ΜΑΝΟΛΗΣ ΣΑΡΙΔΑΚΗΣ: Η ΕΚΘΕΣΗ ΣΤΟ Μ.Ε.Τ. ΣΧΙΖΑΚΗ

Φως στα φυλλώματα
Φως στα φυλλώματα

ΜΑΝΟΛΗΣ   ΣΑΡΙΔΑΚΗΣ  – ΕΝΑΣ  ΖΩΓΡΑΦΟΣ

ΠΟΥ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΜΑΣ

 

Σαββατόβραδο, πρώτη του Δεκεμβρίου – στην έκθεση του Μανόλη Σαριδάκη,

με περιέργεια και συγκίνηση. Παρακολουθούμε προσεκτικά την πορεία

του καλλιτέχνη από τα πρώτα του βήματα, ξέραμε ότι κάτι αλλάζει,

περιμέναμε κάποια έκπληξη. Όταν βρεθήκαμε στην υπόγεια αίθουσα

που με περισσή φροντίδα (και γούστο)διαρρύθμισε ο Κώστας Σχιζάκης

κι η σύντροφός του, μέσα στην πολυκοσμία των εγκαινίων,

δεν βρήκαμε τον ζωγράφο – αλλά τα έργα του που βέβαια

τον αντιπροσώπευαν πολύ έγκυρα.

20181201_194835
λεπτομέρεια πίνακα: το πουλάκι με φόντο τη θάλασσα από την εκθεση 1.12.2018

Η αλλαγή ήταν σημαντική, η θάλασσα και οι

διάφεγγος βυθός, τα συνηθισμένα θέματα του ζωγράφου είχαν χαθεί .

Έγινε στεριανός συλλογίστηκα , μα όταν πρόσεξα καλύτερα ,

κατάλαβα ότι έκανα λάθος. Ναι ήταν στεριανά τα θέματα, μα

η θάλασσα υπονοείται, κι όταν δεν φαίνεται – τριγύρισα όλες τις εικόνες του ,

σημείωσα φώτα (λάμπες)και πουλάκια.

 

20181201_195124

Η θάλασσα, παραλία και νησί

στο βάθος – μας ταξιδεύει σε τόπους ονειρικούς στην παιδική ηλικία

και τις αναμνήσεις που δεν σβήνουν, σκεφτόμουν.

Μα οι σημερινές εικόνες οι πιο πολλές ,είναι φυλλώματα,

από κάμπους και βουνά και λάμπες από κοσμικά σαλόνια.

Η απίθανη δεξιοτεχνία του Μανόλη Σαριδάκη , απλώνει στους

καμβάδες ήρεμες εικόνες και λαμπερά χρώματα περισυλλογής,

ο ζωγράφος σκέφτεται τη φύση και τις αστικές σχέσεις.

Φως, από το σαλόνι στην ύπαιθρο
Φως, από το σαλόνι στην ύπαιθρο

Δεν τον νοιάζουν οι τυπικότητες, σκέφτεται το μέσα μέρος,

του χώρου και των αισθημάτων. Η αισιοδοξία του δεν ήταν ποτέ ψηλή,

μα δεν γυρίζει πίσω , στην κριτική του χάους. Σχεδιάζω πάει

να πει δημιουργώ, δηλαδή κάνω χτίζω γέφυρες, εκεί που γίνεται

μα κι εκεί το ανέφικτο μας προκαλεί.

 

Φύλλωμα , λεπτομέρεια
Φύλλωμα , λεπτομέρεια

 

Οι λάμπες του ξέφυγαν

από τον Σπύρο Βασιλείου (όπως και τα στεφάνια) μα εδώ είναι

επαρχία, έξω από το σπίτι μας δε είναι ο ηλεκτρικός μα το χωράφι,

τα δέντρα και τα πουλιά. Ο Μανόλης Σαριδάκης, είναι ζωγράφος

δεύτερης γενιάς, ήταν κι ο πατέρας του, δεν είναι το ίδιο με

τους πλούσιους φίλους μας(που κληρονομούν τις επιχειρήσεις

των δικών τους) Το ταλέντο, η σφραγίδα της δωρεάς

( όπως θα λεγε ο Γ. Παπανδρέου, ο παππούς),

 

 

στεφάνι, από την έκθεση 1.12.2018
στεφάνι, από την έκθεση 1.12.2018

δεν κληρονομείται, δεν μεταβιβάζεται και είναι πολύ-πολύ σπάνιο.

Η δουλειά που είδαμε, ήταν εξαιρετικής ποιότητας και σημασίας,

ο ζωγράφος ωρίμασε, πέρασε τους δρόμους που τον συγκίνησαν,

για να πετάξει ακόμα πιο ψηλά: εκεί που θα βρει τα δικά του

 

Φως στα φυλλώματα
Φως στα φυλλώματα

πουλιά, τις χάρτινες βάρκες των παιδικών του χρόνων,

τους βυθούς και τις θάλασσες αλλά και τα δικά μας

ατέλειωτα βάσανα, τις προσδοκίες και τις ασίγαστες λαχτάρες.

 

ΠΛΗΡΕΣΤΕΡΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ:

47352443_636093510126213_4434119417437093888_n 47260172_263511504324113_2456153550175076352_n 47250056_298575977296996_8091253352374992896_n

13 ΠΑΡΑΜYΘΙΑ – ΜΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘEΙΑ EΠΙΣΤΡΟΦHΣ

 

ΠΟΙΗΤΙΚΑ  ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

horse-3317004__340
εικόνα διαδικτύου

Ένα ποιητικό παραμύθι ; Η έκπληξη ήταν εύλογη σε φίλους και γνωστούς.

Όμως η ιδέα δεν ήταν νέα, είχε σφηνωθεί στο νου μου, αρκετά χρόνια πριν, όταν μια

ερασιτεχνική θεατρική ομάδα,αναζητούσε έργο, που να απευθύνεται στα παιδιά και είχε

καταλήξει, μετά από ατέλειωτες συζητήσεις, στην “ΕΛΙΖΑ” της

Ξένιας Καλογεροπούλου.

 

Scan 12

Είχα διαβάσει το κείμενο , μ ́άρεσαν οι ιδέες της και με είχε εντυπωσιάσει πολύ, το κεντρικό πρόσωπο, ένα θαρραλέο κορίτσι, που αναζητούσε τον αγαπημένο σύντροφο, που είχε χαθεί. Μπορούσε μια ερωτική ιστορία να είναι κατάλληλη, ενδιαφέρουσα και χρήσιμη στο ευαίσθητο κοινό των παιδιών ;

Μια επιφύλαξη με άγγιζε,γιατί η επιλογή ενός αγγλικού μύθου; τη συγκίνησε (την Ξ.Κ.) το θέμα που είχε κάποια πρωτοτυπία ; Ένα κρητικό παραμύθι. που είχα ακούσει παιδί και διάβασα τελευταία ( στην συλλογή Ελένης Δουνδουλάκη- Ουστομανωλάκη) – πολύ κοντά στην κεντρική ιδέα της “Ελίζας” , μπορούσε να αναπτυχθεί; Το ερώτημα με φόβιζε και οι αμφιβολίες αγκύλωναν, όμως ξαφνικά βρέθηκα να γράφω ασταμάτητα, την ιστορία της “Κεραδοπουλας” του Τζίνι Μαντσίνι τον σεβντά. Άρχισα χωρίς επιφύλαξη, την έμμετρη διήγηση, δεν δοκίμασα καθόλου μια φυσικότερη γραφή πρόζας. Γιατί άραγε ; Δεν μπόρεσα να το εξηγήσω, δεν με απασχολούσε.

 

Scan 11

Το παραμύθι, από κάποιες υπόγειες διαδρομές,σαν να είχε
μετασχηματισθεί, ο στίχος ήταν η πιο άμεση έκφραση και η μόνη.

Είχα κάνει προσπάθειες στο παρελθόν στην παραδοσιακή ποίηση και με παταγώδη αποτυχία, πως άραγε επιχείρησα να διαβώ αυτό το ποτάμι, που δεν ήταν καθόλου για μένα πλωτό ;

Νομίζω ότι αυτά έρχονται μετά, το ωραίο παραμύθι, ήταν το εισιτήριο, για μιαν άγνωστη διαδρομή, σ ́έναν κόσμο χαμένο και μοναδική ευκαιρία, τον χειμώνα εκείνον τον βαρύ και δύσκολο.

18944956_10211106177043577_1374094883_n

Όταν τέλειωσε μετά τις πρώτες διορθώσεις, ήξερα ότι θα έπρεπε να παρουσιασθει ή να εκδοθεί. Δεν έγινε, το είδος έμοιαζε παρωχημένο, μακριά από τις σύγχρονες απόψεις. Δεν με ένοιαζε, διαισθανόμουν ότι δεν ήταν λάθος .

Όχι χωρίς αφορμή, τα επόμενα χρόνια με απασχόλησαν δυο πολύ οικεία σε μένα παραμύθια, ο “Σακοράφος” και ο “ ο Τσιρτσώνης”, συμπλήρωσαν τον Τζίνι Μαντσίνι δημιουργούσαν,πιο σωστά εικονογραφούσαν ένα τρίπτυχο, που ενώ δεν είχα προσχεδιάσει, ανταποκρινόταν, με ανεξήγητο τρόπο, στις σκέψεις, τα προβλήματα και τις αγωνίες, που με απασχολούσαν, την δεκαετία του 1990, όταν παρακολουθούσα τα παιδιά να μεγαλώνουν.

Ο πατέρας της έφερε το μαγικο ανήλιαγο πουλό
«Τζινι Μαντσίνι»: Ο πατέρας της έφερε το μαγικο ανήλιαγο πουλί

Αργότερα μετά από 20 χρόνια,όταν έρχισαν τα εγγονάκια, να δοκιμάζουν τα πρώτα τους βήματα, τα παραμύθια μου δεν επαρκούσαν, άρχισα νέα συνοπτικά – το παράδοξο, τα συνόδευαν πρόσωπα φίλων, που ήταν μακριά ή  έλειπαν…

Σήμερα γνωρίζω ότι τα παραμύθια αυτά μπορεί να μην φτάσουν ποτέ στο ευρύ κοινό , θα είναι όμως αρκετό να διαβαστούν από λίγους και θυμίσουν φίλους και πολύ όμορφες, ελληνικές διηγήσεις.

2018 – Β.Σ.Ζ.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ – ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ : ΤΙΠΟΤΑ ΜΑ ΤΙΠΟΤΑ ΔEΝ ΜΑΣ ΣΩΖEΙ…

Εικόνα7051TAEDIUM VITAE (του Καίσαρα Εμμανουήλ)(*)

kaisar_emmanouil
Καίσαρ Εμμανουήλ ,φωτο διαδικτύου

Φαίνεται πια πως τίποτα – τίποτα δε μας σώζει.

Του δωματίου σου η χλιδή, η ευωδιαστή ατμοσφαίρα,
το σώμα σου, ένα αμάλγαμα από σμάλτο και κοράλλι,
που ως τρόπαιο, ακόλαστη, όρθωσες μπροστά μου αχτινοβόλο,
λυτή την άγρια αφήνοντας αγέλη των ιμέρων,
όπλα σκληρά είναι που χτυπούν απελπισμένα απόψε
τα σινικά της πλήξης μας τα τείχη!

Προς τη Σιωπή με τα πικρά και σφραγισμένα χείλη
έχω, οδοιπόρος που η σκληρή θύελλα μαστίζει, στρέψει.
Σ’ αυτή την επικίνδυνη και σκοτεινή καμπύλη,
όταν ωραία θα φλέγεσαι, μαρμάρινη εσύ στήλη,
μη με ζητήσεις: μιά κλειστή θα κρούεις και ξένη πύλη!

Φαίνεται πια πως τίποτα – τίποτα δε μας σώζει.

(…)

Νίκος Καββαδίας 1973-74
Νίκος Καββαδίας 1973-74-φωτογραφία απο το ουζερί ΒΑΡΔΙΑ στο λμάνι του Ηρακλείου

Γράμμα στόν ποιητή Καίσαρα Ἐμμανουήλ (του Νίκου Καββαδία)

Ξέρω ἐγὼ κάτι ποὺ μποροῦσε, Καῖσαρ, νὰ σᾶς σώσει.
Κάτι ποὺ πάντα βρίσκεται σ᾿ αἰώνια ἐναλλαγή,
κάτι ποὺ σχίζει τὶς θολὲς γραμμὲς τῶν ὁριζόντων,
καὶ ταξιδεύει ἀδιάκοπα τὴν ἀτέλειωτη γῆ.

Κάτι ποὺ θά ῾κανε γοργὰ νὰ φύγει τὸ κοράκι,(1)
ποὺ τοῦ γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τὰ χαρτιά·
νὰ φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τὰ φτερά του,
πρὸς κάποιαν ἀκατοίκητη κοιλάδα τοῦ Νοτιᾶ

(…)

Scan 4
Αφιέρωση σε φίλο του, όταν έφτασε στην Κρήτη στα 1974

Μία μέρα χειμωνιάτικη θὰ φεύγαμε.
– Τὰ ρυμουλκὰ περνώντας θὰ σφυρίζαν,
τὰ βρωμερὰ νερὰ ἡ βροχὴ θὰ ράντιζε,
κι οἱ γερανοὶ στοὺς ντόκους θὰ γυρίζαν.

Οἱ πολιτεῖες οἱ ξένες θὰ μᾶς δέχονταν,
οἱ πολιτεῖες οἱ πιὸ ἀπομακρυσμένες
κι ἐγὼ σ᾿ αὐτὲς ἁβρὰ θὰ σᾶς ἐσύσταινα

σὰν σὲ παλιές, θερμές μου ἀγαπημένες.

(…)

Τελευαίο βιβλίο ΚΑΒΒΑΔΙΑ:Εξώφυλλο, με σχέδιο του Γιάννη Μόραλη
Τελευαίο βιβλίο ΚΑΒΒΑΔΙΑ:Εξώφυλλο, με σχέδιο του Γιάννη Μόραλη

Γνωρίσαμε τον ποιητή των ανοικτών οριζόντων, πριν την «επάρατη» στα 1964 από την Β΄έκδοση ΜΑΡΑΜΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΥΣΙ του ΓΑΛΑΞΙΑ(πρώτη έκδοση 1961  4000 –  2η 2.000 αντ’iτυπα) .

Τον ίδιο είχαμε την τύχη να τον δούμε από κοντά την άνοιξη του 1974 στα  πολλά ταξίδια τoυ στην Κρήτη, όποιος ενδιαφέρεται ας ψάξει στο : alkman.gr , όπου έχουν αναρτηθεί περισσότερα από 30 κείμενα σχετικά με τον ποιητή και το Ηράκλειο.

Τατουάζ στο χέρι του Καββαδία (φωτο διαδικτύου
Τατουάζ στο χέρι του Καββαδία (φωτο διαδικτύου

Η σύνδεση του Καββαδία με τον Καίσαρα Εμμανουήλ, αρχίζει με την εμφάνιση του πρώτου και  τη συλλογή του ΜΑΡΑΜΠΟΥ (1933) στα νεοελληνικά γράμματα.

Ο Κ.Ε. που έχει γίνει γνωστός από τα 1924 που έχει αρχίσει να συνεργάζεται με τα λογοτεχνικά περιοδικά ( αλλά  και τη συλλογή του ΠΑΡΑΦΩΝΟΣ ΑΥΛΟΣ στα 1929, που είχε καλές κριτικές), παρουσίασε τον Νίκο Καββαδία – στα 1933 με εισαγωγικό σημείωμα στην πρώτη του εμφάνιση (ΜΑΡΑΜΠΟΥ), που  ένα σημαντικο ποίημα ήταν αφιερωμένο στον Καίσαρα.

Bρήκαμε μετά από πολύ ψάξιμο, το κείμενο του Κ.Ε. στην έκδοση του Καββαδία στα 1933, του νεαρού ναύτη – που έπεσε σαν αστέρι στα στάσιμα  (τότε) νερά της νεοελληνικής ποίησης.

Πράσινοι ή ξεροί λόφοι προς την Παλιόχωρα - το φως λογχίζει τον ουρανό
το πουλί του Πόε

Ο Καίσαρ είναι νέος κι αυτός, μόλις έχει εκδόσει την πρώτη συλλογή του  (και πολύ σημαντική  : ΠΑΡΑΦΩΝΟΣ ΑΥΛΟΣ, 1929) αλλά  έχει ήδη κάποιο όνομα και είναι πολύ ευαίσθητος και καλλιεργημένος διανοούμενος, πολύγλωσσος και ευρυμαθής.

Βλέπει τον μικρόσωμο σπινθηροβόλο ναύτη με συμπάθεια και αγάπη, διακρίνει στους στίχους του το φως της αληθινής τέχνης –  δεν έχει μικροπρέπειες συνηθισμένες  στον καλλιτεχνικό χώρο  από τη μυθική εποχή του Δαιδάλου – προλογίζει το ΜΑΡΑΜΠΟΥ, με εξαιρετική κριτική ικανότητα, του ανοίγει το  δρόμο , στην δύσκολη περιοχή  – ουσιαστικά τον βαφτίζει, είναι ο ανάδοχός του. Ο Νίκος  Καββαδίας θα ονομάζεται  «Μαραμπού», από το όνομα της πρώτης συλλογής του.

Αρχείο Γ.Ζεβ.

Είναι ο  «νονός» του, αλλά αυτό θα χαθεί με το πέρασμα του καιρού, που η μεγάλη στροφή στην ποίηση, με την καθιέρωση του μοντερνισμού και της «ελεύθερης γραφής» και την κυριαρχία της γενιάς του 30, όλοι οι σύγχρονοι παραδοσιακοί θα  χαθούν, η λήθη θα καλύψει και το  έργο του Καίσαρα Εμμανουήλ.

 

Ο Νίκος Καββαδίας θα διασωθεί, συμπτωματικά και  ίσως γιατί επιβιώνει στο λαϊκό στοιχείο των ναυτικών, στα εμπορικά καράβια , τα μεγάλα πετρελαιοφόρα (τάγκερ) και τα ποστάλια, που διασχίζουν όλες τις θάλασσες. Η ποίησή του πολύ κοντά στα καλύτερα δημοτικά τραγούδια, εύληπτη κατανοητή και ελκυστική ,  εκφράζει και τον κόσμο της θάλασσας, ιχνογραφεί την σκληρή ζωή των ναυτικών μας, οι ιστορίες μοιάζουν παραμύθια, από άλλους καιρούς, που παρουσιάζουν ωστόσο δικούςμας ανθρώπους. Ας είναι πολυεθνικό το περιβάλλον των ελληνικών πλοίων, οι ήρωες ειναι γνωστοί μας, από τον Αλλαδίνο ως τον νέγρο από το Τζιμπουτί, ο Δον Μπαζίλιο θα ταν από το Τολέδο του Γκρέκο, κι ο Νάγκελ τι να διαφέρει από τον Καπετάν Μπία, που από πλοίαρχος κατάντησε πιλότος(2) στο Ηράκλειο(1955).

Αρθούρος Ρεμπώ (1854-1891)
Αρθούρος Ρεμπώ (1854-1891)

Ο Καίσαρ Εμμανουήλ είναι βαθύς μελετητής της Γαλλικής ποίησης,  αγαπά τους σημαντικούς λογοτέχνες , έχει επηρεαστεί από  τις τάσεις που στα τελη του 18ου αιώνα κυριαρχούν (συμβολισμός κλπ) – δεν είναι και συμπτωματικό που  στην εισαγωγή του στο ΜΑΡΑΜΠΟΥ διαλέγει στίχους από τον A.Rimbaud,  «το τρομερό βρέφος» της γαλλικής ποίησης (Απόσπασμα από τις «Εκλάμψεις»  – illuminations. πρόχειρη μετάφραση από την Μόνικα Κ.  : αχ! Ο απέραντος εγωϊσμός (η απέραντη φιλαυτία) της εφηβείας, η φιλόσπουδη αισιοδοξία : πως ο κόσμος ήταν γεμάτος λουλούδια εκείνο το καλοκαίρι ! ).

Το παράξενο: ο A.Rimbaud και ο μέντοράς του λίγο πιο μεγάλος στην ηλικία Πωλ Βερλαίν διαφέρουν 8 χρόνια όσο ακριβώς και ο Καίσαρ με τον Καββαδια / δεν φαίνεται να υπάρχουν άλλες αναλογίες.

 

Ζωγραφικός πίνακας, αριστερά Βερλαίν, δίπλα του Ρεμπώ (φωτο διαδικτύου)
Ζωγραφικός πίνακας, αριστερά Βερλαίν, δίπλα του Ρεμπώ (φωτο διαδικτύου)

Δεν πέρασε απαρατήρητος, ο άγνωστος βιοπαλαιστής της θάλασσας, που δεν δίστασε να κολυμπήσει στα βαθιά νερά – με την αφροντισιά και το θάρρος των  είκοσι   χρόνων του.

Καλές κριτικές, εντυπωσιακή είσοδος: ο άγνωστος νεαρός είχε βρει έναν δικό του τρόπο να μιλήσει, να πει τις ιστορίες του : πέτυχε ότι δεν καταφέρνουν λογοτέχνες γερασμένοι στα μελάνια και τα χαρτιά (και όχι σπάνια και στις αμαρτίες ).

Κι έμεινε χρόνια σιωπηλός ο λογοτέχνης ασυρματιστής, μέχρι το 1947 που θα συμπληρώσει με μια νέα μικρότερη (σε έκταση)  συλλογή το έργο του ΤΟ ΠΟΥΣΙ.

Καββαδίας φωτο διαδικτύου
Καββαδίας φωτο διαδικτύου

Όταν μετά από πολλά χρόνια έπεσε στα χέρια μου ένα μικρό παλιό βιβλιαράκι, ωραία σταχωμένο του 1929, με τίτλο ΠΑΡΑΦΩΝΟΣ ΑΥΛΟΣ, ο μεγάλος φίλος του Μαραμπού (2)  ήρθε πολύ κοντά μας, μια ποίηση ελκυστική πρωτότυπη, ακραίου λυρισμού , συνόδευσε πολλές ώρες μας.  Ο Καίσαρ Εμμανουήλ, ελάσσων και τελείως ξεχασμένος ταίριαζε και πολύ με του γούστο και τις αισθητικές μας προτιμήσεις.

Ακόμα συγγένευε  με τον αγαπημένο μας Νίκο Καββαδία, παρά τις εκτιμήσεις των κριτικών της λογοτεχνίας, που κατατάσσουν, χρονικά και «τεχνοτροπικά»αλλά και  αναλύοντας τα τεχνικά – μετρικά και ιδεολογικά – στοιχεία των ποιητών.

Ν.Χ.αγιερ Μπουφίδης (1899-1950)ποιηση-θέατρο
Σ αυτόν αφιέρωσε σχετικό ποίημα ο Καίσαρ Ε. :Ν.Χ.αγιερ Μπουφίδης (1899-1950)ποιηση-θέατρο

Ο Καίσαρ  Εμμανουήλ γράφει ο άλλος ελάσσων Τάσος Κόρφης: «Μετέφρασε ένα μεγάλο φάσμα ποιητών, αρχίζοντας από τον Πόε, περνώντας από το Ρεμπώ, το ντε Ρεγκνιέ και άλλους και καταλήγοντας στο Βαλερύ και, προπάντων, στο Μαλλαρμέ, τους πιο κοντινούς στην ιδιοσυγκρασία του, αλλά και στις αισθητικές του πεποιθήσεις, ποιητές. Οι μεταφραστικές αυτές προσπάθειες του Εμμανουήλ στα δύσκολα ποιήματα της γαλλικής, προπάντων, ποίησης που μετέφερε στη γλώσσα μας, έχουν, όπως είναι φυσικό, και τις ιδιοτυπίες που διακρίνουν την ποίησή του: η διανοητική, δηλαδή, έντονη επεξεργασία για να βρεθούν οι πιο κατάλληλες (με κριτήρια πάντα την οξεία του ευαισθησία και την πλατιά του καλλιέργεια) λέξεις και μιαν «αριστοκρατικότητα» που τον περιόριζε (κάποτε ερμητικά) πέρα από τα κοινά, σε όσα ο ίδιος νόμιζε για «ποιητικά».

 

Καίσαρ Εμμανουήλ, ποιητής, 1902-1970
Καίσαρ Εμμανουήλ, ποιητής, 1902-1970
προέλευση του αποσπάσματος
προέλευση του αποσπάσματος

Από το διαδίκτυο αντιγράφουμε : «Η λογοτεχνία, όχι ως ομοιοπαθητική στρατηγική σημείων, αλλά κυρίως ως μουσική μετάβαση στον απολεσθέντα παράδεισο, βρήκε στο πρόσωπό του έναν ικανό και αναγκαίο πομποδέκτη. Η ευφωνία, η πλαστική έκφανση δεν διστάζει ούτε στιγμή να θυσιάσει στο βωμό της τη θλιβερή ύλη της πραγματικότητας. Ο αυτοεγκλεισμός μέσα στο βασίλειο των ευήχων λεκτικών συμπλεγμάτων είναι προφανώς η ιδανική λύση σωτηρίας.(…)Μήπως κατά βάση τα σημαινόμενα δεν είναι τίποτε άλλο παρά σημαίνοντα; O ποιητής θα δοκιμάσει ν’ απαντήσει: «Η ποίησις αυτή, καθαρώς σπουδαστηριακή αντίθετη με κάθε απειθάρχητη προβολή, με κάθε σύσπαση του

Ο Ν.Χαγιερ Μπουφίδης, φωτ, από Σ.Λιλιμπάκη
Ο Ν.Χαγιερ Μπουφίδης, φωτ, από Σ.Λιλιμπάκη

ενστίκτου, με ό, τι ο Rimbaud ονόμαζε dereglement des sens, ορμάται από τη νόηση, σε όλη την έκταση των καθολικών της ιδιοτήτων – παράγοντα τον οποίον θεωρώ, παράλληλα με την ύπαρξη ενός άλλου συντελεστού, μιας ειδικής μουσικής τάσεως, ως τα πρωταρχικά κίνητρα στην ακτίνα της ποιητικής συνθέσεως». Η ομολογία περί «ειδικής μουσικής τάσεως» αρκεί για να μας πείσει: γραφή παραμένει πιστή στις αρχές μιας αρμονικής εκ νέου συναρμολόγησης του θρυμματισμένου περιβάλλοντος.»

Από τα καράβια του Σπύρου Βασιλείου
Η τελευταίο ποίημα  του Καίσαρα Ε.  : ΘΑΛΑΣΣΙΝΑ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑΤΑ απο τη συλλογή STILLAE SANGUINIS (σταγόνα αιματος )

 

 

 

 

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(*) Μετάφραση Γ.Ζ.: Κουρασμένος από τη ζωή

(1) Αναφορά πιθανόν στο ΚΟΡΑΚΙ του Αμερικανού λογοτέχνη Ε.Α.Πόε,που μετέφρασε ο Κάισαρ Εμμανουήλ

(2)δεν είναι οδηγός …αεροπλάνου, αλλά αυτός που οδηγεί τα ξένα  πλοία στο λιμάνι

Τα ποιήματα (τμήματα)είναι μεταφορά από το διαδίκτυο :andreaskandreou.blogspot.com/2015/03/blog-post_11.html

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ : ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟΝ ΚΑΙΣΑΡΑ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ : ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟΝ ΚΑΙΣΑΡΑ ΕΜΜΑΝΟΥΗ

  –   IMPERATORES   INTERNI  –

images-1

Μέσα μου κοιμάται ένας αυτοκράτορας

κλιτός στις δάφνες του – όλων των τροπαίων

μέσα μου χρόνια ζει ένας αυτοκράτορας

μ΄όλη την έπαρσή του – των γενναίων

images-2
Ρωμαίος αυτοκράτωρ

Εντός του ακούει – αλόγων τριποδίσματα

το πλήθος τ΄ανυπόμονο μπροστά του

μια εξόρμηση ονειρεύονται οι λεγεώνες του

κι ως εραστές μεθούν σε μια ματιά του

 

Σε πένθιμη παρέλαση οι μονομάχοι

του περνούν κι επεφημούν από μπροστά του

-”Χαίρε Καίσαρ οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν”

και παν για το ταξίδι του θανάτου

Βρούτος, προτομή ρωμαϊκή
Βρούτος, προτομή ρωμαϊκή

Οι Βρούτοι ένα στιλέτο πάντα υψώνουνε

γελάει με τους τρελούς η Αθανασία

Οι Καίσαρες οι αθάνατοι ας πληγώνονται

Κι οι Βρούτοι ,οι οικτροί, ας χτυπούνε με μανία

Η ΧΑΛΒΑΔΕΝΙΑ – ΕΝΑ ΛΑΪΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Φθινόπωρο, ο καιρός άρχισε να κρυώνει (ακόμα και στην Κρήτη) τα παιδιά γύρισαν στα θρανία…οι γιαγιάδες ετοιμάζουν τα παραμύθια τους.

Η  ΧΑΛΒΑΔΕΝΙΑ

                                   αφιέρωση: φωτογράφο -γεωπόνο Κώστα Φλέγκα,

                                                       των χρωμάτων μιας ιδανικής χώρας

Το γουρούνι κάνει ούι

Και μου …μου κάνει το βούι

Κι η γατούλα νιάου, νιάου…

 Το σκυλάκι γάου, γάου..

 Κι η γιαγιά μας η καλή

Κρύβει τ´άσπρο της μαλλί

Στο κατάμαυρο τσεμπέρι

Βάζει στο λαγό πιπέρι

Είναι τόσο ζαρωμενη

Σαν σταφίδα ξέραμένη

Και στιφάδο θα ετοιμάσει

Κύστερα θα μας διαβάσει

Η γιαγια μας τι και πως

Πριν να κλείσουμε το φως

 

Δεν θ΄ αργήσει να μας πει

Παραμύθι πι και φι

Αχ γιαγιά μου πάρε με

Στο κρεβάτι βάλε με

Και το παραμύθι πες μου …

18944956_10211106177043577_1374094883_n

 

 

 

 

Mιαν φορά κι έναν καιρό …

Σ΄ένα πανέμορφο νησί σε πόλη τειχισμένη

ο Γιώργης κι η Μαρίκα ζούσαν αγαπημένοι

όμως τους τρώει ο καημός το μαύρο το σαράκι

επέρασαν τα χρόνια τους μα δεν έχουν παιδάκι

 

Τι κι αν ταξίματα ακριβά σ΄αγιους έκαναν τόσα

κι αν ξόδεψαν στις μάγισσες πολλά ως χίλια γρόσα

ποτέ δεν ήρθε πελαργός στο φτωχικό τους σπίτι

δεν κτύπησε το τζάμι τους ούτε μικρό σπουργίτι

Κλαίει συχνά και κρύβεται στην κάμαρη η Μαρίκα

τη βλέπει και μαραίνεται απ΄τη μεγάλη πρίκα

Η Χαλβαδένια
Η Χαλβαδένια

Το νου του στίβει ψάχνοντας και θέλει να μπορέσει

να βρει κάτι όμορφο πολύ καλό να της αρέσει

Κι επειδή ξέρει από γλυκά είναι για το νησί του

αυτός που φτιάχνει τον χαλβά με συνταγή δική του

 

Επήρε την απόφαση να πλάσει μια κοπέλα

με σιμιγδάλι ζάχαρη μυρωδικά κανέλα

Σαν άρχισε δεν άργησε σαν κούκλα να την κάνει

κορίτσι που στην ομορφιά κανένα δεν το φτάνει

 

Την έντυσε τη στόλισε σαν να ταν πριγκιπέσα

κι ύστερα τη γυναίκα του φώναξε να΄ρθει μέσα

-”Γυναίκα να την κόρη μας για να ΄ χεις συντροφιά σου

μπορεί να ναι αμίλητη μα πήρε την ομορφιά σου

έτσι ήσουνα στα νιάτα μας έλαμπες σαν αστέρι

με θάμπωνες – στον ουρανό νόμιζα μ΄έχεις φέρει

Έτσι ήταν ο παράδεισος με χρώματα και φώτα

κι εγώ μονάχα ήθελα να σε κοιτάζω πρώτα”

Σαν μάνα από χαρά πολλή σαν να τανε αλήθεια

η κόρη που λαχτάρησε, την έσφιξε στα στήθια

 

Την χτένισε την έβαλε απάνω στο χαγιάτι

και κέντημα της έδωσε σαν για να κάνει κάτι

έτσι φαινόταν η μικρή σκυμμένη να κεντάει

και πέρασε ο πρίγκιπας και τηνε χαιρετάει

UALORH-0096

Αδιάφορη καθότανε μα τ΄άρεσε περίσσα

πανέμορφη του φάνηκε πως τύμπανα κτυπήσα(ν)

γιατί η καρδιά του έγινε ταμπούρλο και θα σπάσει

τη Χαλβαδένια δεν μπορεί καθόλου να ξεχάσει

 

Και ζήτησε απ τον βασιλιά να πάει να τη ζητήσει

γιατί δεν κάνει δίχως της δεν ημπορεί να ζήσει

-”Καλά να το σκεφτείς γιατί δεν είναι στη σειρά μας”

ο κύρης του είπε πως – καλοί ναι για Κολήγοι στη δουλειά μας”

Ο πρίγκιπας επέμεινε δεν τρώγει και δεν κοιμάται

στην κάμαρα του κλείνεται κι όλο παραπονάται

 

Φοβήθηκεν ο Βασιλιάς για τον μοναχογιό του

τον υπουργό του έστειλε σαν αντιπρόσωπό του

Και πήγε και τη γύρεψε – για νύφη τη ζητούσε

Του πρίγκιπα που δίχως της να κάνει δεν μπορούσε

 

Σαν είπεν ο πατέρας της πως είναι χαλβαδένια

εγύρισε άπρακτος μ΄ αυτός δεν έχει άλλην έγνοια

Αυτήν ο νέος σκέφτεται κλεισμένος στον όντα του

Ζητάει να του τη φέρουνε τη θέλει εκεί κοντά του

Ότι κι αν λέει ο κύρης του ,στο βρόντο στον αγέρα

Και καϊναντίζει καίγεται τη νύχτα και τη μέρα…

Scan 11

Η μάνα του δεν άντεξε στο βασιλιά, προσπέφτει

-”Έλεος άρχοντα μου πια, κι αν λόγος δεν μου πέφτει

Ωστόσο και δικός μου γιος είναι και στην οργή σου

Να δώσεις τόπο – την ευχή μονάχα στο παιδί σου!

Ας παντρευτεί όποια αγαπά – κι από χαλβά φτιαγμένη

Ας είναι , κι ας το μάθουνε σ όλην την οικουμένη:

Η αγάπη που όλα τα μπορεί κι ´ολα τα υπομένει

Θα βρει το δρόμο να γεννούν κι αυτοί ευτυχισμένοι”

Ο βασιλιάς σε συλλογή εμπήκε και δεν βγαίνει

θ΄ αργήσει μα τη διαταγή την είχε πια βγαλμένη

-«Ας φέρουνε την κοπελιά γρήγορα στο παλάτι»

Και , πήγαν να την φέρουνε με πλουμισμένο το άτι

Που’ χε τα γκέμια ολόχρυσα την ασημένια σέλα

Και μεταξένια κεντητά να κάτσει η κοπέλα.

horse-3317004__340

Κι όταν στον δρόμο πέρασαν ποτάμι θυμωμένο

ΕΦοβήθηκαν τ άλογα και τ’ άτι ξιπασμένο

Στα πόδια του σηκώθηκε το ΄ριξε στο ποτάμι

το κοριτσάκι, βράχηκε κι έτρεμε σαν καλάμι …

 

Το στοιχειό του ποταμού μίλησε σιγά

σιγά χωρίς ν’ακουστεί καλά

 -«Στο νερό που θα βρεθείς τη ζωή σου θα τη βρεις

Και θα παίζεις θα γελάς Μα ποτέ δεν θα μιλάς

Μέχρι κάποιος να βρεθεί και «νιζεστέ» για να σου πει»

Τη βγάλανε την σκούπισαν κι αποχασκώσαν όλοι

Γιατί ΄ταν τώρα ζωντανή κι έδενε το φακιόλι

Γελούσε και περπάταγε κι έλαμπε σαν αστέρι

Και λαχταρούσε να βρεθεί στου πρίγκιπα τα μέρη …

 

Της έκαναν υποδοχή σαν να’ ταν πριγκιπέσα

Και γρήγορα χωρίς μιλιά ταιριάξανε κι εδέσα(ν)

Κι οι γάμοι- που δεν άργησαν -κράτησαν δέκα μέρες

Γλέντια πολλά τρικούβερτα στους κήπους και τις σέρες

Και γίνηκε πριγκίπισσα η νύφη η χαλβαδένια

Μα δεν μιλεί στον άντρα της κι έχει μεγάλη έ(γ)νοια

20180612_111328

Και στη αρχή σκεφτότανε, πως έχει τόσες χάρες

Που δεν εχρειαζότανε τα λόγια κι οι φανφάρες

Μα η σιωπή δεν σταματά κι αυτός δεν την αντέχει

Δεν ήτανε κουφή κι αυτό εξήγηση δεν έχει

Κι ότι κι αν είπε ο πρίγκιπας αυτή δεν αντιδράει

Και λέξη δεν της ξέφυγε όσο κι αν λαχταράει

Γιατί της δένει το στοιχειό τη γλώσσα και τη σκέψη

Δεν την αφήνει μια στιγμή μονάχα να σαλέψει

 

Και δεν εμπόρεσαν να βρουν το δρόμο το δικό τους

κι εκλάψαν για τη μοίρα τους και για το ριζικό τους

Και κάποτε τους χώρισαν κι ας αγαπιούνται τόσο

Κι ο βασιλιάς εσκέφτηκε -«αρχόντισσα θα δώσω

Στον κανακάρη μου γιατί δεν γίνεται κολήγοι

Να παίρνουν και να χαίρονται τα πλούτη που ´εχουν λίγοι!

Νοιώθει γαλαζοαίματος και δεν θα καταλάβει

Κόκκινο αίμα έχουνε κι οι πρίγκιπες κι οι σκλάβοι

Και βρήκε μιαν πριγκίπισσα από σόι μεγάλο

Για ν´ αρραβωνιαστεί κι ο γιος αφού δεν έχει κι άλλο

Για ναποκτήσει διάδοχο κι αυτός να μην τελειώσει

Η δυναστεία του να αντέξει να στεριώσει

Οι πρίγκιπας αδιάφορος δέχτηκε να την πάρει

δεν ήταν πολύ όμορφη μα είχεν κάποια χάρη

 

Κι όταν αρραβωνιάστηκαν ζηλεύει η πριγκιπέσα

φοβόταν πως ο άντρας της είχε στο νου του μέσα

Την πρώτη τη γυναίκα του που λέγαν Χαλβαδένια

Και πήρε όλες τις δούλες της τη ρόκα και τα χτένια

Και πήγανε στης κοπελιάς το σπίτι στα Μπεντένια

Της πόλης της ήταν κοντά, και ζήτησε να κάνουν

Γνεψίματα μα και φαντά κι όλα να τα προκάνουν

Για να φανεί πως είναι αυτή αρχοντογεννημένη

Κι η Χαλβαδένια αδέξια και ταλαιπωρημένη

 

Και φτάσανε στο φτωχικό της πόλης το σπιτάκι

Τις υποδέχτηκε σεμνά στο χαμηλό ονταδάκι

Τους πρόσφερε γλυκά πολλά σερμπετια μυρωδάτα

Κι αρχίσανε γνεψίματα σαν αδειάσαν τα πιάτα

Αμίλητες δουλεύανε κλωστές κι ήτανε κρίμα

Κάποια στιγμή της κόπηκε της Χαλβαδένιας νήμα

Αμέσως αν δεν κόλλαγε, η άλλη θα γελούσε…

 

Μένα σουγιά τη μύτη της έκοψε και κολλούσε

Πολύ εύκολα το νήμα της, η πρώτη του γυναίκα

Κι όλες την εθαύμαζανε άριστα είπαν δέκα…

 

… Μια μέρα η πριγκίπισσα στην κάμερα κλεισμένη

να ξεπεράσει επιθυμεί την χαλβαδοπλασμένη

κι επήρε ρόκα και μαλλιά και γνέθει με μανία

της είπανε με τη δουλειά θα χει την ευκαιρία

της είπαν να εξασκηθεί κι όλες να τις κερδίσει

και προσπαθεί με κάθε τι το νήμα ν’ αβγατίσει

μα η κλωστή της κόπηκε και για να την κολλήσει

την έκοψε τη μύτη της  κι αυτή  να συνεχίσει

όπως η Χαλβαδένια- μα δεν θα τα καταφέρει

η δούλα της της έφερε τη στάχτη γιατί ξέρει

το αίμα μα και την πληγή πως να το σταματήσει

κι αυτή απ την τρομάρα της σαν να; χει κιτρινίσει

Σαν την εμαντηλόδεσαν στο βασιλιά πηγαίνει

Να κάνει τα παράπονα η κουτσοαυτισμένη

-«Η Χαλβαδένια μου ΄φταιξε «λέει μα ποιος ακούει

Τη ζήλια της κατάλαβαν -το άσχημο της χούι

Και βέβαια δεν έγινε η κουτσομύτα νύφη

Ο βασιλιάς εθύμωσε και την ευχή του αρνήθη

 

Kι ο πρίγκιπας εζήτησε ξανά τη Χαλβαδένια

πάντα την είχε στο μυαλό πάντα την είχε έγνοια

Και την παρακαλεί θερμά με δάκρυα στα μάτια

Μια λέξη μόνο να του πει κι ας γίνει δυο κομμάτια

Μα τίποτα δεν έγινε καθόλου δεν μιλάει

Στο βρόντο πάει ότι κι αν πει σαν την παρακαλάει

Μα δίπλα της πολύ κοντά συχνά παρακατσεύει

Να δει τι κάνει πως περνά τι θέλει τι γυρεύει

Και κάποια μέρα έστειλε η κόρη για τη βρύση

Τη χύτρα μ΄ένα μπρίκι της νερό για να γεμίσει

 

Στο δρόμο μάλωσαν πολύ κι είπανε χίλια λόγια

Και στην κυρά τους γύριζαν – μαζί ήτανε και χώρια

Ζητούσαν να τους πει αυτή ποια το λάθος έχει κάνει;

-«Πως όμως που το στόμα της ποτέ μίλια δεν βγάνει;

» Το μπρίκι ρώτησε κι αυτή η χύτρα η παινεμένη

Που τις μπουγάδες ήξερε πολύ καλά να πλένει

Απάντησε»- πως μέρες πριν, έπλεναν στο ποτάμι

Και ένα στοιχειό της ζήτησε μια πλύση να του κάμει

Τα,λερωμένα ρούχα του σιχάθηκε να βάνει

Κι όταν καθάρια γίνανε και για να την τιμήσει

της δίνει “λόγια”- σαν κλειδί τα μάγια που θα λύσει

Σε ποταμών δεσίματα μα και τη Βασκανία ….

-«ας πάμε τώρα ας δώσουμε καιρό στην ευκαιρία » …

Την κοπελιά πλησίασαν μίλησε η χύτρα δυνατά:

-«Το δίκιο κρίνε το και το πια ναι λάθη πια σωστά:

Μα τον παππού σου Νιζεστέ

και την γιαγιά Δαντέλα

Τον κύρη σου τον Χαλβατζή

τη μάνα την Κανέλλα «

Ο πρίγκιπας σαν τ άκουσε κρύφτηκε στην κουρτίνα

Και μόλις έφυγαν αυτά  Τα’ πε ωραία , φίνα:

-«Μα τον παππού σου Νιζεστέ

και την γιαγιά Δαντέλα

Τον κύρη σου τον Χαλβατζή

τη μάνα την Κανέλα

Το στόμα σου άνοιξε και πες

μες θέλεις πια η δεν με θες;»

-Σε θέλω πρίγκιπα καλέ μου

δεν σε ξέχασα ποτέ μου

Με μάγια μ’ είχανε δεμένη μα για σένανε πλασμένη

Κι ο ένας στου άλλου την αγκάλη -Έχουνε χαρά μεγάλη

Τραγουδούσαν κάθε στίχο – Στης αγάπης τους τον ήχο

Κι ο Βασιλιάς πίκρα γλυκά όλα τα τρώγει τελικά

Πάντρεύτηκαν και γέννησαν πολλά παιδιά

σαν τη μανα τους γλυκά

Κι είπε η γιαγιά σιγά

και κοιμήθηκε μετά:

<Είναι η ζήλεια ένα φιδάκι κι έχει κοφτερά δοντάκια

στήνει ξόβεργα και κόβει το μυαλό μας κομματάκια>

 

 

ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ : ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ Ν.ΧΑΓΕΡ -ΜΠΟΥΦΙΔΗ (ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ)

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ Ν.ΧΑΓΕΡ – ΜΠΟΥΦΙΔΗ

                                                Αφιέρωση: Στη  Mόνικα Καμάρη

 

Ν.Χ.αγιερ Μπουφίδης (1899-1950)ποιηση-θέατρο
Ν.Χ.αγιερ Μπουφίδης (1899-1950)ποιηση-θέατρο

Μες στην ανθολογία που μου δανείσατε

εχθές τα δάκτυλά μου όπως πλανιόταν

το πτώμα ενός ωραίου ναρκίσσου ανάσυραν,

στου Ρενιέ την κίτρινη Σελήνη καθόταν (*)

Νάρκισσος = μανουσάκι
Νάρκισσος = μανουσάκι (1)

Χλομός με τα κοκάλινα τα φύλλα του

δεν ευωδιάζει πια στο θάνατό του

σαν άνθινη μούμια ασάλευτος αναπαύεται

μέσα στη χάρτινη κιβωτό του

 

Ανάμεσα σε στίχους απαλότατους

-το πιο θλιμμένο ποίημα του βιβλίου-

των λουλουδιών ο πρίγκιπας παράδωσε

του ελεγειακού του μύρου το λοφίο

 

Κάποια ελαφρά άσπρα χέρια κοριτσίστικα

που άνθη μπορούν μονάχα να κρατήσουν

ίσως της αδερφής τ΄αβρά τα δάκτυλα

ή μιας ρωμαντικής που θ΄αγαπήσουν

 

Ίσως και τα δικά σας όταν θα΄σαστε

ο Ιππόλυτος των είκοσι Απριλίων –

ω τώρα πια στα βέβηλα τα χέρια μας

δεν ζουν, δεν ζουν οι ασφόδελοι των βιβλίων!

Πένθημο άνθος,
Ασφόδελος=φεντύλι(2)

Μιαν ώρα που αλητεύαν κρύα και ράθυμα

μες του βιβλίου τους σιωπηλούς τους ήχους

γιατί πια δεν ευωδίαζε, ίσως τον έθαψαν

ανάμεσα σε δάκρυα και σε στίχους…

Πανσέληνος πάνω από το Μεγάλο Κάστρο
Πανσέληνος πάνω από το Μεγάλο Κάστρο

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Ο Καίσαρ Εμμανουήλ, γνωστός ποιητής του Μεσοπολέμου, έφτασε ως τις μέρες μας με το ΜΑΡΑΜΠΟΥ, την γνωστή ποιητική συλλογή του Νίκου Καββαδία.

Ωστόσο είναι αυτός που σύστησε στο κοινό τον ποιητή της θάλασσας και του νόστου, αφού  προλόγησε την έκδοση του 1933,  του νεαρού ναύτη – δεν ήταν ακόμα ασυρματιστής ο ταλαντούχος Καββαδίας.

Το ποίημα που παρουσιάζουμε έδωσε ασφαλώς την ιδέα στον ναυτικό λογοτέχνη, για το δικό του αντίστοιχο :» Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ» –  που λόγω των μελλοποιήσεων είναι πασίγνωστο .

 

Scan

 

 

 

Νίκος Καββαδίας

(*)Πρόκειται γαι τον Γαλλο ποιητή :

Henri de Régnier (1864 – 1936), επηρεασμένο από το ρεύμα των «Συμβολιστών», και ιδιαίτερα από τον Μαλλαρμέ, διάσημος όταν ζούσε, και σήμερα μάλλον ξεχασμένος

και το έργο του  La lune jaune (η κίτρινη Σελήνη) που άρεσε κάποτε.

Απόσπασμα:

«Αυτή η μακριά μέρα τελείωσε με ένα κίτρινο φεγγάρι

Που ανεβαίνει νωχελικά ανάμεσα στις λεύκες,

Ενώ στον αέρα που ευωδιάζει, διεισδύει το άρωμα του νερού

Που κοιμάται ανάμεσα στις βρεγμένες καλαμιές.»

( πληροφορίες και πρόχειρη μετάφραση στίχων Μ.  Καμαρη )

 

(1) Λουλούδι της Αναγέννησης, της ελπίδας, της Ποίησης

(2) Πένθιμο λουλούδι: του  Άδη πίστευαν οι Αρχαίοι Έλληνες

ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ: ΙΨΕΝΙΚΟ ΕΛΕΓΕΙΟ (ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ)

Η προσκόλλησή μας σ έναν ποιητή ξεχασμένο, οφείλεται κυρίως στον Νίκο Καββαδία, που τον ανέσυρε από την αφάνεια – όταν ο ίδιος έγινε της «μόδας».  Τι να ταν ο Καίσαρ , που θαύμαζε ο νεαρός Μαραμπού,  τι να έγραψε στο σημείωμα στο πρώτο βιβλίο του 1933, πως ο κατά 8 έτη πρεσβύτερος Εμμανουήλ παρουσίασε τον νέο ναύτη που είχε το θάρρος να μπεί στον χώρο της Τέχνης, με μόνο εφόδιο της καθαρή, ευαίσθητη ματιά του;

Διαβάζοντας και ξανακοιτώντας τους στίχους του βιβλίου ΠΑΡΑΦΩΝΟΣ ΑΥΛΟΣ, αντιγράφουμε, για να κρίνουν οι φίλοι του ΑΛΚΜΑΝΑ, το ταλέντο και την αξία του Καίσαρα Εμμανουήλ.

__8                                  Πρώτο πλάνο , ο Όσβαλντ, στους Βρυκόλακες, ελληνι
                                 κό θέατρο, νέες παραστάσεις

ΙΨΕΝΙΚΗ. ΕΛΕΓΕΙΑ

Σαν κάποια τρομαγμένα ελάφια μοιάζουμε

Που αναρριγούν στου δάσους τους ψυθίρους

Σαν κρύα ερεβικά πουλιά είναι οι σκέψεις μας

Που η Θύελλα στο κρανίο μας κάνει γύρους

 

Τον θάνατο αγαπούμε, μα ακατάλυτα
σιμά της της μας τραβά η Ζωή, οδαλίσκη.

Έτσι χλωμοί,βραχνά τον ςς.ψςήλιο κράξουμε

Σαν άλλοι ιψενικοί τρισάθλιοι ίσκιοι.
Ναυαγοί εμείς χωρίς να ταξιδέψουμε

Χωρίς να πολεμήσουμε ηττημένοι
Ζούμε στη φρικτή μαγεία που δίνουνε
Το αλκοόλ, τοχασίς ενώ η κόκα μας προσμένει

Πρωτη έκδοση του έργου(γραφτηκε 1881)
Πρωτη έκδοση του έργου(γραφτηκε 1881)

 

Οι φίλοι οι συγγενείς δεν μας γνωρίζουνε

«Πως χάλασε! Τι ωραίο παιδί ήταν!»λένε

Μα Ποιος φταίει;- Ίσως ο χλωμός πατέρας μας

Κι ίσως πολλά βιβλία μας να φταίνε…

 

Γελούμε κλαίμε αναίτια πάντα κι άξαφνα

Σωπαίνουμε σαν τάφοι σε μιαν άκρη

´Ετσι παρανοημένοι  στην αρρώστια μας

Περνούμε  εμείς στης τρέλας μας τα μάκρη.

 

Τις νύχτες των δακρύων που ο απράυντος τρόμος μας

Στης πιο σκοτεινής αβύσσου μας τα μέρη
η αυτοκτονία τα κίτρινα  τα χείλη της
Με μια αμπούλα μορφίνης Μας προσφέρει

 

Τότε τα φέρετρα μας μόνοι ανέκκλητα Καρφώνουμε

και πάνω στα σανίδια απλώνουμε τις σάρκες και τα νεύρα μας

Σαν συντριμένα κι ανώφελα παιχνίδια

 

Έτσι στους κρύους τάφους τάφους κατεβαίνουμε

Φανταστικά μια νύχτα εκεί περνούμε

και την αυγή προσμένουμε ανυπόμονα
Να πάρουμε το δρομο και να βγούμε

 

Μετα μια ανάξια φίλη που τα μάτια της

Τα υγρά τα ποιητικά που ακόμα αγαπούμε

Να καρτερούμε πραοι να συγχωρήσουμε

για ότι κακό «άφες αυτήν» να πούμε

 

(Στο κρύο το φιλί του «Γκολτς» ερρίγησε

Τη νύχτα ο μεθυσμένος κρόταφός μας
Ω λίγο ακόμα ο δείκτης μας αν ήθελε
θά μαστε πια στο μνήμα το δικό μας)

 

Μα ως την χρυσήν η Αυγή σηκώνει αυλαία της

Για να φανεί η λαμπρή μέρα ανάντι

Τυφλοί απ´το τόσο φως, τον Ήλιο κράζουμε

Σαν άλλοι ιψενικοί τρισάθλιοι Οσβά(λ)ντι

Σκηνλη από το διεθνές θέατρο του έργου
Σκηνή από το διεθνές θέατρο του έργου(Οσβαλντ και η μάνα του)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Πικρή σάτιρα, ο Ίψεν προσφέρει τον γνωστό ήρωα των «Βρυκολάκων» που είναι πρωταγωνιστής στο ποίημα αυτό : ο  Όσβαλντ,  η θλιβερή ιστορία του, προσαρμόζεται

για την περίσταση, ο ίδιος ο ποιητής παίζει το ρόλο του, στη σκηνή που τροποίησε και μας είναι οικεία.