ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ: Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΤΖΙΝΙ ΜΑΝΤΣΙΝΙ

Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΤΖΙΝΙ ΜΑΝΤΣΙΝΙ

Ενθύμηση της συντροφιάς μιας άλλης εποχής : της Ελένης και της Κάτιας Στεφανάκη (Σύρρου) Της Πόπης Καμάρη & της Μιμίκας Καραχάλιου της Ελένης Βενιεράτου

Scan

Περνούν τα χρόνια κι έρχονται κι άλλα, δε σταματάνε

Του κύκλου τα γυρίσματα πάνω και κάτω πάνε

Τυλίγουν, δένουνε κλωστές σε καλαμένι’ανέμη

Δώσε της κλώτσο ν’αρχινά σα να φυσούν ανέμοι…

Μια βάβω εκατόχρονη ζούσε σε ένα καλύβι με ψωμί χωρίς αλάτι

πέρασαν οι μήνες έτρωγε βλαστούς και ρίζες –

κι είχε πάντα πείνες

κάποια μέρα μια γυναίκα έφερε φάβα χρυσωμένη

για να στήσει το τσοουκάλι και να φάει η καημένη

 

έβρασε τη φάβα βρήκε και τ΄ αλάτι

λαχταρούσε μήνες να βρεθεί χορτάτη

σκέφτηκε να βρει ένα μέρος που να της ταιριάζει

χρυσαφένια η φάβα θησαυρός της μοιάζει πήρε το τσικάλι

(πήλινο)και σε κήπο πάει στη σκιά να κάτσει να την καλοφάει

δυο κορίτσια παίζανε και πάει ένα πετραδάκι το τσουκάλι σπάει !

θύμωσε η βάβω έγινε θηρίο είδε

μια μικρούλα από αυτές τις δύο Είπε:

– “ Την κατάρα μου τάχ(ι) μου να σέρνεις

Εφτά χρόνια κι εφτά μήνες να τον περιμένεις

 

Τζίνι τονε λεν Μαντσίνι, τον που θ’αγαπήσεις

Αυτό που παθα θα πάθεις, άλλον μη ζητήσεις

(κλαίει και οδύρεται)
Ούτε μια μπουκιά στο στόμα,

χάθηκεν η φάβα
Πολλούς μήνες καρτερούσα

..
(προς τον εαυτό της)…. Πείνα τώρα τράβα.

Η μικρή ζητά συγνώμη για να μαλακώσει

μα η γιαγιά με τίποτα δε θα ξεθυμώσει :

-” Την κατάρα μου βρωμιάρα τάχ(ι) μου να σέρνεις

Εφτά χρόνια κι εφτά μήνες να τον περιμένεις…

(παίρνει ανάσα)

Τζίνι τονε λεν Μαντσίνι, τον που θ’αγαπήσεις

Αυτό που παθα θα πάθεις, άλλον μη ζητήσεις

Άσπρο χιόνι στη θωριά του και κατάμαυρα μαλλιά

Κι οι καμάρες των φρυδιών του, από κόρακα φτερά.
 

Κόκκινα τα μάγουλά του, αίμα στάζουνε λαγού

Και τα μάτια και τα χείλια παίρνουνε καρδιά και νού.”

Κεραδοπούλα και Βάβω...
Κεραδοπούλα και Βάβω…

Είπε η βάβω και θα εξαφανιστεί

λες κι άνοιξε η γη να την καταπιεί

Κι όσο και να ΄ψαξε η μικρή που λεν Μικρή Κυρία

δεν βρήκε τον Μαντσίνι της ας ψάχνει με μανία

Κι ούτε μπουκιά στο στόμα της δε βάζει κι ούτε πίνει

Το γάλα που κάθε πρωϊ ‘τοιμάζουμε για κείνη.

Ο πατέρας της έφερε το μαγικο ανήλιαγο πουλό
Ο πατέρας της έφερεκαι λόουναπ τη Δύση

Κάποιοι ντοτόροι ξακουστοί, προτείναν στον πατέρα

Να φέρει παιγνιδάτορες να παίζουν κάθε μέρα

Μα τίποτε δεν έγινε κι ας ήτανε μαστόροι

Και τα’άψυχα ζωντάνευαν μ’αδιαφορούσε η κόρη.

Βαρύ μαράζι και χτικιό την έχουνε χτυπήσει

Δε γέλασε κι ας ήρθανε και κλόουν απ’τη Δύση.

Κι όταν ο Μόλας έστησε μπερντέ του Μαυρομάτη

(του Καραγκιόζη δηλαδή) δε γέλασε κομμάτι.

Ο αφέντης που γυρνά παντού και ψάχνει και ρωτάει

Ποιος ημπορεί την κοπελιά να κάνει να γελάει.

Του κάκου τρέχει και σκορπά τα πλούτη του τα τόσα΄

Όταν κανείς χάσει το νου δεν ωφελούν τα γρόσα.

Βαρύ μαράζι και χτικιό την έχουνε χτυπήσει

Δε γέλασε κι ας ήρθανε και κλόουν απ’τη Δύση.

Ο κύρης της γυρνά παντού και ψάχνει και ρωτάει

Ποιος ημπορεί την κοπελιά να κάνει να γελάει.

Του κάκου τρέχει και σκορπά τα πλούτη του τα τόσα

Όταν κανείς χάσει το νου δεν ωφελούν τα γρόσα.

Της έφερε το μαγικό πουλί απ’το Πλατύ σοκάκι

Είναι το πιο παράξενο πουλί μέσα στη φύση

Αν δει πως παίζει και γελά, ο πόνος θα την αφήσει

Αρχίζει το μαγικό,πουλί: Κόκκινη κλωστή δεμένη

στην ανέμη τυλιγμένη

Δος της κλώτσο να κινήσε

ι παραμύθι ν’ αρχινίσει

Μα το κορίτσι δεν αντιδρά…

 

Ας της χορέψω, τέλειωσα τα λόγια, δεν μπορούνε

Ότι έχω μέσα στην καρδιά να δείξουνε να πούνε…

(Το πουλί χορεύει, μέχρι που εξαντλείται,  δεν θ’ αργήσει
να πέσει αναίσθητο στα πόδια της μικρής. Σαν να ξυπνά από λήθαργο το κορίτσι , νομίζει ότι πέθανε)

Το πουλί κι η Κεραδοπούλα ταξιδεύουν
Το πουλί κι η Κεραδοπούλα ταξιδεύουν

:
-” Κακόμοιρο δεν έφταιξες, σε πήρα στο λαιμό μου…

(Συνέρχεται στην αγκαλιά της κοπέλας)

Μίλα μικρή μου, μίλα μου, ποιος πήρε τη φωνή σου

Τι σου’σβησε το γέλιο σου την καλή διάθεσή σου;

Η Κεροδοπούλα απαντά:
-”Πολύ μικρή τα βάσανα τσ’αγάπης μ’εγεμίσαν

Κι είναι το ποιο παράξενο, πως δεν τονε γνωρίσαν

Ακόμα τα ματάκια μου, αυτόν που με τρελαίνει

Στο νου μου τον ζωγράφισαν με χρώμα που δε βγαίνει.

Μια γριά τον έβαλε βαθειά, μες της καρδιάς το φύλλο

Τζίνι Μαντσίνι τονε λεν, κανείς δεν τονε φτάνει

στη χάρη και την ομορφιά, αρχοντογεννημένος

μα σ’άγνωστο και μακρινό παλάτι ξορισμένος.

Χίλιους ανθρώπους ρώτησα, στην αγορά, στην πιάτσα

Κανένας τους δεν ήξερε τη χώρα και τη ράτσα

Ή τη φυλή και λαό που ζει και διαφεντεύει

Λες και δε βρίσκεται στη γη, στα νέφη βασιλεύει.

UALORH-0096
Τζίνι Μαντσίνι τονε λέν, στη Μάντζα βασιλεύει…

Το πουλί καλά τον ξέρει: -”Τον Τζίνι σου ξέρω καλά, που βρίσκεται, τι κάνει

Στο ξακουστό παλάτι του, το δρόμο που σε βγάνει.

Είναι μακρύς και δύσβατος ο δρόμος μας καλή μου

Από στεριές και θάλασσες κι εκτάσεις της ερήμου.

Στα βάθη της Ανατολής, τις διαταγές του δίνει

Κι όταν το Μέγα Σινικό περάσουμε μπεντένι

Απ’το παλάτι θα φανεί καπνός ψηλά να βγαίνει.

Γιατί τα’αρέσει να γλεντά να τρώγει και να πίνει

Με φίλους που’χει μπιστικούς ο βασιλιάς Μαντσίνι

 

Scan 3
Σταμάτησαν στο μπαλκόνι (βεράντα)

 

Κι έφτασαν πριν μπει στην τραπεζαρία κι η Μικρή Κυρία συλλογίζεται:

-“Μα τρέμω και κτυπά η καρδιά, τ’άγνωστο με φοβίζει

αν είναι τ’ονειρεύτηκα ποιος ξέρει ποιος γνωρίζει;

Το μέρος σαν φανταστικό τα δέντρα το παλάτι

Σαν να’ναι των παραμυθιών της Νένας μου κομμάτι

(μπαίνει στην τραπεζαρία, δεν είναι κανείς,
κοιτάζει έκπληκτη τον πλούτο και την πολυτέλεια)

Σαν αίθουσα για φαγητό και σαν σαλόνι μοιάζει

χαλια μεταξωτά παντού τραπέζια με τοπάζι

Τι να’χει τούτο το πιατί, χορταρικό ή ψάρι;

Ας φάγω τώρα μια μπουκιά
(δοκιμάζει)
τι νοστιμιά και χάρη.

(συλλογίζεται, αναρωτιέται)

δεν προλαβαίνω ακόμα
να δω εκείνον που ποθώ, ειν’η ψυχή στο στόμα

(Γυρίζει στο παράθυρο που την περιμένει το πουλί)

Ας φύγουμε κι αύριο είναι μέρα,

είπε η Κεραδοπούλα 
Το πουλί εξήγησε, πως δεν μπορει να ζήσει τη μέρα:

_”Το φως όμως η φύση μου το ξέρεις δεν αντέχει

Το σπίτι του πατέρα σου πάρα πολύ απέχει.

Θα βρούμε λίγο πιο κοντά απ’τη δική μας χώρα

Ένα σπηλιάρι σκοτεινό να κοιμηθούμε τώρα.

Γνωρίζω μια βαθιά σπηλιά…βράδυ ξαναγυρνάμε

Η Μικρή Κυρία ξαναμπαίνει την επομένη νύχτα:

-”Γνωστό το μέρος φαίνεται, δεν έχει λάμψη τόση

Ο πλούτος που με θάμπωσε σα να’χει πια θαμπώσει

(δοκιμάζει τα φαγητά)
(δοκιμάζει τα πιοτά)

Πως τρέμουν τα πόδια μου και λαχταρά η ψυχή μου

Αν είναι τώρα και φανεί θα σβήσει την πνοή μου

(Φεύγει τρεχάτη, επιστρέφει στο πουλί)

Το πουλί, την παίρνει και φεύγουνε πάλι.

-”Υπομονή μικρούλα μου, ας πάμε στη σπηλιά μας

Κι αύριο ξαναρχόμαστε, είν’ο καιρός μπροστά μας”

(Φεύγουν όπως την προηγούμενη φορά για την σπηλιά,ξαναγυρίζουν το άλλο βράδυ) Μισάνοιχτη μου φαίνεται η πόρτα, που να βγαίνει;

Στο χωλ ή σε δωμάτιο ή στο λουτρό πηγαίνει;

(Πλησιάζει ρίχνει μια ματιά)

… (πλησιάζει το κρεβάτι,, ο Τζίνι είναι ξαπλωμένος και φαίνεται να κοιμάται)

-”Χιόνι βλέπω στη θωριά του και κατάμαυρα μαλλιά

Τα καμαρωτά τα φρύδια, από κόρακα φτερά

Κόκκινα τα μάγουλά του, αίμα στάζουνε λαγού

Κι αν ανοίξουνε τα μάτια, θα μου πάρουνε το νου”

-”Είμαι ο Μαντσινι ζωντανός, κορίτσι μη φοβάσαι.

Μα πως ξεφύτρωσες εδώ; Από ποιόν τόπο να’σαι;”

-”Από μακριά έρχομαι πολύ” μιλάει η μικρή Κυρία

και λέει στον Μαντσίνι της όλη την ιστορία

-”Άργησα και περιμένει το πουλί που μ’έχει φέρει

Με καλεί…θα υποφέρει…

εξημέρωσε…πεθαίνει

της Δίνει το δαχτυλίδι του, -”πάντα να με θυμάσαι”

Τρέχει γρήγορα στο παράθυρο:

-”Φοβάμαι πως ξεχάστηκα, το φως θα το σκοτώσει

Θε μου τον Ήλιο κράτησε, πριν βγει να ξημερώσει”

(φεύγουν γρήγορα).

Φτάνουν στη σπηλιά, το πουλί είναι τελείως εξαντλημένο.

Μην κλαίς και μην οδύρεσαι, γραμμένο το’χε η μοίρα

Στο τέλος πήγαμε καλά κι απ’τη χαρά σου πήρα

Λέει το πουλί : -”παράτησε τα κλάματα και σκέψου τι θα γίνει

(τελείως εξαντλημένο, μιλά αργά)

Μπροστά σου δες ανοίγονται, ο δρόμος του καλού σου

Και το στρατί που σαν διαβείς, θα φτάσεις στου κυρού σου.

Η κοπέλα αποφασίζει να τον βρει.

-Πέρασαν εφτά χρόνια, φτάνει στην Μάντσα ρωτάει: 
-”Πως τηνε λεν την πόλη σας και ποιος τη διαφευτεύει ;

” 
Της λένε : -”Μάντσα την καλούν κι ο Τζίνι βασιλεύει”

Τον Τζίνι δεν μπορείς ποτέ να δεις, να σου μιλήσει

κλεισμένος είναι μοναχά η μάνα του τον βλέπει

Ρωτάει : -”τι τον έπιασε ; γιατί ποτέ δεν βγαίνει ;”

πολλοί λεν πως τον βάσκαναν νεράϊδες στο ποτάμι

χίλιες γητειές του κάμανε, δεν μπόρεσε να γιάνει

Η Κεραδοπούλα βρίσκει τη βασίλισσα

-”Στη δούλεψή σας πάρτε με ξέρω πολλά να κάνω”

Της λέει η βασίλισσα -”κουλούρια με το μέλι

ζυμώσετε και ψήσετε μήπως ο γιος μου θέλει”

Σε κουλουράκι βάζει η μικρή το δακτυλίδι

σκέφτεται , μακάρι να το ίδει

(
Η Μάνα παίρνει το δίσκο με τα κουλουράκια και προχωρεί στα διαμερίσματα του γιου της 
Αφού δάγκωσε το τσουρέκι,κοντεύει να σπάσει τα δόντια του:)

-”Να πάρει η οργή τι γίνεται ;
Βρίσκει το δακτυλίδι και φωνάζει:

-”ποιός τα΄φτιαξε ρωτάω ;”

Μην μου θυμώνεις λέει η μάνα του, ημέρωσε και φάτα

ένα κορίτσι τα΄πλασε τόσο γλυκά κι αφράτα!

Από μακριά μας έφτασε δεν ξέρει εδώ κανένα

Να μου την στέλνεις λέει αυτός ,να τη ρωτήσω κάτι ;

-”Ανέλπιστη παράξενη στάθηκε τούτη η μέρα

από τον πάτο του γιαλού, εβγήκα στον αγέρα!

ξέρω πως επέρασες λέει το κορίτσι μα πως να σου μηνύσω

και πως να βρω το δρόμο μου κοντά σου να γυρίσω ;

Ας πούμε δοξα σοι ο Θεός…

αλλά μην συνεχίζουμε

κι οι δυο περάσαμε πολλά,άλλη φορά τ΄ αρχίζουμε

-”Ας έρθουνε λέει ο βασιλιάς, σάλπιγγες και τρομπόνια

κι οι δυνατοί ντελάληδες, με τα πλατιά πλεμόνια

ναδιαλαλήσουνε παντού, σ΄Ανατολή και Δύση

πως βρέθηκε το ταίρι μου κι ο γάμος μας θ΄αρχίσει

”
 
Λιγνο καλάμι μην κρατείς λευκό κερί μην λύσεις

το παραμύθι που άκουσες να μην το λησμονήσεις

Καλή νύχτα σας λοιπόν αφήστε τους αυτούς καλά περνάνε

κι εμείς πολύ καλύτερα 
στο σπιτι σαν γυρνάμε

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ: ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ 
Τ ΆΚΟΝΙ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ
 ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΤΟ ΚΕΡΙ

ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΤΗΣ  ΣΦΑΓΗΣ 
Τ ΆΚΟΝΙ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ
 ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΤΟ ΚΕΡΙ

Ενθύμηση Γιάννη Αλεξανδράτου, των ήχων, των χρωμάτων, της σωπής

 

Scan 12

Καλημέρα – καλησπέρα

με την κοφτερή μαχαίρα

καλησπέρα του παραμυθιού

η καρδιά να πάει αλλού

και το Βούι κάνει Μου…

το γουρούνι κάνει ούι

γιατί το΄χει αυτό το χούι

Μια φορά κι έναν καιρό

Μην πιστεύεις θα στο πω

Παραμύθι που κυλάει

Σαν ποτάμι που θα πάει

Στην θαλάσσης τα πελάη

Να μ´ ακούς και μην ζητάεις

Στο βυθό μην θες να πάεις

Είν´ Απρίλης ειναι Μάης

Scan 6

Μια φορά κι έναν καιρό…

μια κοπέλα ομορφονιά

από αρχοντική γενιά

καλοσυνάτη σπίτι σκολειό

καθημερινά πλάκα κοντύλι

διάβασμα και στο κρεβάτι

Μια σκόλη και μια γιορτινή

μέρα λαμπρή ανοιξιάτικη

μπήκε πουλάκι στο παραθύρι τ΄ ανοικ

-”τον πεθαμένο που θα δεις

αυτόνε θα τον παντρευτείς

είπε και πέταξε μακριά …

 

Το μαχαίρι...
Το μαχαίρι…

Με κλάμα στον πατέρα της επήγε αλαφιασμένη

-”Αχ κύρη μου και το και το” του είπε φοβισμένη

-”πουλάκι είναι και κελαϊδεί πουλί είναι κι ας λέει”

την παρηγόρησε μ΄αυτή δεν έπαψε να κλαίει …

Μιαν άλλη μέρα ένα πρωί κένταγε στον οντάτης

τρία πουλάκιακια κάτσανε απάνω στην ποδιά της

-”Τι κάνεις σταυροβελονιά και τι χρυσοκεντάεις

νεκρό θα πάρεις άντρα σου στην εκκλησιά θα πάεις

Πάλι με κλάματα πολλά και παραπονεμένηστην μάνα και τον κύρη της πηγαίνει δακρυσμένη -”Πουλάκια είναι και λαλούν πουλιά είναι κι ας λένε”

της είπανε με μια φωνή μα μέσα τους να κλαίνε

Και κλείστηκε η κοπελιά δεν έβλεπε κανένα

Μα όταν πέρασε καιρός εβγήκε στο σοκάκι

να παίξει με τις φίλες της κουτσούνες και σκοινάκι

και μπήκαν σ΄έν΄αρχοντικό με κάγκελα σπασμένα …

σαν έφυγαν οι φίλες της κι είδε μια κάσα νεκρική με ξύλο γυαλισμένο

Με στέμμα ,κάποιον άγνωστο κίτρινο πεθαμένο

Ένα χαρτί έγραφε : εσύ που θα περάσεις τώρα,

σταμάτησε κι αν κάνεις ότι πρέπει στην κλίνη τη δική μου- θα ΄ χεις μεγάλα δώρα

όχι μόνο χίλια φλουριά μα αν είσαι άντρας Βεζύρη

θα σε κάνω εγώ κι πριν ο ήλιος γείρει

αν είσαι κόρη σύζυγος στο θρόνο μου θα γίνεις

μα για να γίνουν όλα αυτά: τρεις εβδομάδες ξυπνητή στο πλάϊ μου θα μένεις

τρεις μέρες κι ακόμα ώρες τρεις χωρίς να κλείσεις

μάτι έτσι πρέπει για να χαθεί της μάγισσας να λύσεις

την άδικη κατάρα της και μένα ν΄αναστήσεις!

Και το κορίτσι ανάσανε κι άρχισε να μετράει

και μια βδομάδα δυο και τρεις στο σπίτι της δεν πάει

και κλείνουνε τα μάτια της μ’ αντέχει δεν κοιμάται

και μια και δυο και μέρες τρεις κάθεται τυρανάται

Κι όταν της μείναν ώρες τρεις Και πέρασεν η μια

Μια γύφτισσα πλησίασε Που έβοσκε κοντά Τις χήνες της και κρύωνε Κι ήρθε για ζητιανιά

 

Scan 1
Η κακιά βοσκοπούλα (χηνο)

-«Κάτσε λίγο στη θέση μου Γιατί άλλο δεν αντέχω

Και θα σου δώσω χρήματα Όσα στις τσέπες έχω»

Είπε κι αποκοιμήθηκε Κι γύφτισσα γαρίδα

Το μάτι της σαν ξύπνησε Ο βασιλιάς -» Ναι σ´ είδα

Εσύ ‘ σουν η άγρυπνη και Άντεξες τρεις βδομάδες

Τρεις μέρες κι άλλες ώρες τρεις; Σου αξίζουν τεμενάδες!

Βασίλισσα και δίπλα μου Και στο διπλό κρεβάτι

Θα γίνεις αν καλοπλυθείς συγυριστείς κομμάτι;»

-» Και ποια ναι αυτή κοπελιά; Στο πάτωμα κοιμάται;

-Χηνοβοσκού που νύσταξε Κι έξω να βγει φοβάται

» Απάντησεν η γύφτισσα Χωρίς να την σηκώσει

Και την ρωτήσει ο βασιλιάς Και την ξεφανερώσει

Κι έγινε ο γάμος γρήγορα Σαν γύφτικο,σκεπάρνι

Καμάρωνε η βασίλισσα Τον <άθλο> που είχε κάνει! …

Σε πόλεμο ξεκίνησε να πάει ο βασιλιάς

Και ρώτησε τη γύφτισσα – τι θέλει να της φέρει

-”Φουστάνι με χρυσοκλωστή και κέντημα στο χέρι”

Και ρώτησε την κοπελιά : -«Πες μου κι εσύ τι θες»

-» Φέρε μου σφαγής μαχαίρι και τ΄ ακόνι υπομονής

Και κερί που φως τη νύχτα δίνει για να δει κανείς »

μην το ξεχάσεις όμως γιατί δεν θα μπορείς να κινηθείς

10006915_10202924285501402_9168268289443192638_n

Και πήγε μα και γύρισε τον λέγαν τροπαιοφόρο

και πήρε χρυσοκέντητο φουστάνι για το δώρο

της γύφτισσας μα ξέχασε αυτήν που έβοσκε χήνες …

Και σαν πήγε να κινήσει το άλογο δεν κουνούσε …

θυμήθηκε κι έψαξε παντού ότι αυτή ζητούσε …

Ο μαγαζάτορας που είχε μαχαίρι κι ακόνι και κερί

του είπε να προσέξει, τι θα τα κάνει η μικρή.

… Και γύρισε ο βασιλιάς κι έβαλε ένα σαϊνι

να δει κρυφά και να του πει τι πρόκειται να γίνει

και κοίταζε προσεκτικά κρυμμένος στον οντά

Και το κορίτσι κλαίγοντας σήκωσε το μαχαίρι

για να κτυπήσει την καρδιά με τ΄άσπλαχνό της χέρι

-”Κουράστηκα δεν άκουσα τι μου’παν τα πουλιά

και για τρεις ώρες άφησα μόνο τον Βασιλιά!”

Μα πήδηξε πέτρα σκληρή τσ΄υπομονής τ΄ακόνι

και το μαχαίρι στόμωσε δεν κόβει δεν πληγώνει!

Και δεύτερη φορά ξανά η κόρη με μαχαίρι

μα είχε έρθει ο βασιλιάς, της κράτησε το χέρι …

Και του΄πε αυτό το και το… και ξεκαθάρισέ(ν) του

κι έγινε αυτή βασίλισσα και δεν την άφησε ποτέ του

Scan
Κάρτα της ζωγράφου Μ. Σταυρακάκη

Κι η γύφτισσα εγύρισε τις χήνες να βοσκάει

και γύφτον επαντρεύτηκε πολύ καλά περνάει

Μα ούτε εγώ ήμουν εκεί ούτε σεις να το πιστέψετε…

 

ΜΑΝΟΛΗΣ ΡΟΥΣΑΚΗΣ – ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

ΜΑΝΟΛΗΣ  ΡΟΥΣΑΚΗΣ  : ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ ΤΗΣ  ΜΝΗΜΗΣ

20180604_124302

Μετά από τρία χρόνια, την Τετάρτη 30/5/2018 μαζεύτηκαν οι Ηρακλειώτες φίλοι του Μανόλη Ρουσάκη, σε κεντρικό εστιατόριο , στην «Τρυπητη», να τιμήσουν την μνήμη του.

Πρωτοβουλία της Σούλας, συζύγου του – που γνώριζε τις στενές και εγκάρδιες σχέσεις του, με την πόλη μας και τους ανθρώπους της. Πριν κρυώσει το βαθύ κι αγιάτρευτο τραύμα, η Σούλα θέλησε να μας συγκεντρώσει, για ένα ποτήρι κρασί, όπως έκαναν από τα πανάρχαια χρόνια, για να θυμηθούμε  τον περισσότερο από μισόν αιώνα σύντροφό της.

Μερικές σταγόνες οίνου στο χώμα, ζωντάνευαν εικόνες χαμένες στη αχλή του παρελθόντος, τίποτα δεν χάνεται οριστικά εδώ, κανείς δεν φεύγει χωρίς να γυρίσει συλλογιζόμουν.

Ο Μανόλης θα χαιρόταν, παρατηρώντας τους φίλους και τις ερίτιμες συζύγους , ολοι κομμένοι λες από χοντρό  στρατσόχαρτο, ζωγραφισμένοι με κιμωλίες και παστέλ.

20180530_205055

Μέτρησα τους συγκεντρωμένους, όταν έφτασε κι ο τελευταίος , πήρα φωτογραφίες κατά συνήθεια. Ήξερα ότι περίσσευα, οι συνάξεις αυτές έχουν κατ΄ ανάγκην πολλή τυπικότητα, λόγια περιττά και χειρονομίες οικειότητας που με παραξενεύουν.

Πρόσεξα πολύ τον κεντρικό(ν) ομιλητή( Γ.Ζ.) που εκτός χειρογράφου, διέγραψε χρόνια και καιρούς, προσπάθησε να σχεδιάσει το πορτραίτο του Μανόλη Ρ. όπως τον ήξερε άπειρα χρόνια. Μα αν είναι εύκολη η εξωτερική περιγραφή, εσωτερικά τα πράγματα είναι αδύνατον να προσεγγιστούν.

Ο κάθε φίλος του είχε μια δική του εκδοχή, είχε ζωγραφίσει με τρόπο ιδιαίτερο και διαφορετικά χρώμα τα τον Μανόλη, σκεφτόμουν. Οι σχέσεις δεν είναι ίδιες με τον καθένα και προφανώς ούτε τα σχέδια και τα πορτραίτα.

Ολγα, Μανώλης, Σουλα, Μίμης 2Μανόλης & Σούλα ΡουσάκηΟλγα, Μανώλης, Σουλα, Μίμης

Ο συνταξιούχος οδοντίατρος Φ.Λ. Συμπλήρωσε τον Γ.Ζ. Με πολύ ενδιαφέροντα περιστατικά, σαν ανέκδοτα φάνηκαν, μα ήταν ακριβώς έτσι ; προσπάθησα να θυμηθώ.

Οι κρίσιμες ώρες μας δοκιμάζουν, στεναχωρούν, πληγώνουν, αφήνουν κενά, μπερδεύουν αισθήματα και φαντασία. Είναι ανάγκη να τα ξεκαθαρίζουμε όλα ; Αμφιβάλλω, δεν είναι βιβλιοθήκη η ζωή μας να ταξινομήσουμε,δεν είναι κατάστημα,να τοποθετήσουμε σωστά τα προϊόντα ,με τη σειρά στα ράφια.

Μανόλης Ρουσάκης, δεν ήταν εύθυμος μα μια σατιρα τον διασκέδαζε και δε του έλλειπε το (καυστικό)χιούμορ
Μανόλης Ρουσάκης, δεν ήταν εύθυμος, μα μια έξυπνη σάτιρα τον διασκέδαζε και δεν του έλλειπε το (καυστικό)χιούμορ

Θυμόμουν τον Μανόλη, περιποιημένο…να ταν τακτικός;

Θα ρωτήσω, πως ταίριαξε με τον ανοικονόμητο Αμερικανό; Είχε κάποτε το κοκαλάκι της νυχτερίδας, πότε το έχασε;

Ζεβελακης Ρουσακης Φρεντ στη Τζια
Ρουσακης και Φρεντ στη Τζια

Δεν ήμουν ο φίλος από το σχολειό, το πανεπιστήμιο, τη γειτονιά, το στρατό. Βρεθήκαμε λόγω Δικτατορίας στο Ηράκλειο, όταν τα΄ σκιαζε όλα η φοβέρα κι τις τυπικές φιλίες τις είχε ατονίσει, ο φόβος των <φρονημάτων>, κι η κοινή μοίρα ένωνε πολύ διαφορετικούς ανθρώπους.

Τότε ξεχάστηκαν οι παλιές διαφορές κι εφηβικές αντιπάθειες, δέθηκαν με ατσάλι (όπως ο τίτλος κάποιου βιβλίου) σχέσεις ακλόνητες, με αισθήματα αλληλεγγύης και ανιδιοτέλειας. Η μεταπολίτευση θα αποκαταστήσει την κανονικότητα, θα διευρύνει τον κοινωνικό και επαγγελματικό κύκλο .

Η Μουσική του Δήμου, μαέστρος ο κ. Τζωρτζάκης, γιός του, Τζωρτζάκη επίσης μαέστρου της ίδιας Μπάντας - και σήμερα Τζωρτζάκης ο μαέστρος τέκνο του εμφαινομένου στην φωτογραφία.
Δικτατορία, Ηράκλειο – ο Αρχιμουσικός Τζωρτζάκης καμαρωτός…

Οι παλιοί φίλοι επιστρέφουν με εγκαρδιότητα, με αγάπη. Ο Μανόλης θα επιλέξει ΑΘΗΝΑ, ας είναι φανατικός Ηρακλειώτης, άλλοι θα μείνουμε από ανάγκη η τύχη στην Κρήτη . Όταν έρχεται ( τακτικά) μ´ αφορμή την επίσκεψη στην αγαπημένη του μάνα και την αδερφή του, θα ξαναζεσταθούν οι σχέσεις του σχολείου και του επαγγέλματος, του κοινωνικού κύκλου στον οποίο ανήκε παλιά.

Δεν θα εγκαταλείψει ποτέ τους άλλους φίλους του, μα όταν αραιώσουν τα ταξίδια, η ΑΘΗΝΑ , ο νέος τόπος του θα τον κερδίσει ολοκληρωτικά, η απόμακρη γειτονιά του ΠΑΠΑΓΟΥ (προάστιο), ουδέτερη, χωρίς χαρακτήρα, θα του φαίνεται ξένη. Κι´ όμως εκεί ήταν το σπίτι του, μια υπέρ άνετη μονοκατοικία, με αυλές και πράσινο, μεγάλωσαν και σπούδασαν τα πολυαγαπημένα του κορίτσια (κόρες), έζησε άνετα με την οικογένειά του. Τυχερός, ως το τέλος, που η ηλικία φτάνει το <προσδοκιμον> και αρχίζουν οι μεγάλες φθορές. Μας φάνηκε παράξενο, όταν αυτός ο ανθεκτικός, σκεπτόμενος κι ευγενικός άντρας, χτυπήθηκε από κακές αρρώστιες. Γιατί αυτός ο αγαπητός φίλος ; Ξεχνάμε πως έχουμε όλοι περάσει τη γραμμή, δεν έχουμε χρόνον άλλο.

μεταξύ των πιο παλιών φίλων του (αριστερα Γ Ζεβελάκης, δεξιά Ν.Βεριγάκης)
μεταξύ των πιο παλιών φίλων του (αριστερα Γ Ζεβελάκης, δεξιά Ν.Βεριγάκης)

Τότε κλείστηκε δεν τον είδαμε ξανά, όπως συμβαίνει με πολλούς αξιοπρεπείς και υπερήφανους ανθρώπους, όταν αισθανθούν προσβεβλημένοι ή αδύναμοι. Δεν οδηγεί μόνο η θλίψη στην απομόνωση, η ψυχική διάθεση, δεν έχει τόσο προβλέψιμες διαστάσεις, πρέπει κάποτε να απομονωθούμε, στους πιο κοινωνικούς, όπως ο Μανόλης Ρ. αυτό ίσως αυτό να είναι πιο επιτακτικό.

Μόνος ανάμεσα στο πλήθος, πρέπει να ψηλώσει το τείχος του, να μείνουν οι άλλοι απέξω. Μετά παραπονεθηκε :

<…Κουράστηκα… -ανάμεσα στο εμένα και στο εμένα >

Η βραδιά έκλεισε, η μεγάλη παρέα διαλύθηκε, από κάτω ήταν το νέο λιμάνι, με καράβια και φώτα…πιο πέρα ο Κούλες, εκεί που κάποτε Μπίας ο περίφημος προπονητής ( δάσκαλος) κολυμβήσεως μας έμαθε μπάνιο(σε δυο καλοκαίρια, δίδαξε όλα τα παιδιά του Ηρακλείου .)

 

Μιχάλης Κεφαλογιάννης, πως να λείψει από το δειπνο;
Μιχάλης Κεφαλογιάννης, πως να λείψει από το δειπνο;

Πριν αποχωρήσουν οι τελευταίοι, δυο φιγούρες φάνηκαν στο βάθος. Ο ένας , νέος μελαχρινός αδύνατος,ο άλλος σε αναπηρικό καροτσάκι. Μα που βρέθηκαν αυτοί, ποιοι να ´ναι; Στο σκοτάδι ξεκαθάρισα πρόσωπα και χαρακτηριστικά.

Βεβαιώθηκα ότι ήταν ο Μιχάλης Κεφαλογιάννης κι ο Μανόλης ο Πλαϊτης, ήρθαν συλλογίσθηκα, θέλοντας να τιμήσουν τον φίλο τους. Όμως χάθηκαν χωρίς να μιλήσουν σε κανέναν, δεν τους πρόσεξαν ή νόμιζαν ότι ήταν ξένοι.

Μανόλης Πλαίτης πίσω Ρουσάκης μπροστά-εύθυμη στιγμη
Πλαϊτης πίσω Ρουσάκης μπροστά-εύθυμη στιγμη

 

Η » φιλία δεν χάνεται αν είναι αληθινή» λέει το παιδικό τραγούδι , ο  Μανόλης έκανε πολλούς στενούς φίλους, ο Μιχάλης ήταν ο πιο στιβαρός αλλά και ευαίσθητος νέος της παρέας των Κρητικών φοιτητών του 1960/65 κι ο Μανόλης ο πιο δυνατός και ευπρόσβλητος.

Πρόλαβα τον Μανόλη Π. πριν περάσει την εξώπορτα,   <σταμάτα μια στιγμή >τον παρακάλεσα,<να πούμε μιαν κουβέντα>, με κοίταξε με κάποιαν απορία κι απομακρύνθηκε βιαστικά, πέταξε ένα χαρτάκι – το ξεδίπλωσα και αντιγράφω:

<Βαθιά ποντισμένο καράβι

τ΄ άλμπουρα σπάσανε κι το πανί

σεντόνι σχισμένο που ράβει

μνήμης χαμένης η μηχανή>

Τις νύχτες ντύνονται το παρελθόν σαν πρόσωπο -΄ίσως έτσι να ναι, λυπήθηκα που δεν πρόλαβα να τους αποχαιρετήσω.

Το λιμάνι σκοτείνιαζε, δροσιά και λάμψεις προβολέων, τρεις νέοι περπατούσαν στην προκυμαία, σιγομιλούσαν. Ένας κατάξανθος, με γαλάζια μάτια, δυο μελαχρινοί – βγαλμένοι λες από τον χρωστήρα του Δομίνικου.

Ήξερα τι θα τους συμβεί, είχα δει το μέλλον τους , προσπάθησα να αποφύγω τις εικόνες μα δεν γινόταν.

Ο Μιχάλης ήδη έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα στον δρόμο του Σουνίου, μόλις είχε αφήσει το πανέμορφο ξανθό κορίτσι του, ένοιωθε τον θαλασσινό δροσερόν άνεμο να χαϊδεύει τα μαλλιά του, η καρδιά του λαχταρούσε, ο έρωτας είχε καταλάβει κάθε ίνα του, το μυαλό του δεν χωρούσε παρά την εικόνα της, τα λόγια της, το σώμα του τη μυρωδιά και το άγγιγμά της.

Έτρεμα μ΄ αυτό που θα συμβεί. έκλεισα έντρομος τα μάτια…

Ο Μανόλης Π. χαμογελάει σαρδώνια, ξέρει πως δεν αντέχουμε εμείς αυτό που τον καταδιώκει, την τρομερή αρρώστια Burgeun.  Θα τον τεμαχίσει (κυριολεκτικά) μα δεν θα τον γονατίσει! Θα γυρίσει πολλές φορές τη γη, θα ζήσει πολλές ζωές πριν η θρόμβωση του δώσει τη χαριστική βολή.

 

Μανώλης Πλαϊτάκης, ο πιο δυνατός και ο πιο ευπρόσβλητος
Μανώλης Πλαϊτάκης, ο πιο δυνατός και ο πιο ευπρόσβλητος

Ο Μανόλης Ρουσάκης, περίμενε στο τέλος όταν έφυγαν οι πάντες, <άκουσα τη συμβουλή σου μουρμούρισε, δεν έμεινα στη πόλη μου – που ήταν δική σας πια – μα πάντα ήταν. Με τους φίλους στην Αθήνα τα καταφέραμε , λίγο πολύ. Βάλαμε κάποια πράγματα στη θέση τους, κάναμε βήματα που στο Ηράκλειο δεν γινόταν.

Κάποιος έτρεξε πιο πολύ, άλλος λιγότερο…>

Σκεφτόμουν πως συνήθισε τελικά τη μεγάλη πόλη , ήταν τακτικός, μέτρησε και διευθέτησε και καθόρισε τον χώρο του και τη ζωή του, όπως νόμιζε κι όπως του ταίριαζε. Άνοιξα το παλιό βιβλιαράκι μου, διάβασα στίχους, όπως κάποτε του άρεσε :

<…Τα περάσματα δεν φαίνονται και στα στενά η Σφίγγα δεν ξέρει αινίγματα μα συνταγές αίματος και φόβου…>

Ήταν δύσκολα μα τα κατάφερε σκέφτηκα, δεν ήταν απαραίτητο (ευτυχώς γι αυτόν) να συναντήσει τη Σφίγγα, ίσως δεν είχε χάσει ποτέ τo κοκαλάκι της νυχτερίδας…

Scan

ΜΑΝΟΛΗΣ ΡΟΥΣΑΚΗΣ – ΑΝΤΙΟ ΦΙΛΕ

ΜΑΝΟΛΗΣ ΡΟΥΣΑΚΗΣ – ΑΝΤΙΟ ΦΙΛΕ

Οι καθημερινές ειδήσεις επιμένουν να μας βομβαρδίζουν κάθε μέρα, χωρίς έλεος. Κλείνουμε τους δέκτες , σφραγίζουμε τα ραδιόφωνα, αποφεύγουμε τις εφημερίδες. Όμως η κατάσταση δεν αλλάζει, μαζεύονται πληροφορίες ανοίγουν προσωπικοί φάκελοι, με απροσδόκητες ειδήσεις.

Εικόνα7212
Μανόλης Ρουσάκης, Τρεις Καμάρες Ηράκλειο 2010

Το τηλέφωνο κι αυτή τη φορά έδειχνε Αθήνα, η Σούλα Ρουσάκη μας θύμησε τον πρόωρα χαμένο φίλο μας τον Μανόλη Ρουσάκη, μα πέρασαν δυο η τρία  χρόνια ;

Κάποιες ώρες οι αναμνήσεις μας κατακλύζουν , ο υπολογιστής είναι το αληθινό “Βιβλίο της άμμου”, του Μπόρχες, οι εικόνες κι οι περιγραφές γυρίζουν, δεν τελειώνουν ποτέ

Στη δεκαετία του 50, Γυμνάσιο οκτατάξιο (που  ήταν 6 ταξιο) τρεις μεγάλοι ( της όγδοης η της έβδομης)συζητούν πολύ σοβαρά, για τη μόδα, πως θα πρέπει να ναι  ένα σακάκι- κοντόσελο τότε, χωρίς σκισίματα. σοβαρολογούν, η εφηβική τους δίαθεση κρατάει κοντύλι και γράφει, σημειώνει- κόβει πατρόν. Ο ένας είναι ο Μανόλης, ο
 άλλος ο Μάνος ο τρίτος ο Γιώργος, μελαχρινοί κι οι τρεις, καλοφτιαγμένοι, όμορφοι. ξεχωρίζει ο πρώτος, έχει μια γλύκα στο βλέμμα και μια πονηριά χαριτωμένη, μα ειναι τόσο αθώα. Σοβαρό το θέμα τους συλλογιζόμουν

Η τριχοτόμηση της πλατείας στα 1970, δεν κατέστρεψετο κιόσκι
Η πλατεία των Τριών Καμαρών, δεκαετία 1960-70

Αθήνα, δεκαετία του 60, οδός Αρματολών και Κλεφτών, Πανεπιστήμια και μποέμικη ζωή, σε φτωχικά δωμάτια. Ο Μανόλης μένει στην κ. ΑΘΗΝΑ μια Λευκοροσ´ίδα με πιάνο και νοικιαζόμενα  δωμάτια, εμείς κοντά σενα ημιυπόγειο, του κ. Κ…., συγκάτοικος μας ο Φρεντ, ένας Αμερικανός λιποτάκτης του Βιετνάμ  ( το μάθαμε πολλά χρόνια μετά)…

Πως συνέβη άγνωστο μα ο Φρεντ ταίριαξε με τον Μανόλη Ρ., η φιλία τους έμεινε ως το τέλος. Στα χαρακτηριστικά του η αμεσότητα η ευαισθησία, η αφοσίωση.  Τότε είχα πολλές επιφυλάξεις, τον ζήλευα και λίγο, για την άνεση και την απήχηση που είχε.

Σχέδιο του Μποστ, για το περίφημο δημοψήφισμα της Δικτατορίας
Σχέδιο του Μποστ (άρεσε σ όλους μας), για το περίφημο δημοψήφισμα της Δικτατορίας

Στη οδό Γενναδίου 1963…
Σύλλογος Κρητών και οι μεγάλες κινητοποίησεις, Δημοκρατία …Ειρήνη προίκα στην Παιδεία 15% και 114… Η παρέα μας θα γίνει στενή, συνεκτική και θα περάσει χωρίς πολλή σκέψη στην Αριστερά, η κοινωνική ευαισθησία δεν μας άφησε κανένα περιθώριο.

Ο Μανόλης συγκινήθηκε όπως όλοι, θα ενταχθεί και θα μείνει αμετακίνητος,ως το τέλος – όταν ερκετοί είχαν αλλάξει κι άλλοι έψαχναν τρόπους αναθεωρήσεων, «τα δικά του όρια είχαν ακλόνητα περιφράγματα».

 Η επέλαση των συνατγματαρχών ετοιμάζεται, μια παρέα στο Ηράκλειο, συζητάει: Μ.Συμβουλάκης(από αρισταρά)Γ.Ζεβελάκης Ε.Ματορίκου, Μ.Ρουσάκης , Μ.Ρουκακιανακης
Η επέλαση των συνταγματαρχών ετοιμάζεται, μια παρέα στο Ηράκλειο, συζητάει: Μ.Συμβουλάκης(από αριστeρά)Γ.Ζεβελάκης Ε.Καραϊνδρου, Μ.Ρουσάκης , Μ.Ρουκακιανακης 1966

Λίγο αργότερα η Δικτατορία θα ανακατέψει τα πάντα και θα φέρει τα πάνω κάτω.

Η δική μας μεγάλη συντροφιά των Κρητικών, κράτησε δημοκρατική στάση , αν και λίγοι βρέθηκαν στις φυλακές και τις εξορίες, όλοι ο καθένας με τον τρόπο του έλεγε οχι στην χούντα, κανένας δεν συνεργάστηκε. Οι σπουδές ουδετεροποιήθηκαν  , σε πρώτη φάση , όταν ολα τα’ σκιαζε η φοβέρα …

 

Δεξιά Μανόλης Ρουσάκης, με Νίκο Βερυγάκη - οι σπουδές τέλειωσαν
Aριστερά Μανόλης Ρουσάκης, με Νίκο Βερυγάκη – οι σπουδές τέλειωσαν

 

 

ο Μανόλης Ρ. κι ο Νίκος Β. Βρέθηκαν στο Ηράκλειο, ασκώντας τα( ιατρικά)επαγγέλματά τους, με ευαισθησία και αξιοπρέπεια. Βοηθούσαν όπου υπήρχε ανάγκη, κι ο κόσμος τους εκτιμούσε και τους αγαπούσε.

Κολάζ: Μανόλης Αναγνωστάκης και μανόλης Ρουσάκης, σε γραφείο στο Ηράκλειο/1976
Μανόλης Αναγνωστάκης και Μανόλης Ρουσάκης, κολάζ σε γραφείο της οδού Ρ.Χούρδου 4 στο Ηράκλειο  1989

Η διάσπαση του 1968, μας δίχασε μα όχι πολυ βαθειά , προερχόμαστε όλοι σχεδόν από Κεντρώες οικογένειες, ίσως γιατί δεν υπήρχαν συγγένειες και συναισθηματικές αντιδράσεις. Ούτε ήταν τόσο εκτεταμένα  τα τρομερά τραύματα του Εμφυλίου.

Δεν ομοφωνούσαμε αλλά τα βρίσκαμε, δεν χάλασαν φιλίες και συγγενικές σχέσεις. Η εποχή των αισθημάτων δεν θ´ αργήσει , οι αριστερές παρέες ήταν ανδροκρατούμενες και δεν ευνοούσαν τις ετερόφυλες σχέσεις. Ο μονος <δεσμευμένος >ηταν ο  Μανόλης Ρ . Απο χρόνια πολλά( 1960) μα ήταν άγνωστη η σχέση του, και τον ζήλευα ολοι όταν του έδειχναν προτίμηση όμορφες κοπέλες.

´Ομως η δικτατορία περιόρισε τις πολυάνθρωπης συναθροίσεις, την ανοικτή κοινωνική και πολιτική δράση , η ημιπαράνομη ζωη μας ´εγινε πιο εσωστρεφής, ενώ η ηλικία μας μας έσπρωχνε σε δρόμους συναιςθηματικους που αποφεύγαμε χρόνια.

Το ζεύγος Ρουσάκη, Μανολης -Σουλα, βγήκε στο φως , σαν απο σελίδες παραμυθιού(λουλούδι έμοιαζε των Αστερουσίων), ο γάμος τους έγινε στα 1970- στη μέση της χουντικής περιόδου- και σε δυο τρια χρόνια έρωτες και γάμοι (σαν επιδημία ειπε ο πανέξυπνος ηλικιωμένος φίλος μας Νίκος Π.)μεταδόθηκαν στους πάντες.

Η μεταπολίτευση, που δεν περιμέναμε, έδωσε ευκαιρίες απασχόλησης, πρωτόγνωρης ελευθερίας.

Στο Ηράκλειο πριν για λίγο, στο αγροτικό του ο Μανόλης Ρ., θα δουλέψει στο Ατσαλένιο , προσφέροντας όσο μπορούσε, στους ταλαιπωρημένους.

ο Β.Ζ. φοιτητής μεταξύ των δυο φίλων του - Ηράκλειο 1968(;)
ο Β.Ζ. φοιτητής μεταξύ των δυο φίλων του – Ηράκλειο 1968(;)

Ήμουν φοιτητής ακόμα, με βοηθούσε όσο μπορούσε και οικονομικά, δάνεια μικρά και( βέβαια ) αγύριστα.

Η Μεταπολίτευση θα τον μονιμοποιήσει στην ΑΘΗΝΑ , αν και ήταν από τους λίγους φανατικούς Ηρακλειώτες, μα δεν θα ξεχάσει ποτέ την γενέθλια πόλη του.
Εξ άλλου ζούσε στο  Ηράκλειο η αγαπημένη  του μάνα και η αδερφή του.

Το επάγγελματά του, η ειδίκευση του καρδιολόγος ( &παθολόγος) θα τον φέρει σε επαφή με σημαντικούς  καλλιτέχνες, η αγάπη
 για την ζωγραφική θα φανεί γρήγορα, δεν έγινε συλλέκτης αλλά πιο πολύ αξιόλογος  φίλος αλλά εκτιμητικής της δύσκολης σύγχρονη αυτής τέχνης.

Ο Μητροπολητικός ναός του αγίου Μηνά, προστάτη της πόλης, δεσπώζει ακόμα στο Κέντρο της
Ηρλακλειο στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης:ο  Μητροπολητικός ναός του αγίου Μηνά, δεσπώζει ακόμα στο Κέντρο της

Μελετημένος, διανοούμενος γιατρός,  εξαιρετικός στη δουλειά του, εκτιμήθηκε από όσους ήρθαν σε επαφή μαζί του, από ασθενείς του και μη.

Το χιούμορ δεν του έλειψε ούτε στις δυσκολίες που δε ήταν λίγες, η σταθερότητα στις ιδέες του στις αρχές του και η προσήλωση στους φίλους του τον χαρακτήριζαν .

Η κοινωνικότητα, η ανοικτή του διάθεση, η εξυπνάδα και οι γνώσεις του , ακόμα κι όταν την περίοριζαν συνθήκες προβληματικές, τον τοποθετούσαν στο κέντρο της σημαντικής παρέας, των Κρητικών της Αθήνας.

Μα ποτέ δεν εγκατέλειψε και του Ηρακλειώτες φίλους του, η καρδιά του κτυπούσε στην παλιά μας Πόλη, τα νεανικά χρόνια και οι τρελές της εφηβείας – ίσως είχαν αφήσει σημάδια στίγματα, που δεν σβήνουν.

Scan 1
Το παλιό Ηράκλειο, λιμάνι, πίνακας Α.Βλάση

Το καταλάβαινα τις αμέτρητες φορές που συναντηθήκαμε εδώ, στα στενά και τις πλατείες του Ηρακλείου, στα ταβερνεία και τα μπαρ. Δεν χρειαζόταν να το πει, αν και το άφηνε να εννοηθεί πολλες φορές, ήταν τόσο έκδηλη η δίαθεσή του,εδώ ηταν η πόλη του, η γειτονιά του, η δική του περιοχή , ο  τόπος του.

Μας λείπει απελπιστικά και θα τον περιμένουμε να φανεί, εδώ  καμιά απομάκρυνση δεν είναι οριστική , κανένα τέλος μόνιμο .

Του άρεσαν στίχοι…

«Στη μνήμη φυτρώνουν δέντρα

με φωλιές περιστεριών

τρέχουν ποτάμια

μ΄ασημένια βότσαλα»

Θα του λέγαμε, ξέρει πώς παίζουμε στην παράταση κι αν φτάσουμε στα πέναλτυ, τίποτα δεν θα αλλάξει…

Η Μεγάλη Πορεία Ειρήνης, το τμήμα της Ιατρικής, δεξιά κρατάει το πανώ ο Μ.Μαμαλάκης, στη μέση με το πουλόβερ Μ.Κιουρτζόγλου
Η Μεγάλη Πορεία Ειρήνης, το τμήμα της Ιατρικής με το ζωγραφισμένο πανώ – 1961-63(;)

Από μακριά ακούστηκε τραγούδι:

«Αυτούς που βλέπεις πάλι θα τους ξαναδείς

θα τους γνωρίσουν όλοι

άλλον θα λένε Κωνσταντή κι άλλον Μανόλη…»

Μαρς…βήματα, κάποια συνθήματα δυνάμωναν: «Ψωμί Παιδεία Ελευθερία…»

Είχα χαθεί φαίνεται  τελείως στο παρελθόν, έπρεπε να ξεξυπνήσω και να τον αποχαιρετήσω…

Αντίο Φίλε, καλή(ν) αντάμωση

Εικόνα7209 Εικόνα7211 Εικόνα7213 Εικόνα7206 Εικόνα7212 Εικόνα7214

ΙΣΜΗΝΗ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ : ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ (ΩΣ EΙΣ ΟΥΔEΜΙΑΝ ΠΟΛΙΤEΙΑΝ ΑΝHΚΟΝΤEΣ)

ΙΣΜΗΝΗ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ : ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

(ως εις ουδεμίαν πολιτείαν ανήκοντες)

Το βιβλίο της Ιαμηνης Καρυωτακη
Το βιβλίο της Ιαμήνης Καρυωτάκη

Οι αναμνήσεις ξυπνάνε από μιαν συνάντηση, ένα γεγονός, η οτιδήποτε απρόβλεπτο η ξαφνικό, που θρυμματίζει για λίγο την σκληρή κρούστα της καθημερινής μας ζωής.

Αυτή τη φορά ήταν ένα βιβλίο η αφορμή να γυρίσουμε τις σελίδες  και να πάμε πάρα πολύ πίσω, χάνοντας για πολύ την επαφή, μ΄ αυτό που λέμε πραγματικότητα….

Αν και περιμέναμε την παρουσίαση αυτής της έκδοσης, η έκπληξη ήταν μεγάλη. Δεν ήταν το θέμα που μας αναστάτωσε, πάρα πολλά βιβλία αναμνήσεων μετά τηνπτώση( φθορά)της πολιτικής φιλολογίας, δεν ήταν πιθανόν κάτι ν΄ αλλάξει.

 

Κώστας Καρυωτάκης, η καρδιά του ράγισε, στα μποντρούμια της χούντας.
Κώστας Καρυωτάκης, η καρδιά του ράγισε, στα μπουντρούμια της χούντας.

 

Κουκουνάκη, πεζογράφου) και του Θοδωρή Κόττα, τίποτα δεν ήταν διαφορετικό, από ότι συνήθως συμβαίνει.   Στο βιβλίο που πήρα( με καλόγουστο εξώφυλλο, σουρεαλιστικό και με συμβολικές εικόνες), η συγγραφέας, χάραξε μιαν αφιέρωση, με όμορφο στυλ, όλα τυπικά και κανονικά κι ωραία. Μα σαν να χε φανεί εκεί γύρω ο παιδικός φίλος μου. Στα τελευταία καθίσματα, νέος και ωραίος . Μόλις τέλειωσε η παρουσίαση, τον αναζήτησα , μέσα στο πλήθος των ακροατών που διαλυόταν σιγά σιγά. Που είναι ο Κώστας, ήθελα να ρωτήσω την Ισμήνη μα ήταν μπλεγμένη με άλλους πολλούς…

Από την εκδήλωση: Δεξιά Ανδρέας Σαββακης, συγκρατουμενος και ομοτράπεζοςφυλακή)με τον Κώστα Κ. (στη Δεξια η σύζυγος Ν.Γιανναδάκη)
Από την εκδήλωση: Δεξιά Ανδρέας Σαββάκης, συγκρατούμενος και ομοτράπεζος (στη φυλακή)με τον Κώστα Κ. (αριστερά: η σύζυγος Ν.Γιανναδάκη, Γεωργία Κατσαλάκη)

Τα λίγα λόγια που είχε διαβάσει πριν, ξαναγύριζαν στο νου μου, σαν μουσική από παλιό γραμμόφωνο, ξανά και ξανά…

Πρόσεξα να τους παλιούς φίλους που είχαν έρθει, κουρασμένους, ζαρωμένους σκυφτούς, ο Κώστας Καρυωτάκης που είδα, μου φάνηκε χωρίς καμιάν ρυτίδα , θα χε απομακρυνθεί. Είναι πιο αληθινός αυτός συλλογίστηκα, όλοι εμείς που γεράσαμε εν αμαρτίες, μοιάζουμε ζωγραφιές, χωρίς ζωή, πορτραίτα σαν του Ντόριαν Γκρέι.

Άρχισα να διαβάζω τη νύχτα το κείμενο…

31056858_10214627525896161_7440398719918276608_n
Κώστας Καρυωτάκης, μάλλον φυγάς έξω ( Γαλλία;)

Γρήγορα γύρισαν οι σελίδες, η συγγραφέας εύρισκε το δρόμο (τρόπο) να πλησιάσει το γούστο και τα αισθήματα μου. Δεν ήταν ένα πολιτικό βιβλίο,από τα άπειρα που έχουν κυκλοφορήσει, με αναμνήσεις και εμπειρίες- από αριστερούς κυρίως συγγραφείς.

Ο λαός γράφει την ιστορία, οι πληβίοι έχουν τη δύναμη και τις εμπειρίες, άρα κάτι έχουν όλοι να διηγηθούν, σκεφτόμαστε κάποτε, στα χρόνια της ( νεανικής) αθωότητας.

Έχουν μα δεν διαβάζονται, ελάχιστοι διαθέτουν το ταλέντο και την ικανοτήτα της διήγησης και πολύ περισσότερο της (κατα)γραφής, <την σφραγίδα της δωρεάς>. Εξαίρεση κάποτε ο Χρόνης Μίσιος, με το περίφημο βιβλίο του – μα έμεινε μόνο αυτό, σαν πολιτική κραυγή διαμαρτυρίας,όταν θέλησε να συνεχίσει είχε εξαντληθεί, τίποτα δεν είχε ως φαίνεται άλλο να πει.

image0141
Δικη του 1968, στους 16 κατηγορούμενους οι 8 είναι από την Κρήτη -πρώτος αριστερά ο Κώστας Καρυωτάκης

Η Ισμήνη Καρυωτάκη όμως δεν επιχείρησε μιαν εξιστόρηση εμπειριών και πολιτικών σχέσεων και αγώνων. Ας είχε θέμα της έναν από τους (αγνώστους στο ευρύ κοινό )ήρωες της αντίστασης στη Δικτατορία. Ας έζησε τότε κι η ίδια μέσα στο σκληρό πλαίσιο της ελληνικής πραγματικότητας, της πίεσης και της βίας. Οι αριστερές ιδέες της διατυπώνονται ή υπονοούνται μα δεν διακηρύσσονται,ούτε κραυγάζουν. Ο πρωταγωνιστή της, ο σύντροφός της ο Κώστας Καρυωτάκης, δεν είναι εξ άλλου ινστρούκτορας , ούτε φανατικός κάποιου κόμματος.

Είναι ένας όμορφος νέος, τρυφερός και ντελικάτος και υπερήφανος, που δεν θέλησε να σκύψει τον αυχένα στην τυραννία.

Θα πει το μεγάλο οχι, κι αυτό θα καθορίσει τη ζωή του. Ο ποιητής λέει: <Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι, όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει εκείνο τ’ όχι — το σωστό — εις όλην την ζωή του> Στον Κώστα θα συμβεί κάτι πιο πολύ, θα καταβάλλει τη ζωή του όλη, προσφορά <θυσίαν αινέσεως> στην Ελευθερία της Πατρίδας . Η συγγραφέας, ξέρει τους αγώνες την προσφορά τις επιπτώσεις, μα δεν καταγίνεται με τις ταπεινές και τριμμένες λεπτομέρειες. Παρά τη διήγηση που ακολουθεί αναγκαστικά περιγραφές και τόπους και ανθρώπους και πράγματα, μένει σε αισθήματα που υποβόσκουν και χρωματίζουν και χαρακτηρίζουν το κάθε τι. Παντού είναι ο αγαπημένος της, τον λαχταρά τον περιμένει . Η πολιτική έχει χάσει τη σημασία της, η εργασία της το περιεχόμενό της, οι φίλοι την αξία τους.

 

Ένα ιδανικό ζευγάρι - μέσα στη θύελα της Δικτατορίας
Ένα ιδανικό ζευγάρι – μέσα στη θύελα της Δικτατορίας

Τη δεύτερη νύχτα συνέχισα την ανάγνωση με ένταση. Με κόλλησε στις σελίδες της, όταν έφτασα στη μέση- το ζευγάρι είχε απομακρυνθεί, γύρισαν στην πατρίδα, χωριστά. Η πρωταγωνίστρια (Ισμήνη) περίμενε τον αγαπημένο της και όταν έφτασε δίστασε να τον συναντήσει, κάποιος φόβος, υπόγειος, παράξενος,την απομάκρυνε. Μπορεί να συμβεί συλλογιζόμουν, η μεγάλη αγάπη είναι απερίγραπτη, ίσως φοβίζει…

Ήρθε στο νου μου η ΚΕΡΑΔΟΠΟΥΛΑ στο παραμύθι του Τζίνι Μαντσίνι. Κι αυτή δεν θέλησε να μείνει να δει αμέσως τον αγαπημένο της, το ανέβαλε δυο φορές…

Ο Κώστας Κ. προερχόταν από μιαν κρητική οικογένεια και συνδεόταν με τις καλύτερες φιλελεύθερες παραδόσεις του νησιού μας. Βρεθήκαμε στα ίδια θρανία, στα χρόνια της στοιχειώδους εκπαίδευσης. Ήταν ένα συνεσταλμένο , καλοφτιαγμένο παιδί, με ονειροπόλο βλέμμα.

Το "Πρώτυπο" στα πρώτα μεταπολεμικα χρόνια, δίπλα το Λάκκο
Το «Πρότυπο» στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, δίπλα το Λάκκο

Ο τροχός γυρίζει οι εικόνες είναι καθαρότερες τα αισθήματα διαυγέστερα. Το Πρότυπο Σχολείο, δεν ήταν καθόλου ειδικό ή <ελιτικό> – όπως μετα την Μεταπολίτευση. Δεν έτρεχε ο κόσμος , δεν γινόταν κληρώσεις – ήταν εξ άλλου στην πιο κακόφημη γειτονιά της πόλης , στον Λάκκο( σήμερα αναβαθμισμένο…όσο γίνεται). Καθόλου σπάνιο να τριγυρίζουμε και να παίζουμε στα πορνεία της περιοχής, που τη μέρα τουλάχιστον φαινόταν ήσυχα και γραφικότατα.

Πορνείο του Λάκκου, σκίτσο του Γιάννη Ανδρεδάκη
Πορνείο του Λάκκου, σκίτσο του Γιάννη Ανδρεδάκη

Το “Πανάνειο” εν πλήρη δόξη, πρόσφερε ασφάλεια, η νοσοκομειακή του φροντίδα ήταν άμεση, έκλεινε τις τρύπες της κεφαλής μας και τα σκισίματα των ποδιών- για αντιτετανικούς βέβαια ας μην γίνεται λόγος. Ο Κώστας ήσυχος και φιλικός, δεν ξεχώριζε, αν και προερχόταν από πιο εύπορη οικογένεια – οι κοινωνικές διαφορές ήταν τελείως άγνωστες στην μικρή κοινότητα του Δημοτικού μας σχολείου. Η συμμαθήτρια βεντέτα, η Κάτια Στ., που δεν έδειχνε σε κανέναν μας προτίμηση, αποφεύγοντας τα βλέμματα και τις πάρεες μας,  μόνο  στον Κωστα μιλούσε πότε πότε. Στο Γυμνάσιο (για λίγο )διαφοροποιήθηκαμε, ο φίλος μου έδειξε άνετη προσαρμογή, εγώ καθυστέρησα να ενταχθώ , κι οταν συνέβη τον είχα χάσει ( είχε μετακομίσει σε άλλο Γυμνάσιο) .

Νεοκλασικό αρχοντικό, στα στενα της οδού Ρενιερη, πατρικό του Κώστα Καρυωτάκη
Νεοκλασικό αρχοντικό, στα στενά της οδού Ρενιερη, πατρικό του Κώστα Καρυωτάκη

Στα φοιτητικά χρόνια σ΄ αλλες κατευθύνσεις απομακρυνθήκαμε, αλλά έτυχε να βρεθούμε κάτω από την γοητεία της Μαρίας Σ. μιας όμορφης κρητικοπούλας μελαχρινής που σπούδαζε ζωγραφική. Δεν ενθουσιάστηκα που προτίμησε τον φίλο μου, μου φάνηκε φυσικό – ούτε με παραξένεψε που δεν ανταποκρίθηκε τελικά ο νέος στα αισθήματά της.

Κάρτα κολάζ της ζωγρφαφου Μαρίας Στ. 1981
Κάρτα κολάζ της ζωγράφου Μαρίας Στ. 1981

Η χούντα, ήταν μια τρομερή κατάσταση και απερίγραπτη δοκιμασία. Όταν έγιναν οι πρώτες μεγάλες συλλήψεις του Ρήγα Φεραίου, έτυχα κοντά – την άθλια δικτατορία με τις βάρβαρες πιέσεις και τα βαςανιστήρια , ακολούθησε η βαθειά απογοητεύση της διαίρεσης της Αριστεράς ( διάσπαση 1968).

Η συγγραφέας μας θυμίζει μα δεν εμπλέκεται με το τραυματικό πολιτικό παρελθόν , η ιστορία της αρχίζεις στα 1972 και κρατά λίγο . < ´Οσο κρατάει ένας στεναγμός > όπως είναι ο τίτλος του βιβλίου της Ανν Φιλίπ, που το έγραψε μετά τον πρόωρο χαμό του διάσημου και κοσμαγάπητου ηθοποιού και συντρόφου της.

Ζεράρ Φιλίπ, ηθοποιος (1922-1959)περιοδικό Γαλλικό 1945, αρχείο ΑΛΚΜΑΝ
Ζεράρ Φιλίπ, ηθοποιος (1922-1959)περιοδικό Γαλλικό 1945, αρχείο ΑΛΚΜΑΝ

Το βιβλίο της Ισμηνης, μου έφερε στο νου τον σημαντικό καλλιτέχνη, που έζησε όσο κι ο πρόωρα χαμένος φίλος (37-38 χρόνια) κι η τελευταία του σύζυγος τον έκλαψε με ένα εξαιρετικής ευαισθησίας κείμενο.

Η διαφορά είναι ότι η Ανν έγραψε το βιβλίο της αμέσως,για να εκφράσει το σπαραγμό και την απόγνωση της για τον άδικο χαμό του συντρόφου της.

Η Ισμήνη μετά από 40 χρόνια αισθάνθηκε την ανάγκη να μιλήσει για τον αγαπημένο της, μόλις ησύχασε κάπως η άγρια θάλασσα της λύπης της, όταν στέγνωσαν τα δάκρυα και στόμωσαν οι στεναγμοί. Είναι δυο βιβλία με πολλές εσωτερικής ομοιότητες, παρά τις εξωτερικές διαφορές .

<Η αγαπη ´ολα τα θελει κι ´ολα τα μπορεί, >´εγραφε σε μαθητικό  Λεύκωμα μια νέα του 1935, την αγάπη περιέγραψε σε πολλές σελίδες η Ισμήνη Κ. Χωρίς γλυκόλογα και αισθηματολογίες, όταν οι ελπίδες καταρρέουν όταν η πίστη θρυμματίζεται, η αγάπη μένει – θέλει να μας πει.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

30859533_1996637577110391_928868462_n

Όρθιοι από αριστερά 2η Η Ρένα Χατζιδάκη (Κατάσταση πολιορκίας), Λιάνα Παρλαμά, Γ.Ζεβελάκης,Γιώργος Μαμαλάκης, Κώστας Καρυωτάκης,άγνωστη και καθισμένος ο Στέλιος Καστρινάκης( Από εκδρομή του Συλλόγου Κρητών Σπουδαστών το 1961 κάπου στην Εύβοια)

Το βιβλίο της Ανν Φιλίπ (πρώτη έκδοση 1955)
Το βιβλίο της Ανν Φιλίπ (πρώτη έκδοση 1955)

 

Ισμήνη Καρυωτάκη, αρχιτέκτων τη γενιάς του Πολυτεχνείου
Ισμήνη Καρυωτάκη αρχιτέκτων,  στις παρυφές της γενιάς του Πολυτεχνείου

Παρουσίαση :απο αριστερά Ισμηνη Καρυωτακη, Νικη Κουκουνάκη,Βασίλης Κοτούλας
Παρουσίαση :απο αριστερά Ισμηνη Καρυωτάκη, Νίκη  Τρουλλινού(Κουκουνάκη),Θοδωρής Κόττας- δεν διακρίνεται η Ελένη Γιαμαλάκη,που διάβασε ορισμένες σελίδες.

 

ΠΑΙΔΙΚΗ ΜΟΥΣΑ : Η ΚΑΜΗΛΑ (ΜΝΗΜΗ ΦΕΫΖΑΛ)

Η ΚΑΜΗΛΑ

Ενθύμηση : Φεϋζάλ

Ο Φεϋζαλ, στην πόλη των παραμυθιών
Ο Φεϋζαλ, στην πόλη του ουρανού  ( σχέδιο- κολάζ Σ.Ζ.)

 

Αγαπάς τα σύκα μήλα;
Αγαπάς και την καμήλα;

Λέγαν ολα τα παιδια
Που δεν είχαν δει ποτέ τους
Της ερήμου τη δρομάδα…
Και πουλούσαν εξυπνάδα

Οταν πήγαν στο σχολειό
Μάθανε κι όλα τα ζώα
Στις ερήμους της Ασίας
Αφρικής και αραβίας

Ένα ζώο με καμπούρα
Είχαν σ´ όλες τις δουλειές
Την καμήλα που αντέχει
Και χωρίς νερό να τρέχει

10524976_10203165893701456_643851694_n-1

Για μεταφορές μεγάλες
Απ´ του μεταξιού το δρόμο
Και το γάλα της το δίνουν
Σ´όλα τα παιδιά να πίνουν

και το κρέας της το τρώνε
Μα και καπνιστό το κάνουν
Και το δέρμα της απλώνουν
Και σκηνές μ´αυτό σηκώνουν

Τις οπλές της δεν αφήνουν
Και το τρίχωμα της παίρνουν
Για να πλέξουνε να υφάνουν
Ρούχα και σκουτιά να κάνουν

Αγαπάς τα σύκα μήλα;
Αγαπάς και την καμήλα;

Είναι ζώο που προσφέρει
Και ποτέ του δεν ξεχνάει
πάντα διπλοαναχαράσει
Τα ξερά χόρτα σαν φάει

Εκτός από τις δρομάδες
Είναι κι οι βακτριανές
Οι καμήλες που έχουν δυο
Πάνω τους ψηλές κορφές

280px-2011_Trampeltier_1528

Αγαπάς τα σύκα μήλα;
Αγαπάς και την καμήλα;

Ναι την αγαπώ πολύ
Είναι πρόσχαρη και τρέχει
Μες την άμμο την καυτή
Και παράπονο δεν εχει

30710256_10213559306610283_8396409576164950016_n

Είχα κι ένα φίλο κάποτε

τον αγάπαγα  πολύ

Φευζάλ τον λέγανε

κι ήτανε καλό παιδί

 

Ήρθε από την Αραβία

το νησί της το Μπαχρέι(ν)

κι είχε μια μικρή καμήλα

που  φωνάζαν  όλοι Φέυ

 

Έφυγε όμως γρήγορα

βρέθηκε  στον ουρανό

κι από κει ψηλά μας βλέπει

με χαμόγελο  γλυκό

Κι η καμήλα του κοιτάζει

τις εκτάσεις της ερήμου

συνεχώς αναχαράζει

αχ! λέει : να ταν μαζί μου

 

images-3

ΣΤΙΧΟΙ: ΑΦΙΕΡΩΣΗ (ΣΤΗ ΣΟΦΙΑ ΚΟΛΟΤ.)

 

Ανέμη, διασκευασμένη σε παιδικό μύλο(Α.Νικολαος)
Ανέμη, διασκευασμένη σε παιδικό μύλο(Α.Νικολαος)

Α Φ Ι Ε Ρ Ω Σ Η

                          Στη Σοφία Κολοτ.

 

Στο ανέφικτο που θέλεις να συμβεί

Σ΄αυτό που δεν το περιμένεις

Σ΄ότι φοβάσαι κι αγαπάς πολύ

Σ΄’οτι σε πνίγει…κι ανασαίνεις

 

Στο ψέμα που θα πρέπει να το πεις

με φυσικότητα μεγάλη

και στην κουίντα που θα΄χεις να κρυφτείς

απ΄τα δικά σου μάτια πάλι

 

Σε σένα που κοκκίνισες πρωτού

σ΄αγγίξει ο παιγνιδιάρης έρως

στα χείλη με τη γεύση του λωτού

σ΄εκείνο το λημσονημένο μέρος

 

Στων αισθημάτων τον θολό βυθό

και στων παιδιών την απορία

στο ψέυτικο που μοιάζει αληθινό

στη νοσηρή τη φαντασία

 

Σ΄αυτούς που στο κενό ακροβατούν

σ΄ εκείνους που αμφιβάλλουν και ρωτούν

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
Από την συλλογή  ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΑ ΚΥΘΗΡΑ, πρόχειρη έκδοση Μάιος 2007 σε 30 αντίτυπα (διορθωμένο)

Το "φρύδι του Νότου"
Το «φρύδι του Νότου»

 

 

ΞΕΡΕΙΣ ΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ ; ΠΑΡΩΔΙΕΣ

996995_985273201580172_4963360525288934527_n

ΞΕΡΕΙΣ ΤΗ ΧΩΡΑ ΠΟΥ ΑΝΘΕΙ

ΦΑΙΔΡΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΕΑ;

 

Εύθυμοι στίχοι,  από το….1882  στο  1902 και μετα στο 1982…και τις μέρες μας

Ξεύρεις τη χώρα  που ανθεί

φαιδρά πορτοκαλέα

που κικκινίζει η σταφυλή

κια θάλλει η ελαία;                  (Άγγελος Βλάχος 1838-1920)

 

Ξεύρεις τη γην όπου ανθεί

φαιδρά πορτοκαλέα

και στέφει κάλπας κάλπηδων

η δάφνη κι η ελαία ;

τα κεφαλια παν αργα -και γρήγορα τα πόδια
τα κεφαλια παν αργα -και γρήγορα τα πόδια

Ξεύρεις τη γην  που τρέφονται

τα πιο μεγάλα βόδια

που τα κεφάλια παν αργά

και γρήγορα τα πόδια;

Ξεύρεις την γην που θαλερά

διατηρεί τα νιάτα μας

κι όλες οι γλώσσες κόβονται

απ΄την φιλοπατρία;

Ξεύρεις την γην που πάντοτε

κατηγορούν τη γάτα μας

πως έχει μλατια γαλανά

και την ουράν μακρία;

 

Ω!δεν το αγνοεί κανείς

αυτό το δόλιο ρημαδιό

είναι η γη η Ελληνίς                  Π.Δημητρακόπουλος (1864 -1922)

 

Ξέρεις την χώραν που ανθεί πολλή κακαογλωσσία

που κιτρινίζει η εντροπή και θάλλ΄ η αγυρτεια;

Όπου κεφάλια σεβαστά μοιάζουν με κολοκ΄θια;

όπου ο καφές αφέψημα θα πει από ρεβύθια;                         Κ. Βελλίδης  (Θεσσαλονίκη)

Scan

Ξέρεις την χώραν που ανθεί

και θάλλει η ελαία ;

Κι όπου δουλειά δεν προχωρείς

ούτε υπόθεση, χωρίς

τη σχετική  λαδέα;

Που όταν η στιγμή θα ρθει

πότε ως τσεκ θα επιδοθεί

και πότε ως φακελέα;

-Η χωρα αυτή είν΄ εμφανής

αλλα να μην την πει κανείς

Τμημα της γελοιογραφιας, για ανάγνωση
Τμημα της γελοιογραφιας του Μποστ

Η  χώρα αυτή από καιρού

είναι φτωχή και φουκαρού

Και ψευτοζεί με δανεικά

Ευρωαμερικανικά.

Κι εχει για σύμβολό της

-βεβαίως το λαό της.

«Προ πάντων η λιτότης !

Σφίψχτε  τη ζώνη σας παιδιά

ένεκα η αναπαραδιά.

Θα ρθει και η  καλή σοδιά»

Κι όσο επαναλαμβάνονται

τέτοιες σκληρές κουνβέντες

τόσο και πιο αυξάνονται

οι κρατικές Μερσέντες!

Ξέρεις την χώραν όπου ανθεί

και θάλλει η σκανδαλέα;

Που δεν περναει εβδομάς

χωρίς,με όλα ςτας τιμάς

να βγει και κάποιο σκάνδαλο

σε δημοσία θέα;

και δια ταύτα κι επειδή

τι έχει γίνει δηλαδή;

Εκείνοι που τα πιάσανε

το πήραν το λαχείο.

Σε λίγο οκόσμος τα ξεχνά

και η υπόθεση περνά

και μπαίνει στο αρχείο…

κι ως πριν να σβήσει αυτή η βουή

βγαίνει στη μέση ενα πρωί

το σκάνδαλο το νέο !

Κι αν τύχουνε και μερικοί

πουναι στα χέρια παστρικοί

και δεν αγγίζουν τίπτε

τιμίως κι υπερηφάνως 

κερδίζουνε οπωσδήποτε 

τον τίτλο του αυνάνος….     (Π.Παπαδούκας (1907-87)

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:Από το περιοδικό του ΝίκουΛογοθετη, υτεύχος 4 , 1997