασατε το ξερετε
Γι’αυτό να μην μιλατε
Μην  σας εξωπεταξουμε
Στους δρομους να γυρνατε!”

Τρομαξαμε σαν νοιωσαμε
Την αθλια μας τη θεση
Κι απ την ντροπη κοκκινησε
Ακομα και το φεσι

“-Μα ηταν δικοι μας καποτε
και φιλοι κι αδερφοι μας”
Ειπε ο πιο νεος συντροφος
Που ξομενε μαζι μας

-“Απ τους δικους και συγγενεις
Παθαίνεις τα χειρότερα
Μα το  μαθαινεις δυστυχως
Παρά πολυ αργοτερα”

Ενας παλιος του απαντησε
Κουνωντας το κεφαλι
Η κουτρα.μας συνηθισε
Και ψειρες βγαζει παλι

….

– Ποιοι  ‘ταν οι μεν και  ποιοι οι δε
Μην αναρωτηθείτε
Δικοι μας Ολοι κι αν καμια φορα στο σπίτι μας βρεθειτε

Δεν θα ξεκαθαρίσετε τους δουλους
Και τσ αφεντες
Πεταξανε τους σκουφους τους
Δεν λεν πικρες κουβεντες 

Οι μεν κι οι δε Έμοιασανε
Γινανε  σαν σταγόνες
Δεν ξεχωριζουν και ποτε
Δεν κανουν πια αγωνες

[  ]

ΑπάντησηΑπάντηση σε όλουςΠροώθηση

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΡΑΤΙΚΑΚΗΣ – Ο ANAΣΚΑΦΕΑΣ TOY ΒΑΘΟΥΣ

V


Ο ποιητής Μανόλης Πρατικάκης, ο εκσκαφέας της αβύσσου.
( με αφορμή την έκδοση του τόμου για τη ζωή και το έργο του )

Ο Μ.Π. Γεννήθηκε στο Μυρτος, έναν πανάρχαιο τόπο της Ανατολικής Κρήτης , στα μαύρα χρόνια της Κατοχής. Σ´ενα απόμερο , κρυφό ακρογιάλι, με σκουριασμένη  άμμο και λίγα σπίτια, να  αντιστεκονται στους καιρούς.
Πριν  ανοίξει τα μάτια του, πριν αρθρώσει τις πρώτες λέξεις, λοιμοί,λιμοί και καταποντισμοί σάρωσαν την Κρήτη, Οι θύελλες ξερίζωσαν ανθρώπους και σπίτια.

Κι όταν η νηνεμία επανηλθε, πριν ανασάνει η πατρίδα , κύματα καταστροφής – σηκώθηκαν, από τη στεριά αυτήν τη φορά, σρχισε να τρέμει το έδαφος, σεισμοί , ισοπέδωσαν ότι έμεινε.

Κι όταν ειρηνεψε ο σημαδεμένος τόπος, ο Μ.Π. Είδε ( ενοιωσε)το μαγικό ακρογιάλι του, τα χρώματα τις οσμές και του ήχους και πρόσεξε τους γύρω του. Πριν ησυχάσει, τον κυρίευσαν νέες αγωνίες, αγκύλωναν κρίσιμα ( κι επικίνδυνα)ερωτήματα, για τη ζωή και τους ανθρώπους- η χώρα του έπρεπε να χορτάσει την πείνα της και να ισορροπήσει, μα ο ήλιος της δικαιοσύνης, ήταν ακόμα κρυμμένος σε σκοτεινά σύννεφα.

Και μεγάλωσε σπούδασε, κι όλα φαινόταν να μπαίνουν σε ομαλό δρόμο, να χαμογελούν πάλι τα βουνά κι οι κάμποι, ν ανθίζει το κύμα σ  τ απόμακρο ακρογιάλι του…

Μα ήρθε πάλι μπόρα , μια άθλια κακής ώρας καταχνιά, κάλυψε τα πάντα. Ένας θίασος Ελεεινής μορφής, μπόρεσε να επιβάλλει μια νέα τυραννία.
 Και ενοιωσε να πνίγεται, ο Μ.Π. Έπρεπε να μιλήσει, να διαμαρτυρηθεί , φωναξει…

Και διάλεξε τον πιο καίριο και σημαντικό λόγο, της ποίησης- θα μάθει αργότερα, πως η  πολιτική αντίσταση, θέλει πιο προσφορά μέσα…

Όμως είχε τβρει το νήμα για να βγει από τον δικό του λαβιρυνθο, η τέχνη που ανακάλυψε, τον έφερνε έξω μα και βαθειά μέσα του. 

Θα γίνει ποιητής, από τις πρώτες κραυγές θα μείνει η ένταση, ο άσθματικός λόγος, 
Και Θα βρει την προσωπική του έκφραση, θα χαθεί κάθε επιρροή των άλλων ,που αγαπά – αργά βασανιστικά θα σχεδιάσει το δικό του «μυρτος»το ακρογιάλι του, που χρωματίζει και τραγουδά, για καθέναν που έχει ανάγκη.

Θα ωριμάσει όπως γεμίζει ένα σταμνί καλό κρασί, χρόνο με τον χρόνο, η ποιότητα η γεύση δεν μένει ίδια εμπλουτίζεται – και μπορεί να μας ικσνοποίησει, όταν,όποτε  έχουμε ανάγκη.

Δεν ακολουθεί ακριβώς την αυτόματη γραφή, μα οι εικόνες οι σκέψεις έχουν την αυθαιρεσία των ονείρων, δεν ακολούθησε την παράδοση, μα σε κάθε στίχο του , μπορεί να βρει κανείς ( αν είναι έμπειρος) απήχηση ρυθμού  και  μελωδίας , από άλλους χρόνους.

Παρουσιάζοντας τον ογκώδη τόμο που τύπωσε  « το οροπέδιο»( περιοδική έκδοση) που ειναι αφιερωμένος στον Μ.Π. Προτιμήσαμε αντί κριτικών αποσπασμάτων, μεγάλου πλήθους ποιητών και λογοτεχνών, που περιέχει, και το πλήθος των στοιχείων, ένα μικρό απάνθισμα στίχων, από  ολόκληρο το εκτεταμένο έργο του. Έτσι μπορεί όποιος θέλει,  να αποκτήσει μια μικρή μα αυθεντική γνώση της ποίησής του, να δοκιμάσει μια σταγόνα, από τα πολύτιμα οινοπνεύματα της μακριάς και επίπονης προσπάθειας του μοναχικού εργαστηρίου του-ο ποιητής ίσως είναι έτσι έτσι «αληθινός», χωρίς μεσολάβηση κανενός.

Ο υπότιτλος  του τόμο Μ.Πρατικάκης,»ο εκσκαφέας της αβύσσου»ταιριάζει όχι μόνο στον ποιητή, μα και τον γιατρό, που διάλεξε την ψυχιατρική να υπηρετησει.

Διακεκριμενο μέλος της γενιάς του 70, θα τον περιμένουμε το καλοκαίρι, σε εκδήλωση που προγραμματίζει ο Δήμος μας.

ΤΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟΥ

1974

Μέσα σε κάθε ναυαγίου τις κουβέρτες

Ο πνιγμένος λοστρόμος σχεδιάζει κρυφά

Κι ατενίζει

Ένα φωτεινό ταξίδι

1978

Ένας αθέατος σφυγμός

Γοργός και διψασμένος σα ζαρκάδι

Πουκαταιβαίνει αιώνια  

Στην πηγή.

1980

Ά το κομμένο μου χέρι είναι μάτι,η θλίψη μου είναι

Μουσική’ το κάθε τι που λείπει είναι όνειρο.

1980

Οι αίγαγροι της Κρήτης ολοένα κατεβαίνουνε

Σ´εκείνα τα παρθένα βάθη για να γεννηθούνε

1984

Να μιλάω αλλιώς, με ανήκουστη χορδή

Σ´ένα παρθένο σημείο(…)

1984

(…)η χαράδρα μέσα του ηχώ ως τα δάση πέρα ως τις εκβολές των ανθρώπων.

Το χέρι του πατέρα μου στην έχερη(1). Τη σφήκα του πόθου μου στις θημωνιές.

1988

Με τη σκέψη της αμέριστης κλίνης ονειρευεται

Τα φυλλώματα του παραδείσου.

….

Καθαρίζω  τους άμμους των ήχων

Από  το όστρακο

Της ακοής  και σ ακούω πάλι θάλασσα  πρωτάκουστη(…)

1990

Τη μνήμη του πηλού θυμάμαι,το στρόβιλο στ´αδράχτι

Του τροχού σαν τη χορέυτρια (…)

Κατάγομαι απ´τον  πηλό. Και κρέμομαι τεράστιος

Καρπός από άνθος καταρράκτη.

1993

Ντυμένη το δέρμα του πελάγου ανοίγει τις πτυσσόμενες

Πόρτες του βυθού (…)

1995

(…)σαν λίμνη,με καλάμια που λυγίζουνε

και μουρμουράνε,έτσι μοιάζουν

Τα χέρια σου.

1999

Μήνες πριν γεννηθώ γνώρισα το ρυθμό της θάλασσας .

(…)

Ψηλαφώντας σκαρμούς και κουπιά γνώρισα τα χέρια μου.

Είδα την καρίνα στα τρία φαλάγγια  να γλιστρά.

(…)

Ένα ίχνος οστράκου,τη στάθμη του ονείρου μες στα αλάτια.Των βυθών τη συμπύκνωση .

Γονατίζω στον γενέθλιο τόπο.Νύχτα ανάβω ένα κερί μπροστά

Στο πέλαγος.

2006

Αυτή την ανυπόφορη θύελλα της καταστροφής όνομάζουμε Πρόοδο.

Των ονείρων την οξέιδωση Εξέλιξη.

2008

Πέφτει και πέφτει σαν παρδαλό πολύφωτο’ σαν κόκκινο φύλλο -φτερό τεφτέρι,που τρεμοσβήνει άτσαλα καθώς κάθεται στη χλόη.

2015

Χαρίζοντας μου πάλι.

Στη μικρή αυτή βροχερή νύχτα,

Στηςαρπαγής την τρεμάμενη στιγμούλα,

Μιαν  ολόκληρη αιωνιότητα.


Κιέναχλωμό ρακένδυτο παιδί του ψιθυρίζει:

Τι κάνεις αθεόφοβε ; Πετροβολάς  τ´αστέρια;

(…)

2012

Εισαι το αναρίθμητο γέλιο των κυμάτων.

Το αμύριστο άγνωστο κρίνο.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Διακρίσεις:

Κρατικό βραβείο ποίησης. 2003

2012 Βραβείο ΑκαδημίαςΑθηνών

(1)=λαβή στο αλέτρι



ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ FENIAS

ΟΙ ΔΥΟ ΦΙΛΟΙ (ΟΙ ΚΟΛΛΗΤΟΙ)

_________________________-

Η καλή μας λαγουδιτσα

Που τη λένε Μεμελιτσα

Έχει φίλο κολλητό

Τον μικρούλη τον ασβό

Τον φωνάζουν Μεμελό


Συναντήθηκαν στην τάξη

Του σκολειού της γειτονιάς

Και καθήσανστο θρανιο

Της πιο πρώτης της σειράς

Φίλοι έγιναν με μιας

Παίζαν διαβάζαν πολύ

Και πηγαίνανε μαζί

Μες στο δάσος για να βρουν

Πιθηκάκια   Να μπορούν

Να τρέχουνε και να πηδούν

Κάποτε πηγαν ωραία

Ένα πρωινό παρέα

Συνάντησαν αλεπού

Τους αρώτησε  : «για που

Ξεκινήσατε να πάτε;»

_»κι εσείς γιατί μας ρωτατε;»

Αοαντησαν και τα  δυο

⁃ «μοναχά σας θα χαθείτε

Η λ Θέλω να σας βοηθήσω Σε μπελάδες να μην μπέιτεΈχει ζώα μες στο δάσοςάγρια τα πιο πολλάΚυνηγανε τους μεγάλουςΠροτιμάνε τα παιδιά» ⁃ «Έχει δίκιο η Κυρά Μάρω»Είπε αμέσως η μικρήΜα ο Μέμελος φοβάταιΟ μπαμπάς του του ´χε πει: ⁃ «Είναι η αλεπού μεγάληΨεύτρα τόσο πονηρήΠου το άσπρο κάνει μαύροΤο φαϊ της για να βρει».Δεν μίλησε – την πήρανε
το δρόμο να τους πει
να βρούνε για παιγνίδιΚάποια μαϊμού μικρή
Μα σταμάτησαν σε δέντρο
Πού χε μια μεγάλη τρύπα
Είναι του παππού το σπίτι
Είπε ο μικρός για κτυπα
Σκέφτηκε αμέσως η Μαρω
Πιο Καλά τώρα θα Φάω
Το γέρο και τα παιδιά
Καμαμεσωςβθα κτυπάω

Κι άκουσε ο γέρος ασβός
Που ήτανε και πονηρός
Κι έστησε το δοκανό του
Για να πιάσει τον εχθρό του

Κι όταν μπήκε πρώτη πρώτη
Η αλεπού να τότε φάει
Η παγίδα θα την πιάσει
Και πονά και σπαρταράει

Και από μπρος θα πάει πίσω
Μα θα χάσει την ουρά της
Θα γλυτώσειαπό τις δαγκάνες
Και τα πόδια και τ αυτιά της

Μα φοβήθηκε και τρέχει
Κι ο ασβός χαμογελάει
Που δεν μπόρεσε η Μαρω
Να τους   πιάσει να τους φάει

Και τα δυο παιδιά γύρισαν
Στις μαμάδες φοβισμένα
Κι ορκίστηκαν να μην φύγουν
Χωρίς άδεια τα καημένα

Και ξανά σχολείο και σπίτι
Πλάκα με κλήρο κοντύλι
Και μαζί θα μεγαλώνουν
Κολλητοί θάναι σαν φίλοι

ΑΠΟΚΡΗΑΤΙΚΟ ΟΝΕΙΡΟ…

Μερικές γιορτές αντέχουν στο χρόνο, οι απόκρηες ανήκουν σ΄αυτές. Τι κι αν έχουν αλλάξει τα πάντα, η ψηφιακή εποχή δεν έχει αφήσει τίποτα όρθιο, τα παιδιά ονειρεύονται…(το κειμενο που ακολουθει γράφτηκε πριν από έναν περίπου αιώνα, στην καθημερινη εφημερίδα ΠΡΩΙΑ)

…(αντιγραφή)

οταν ήμουν παιδί, μια εποχή και μόνο ξεχωριζε από όλον τον χρόνο. Ούτε τα Χριστούγεννα , ούτε το Πάσχα, ουτε η Πρωτοχρονιά, ούτε καν οι διακοπές του καλοκαιριού με την τεμπελιά τους και το χουζούρι τους ,ήταν πιο επιθυμητές, οσο το Τιώδιον, οι περίφημες Απόκρηες.

Το μυαλό μας ήταν γεμάτο συνεχώς από τα αποκρηάτικα θεάματα, από την καμήλα, το γαϊτανάκι, τον Φασουλή (…)

Τα παλιά θελαματα έσβησαν, προ της αφιφορ’ιας ενός ολονέν καιμμε λεπτότρεα γούστα κοινού, ήσαν όμως για τα παιδικά μας μάτια θεάματα εκτακτως ωραία, ενθουσιαστικά που τα περιμέναμε αναγωνίως και πολλέ ςφορές η τρομερή καμήλα, παρέσυρε πιστους ακολούθους, ανα τους δρόμους, όσο ποτέ καμιά κομψή και και νεαρά κυρία δεν μας παρέσυρε με τα επιδεικτικά θελγητρά της.

Το μεγαλύτερο όμως αποκρηάτικο θέλγητρον, το ΄νειρο ολοκλήρου του χρόνου, ήταν το μασκάρεμα,ένα κοστούμι (π.χ.) ενος παλιάτσου με πολλά κουδουνα , με μιάν φούσκα, με προσωπίδα, που θα μας έδιδε άλλην προσωπικότητα.

Ομως ΄πως όλα τα όνειρα, έιχε κι αυτό την πρώτην φορά που πραγματοποιήθηκε, τις σκληρότερες απογοητεύσεις. Ήταν όπως το θυμουμαι,ένα ωραίο κοστούμι παλιάτσου, όπως το είχα φαντασθείκαιακ΄’υτεο ακ’ομα, με χρυσά κουδουνια, με κόκκινα πομπόν, με ένα μυτερό καπέλο κια μα[υρη βελουδ’ενια μ’ασκα, που το φόρεσα ένα απόγευμα και ξεκίνησα για την κατάκτηση του σύμπαντος.Γιατί , προπαντός, η προστασία της μάσκας ήτνα η μεγαλύτερη έλξις του . Αλλά το θειον εναι φθονερό, ίσως και αν μας τιμωρεί,για να μην επαιρόμεθα(υπερηφανευόμεθα)! ΔΕν είχα πρροφτάσει να κατέβω κορδομένος, στο δρόμο,για να καμαρωθώ από τους γείτονες και τους οικείους που είχαν βγει στο μπαλκόνι, όταν μαι παρέα μόρτηδων (αλητών), μου άρχισε την πρόγκα(πειράγματα), όχι μόνο με το στόμα. Η λάσπη του δρόμου, τους έδωσε ακαταμάχητα εναντίον μου όπλα, κι’οταν θέλησα να διαφύγω τρέχοντα (έντρομος) η στολή είχε υποστεί ανεπανόρθωτη καταστροφή.Γύρισα κλαίγοντας στο σπίτι, για την χαμένη απόλαυση, αλλά χωρίς καμιά διάθεση πια να ξαναμασκαρευτώ. Οι Απόκρηες είχαν γίνει στο εξής μια μέρα όπως τις άλλες(…)

Το μικρο χρονογράφημα υπογράφει ο Γ. ΑΝΝΙΝΟΣ(εφημ ΠΡΩΙΑ δεκαετία του 1920-30), αν αλλάζαμε τη στολή με κάτι σημερινό π.χ. τη φορεσιά ενόςο Σούπερμαν ή ενός Σκαϊντερμαν, θαταν σαν να γράφτηκε χτέςπου ήτα Τσικνοπέμπτη και τα παιδια γυριζαν μασκαρεμένα στο κέντρο της πόλης μας. Οι λάσπες βεβαια έχουν περιοριστεί, μα οι βρωμιές στους δρόμους μας και τα σκουπίδια φτανουν για να λερώσουν , όχι μόνο στολές αλλά και τα καθημερινά ρούχα μας

ΘΕΜΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ, ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΝΤΥΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ


Ο αποθανών δεδικαίωται ...παλιά καθόλου ασήμαντη ρήση.
Κι αν όχι,κι αν δεν, τι γίνεται;
Ο Τσιπρας, ας τον πούμε έτσι αφού θέλει να΄ναι πρωθυπουργός, (το Αλέξης δεν του κόλλησε τελικά):ίσως ένοιωςε την ανάγκη να τον αποχαιρετήσει , μη λέγοντας ...τίποτα: όταν φεύγει κάποιος ταιριάζει η σιωπή( δήλωσε , πάνω κάτω  αυτό).
Είναι γνωστή α απέχθεια του πολιτικού αρχηγού για τον αθυρόστομο, χωρίς όρια επικριτή του, γιατί θάπρεπε όμως να μιλήσει;
Ίσως θυμήθηκε το κνητικο παρελθόν, ίσως να εννοιωσε κάποια τύψη, για την σκληρή αντιμετώπιση του δημοσιογράφου-ταραξία, από τους πολιτικούς φίλους του.

Ίσως επειδή βεβαιωθηκε ότι στ αλήθεια ήταν πολυ άρρωστος, κι όχι σε ταξιδάκι αναψυχής όπως τον διαβεβαίωναν κάποιοι κομματικόικλαοθελητές, έπρεπε να  πει κάτι, να φανεί πως δεν έχει καμιά σχέση με αυτούς τους ανελέητους που τον κυνηγούσαν.

Ωστόσο ο Θ.Α. ήταν ένα "επιφανέστατο" πρόσωπο, που συμπλήρωσε την νεότερη τετράδα της πιο άγριας, χωρίς όρους και όρια, μαχητικής δημοσιογραφίας.
Με τον Μάκη, δημιούργησαν ένα θανατηφόρο δίδυμο, που δύσκολα γλύτωνε ο οποιοσδήποτε από τα νύχια του.
Τσακάλι ο ένας, 'Iαινα ο άλλος…

Ευτυχώς χώρισαν γρήγορα, αλλιώς θα τραυμάτιζαν καίρια ,την πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας.

Οι άλλοι δυο , ο Κακαουνάκης κι ο Τράγκας, λίγο αρχαιότεροι, ευτυχώς ήταν αντίθετων κομμάτων και επιδειώξεων, δεν ενώθηκαν ποτέ και η άμεση σχέση τους με την πολιτική, μείωνε το εύρος και την οξύτητα  των επιθέσεων τους, το ήθος τους είχε κάποιες νόρμες, όσο γίνεται βέβαια , στην πολύ κίτρινη δημοσιογραφία.

Δάσκαλος και των τεσσάρων,( και του εντίμου διάσημου Χατζηνικολάου) ο πολύς Κουρής, ο Μάκης, αυτός που δίδαξε τον< Αυριανισμό>, στους νεοέλληνες και δεν περιορίστηκε το φαινόμενο στον τύπο, μα βρώμησε πολλούς κι όλη την επικράτεια.

Ο αποχαιρετισμός αυτών που εγκαταλείπουν τον μάταιο αυτόν κόσμο, έχει νόημα μόνο ως απότιση τιμής, σ όσους πρόσφεραν στην πατρίδα και τον τόπο, σ όσους αναδείχθηκαν στις επιστήμες και τις τέχνες, δηλαδή στους ήρωες ( της ειρήνης και του πολέμου)και τους διακεκριμένους πολίτες.

Ο Θ.Α. Έφυγε μετά από την αφάνταστη ταλαιπωρία μιας απαίσιας νόσου, αφού  έζήσε πολύ έντονο και περιπετειώδη βίο- μαζί του σβήνει  η έντυπη δημόσιογρφία, αυτό ίσως δεν στερείται σημασίας.
Οι καθημερινές εφημερίδες μόνο ως τίτλοι πια κυκλοφορούν…”Το συγκρότημα”, υπάρχει τυπικά, ελάχιστη κυκλοφορία και μηδενική δημοαιογραφια, η “Καθημερινή” μετράει μέρες ( ο ιδιοκτήτης πόσο άραγε την αντέξει;) ας μην αναφέρουμε τους λοιπούς…

Ευτυχως το τέλος χρόνου, το πέρασμα από την τυπογραφία, στην ψηφιακή εποχή, σημαίνει και την εξαφάνιση(βιολογική ή όχι) των άγριων θηρίων της, μα δυστυχώς, η νέα υπό διαμόρφωση κατάσταση, έχει τα μικρά αλλά πολύ επικίνδυνα ζώα της : τα πιράνχας του Διαδικτύου , ελπίζουμε να βρεθούν τρόποι αντιμετώπισης, πριν καταφάνε τους πάντες…

Μα δεν μπορούμε να μην θυμηθούμε τον ποιητή της Θεσσαλλονίκης τον Μανόλη τον Αναγνωστάκη, αντιγράφουμε, το "Επιτύμβιον" (έτσι ονομάζει το ποίημα)
"Πέθανες - κι έγινες και συ : ο καλός.
Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.
Τριάντα έξιστεφάνια σε συνοδεψανε, τρεις λόγοι αντιπροέδρων,
Εφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που
προσέφερες
Α, ρε Λαυρέντη, εγώ μόνο το΄ξερα τι κάθαρμα ήσουν
Τι κα΄λπικος παράς μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα.
Κοιμου εν ειρήνη.Ως ήσουν πάντα στη ζωή : καλός,' ο λαμπρός άνθρωπος, ο οιογενειάρχης ο πατριώτης.

Δε θα'σαι ο πρώτος ουτε δα κι ο τελευταίος.

Οι τεχνικές δυσκολίες, αφαιρεσαν τις εικονες στο κειμενο sorry !

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΙ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ – Ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΜΑΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ – Ο  ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΜΑΣ

Γιώργος Ξυλούρης, συνήθης ανακοίνωση...
Γιώργος Ξυλούρης, συνήθης ανακοίνωση…

Δευτέρα, στον συνήθη τόπο ανακοινώσεων, διάβασα την είδηση- ο παμπάλαιος φίλος, που συναντούσα στην οδό Οδηγητρίας ( με το  ευγενικό βοηθό του) έφυγε ξαφνικά – ανέβηκε ( πέρασε)  βιαστικά τη σανίδα, στη βάρκα  σκοτεινού κωπηλάτη, κρατώντας το νόμισμα στα χείλη.
Δεν καλοδιάβασα  το κείμενο στο  μαύρο τυπογραφικό  κάδρο, πήρα ένα κόκκινο τριανάφυλλο κι έτρεξα στον τόπο της εκκλησίας της Αναστάσεως στα νταμάρια- στον αφιλόξενο τόπο  – ” Κρανίου τόπο “κατά πολλούς.
Όταν κατάφερα να ξετρυπήσω, αφού γύρισα μπρος πίσω την λεωφόρο Κνωσού κατάλαβα ότι έγινε κάποιο λάθος  ο ιερωμένος του ναού με διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε καμιά εκδήλωση την Δευτέρα.
Κατάλαβα αργά, οτι διάβασα λάθος, τσαγκαροδευτέρα, Τρίτη έγραφε η ανακοίνωση και ξεκίνησα πολύ προσεκτικά την επομένη.
Ο Γιώργος Ξυλούρης, στην μέση της μοντέρνας εκκλησίας, με υποδέχτηκε ασυνήθιστα σιωπηλός. Όλοι γύρω ήταν συνoφρυωμένοι , γνώρισα κάποιους κοινούς φίλους.
Δυο κληρικοί έψαλαν σωστά την “εξόδιο ” ακολουθία, ο γνωστός κριτικος Γεωργουσσοπουλος , έγραφε προχτές ότι είναι ποιητικό αριστούργημα, θα του άρεσε του Γ.Ξ.
Σκέφτηκα, τον  κοίταξα φευγαλέα , σαν να αχνογέλασε μια στιγμή.
Η αίθουσα ξερή γεωμετρική κρύα, με απωθούσε…
Τι γυρεύουμε εδώ; Εύκολα μεταφερθήκαμε σην Αγία Παρασκευή, τη γειτονιά του ,  του άρεσε,  ξέρω πως θα ‘ λεγε: -“μπράβο που με καταλαβαίνεις , όπως ο Μύρων” θα συμπλήρωνε μέσα απ΄ τα δόντια του, να μην ακουστεί.
Θυμήθηκα τον καθηγητή μου στην Τρίτη Τάξη , που μου εμαθε γράμματα ελληνικά,  μου έδειξε πως να φτιάξω μια βάση για την σκέψη και την  έκφρασή μου: από το ετερόκλητο πλήθος των υλικών που μάζευα  με  μανία.
Ακόμα, να   βλέπω κάτω σπο την επιφάνεια, την εξυπναδα την ικανότητα και  τα αισθήματα των λαϊκών ανθρώπων.
Όταν το βλέμμα μου γύριζε στο ημίφως στις ζωγραφιές του Μιχάλη Βασιλάκη, έφτασα στην γωνιά της κολόνας της εισόδου  , νομίζω τον  διέκρινα αχνά, κόντρα στο φως της εισόδου, ο ίδιος όπως  τον  είχα σχεδιάσει όταν ήμουν 14- 15  χρόνων.O Μύρων Μιχαηλίδης  λίγο αδύνατος, με πιο  βαθιές χαρακιές, κάθετες κι οριζόντιες στο πρόσωπό του. Τότε (ως καθηγητής μου)με πρόσεχε χωρίς να το καταλαβαίνω, δεν μ  άγγιζε το  βλέμμα του, που έκρυβαν  τα σκοτεινά  γυαλιά του, μα επηρέαζε τα   βήματά μου , χωρίς διορθώσεις- απο γνώση η ένστικτο του  ιδανικού οδηγού : δεν δείχνει :  σε κάνει  να σκεφτείς – να βρεις το δικό σου δρόμο.

Συγκεντρώθηκα στην τελετή, στις περίεργες λέξεις» εμείς οι ζώντες οι  περιλειπόμενοι…»

Τμήμα του Ανακτόρου , της Ζάκρου, από το σχετικο βιβλίο του Ν Πλάτωνος
Τμήμα του Ανακτόρου , της Ζάκρου, από το σχετικο βιβλίο του Ν Πλάτωνος

Ο Γιώργος Ξυλούρης σαραντάρης, κι εγώ πολύ νέος, φωτογράφος και αρχιτέκτων της ανασκαφής της Ζάκρου αντίστοιχα, σε ένα απάτητο ( τότε) ιδανικό ακρογιάλι, με το ζεύγος Σακελλαράκη ( που έκανε τον μήνα του μέλιτος )τον σοφότατο και γραφικότατο Νικόλαο Πλάτωνα, με την Σωσώ, την παχουλή νέα του  σύζυγο κι ένα νήπιο τέκνο…

Κι ένα ζωηρό συνεργείο εργατών και τεχνιτών, δημιουργούσε ένα πολύβουο μελίσσι

Που απομονωμένο από τον άλλο κόσμο , έψαχνε θησαυρούς άγνωστους.

Νικόλαος Πλάτων, σοφότατος καθηγητής
Νικόλαος Πλάτων

Η ιεραρχία ήταν καθορισμένη, τα καταλύματα ανάλογα, ο πρίγκιπας(Πλάτων) , οι υπουργοί κι οι βαλέδες του…ένα σπίτι για τον πρώτο , μερικά ξύλο-παραπήγματα για τους δεύτερους  και σκηνές του στρατού για εργαζόμενους πληβείους.

 Ο Leon και η Ηarriet Pomerance, το ζεύγος των χρηματοδοτών, τακτοποιήθηκε όταν ήρθε, είχε γίνει κάποια πρόβλεψη.

 αποκα΄λυψη του θησαυροφυλακίου του ανακτόρου, σπάνια ανεκδοτη φτογραφία του Γ.Ξυλούρη
αποκάλυψη του θησαυροφυλακίου του ανακτόρου, σπάνια ανεκδοτη φτογραφία του Γ.Ξυλούρη

Η δεύτερη κατηγορία, ενώθηκε και οργανώθηκε αμέσως, συνεργάστηκε συντροφικά,

Με την προλεταριακή, η εποχή  που ευνοούσε αγώνες και … πάλη ταξική, για να λύσουμε το θέμα τροφής και διαλειμμάτων …και κάποιας διασκέδασης.

Κι έγιναν τόσα πολλά σε τόσο λίγο χρόνο, έναν μήνα όλον όλον. Αποκαλύφθηκε, μέσα από τα χώματα το χρηματοκιβώτιο , μην φανταστείτε φλουριά και χρυσάφια …

Ούτε κάσα και αρχαία κλειδιά, μα δεν υπήρχε ούτε σπιθαμή, χωρίς σπουδαία ευρήματα : πέτρινα μαρμάρινα, χάλκινα, πυλινα, από ορεία κρύσταλλο…ήταν όπως έλεγαν οι ντόπιοι, πατωσές  πατωσές. Το « πλατωνικό όνειρο» είχε πάρει σάρκα και οστά, το πέμπτο μινωικό ανάκτορο ήταν μπροστά μας.

Η δυσκολίες είχαν ξεχαστεί, το όνειρο μιας τηγανιτής πατάτας, ενός ζεστού μπάνιου…

Και δέθηκαν φιλίες που κράτησαν μια ζωή με τους Σακελλαρακηδες και τον Γιώργο Ξυλουρη…»

Κι η ζωή συνεχίστηκε, πέρασαν χρόνια και χρόνια…κάθε ένας. « εφ ω ετάχθη»

στο επάγγελμα, τις σχέσεις του , τη ζωή του.

Ο φωτογράφος, στην καρδιά της πόλης μας είχε , δημιουργήσει ένα στέκι ευχάριστο.

Από χρόνια, συνέχισε την πιο δημιουργική δουλειά του στο Μουσείο Ηρακλείου, που κάποτε βρέθηκε και ο επιστήθιος φίλος του Μύρων Μιχαηλίδης, που από  τα καθήκοντα του επαρχιακού δασκάλου, προτίμησε την βυζαντινή αρχαιολογία στην οποία διέπρεψε, εξαντλώντας τίτλους και διακρίσεις και την υπαλληλική ιεραρχία της.

Οι δυο φίλοι αν και απομακρύνθηκαν πολύ,ο ένας στο Βοριά κι ο άλλος στον Νότο  διατήρησαν μέχρι τέλους την στενή φιλία τους.

Ευγενικός,καλλιεργημενος,  προσινής, ευπροσίγορος , ο φωτογράφος βελτίωσε την τεχνική , συμπλήρωσε και τα απαραίτητα ακριβά εργαλεία του, και αναδείχθηκε , ως φωτογράφος αρχαίων θεμάτων, χώρων, αντικειμένων κλπ – κρατώντας βέβαια την αναπτυγμένη καλλιτεχνική πλευρά της εργασίας του.

Άργησα να εκτιμήσω την ποιότητα της φωτογραφίας του Γ.Ξ. , η ανάγκη της καθημερινής δουλειάς και το μεροκάματο,οι υπάρχοντες επαγγελματίες , που ασκούσαν φιλότιμα το έργο τους, δεν άφηναν περιθώρια καλλιτεχνικών επιδιώξεων.

vasilis-zevelakis_22yearsold
Νεανικό πορτραίτο του Γ.Ξυλούρη -1960-70

Όμως όταν στα πρώτα φοιτητικά χρόνια συνάντησα τον γεωπόνο φωτογράφο Κώστα

Φλέγκα, συνεργάτη του Τσαρούχη, καλλιτέχνη χωρίς αμφιβολία, έμαθα και είδα τι μπορεί ναναι μια απλή εκτύπωση μιας εικόνας.

Και τότε «είδα» ξανά δυο φωτογραφίες που είχα του Γ.Ξ. Κατανόησα ότι κρυβόταν, στο ασπρόμαυρο φόντο, ότι μπορεί να αποτυπώσει ο φακός, όταν τον χρησιμοποιεί, ένας φωτισμένος καλλιτέχνης.

Μετά την Μεταπολίτευση , δημιουργήθηκε η πρώτη κρατική σχολή φωτογραφίας, μάθαμε πως από πολλά χρόνια λειτουργούσαν σ όλη την Ευρώπη πανεπιστημιακές σχολές , με μεταπτυχιακά και διδακτορικά διπλώματα.

Πάντα τον  δρόμο τον ανοίγουν ιδιώτες στη χώρα μας, αλλά οι αγκυλώσεις δεν χάνονται, κι επειδή τώρα και με την ψηφιακή εξέλιξη, ο φακός είναι στα χέρια των πάντων, υποβαθμίζουμε πάλι ,αυτήν την εικαστική τέχνη.

Κι όμως δεν διαφέρει από τις άλλες, απλώς θέλει λιγότερο κόπο, όλοι μπορούμε να σχεδιάσουμε, να μάθουμε δυο νότες σ ένα ανόργανο, να συνθέσουμε έναν στίχο ( μια μαντινάδα). Κι οι περισσότεροι διακοσμούμε μόνοι μας τους χώρους μας η μπορούμε να παίξουμε  σ’έναν ερασιτεχνικό θίασο. Όμως δεν ασκούμε καμία τέχνη.

Ο Γ.Ξ. Είναι ο δεύτερος στην πόλη μας, που άσκησε την τέχνη της φωτογραφίας,  πρώτος ο μουσουλμάνος Μπεχαεντίν,πριν  έναν αιώνα, δεν είναι γνωστό το όνομα τόσο , αλλά τα έργα του κοσμούν όλα σχεδόν τα καφενεία και τις ταβέρνες μας, ο   Γιώργος Ξ. πιο γνωστός, μα τα σημαντικά έργα του κρύβονται σε επιστημονικές μελέτες σε βιβλία ειδικά, στα αρχεία των μουσείων, είναι εν πολλοίς άγνωστο το έργο του.

Aπό το διαδίκτυο Μπαχαιντίν-ο μαρκος Μαρινάκης εξέδωσε βιβλίο σχετικο
Aπό το διαδίκτυο Μπαχαεντίν-ο Μάρκος Μαρινάκης εξέδωσε βιβλίο σχετικό, Βρήκε όλες και τις 400 κάρτ ποστάλ του

Το βιογραφικό του μπορεί να το βρει,κανείς στο site του Κώστα Τριγώνη ( drasis.gr) που προτείνει να τιμηθεί  ο Γιώργος Ξυλούρης, με έναν δρόμο, συμφωνούμε και θα συμπληρώναμε : να βρεθεί ένα σταυροδρόμι , να τιμηθούν κι,οι δυο φωτογράφοι του Μεγάλου Κάστρου: ο  Ξυλούρης κι ο Μπεχαεντίν

Όταν τέλειωσαν όλα απομακρυνόμουν, σαν να συνομιλούσα με τον Βάνια ( Γιγουρτσή) τον  επιστήθιο φίλο μου, έλεγε ανέκδοτα από την κοινή μας ζωή,

Μμε τον Γιώργο Ξυλούρη, τον Γιώργο Ροζακή, το Γιώργο Χουμεριανό, Τον Βαγγέλη Λαζαράκη – Δημήτρη Φραγκιουδακη , η παρέα αραίωσε σκεφτόμουν, μα θα ξαναβρεθούμε κάποτε  ( δεν μπορεί) στο περιβόλι του ουρανού.

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ – ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ ΤΟ 2019

ΠΡΩΤΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

(για παιδιά της προσχολικής ηλικίας)

Ο μικρούλης ο ασβός, τον λένε Μεμελό...
Ο μικρούλης ο ασβός, τον λένε Μεμελό…

ΤΑ ΦΙΛΑΡΑΚΙΑ…

Η καλή μας λαγουδίτσα

Που τη λένε Μεμελίτσα

Έχει φίλο κολλητό

Τον μικρούλη τον ασβό

Τον φωνάζουν Μεμελό

 

Συναντήθηκαν στην τάξη

Του σκολειού της γειτονιάς

Και καθήσανστο θρανείο

Της πιο πρώτης της σειράς

Φίλοι γίνανε με μιας

 

Παίζαν διαβάζαν πολύ

Και πηγαίνανε μαζί

Μες στο δάσος για να βρουν

Πιθηκάκια  Να μπορούν

Να τρέχουν και να πηδούν

η αλεπού κι η λαγουδίτσα, την φωνάζουν Μεμελίτσα
η αλεπού κι η λαγουδίτσα, την φωνάζουν Μεμελίτσα

Κάποτε πήγαν ωραία

Ένα πρωινό παρέα

Συνάντησαν αλεπού

Τους αρώστησε  : «για που

Ξεκινήσατε να πάτε;»

_»κι εσείς γιατί μας ρωτατε;»

Απαντήσαν και τα  δυο

 

⁃ «μοναχά σας θα χαθείτε

Θέλω να σας βοηθήσω

Σε μπελάδες να μην μπέιτε

Έχει ζώα μες στο δάσος

άγρια τα πιο πολλά

Κυνηγάνε τους μεγάλους

Προτιμάνε τα παιδιά»

 

⁃ «Έχει δίκιο η Κυρά Μάρω»

Είπε αμέσως η μικρή

Μα ο Μέμελος φοβάται

Ο μπαμπάς του του ´χε πει:

⁃ «Είναι η αλεπού μεγάλη

Ψεύτρα τόσο πονηρή

Που το άσπρο κάνει μαύρο

Το φαϊ της για να βρει».

 

Δεν μίλησε – την πήρανε το δρόμο να τους πει

να βρούνε για παιγνίδι
 κάποια μαϊμού μικρή

 

Μα σταμάτησαν σε δέντρο

Πού χε μια μεγάλη τρύπα

Είναι του παππού το σπίτι

Είπε ο μικρός : -” για κτύπα
”

Σκέφτηκε αμέσως η Μαρω

Πιο καλά τώρα θα φάω

Το γέρο και τα παιδιά

Κι αμέσως θα κτυπάω

Κι άκουσε ο γέροασβός

Που ήτανε και πονηρός

Κι έστησε το δοκανό(*) του

Για να πιάσει τον εχθρό του

 

Κι όταν μπήκε πρώτη πρώτη

Η αλεπού να τότε φάει

Η παγίδα θα την πιάσει

Και πονά και σπαρταράει

 

Και από μπρος θα πάει πίσω

Μα θα χάσει την ουρά της

Θα γλυτώσει απ΄ τις δαγκάνες

Και τα πόδια και τ αυτιά της …

 

Μα φοβήθηκε και τρέχει

Κι ο ασβός χαμογελάει

που δεν μπόρεσε η Μάρω

να τους πιάσει να τους φάει

 

Και ξανά σχολειό και σπίτι

Πλάκα με σκλήρο κοντύλι

Και μαζί θα μεγαλώνουν

Κολλητοί θάναι σαν φίλοι

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
(*)=παγίδα, οδοντωτή δαγκάνα