ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ – ΤΣΙΚΑΛΑΣ : ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ

ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ – ΤΣΙΚΑΛΑΣ  ΤΙΜΗΤΙΚΗ  ΕΚΔΗΛΩΣΗ

Εικόνα1193
Αριστερά Μ.Φαρσάρης, δεξιά Γ.Μαρκόπουλος

Πραγματοποιήθηκε με μαγάλη  επιτυχία στο Οροπέδιο Λασιθίου τιμητική εκδήλωση για τον Γιώργο Μαρκόπουλο και τον Μανόλη Τσικαλά.

Έγκριτοι δικηγόροι του Ηρακλείου και οι δυο, έγιναν γνωστοί στο ευρύτερο κοινό από τις παραστάσεις της θεατρικής ομάδας του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου, που είχαν επαγγελματική αρτότητα και εξαίρετες ερμηνείες.

Ξεξιά Γ.Μαρκόπουλος
Ξεξιά Γ.Μαρκόπουλος

Ο πρώτος (Γ.Μ.) που σπούδασε  Νομική  και Θέατρο στην Θεσσαλονίκη, σκηνοθέτησε υποδειγματικά όλες τις παραστάσεις, αλλά είναι και θεατρολόγος και ερευνητής , και στέλεχος παλιότερα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Δήμαρχος Τζερμιάδω(ν).

Σκηνή από το έργο του Καζαντζακη, ο Τσικαλάς στο κεντρο (πίνακας του Ρουσσέτου Παναγιωτάκη)
Σκηνή από το έργο του Καζαντζακη, ο Τσικαλάς στο κεντρο  δεξιά Μ.Σφακιανάκης  Ν. Φαρσάρης (πίνακας του Ρουσσέτου Παναγιωτάκη)

Ο δεύτερος (Μ.Τ) έδωσε δείγματα ενός εξαιρετικού υποκριτικού ταλέντου, αλλά  είναι καιπαραδοσιακός  ποιητής  με πηγαία έμπνευση (έχει εκδόσει δύο εργασίες του που είχαν σημαντική απήχηση), αλλά και ζωγράφος (ναϊφ) και γλύπτης.

Εικόνα7217
Μ.Τσικαλάς, με το έργο του ΜΕΡΤΕΜΙ

Κεντρικός ομιλητής στην εκδήλωση ήταν ο κ. Μιχάλης Σφακιανάκης, διαπρεπής δικηγόρος αλλά και μέλος της Θεατρικής Ομάδας , ενώ χαιρέτισαν και μίλησαν πολλοί παράγοντες του Οροπεδίου.

 

Εικόνα2415
Από δεξιά Ρ.Ντέϊλι (έγραψε μουσική για μια παράσταση)Μ.Ασκορδαλάκης(έπαιξε στον Καπετάν Μιχάλη), Μ Μαρκόπουλος

Εκτεταμένη παρέμβαση έκανε ο καθηγητής πανεστημίου κ. Κασσωτάκης, ενώ παρευρέθηκε ο παλιός Πρόεδρος του Δικηγορικού τους Συλλόγου κ. Μιχάλης Φαρσάρης, που ίδρυσε κάποτε (1993)μετά  από εισηγηση του Γ.Μαρκόπουλου, την καλλιτεχνική αυτή ομάδα των νομικών.

Η κ. Κατερίνα,Αποστολάκη - Ξηριτάκη, εξαιρετική στην παράσταση ΠΛΟΥΤΟΣ
Η κ. Κατερίνα,Αποστολάκη – Ξηριτάκη, εξαιρετική στην παράσταση ΠΛΟΥΤΟΣ

Ο ΑΛΚΜΑΝ συγχαίρει τους τιμηθέντες, που πολλές φορές παρουσίασε (το έργο τους) αναλυτικά στο παρελθόν, από το διαδίκτυο ή την τοπική εφημερίδα ΤΟΛΜΗ

Δισέλιδο της ΤΟΛΜΗΣ, αφιερωμένο στην παράσταση των Δικηγόρων- Τρίτη 1 Ιουλίου 1997
Δισέλιδο της ΤΟΛΜΗΣ, αφιερωμένο στην παράσταση των Δικηγόρων- Τρίτη 1 Ιουλίου 1997

 

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ : ΣΤΙΧΟΙ ΑΓΑΠΗΣ

Κάρτα πρόσκλησης της εκθεσης του Μανόλη Σαριδάκη στον ΕΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΥΚΛΟ-Κολωνάκι
Έργο  του Μ ΣΑΡΙΔΑΚΗ(η βάρκατου δεν έχει κουπια…)

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΟΤΙΝΗ

 

Ψήγματα χρυσού

ασημένιων αισθημάτων

Ζάλη γλυκειά

μουδιάζει εκτάσεις

του σώματος

Κι ο νους ταξιδεύει :

βάρκα με πανιά

κουπιά

και  τιμόνι

 

17.8.2017

Το παλιό λιμάνι, λάμπει -Ηράκλειο 2.2.2016
Το παλιό λιμάνι, λάμπει -Ηράκλειο (2016)

 

Ο ΠΟΛΥΡΟΒΙΘΑΣ – ΤΟ ΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Ο   Π Ο Λ Υ Ρ Ο Β Ι Θ Α Σ

Ενθύμηση:  Τάκη Βικ.Παππά και Τάκη Κουλάνδρου

ιδανικών εκφραστών της μεγάλης ουτοπίας, των φοιτητικών χρόνων

 

Το γουρούνι κάνει «ούι-ούι»

και «μου…μου» κάνει το βούι

κι κοτούλα κο-κο -κο

όταν κάνει το αυγό

κι η γιαγιάκα όλο γκρινιάζει

όταν τα κουκιά της βράζει

Μα θα πει το παραμύθι

ξεκινάει με το ρεβίθι

που θα πρέπει να φυτρώσει

πλούτη αμέτρητα να δώσει

Το καλό μας παλικάρι ένα βρήκε το’ χει πάρει

Κάποτε στην Ανατολή ζούσε με το παιδί της

κάποια γυναίκα πάμφτωχη – το ΄χε πάντα μαζί της

γιατί εξενοδούλευε στις μεγαλοκυράδες

έπλενε και καθάριζε τους έκανε μπουγάδες

Scan 11
Ο Βασιλιάς ήταν λιγάκι αμπάσος….

σε λίγο που μεγάλωσε το΄στελνε στο σχολείο

κι έμαθε γράμματα πολλά του΄δωσαν και βραβείο

 

Κι ‘ένα ρεβίθι του ΄τυχε κάποτε να μαζέψει

και ρώτησε τη μάνα του τι βγάνει αν το φυτέψει

Πήρε κοντύλι και χαρτί – για να υπολογίσει

αν το φυτέψει άραγε – τι θα΄χε να κερδίσει ;

κι όταν τάπάντησε αυτή – “καθ΄ ένα δίνει δέκα”

σημείωσε προσεκτικά – τι του΄ πε η γυναίκα

 

Τα υπολόγησε μετά – τα δέκα αν θα φυτέψει

εύκολα βρήκε πως εκατό- θα χουνε ξετελέψει …

 

Καλός αν ήσουν μαθητής μπορούσες να μαντέψεις

τα εκατό δίνουν μετά χίλια αν τα φυτέψεις

Κι άρχισε να ζαλίζεται σαν έφτασε τα μύρια

κι ύστερα χιλιάδες εκατό μετά εκατομύρια…

Ήταν η αριθμητική σωστή και πλούσιος είχε γίνει

κι΄ένα ρεβίθι μοναχά στην τσέπη του έχει μείνει

Οι πράξεις ήτανε σωστές μα του’ λειπεν η πείρα

“τα χίλια τ΄ άπιαστα πουλιά δεν κάνουνε μια λίρα”

 

Κι άρχισε να το διαλαλεί πως έχει πλούτη τόσα

όσα του δίνουν οι σοδειές τω ρεβιθιών σε γρόσα

 

Τελάλη διάταξε να πει πως θέλει να νοικιάσει

χώρο για τα ρεβίθια του κι όσο να ΄ναι να πιάσει

 

Όμως δεν βρέθηκε κανείς με αποθήκες τόσες

και πήγε στην πρωτεύουσα μήπως και βρει καμπόσες

Και το ΄μαθε κι ο βασιλιάς που ήτανε κι αμπάσος

και ζήτησε να τονε δει τον πλούσιο και καπάτσο

Ο νέος τ΄άρεσε πολύ και σκέφτηκε την κόρη

που είχε την μονάκριβη να παντρευτεί τ αγόρι

 

Το ΄πε στον Πολυροβιθά κι η Νένα θα την φέρει

κι αυτός τρελάθηκε γιατί έλαμπε σαν αστέρι

Καταξάνθα είχε τα μαλλιά τα χείλη κοραλλένια

και μιαν ελιά στο μάγουλο τον έβαζε σε έγνοια

-”Για χώρους μην ανησυχείς πολλούς εγώ θα κτίσω

και τους καρπούς που μάζεψες θα τους τακτοποιήσω”

Ο Βασιλιάς του δήλωσε και ζήτησε να πάνε

στη χώρα του και τους γονιούς πρέπει να συναντάνε

Πικασό, το τσίρκο (γαλάζια αποχή)
Πικασό, (γαλάζια αποχή)

Μόλις το μάθουνε κι αυτοί και δώσουν την ευχή τους

αμέσως γάμος θα γενεί και θα ναι όλοι μαζί τους

Γιατί κι αν είναι άρχοντες μεγάλοι οι δικοί του

αυτός είναι ο Βασιλιάς στην χώρα τη δική του

Μα πριν να ξεκινήσουνε στου Ροβιθά τη χώρα

ζήτησε ο νιος να πάει μπροστά τουλάχιστον μιαν ώρα

-”Πρέπει να πάω πιο μπροστά να τους ειδοποιήσω

μην πάθουνε τραμπάκουλο μαζί σας σαν γυρίσω”

Κι έφυγε αμέσως πιο μπροστά και πέρασε πεδιάδες

πολλές χιλιάδες βόσκανε τετράπαχες γελάδες

 

Απ ΄τους βουκόλους ζήτησε να πουν αν τους ρωτήσουν

για τα παχιά γελάδια τους ποιου είναι ν’απαντήσουν

«Είναι του Πολυροβιθά που  είναι  καλός κι ωραίος

Γιατί θυμώνει ο Βασιλιάς και κόβει το κεφάλι

σ΄όποιον αυτό δεν θα του πει , θα ΄χει μεγάλο χάλι

Ο νέος χρόνος σβήνει τον προηγούμενο...
οι `ερωτησεις  δεν ήταν Εύκολες…

Μετά πιο κάτω πήγε και συνάντησε χιλιάδες

κατσίκια μα και πρόβατα στις πράσινες κοιλάδες

Απ΄ τους βοσκούς εζήτησε τα ίδια με τους άλλους

είναι δικά του να του πουν, αλλιώς θα βρουν μεγάλους

μπελάδες από το Βασιλιά που γρήγορα θυμώνει

μα αν πουνε Πολυροβιθάς καθένας τους γλυτώνει

Και στα λιβάδια που έτρεξε τα στάχια κυματίζαν

από σπαρτά ατέλειωτα που οι γεωργοί φροντίζαν

Τα ίδια πάλι και σ αυτούς, που τόσο φοβηθήκαν

που ότι θέλησε να πουν αμέσως το δεχθήκαν

 

Μα τέλος έφτασε μακριά πυργόσπιτο μεγάλο

είδε που πιο λαμπρό στον κόσμο δεν είχε άλλο

 

Ο υπηρέτης τ΄άνοιξε του ΄πε να περιμένει

γιατί ο Αφέντης είχε την κουβέρτα του απλωμένη

Στον κήπο του ν΄ αναπαυτεί είναι μεγάλος Δράκος

ίσως να θέλει να σε δει δεν του αρέσει ν αδικεί

Και φάνηκε, πράσινος ήτανε και τα μαλλιά γαλάζια

τα μάτια του αστράφτανε σαν να ΄τανε τοπάζια

Και τι γυρεύεις από δω καθόλου δεν φοβάσαι;

τον ρώτησε, κι απάντησε – “ Είμαι να με λυπάσαι

λογάριασα δεν έκανα λάθος ίσως κανένα

και να πληρώσω προσπαθώ πάρα πολλά σπασμένα…”

-” Του είπε ο γίγαντας μετά : Θα ΄χεις μιαν ευκαιρία

θα σε ρωτώ κι αν απαντάς πολλά θα χεις βραβεία :

τον Πύργο και τα πλούτη μου αλλιώς δεν θα γλυτώσεις

τα λάθη σου πολύ ακριβά θα πρέπει να πληρώσεις

Οι ερωτήσεις δώδεκα βάλε τα δυνατά σου

για να γυρίσεις νικητής πίσω στα γονικά σου…”

-
-”Εν τάξει ας αρχίσουμε…-”Πες μου λοιπόν το ένα ;”

-”Ένας μονάχα ο Θεός, δεν ξέρω άλλον κανένα !”

-”Και τι θα πεις για το διπλό ;”-Να δυο ξέρει καθένας

-56-
το βόδι βγάζει κέρατα”
-’Συνέχισε το τρία ;

-”Ο τρισυπόστατος Σταυρός, τον έχουμ΄όλοι χρεία”

-”Καλά τα πας το τέσσερα ; Πως σ΄έπιασα λογιάζω!”

-”Τεσσαρορόγα η γελάδα μας…””– Το πέντε τώρα βάζω’

-’Το χέρι πενταδάκτυλο !” -”΄Εξι, σωστά μετράω ;”

-”Της Πούλιας τ΄άστρα θες να πεις””-Εφτά , σε ξεγελάω ;”

-”Εφτά τα θαύματα κι εφτά σοφούς γνωρίζω μόνο”

-”Περνάς και φτάνεις, λέγε οκτώ ; “-”Χταπόδι, δεν τελειώνω ;”

\

-”Υπομονή μικρή το εννιά :”-”Εννιάμηνη γυναίκα”

-”Θαρρώ πως μου τα λες σωστά, έχει σειρά το Δέκα ;”

-”Πουλάρι στο δεκάμηνο,μην φτάσεις το σαράντα !”

-”Το έντεκα ;” -”Σε τόσους μήνες γίνεται το μοσχαράκι πάντα”

-”Τελειώνω πες το δώδεκα ;” – “Οι μήνες κι οι Αποστόλοι”

Ο Δράκος του πε πως σωστά ήτανε και θα χαρούνε κι όλοι

 

Άφησε στο μικρό τα πλούτη του και τα υπάρχοντά του

και τ΄όνειρό του έγινε πραγματικό μπροστά του

Παντρεύτηκε την όμορφη – άσπρη ΄ταν σαν το χιόνι στην κλίνη

δεν ξεχώριζε απ΄το λευκό σεντόνι

Μα έλαμπε και φώτιζε τη νυφική παστάδα

τις νύχτες δεν χρειάστηκαν λύχνο κερί ή λαμπάδα…

Και κάνανε πολλά παιδιά κι απόκτησαν εγγόνια

τι κι αν δεν είμαστε κοντά κι αν πέρασαν τα χρόνια…

….

Τ΄ άκουσες το παραμύθι που΄χε το μικρό ρεβίθι

δίχως βάτραχο μικρό

δίχως πρίγκιπα καλό

δίχως μαγικό (ν) αυλό :

 “Με ρεβίθι ρεβιθάκι

γέμισε το σακουλάκι «

 Είπε η Βάβω … χασμουρήθηκε

κι αμέσως εκοιμήθηκε…

ΣΟΦΙΑ ΛΙΛΙMΠΑΚΗ: ΚΙΜΩΝ ΕΥΓΕΝΗΣ, ΕΝΑΣ ΗΡΑΚΛΕΙΩΤΗΣ ΓΙΑΤΡΟΣ (ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ)

ΕΝΑΣ  ΕΥΓΕΝΗΣ  ΓΙΑΤΡΟΣ  ΣΤΟ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟ

Από εφημερίδα...
Από εφημερίδα…

Ο Κίμων Ευγενής δεν ήταν ένας συνηθισμένος θεράπων του Ιπποκράτη.

Είχε τη γενική αποδοχή της κοινωνίας και τη φήμη του γιατρού που έλυνε δύσκολα διαγνωστικά προβλήματα.

«Αυτό είναι για τον Ευγενή», έλεγαν όταν δεν εύρισκαν αλλού λύση και έστελναν τον άρρωστο στο ιατρείο του στην οδό Δαιδάλου, αν θυμάμαι καλά(*).

Ήταν μια πολύ γνωστή φιγούρα της πλατείας των Τριών Καμαρών. Τα βράδια καθόταν στο καφενείο του Παπακαλιάτη, πάντα μόνος.

Από νωρίς το καλοκαίρι τον βλέπαμε να κολυμπάει καθημερινά στην παραλία του Μπρα. Στο σεμνότυφο Ηράκλειο η ερωτική του ιδιαιτερότητα συζητιόταν και γινόταν σχεδόν απαγορευτική για τη συναναστροφή μαζί του.

Ποτέ δεν τον είδα να συνομιλεί με κάποιον σε κοινή θέα, ούτε όμως έδειχνε να επιζητεί ποτέ κάτι τέτοιο.

Διακριτικός, παρατηρητικός, καλόγουστος, απόλυτα μοναχικός μες στον αδιάφορο κόσμο.
Θυμήθηκα την, τόσο ευεργετική στην πόλη, προσφορά του με αφορμή την κατάσταση που παρουσιάζει σήμερα η ιατρική περίθαλψη και ιδιαίτερα των απόρων.

Ο ιατρός Κίμων Α. Ευγενής, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Λυώνος, όταν επέστρεψε το 1939, μετά από επταετείς σπουδές στο εξωτερικό, άνοιξε ιατρείο στο Ηράκλειο και δεχόταν «τας Κυριακάς τους απόρους δωρεάν».

Παραθέτω τη σχετική καταχώριση στην εφημερίδα “Ανόρθωσις”, 31 Αυγούστου 1939. Είχαν αρχίσει να ακούγονται τα τύμπανα του πολέμου…

Ιπποκράτης, αναγεννησιακή παρουσίαση
Ιπποκράτης, αναγεννησιακή παρουσίαση

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
Δεν ήταν στην οδό Δαιδάλου, αλλά ένα δρόμο παράλληλο πιο κάτω. Το σπίτι  του -(και  ιατρείο  μάλλον) ήταν διόροφο, από τα πρώτα μεταπολεμικά κτίρια.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ: ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ
ΤΆΚΟΝΙ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ
ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΤΟ ΚΕΡΙ

ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ
ΤΆΚΟΝΙ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ
ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΤΟ ΚΕΡΙ 

Ενθύμηση του Γιάννη Αλεξανδράτου, των ήχων , των χρωμάτων, της σιωπής

Scan 12Καλημέρα – καλησπέρα

με την κοφτερή μαχαίρα

καλησπέρα του παραμυθιού

η καρδιά να πάει αλλού

και το Βούι κάνει Μου…

το γουρούνι κάνει ούι

γιατί το΄χει αυτό το χούι

Μια φορά κι έναν καιρό

Μην πιστεύεις θα στο πω

Παραμύθι που κυλάει

Σαν ποτάμι που θα πάει

Στην θαλάσσης τα πελάη

Να μ´ ακούς και μην ζητάεις

Στο βυθό μην θες να πάεις

Είν´ Απρίλης ειναι Μάης

Μια φορά κι έναν καιρό

… μια κοπέλα ομορφονιά

από αρχοντική γενιά

καλοσυνάτη

σπίτι σκολειό καθημερινά

πλάκα κοντύλι διάβασμα

και στο κρεβάτι

Μια σκόλη και μια γιορτινή

μέρα λαμπρή ανοιξιάτικη

μπήκε πουλάκι

στο παραθύρι τ΄ ανοικτό

-”τον πεθαμένο που θα δεις α

υτόνε θα τον παντρευτείς

είπε και πέταξε μακριά …

εικόνες παραμυθιού
εικόνες παραμυθιού

Με κλάμα στον πατέρα της επήγε αλαφιασμένη

-”Αχ κύρη μου και το και το” του είπε φοβισμένη

-”πουλάκι είναι και κελαϊδεί πουλί είναι κι ας λέει”

την παρηγόρησε μ΄αυτή δεν έπαψε να κλαίει

… Μιαν άλλη μέρα ένα πρωί κένταγε στον οντάτης

τρία πουλάκιακια κάτσανε απάνω στην ποδιά της

-”Τι κάνεις σταυροβελονιά και τι χρυσοκεντάεις

νεκρό θα πάρεις άντρα σου στην εκκλησιά θα πάεις

Πάλι με κλάματα πολλά και παραπονεμένη

στην μάνα και τον κύρη της πηγαίνει δακρυσμένη

-”Πουλάκια είναι και λαλούν πουλιά είναι κι ας λένε”

της είπανε με μια φωνή μα μέσα τους να κλαίνε

Κάρτα της ζωγράφου Μαρίας Σταυρακάκη-κολάζ 1988
Μαρίας Σταυρακάκη-κολάζ 1988

Και κλείστηκε η κοπελιά δεν έβλεπε κανένα

Μα όταν πέρασε καιρός εβγήκε στο σοκάκι

να παίξει με τις φίλες της κουτσούνες και σκοινάκι

και μπήκαν σ΄έν΄αρχοντικό με κάγκελα σπασμένα

… σαν έφυγαν οι φίλες της κι είδε μια κάσα νεκρική

με ξύλο γυαλισμένο

Με στέμμα κάποιον άγνωστο

κίτρινο πεθαμένο

Ένα χαρτί έγραφε :

εσύ που θα περάσεις τώρα, σταμάτησε

κι αν κάνεις ότι πρέπει

στην κλίνη τη δική μου

– θα ΄ χεις μεγάλα δώρα

όχι μόνο χίλια φλουριά

μα αν είσαι άντρας Βεζύρη

θα σε κάνω εγώ κι πριν ο ήλιος γείρει

αν είσαι κόρη σύζυγος

στο θρόνο μου θα γίνεις

μα για να γίνουν όλα αυτά:

τρεις εβδομάδες ξυπνητή στο πλάϊ μου θα μείνεις

τρεις μέρες κι ακόμα ώρες τρεις

χωρίς να κλείσεις μάτι

έτσι πρέπει για να χαθεί

της μάγισσας να λύσεις

την άδικη κατάρα της

και μένα ν΄αναστήσεις!

Και το κορίτσι ανάσανε κι άρχισε να μετράει

και μια βδομάδα δυο και τρεις στο σπίτι της δεν πάει

και κλείνουνε τα μάτια της μ’ αντέχει δεν κοιμάται

και μια και δυο και μέρες τρεις κάθεται τυρανάται

Κι όταν της μείναν ώρες τρεις

Και πέρασεν η μια

Μια γύφτισσα πλησίασε

Που έβοσκε κοντά Τις χήνες της και κρύωνε

Κι ήρθε για ζητιανιά

-«Κάτσε λίγο στη θέση μου Γιατί άλλο δεν αντέχω

Και θα σου δώσω χρήματα Όσα στις τσέπες έχω»

Είπε κι αποκοιμήθηκε Κι γύφτισσα γαρίδα

Το μάτι της σαν ξύπνησε Ο βασιλιάς

-» Ναι σ´ είδα Εσύ ‘ σουν η άγρυπνη

και Άντεξες τρεις βδομάδες

Τρεις μέρες κι άλλες ώρες τρεις; Σου αξίζουν τεμενάδες!

Βασίλισσα και δίπλα μου Και στο διπλό κρεβάτι

Θα γίνεις αν καλοπλυθείς συγυριστείς κομμάτι;»

-» Και ποια ναι αυτή κοπελιά; Στο πάτωμα κοιμάται;

-Χηνοβοσκού που νύσταξε Κι έξω να βγει φοβάται »

Απάντησεν η γύφτισσα Χωρίς να την σηκώσει

Και την ρωτήσει ο βασιλιάς Και την ξεφανερώσει

 

Κι έγινε ο γάμος γρήγορα Σαν γύφτικο,σκεπάρνι

Καμάρωνε η βασίλισσα Τον <άθλο> που είχε κάνει!

… Σε πόλεμο ξεκίνησε να πάει ο βασιλιάς

Και ρώτησε τη γύφτισσα – τι θέλει να της φέρει

-”Φουστάνι με χρυσοκλωστή και κέντημα στο χέρι”

Και ρώτησε την κοπελιά : -«Πες μου κι εσύ τι θες»

-» Φέρε μου σφαγής μαχαίρι και τ΄ ακόνι υπομονής

Και κερί που φως τη νύχτα δίνει για να δει κανείς »

μην το ξεχάσεις όμως γιατί δεν θα μπορείς να κινηθείς

Και πήγε μα και γύρισε τον λέγαν τροπαιοφόρο

και πήρε χρυσοκέντητο φουστάνι για το δώρο

της γύφτισσας μα ξέχασε αυτήν που έβοσκε χήνες

… Και σαν πήγε να κινήσει το άλογο δεν κουνούσε

… θυμήθηκε κι έψαξε παντού ότι αυτή ζητούσε

Ο μαγαζάτορας που είχε μαχαίρι κι ακόνι και κερί του είπε να προσέξει,

τι θα τα κάνει η μικρή.

Και γύρισε ο βασιλιάς κι έβαλε ένα σαϊνι

να δει κρυφά και να του πει τι πρόκειται να γίνει

και κοίταζε προσεκτικά κρυμμένος στον οντά

Και το κορίτσι κλαίγοντας σήκωσε το μαχαίρι

για να κτυπήσει την καρδιά με τ΄άσπλαχνό της χέρι

-”Κουράστηκα δεν άκουσα τι μου’παν τα πουλιά

και για τρεις ώρες άφησα μόνο τον Βασιλιά!”

Μα πήδηξε πέτρα σκληρή τσ΄υπομονής τ΄ακόνι

και το μαχαίρι στόμωσε δεν κόβει δεν πληγώνει!

Και δεύτερη φορά ξανά η κόρη με μαχαίρι

μα είχε έρθει ο βασιλιάς, της κράτησε το χέρι

Και του΄πε αυτό το και το… και ξεκαθάρισέ(ν) του

κι έγινε αυτή βασίλισσα και δεν την άφησε ποτέ του

Κι η γύφτισσα εγύρισε τις χήνες να βοσκάει

και γύφτον επαντρεύτηκε πολύ καλά περνάει

Μα ούτε εγώ ήμουν εκεί ούτε σεις να το πιστέψετε…

ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ; (ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΕΝΙΝ…ΣΤΟΝ ΣΥΡΙΖΑ)

ΒΡΩΜΑ ΚΑΙ ΔΥΣΩΔΙΑ

Η Μάγισσα...δείχνει τι να κάνουν...
Η Μάγισσα…δείχνει τι να κάνουν( ο Διάβολος χαμογελάει)…

 

Ο ΑΛΚΜΑΝ αποφεύγει (όπως ο Διάβολος το λιβάνι) την πολιτικολογία .

μα όταν η πόρτα κρούεται, τόσο δυνατά τι να κάνουμε;

Πολλοί φίλοι μας, είναι ΣΥΡΙΖΑ, ούτε συζήτηση σηκώνουν τι να κάνουμε;

Δικαίωμα τους.

Πολλοί ήταν τα παιδιά που αντιστάθηκαν στην επάρατη, πρόσφεραν τα νιάτα τους,στο

βωμό της Δημοκρατίας…

Τι να κάνουμε;

Το ερώτημα επαναφέρει τον Λένιν, μα έχει περάσει ένας αιώνας:

Τι να κάνουμε;

Η πολιτική, αυτή η υψηλή υπόθεση των πολιτών,εκφυλλίζεται, καταλήγει

θέμα των λούμπεν και των καταδίκων του ποινικού δικαίου

. ‘ΕΛΕΟΣ φίλοι, άστε μας ήσυχους, κοιτάξτε κάτι να κάνετε!

Έλεος φίλοι παλαιοί, κάντε κάτι…

έλεος φίλοι,κάντε κάτι
έλεος φίλοι,κάντε κάτι

ΑΝΤΩΝΗΣ ΧΕΛΙΔΩΝΗΣ- ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑΤΑ

 

Αντώνης Χελιδώνης, ηρακλειώτης διανοούμενος κι άνθρωπος για πολλές εποχές
Αντώνης Χελιδώνης, ηρακλειώτης διανοούμενος κι άνθρωπος για πολλές εποχές

 

ΑΝΤΩΝΗΣ ΧΕΛΙΔΩΝΗΣ – ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑΤΑ

Συναπαντήματα, ένας χρόνος πέρασε, μα πως υπολογίζεται; Ο Αντώνης χαμογελάει από το παραθύρι του, γράψε μου τι λες ψιθυρίζει – είμαι αλλού τώρα, μόνο γραφτά μηνύματα φτάνουν ως εδώ.

20170610_210803

Γι αυτό οι φίλοι του τύπωσαν τα λόγια του συλλογίζομαι, τα παρουσίασαν χτες, μόλις έσβησε η δύση και φώτισε το ολοστρόγγυλο φεγγάρι την παλιά μας πόλη .

Ολοστρόγγυλο φεγγάρι πάνω απ την πόλη μας
Ολοστρόγγυλο φεγγάρι πάνω απ την πόλη μας 10.6.2017

Ο Αντώνης Ανηψιτάκης και η Παρή Στιβακτάκη, μιλούσαν για τον Αντώνη Χελιδώνη και το βιβλίο του ΚΙΒΩΤΙΑ ΣΧΗΜΑΤΑ (την εκδήλωση είχε προλογήσει ο εκδότης και φίλος του Ματθαίος Φρατζεσκάκης)…

Ο Α.Ανηψιτάκης και Παρή
Ο Αντώνης Ανηψιτάκης και Παρή Στιβακτάκη

Η εκλεκτή φιλόλογος έκανε παρατηρήσεις, ανέλυε στίχους που μπορεί να κρύβουν άλλα νοήματα, εκτιμούσε συσχετισμούς κι η φωνή της κάποιες στιγμές ράγιζε

20170612_131234
Η προσεγμένη έκδοση των ποιημάτων το Αντώνη Χελιδώνη, από τον Ματθαίο Φρατζεσκάκη

Ξεφύλιζα αργά το βιβλίο του, διαβαζα  : “Ζαρώνεις σαν ύφασμα λινό…

Είχες χρόνια αφεθεί σε μια περιπλάνηση.

Στην επανάσταση.”

δεν με μπέρδευαν οι συλλογισμοί του, με παραξένευαν, αυτός πολυνοιάζεται

για τους άλλους, σοβαρολογεί για μεγάλα θέματα..

Μιλούσε μέσα από τις σειρές των στίχων του :

Μικρά αποσπάσματα κρατάμε εμείς.

Μια ζωή πλανιέται γύρω ρυθμοί προκάτ, αδιάφορες πορείες πέρασαν.

Γυρνάμε μέσα μας. Τώρα.

Στην εσωτερική αναμέτρηση, αναζητάς συνεχώς.

Την αλήθεια και την απόρριψη.”

20170610_114614
Λίγο πριν αρχίσει η εκδήλωση στο ΠΟΛΥΚΕΝΤΡΟ του Δήμου Ηρακλείου

Ήθελα να του πω, πως οι άλλοι ίσως μπορούν να μας στηρίξουν κάποτε, μα καλύτερα να μας αφήσουν ήσυχους, να διαπράξουμε δικά μας λάθη να βρούμε ότι μας είναι απαραίτητο.

Είπε (έγραφε στη σελίδα 45):

“Με καταβάλλει η τραχύτητα των ανθρώπινων λαθών”

Του απάντησα με δικά του λόγια (σελίδα 48)

Γυρνώ στο καταφύγιο των ονείρων …

Γυρνώ να κρύψω τη θλίψη στη θύμηση

Η σκέψη χάνεται σε φθινοπωρινό απόβραδο

Η αίσθηση του κενού με συντροφεύει στην απόσταση”

Τον θυμάμαι, θα ήθελα να τον αποχαιρετήσω με δικά του λόγια:

εικόνες παραμυθιού
εικόνες παραμυθιού

(1) Τα όνειρα μας λαϊκά παραμύθια

Τα θυμάται κανείς ;

Μαζεύουμε ξανά το παρελθόν

Σε τυχαίες συναντήσεις και ανθρώπους

Τις νύχτες ξοδευόμαστε στο άπειρο χανόμαστε στην πρώτη ανάγνωση

Στην έσχατη γραφή

Μικρά αδιέξοδα

Να ξεχάσουμε το αύριο

Υπολογίζεται ο καιρός, η σκέψη τριβέλιζε, σαν να έβγαιναν γρέζα, στη Χανιόπορτα , στον τόρνο του Μπαλαμούτσου, μουρμούριζα :

Βαθιά ποντισμένο καράβι

τ΄άλπουρα σπάσανε και το πανί

σεντόνι σκισμένο που ράβει

μνήμης χαμένης η μηχανή

Συναπαντήματα, θυμόμαστε…

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

(1) Ποίημα της σελίδας 56 με τίτλο ΧΟΡΟΧΡΟΝΙΚΟΣ ΑΠΟΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ,με αλλαγή του ενικού σε πληθυντικό)

 

ΟΙ ΔΙΔΥΜΟΙ – ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

ΟΙ ΔΙΔΥΜΟΙ (ΤΖΙΜΠΡΑΓΟΙ)

αφιέρωση: στον Γιώργο & τον Μιχάλη Ρουκακιανάκη

που δεν ξεχωρίζουν στην προσφορά και την ανιδιοτέλεια

 

Η βάβω μας ήταν κοντή(*)

μα σπίθα το μυαλό της

και παραμύθια κένταγε

σαν το εργόχειρό της

και τα στιχάκια τα΄πλεκε

με τέχνη και με τρόπο

κι έκανε να δακρύζουνε

τα μάτια των ανθρώπω(ν)(**)

Κάποτε πήγε στο βουνό

κι έσπασε τον κόκκαλο

τονε δέσανε γερά

πέντε κόμπους στη σειρά

Κι άρχισε τα παραμύθια

τι΄ναι ψέμα τι΄ναι αλήθεια;

Μια φορά(ν)κι έναν καιρό…

Αν δεν με πιστέψετε έναν κόμπο δέσετε

για να το θυμόσαστε και να μην ξεχνιόσαστε:

Μια φορά(ν) κι έναν καιρό εζούσαν

ήσυχα στον μακρινό τους τόπο

ο γέροντας με την Κερά

με ιδρώτα και με κόπο

Πολύ καλά περνούσανε μα το’ χανε μαράζι

πως δεν εκάνανε παιδιά κι αυτό τους σκοτεινιάζει

Κι ένα πρωί μιαν Κυριακή πριν παν στην εκκλησία

μια γριά την πόρτα κτύπησε

δεν δώσαν σημασία μα μόνο ριάλια τρία

ευχαριστήθηκε πολύ τους είπε και σπολάτι

και ρώτησε αν θέλουνε μπορεί κάτι

Μα τίποτα δεν θέλανε ένα παιδί τους λείπει

να κάνει πιο χαρούμενο το φτωχικό τους σπίτι

Η Βάβω χαμογέλασε ξέρει κάτι να κάνει

μια σολωμονική γραφή τους άκληρους τους βάνει

να φάνε ψάρι απ΄ το γιαλό χρυσό μα κι ασημένιο

“-ψαρέψτε το και ψήστε το τους είπε σιδερένιο

μαχαίρι πάρετε μετά και κόψτε το να φάτε

εσείς κι ο σκύλος και τ΄άλογο

είναι πιστός κι αυτός δικός σας φίλος…”

Κι έγινε έτσι ακριβώς επιάσανε το ψάρι

το φάγανε και πέταξαν τα λέπια στο χορτάρι

Σε δυο μήνες εγέννησε η σκύλα δυο κουταβάκια

σε εννιά η κερά εγέννησε τα δίδυμα αγοράκια

 

 

 

Γέννησε διδυμάκια
Γέννησε διδυμάκια

 

 

έντεκα η φοράδα έκανε δίδυμα πουλαράκια

κι από τα λέπια φύτρωσαν δυο όμοια κυπαρίσσια

κι οι δυο γονείς τρελάθηκαν είχαν χαρά περίσσια

… Και πέρασε πολύς καιρός τα τέκνα τ΄αναθρέψαν

εμάθανε τέχνες πολλές και γράμματα περίσσια

να παίρνουν δρόμο και στρατί και να πηγαίνουν ίσια

Οι δυο νέοι εσκέφτηκαν να πάνε σ΄άλλους τόπους

για να γνωρίσουνε φυλές και άγνωστους ανθρώπους

Να φτάσουν στην Ανατολή στους Πέρσες στους Κινέζους

και στον Βορά στους Γερμανούς τους Ρώσους τους Εγγλέζους

Στη Δύση Αμερικανούς Ινδιάνους κι Αργεντίνους

Στο Νότο μαύρους, Άραβες και Νέγρους κι Αλγερίνους

… Να σκίσουνε τις θάλασσες να δούνε καρχαρίες

και φάλαινες και ναυτικούς που λένε ιστορίες

… Κι οι δυο θέλαν να φύγουνε μ´αρνήθηκαν οι γέροι

Αν θα χαθούνε και οι δυο μήνυμα ποιος θα φέρει;

Αν φύγει ο ένας , καρτερεί ο άλλος να γυρίσει

αν πληγωθεί , θα μαραθεί τό ένα το κυπαρίσσι!

Κι ίσως προλάβει να τον βρει ,κι αν είναι, να τον σώσει

αλλιώς όποιος τον κτύπησε θα πρέπει να πληρώσει

Κι ο ένας πήρε το λευκό το γρήγορο του το άτι

που αγαπούσε κι ήξερε κι αυτό τον αναβάτη

και το σκυλί το δυνατό – σαν λύκος που παλεύει

στις μάχες πάντα ανίκητο κι αντίπαλο γυρεύει

.. Και πήρε δρόμους μακρινούς δύσβατα μονοπάτια

Τρέχει σε χώρες άγνωστες κι εξωτικά παλάτια

Κι όταν κουράστηκε πολύ σταμάτησε σε σπίτι

σαν πύργος,ήτανε ψηλό κι είχε γυναικωνίτη

Παλιά το κάψαν πειρατές μα σώθηκε η Κυρία

Μια αρχόντισσα μ άσπρα μαλλιά κι αληθινή σοφία

 

Scan 1

 

Τι θέλεις και για που τραβάς ; πρέπει να τον ρωτήσει

Τον κόσμο είπε επιθυμεί να να μάθει να γνωρίσει

Φιλοξενία ζήτησε(ν) αυτός και του προσφέρει

ότι χρειάζεται ακριβώς το ευγενικό της χέρι

Κι όταν εξεκουράστηκε τον ταμπουρά θα πάρει

Να παίξει καθώς έβγαινε τ΄ ολόγιομο φεγγάρι

 

… Πρωί,πρωί την ξύπνησε του βασιλικά η κόρη

για να ρωτήσει αν ήξερε του ταμπουρά τ΄αγόρι …

Και τηνε παρακάλεσε να στείλει στο παλάτι

Τον νέον αυτόν τον άγνωστο αυτόν τον ξενομπάτη

Και ξύπνησε(ν) ο νεαρός και μόλις γάλα ήπιε

Η Κυρά εξήγησε τι η κοπελιά της είπε …

μα πρόσεξε αινίγματα σ όλους τους ξένους βάζει

κι αν χάσουνε τον Δήμιο αμέσως τον φωνάζει

και τα κεφάλια κάνουνε βουνό μες το παλάτι

τα συντηρούνε βάζοντας πολύ χοντρό τ΄αλάτι

Scan 7

Και πήγε αμέσως ο δίδυμος να δει την πριγκιπέσα

στα πούπουλα καθότανε και στο παλάτι μέσα

Του είπε :-”δεν θα σου βάλω στοίχημα κ αινίγματα κανένα

αν παίξεις με τον ταμπουρά και τραγουδάς για μένα

Και το΄κανε ακούστηκαν σκοποί πολλοί ταξίμια

κι ήρθανε και χορεύτριες με κόλπα και τσαλίμια

Κι όταν τελειώσαν είπε του να την ζητήσει τώρα

και πήγε στον πατέρα της για να μην χάσει κι ώρα

 

Scan 11

Κι ο βασιλιάς του ζήτησε να κόψει ένα δεντρό του

που ήταν και τεράστιο αλλιώς θα κόψει το λαιμό του

Και του΄δωσε η πριγκίπισσα μια τρίχα απ το μαλλί της

και στο σπαθί την τύλιξε – πήρε κι ένα φιλί της

με μια σπαθιά του το’ κοψε κι ήταν κορμός τρεις πήχες

μα ο βασιλιάς εθύμωσε κι΄ είπε βοήθεια θα είχες

Κι απαίτησε με τ΄άλογο να τρέξει πριν το γιόμα

με δυο γεμάτα κύπελα – νερό να μη χυθεί στο χώμα

τον είδε η νέα σκεφτικό και του΄πε μην τρομάζεις

πάρε δυο δακτυλίδια μου και στο νερό τα βάζεις

και θα παγώσει κι ύστερα σταγόνα δεν θα χάσεις

Το πέτυχε..

…μα βασιλιάς του λέει να κάνει κι άλλο

κατόρθωμα πιο δύσκολο κι ακόμα πιο μεγάλο

-” Τον μαύρο τον ιππότη μου πρέπει να τον νικήσεις

το χέρι της πριγκίπισσας αν θέλεις να κερδίσεις”

Τον νέο δεν τον ένοιαζε γιατί ναι παλικάρι

και τ΄άλογό του δυνατό χρυσό το χαλινάρι

Μα σαν τηνε συνάντησε με κλάματα η κοπέλα

του φανερώνει πως αυτή είν΄ο Μαύρος με τη σέλα

και τ΄άλογο γιατί της δίνουν μαγικό πιοτί

θέλει δεν θέλει να το πιει… -”

Γιαυτό με δέρματα να τυλιχτείς και συ και τ΄άτι

και πάρε το μαντήλι μου και σκούπιζε το μάτι

αν σε βαρέσω δυνατά – να κάνω λίγο πίσω

και να κτυπήσεις τ΄άλογο να πεις θα σε νικήσω!

Είπε η πριγκίπισσα σωστά: χωρίς άλογο ο χαμένος

κι έγινε έτσι κι ο δίδυμος εβγήκε κερδισμένος!

Και παντευτήκαν γλέντησαν με συγγενείς και φίλους..

. …

Και πέρασε πολύς καιρός κι ο νέος με τους σκύλους

για το κυνήγι κίνησε για πέρδικες τρυγώνια

… Εξέκοψε απ΄ τους δούλους του και βρέθηκε

σε πύργο με μπαλκόνια

μια γριά του άνοιξε άσχημη με σουβλερή τη μύτη

-”Τι θες μεσανυχτιάτικα στο αρχοντικό μου σπίτι;”

-¨Κουράστηκα τσ΄άπάντησε δος μου νερό να ζήσεις!”

Την παρακάλεσε θερμά…-”Να πάρεις ότι θελήσεις

μα πρώτα το σκυλί σου ησύχασε να το χαϊδέψω λίγο”

Ο σκύλος γάβγιζε πολύ ο νιος τον ηρεμίζει .

 

… Μόλις τον άγγιξε η γριά σαν μάρμαρο θ΄ασπρίζει

Μαρμάρωσε μετά το νιο κι ύστερα τ΄άλογό του…

Μα ας πάμε και στο σπίτι του κοντά στον αδερφό του

σαν είδε να μαραίνεται το ένα κυπαρίσσι

κακόβαλε …με τ΄άλογο γρήγορα θα κινήσει

να βρει τ αδέρφι που κακό ίσως θα΄χει κτυπήσει

και διάβηκε κάμπους και βουνά σ΄Ανατολή και Δύση

Scan 12

Σε κάποιαν πόλη(ν) έφτασε κι υποδοχή μεγάλη του

κάναν και του φώναζαν : τ΄όνομα τ΄αδερφού του

κατάλαβε και το έκανε οπως ήτανε στο νου του

κι ήρθε και η γυναίκα του μέσα στην αγκαλιά του

μα ξέφυγε το βράδυ της είπε θα΄ναι κοντά του

Και σαν νύχτωσε και ξάπλωσαν στο κρεβάτι

στη μέση έβαλε το σπαθί και γύρισε την πλάτη

κι όταν παραπονέθηκε πολύ η πριγκιπέσα

της είπε σφάχτης τον κρατά στα σπλάχνα του από μέσα

Ξεκίνησε πολύ πρωί σε κάμπους και σε δάση

να βρει τον αδερφό που χρόνια είχε χάσει

Τον κόσμο όλο γύρισε μα πουθενά δεν ξέρουν

τον αδερφό τον δίδυμο-ειδήσεις να του φέρουν

Λες κι άνοιξεν η μαύρη γης πήρε το παλικάρι

και πουθενά δεν άφησε πάτημα κι ούτε χνάρι

Κι όταν στ΄απάτητα έφτασε το μαύρο είδε χαγιάτι

Κι ένα πυργόσπιτο ψηλό που μοιάζει με παλάτι

Ξεπέζεψε και χτύπησε την πόρτα με το σκύλο

που γάβγιζε πάρα πολύ: εχθρός θα ταν ή φίλος;

Κι άνοιξε η μάγισσα η κακιά με τη γαμψή τη μύτη

-”Ποιος είσαι μα και τι ζητάς στ αρχοντικό μου σπίτι;”

Τον ρώτησε κι κι είπετον αδερφό μου και νεράκι

για μένα και τα ζωντανά διψούν κι αυτά λιγάκι”

Αυτή ΄θελε να χαϊδέψει το ζώο μα ο σκύλος

τηνε δαγκώνει δυνατά στο πάνω της το χείλος

Η μάγισσα φοβήθηκε κι έτρεμε σαν το φύλλο

το ζώο την κατάλαβε κι ας έκανε το φίλο

Και πιο πολύ την δάγκωνε – “Ήμαρτον παρ το ζώο

τον νέο παρακάλαγε…-”στον παραδίδω σώο

τον δίδυμο και τ άλογο τον σκύλο τον δικό του”

Πήγαν στ΄ άλλο δωμάτιο κι είδε τον αδρεφότου

και μόλις ζωντανέψανε όλοι αγκαλιαστήκαν

κι έκλαιγαν και γελούσανε τ αδέρφια που βρεθήκαν

UALORH-0012

Κι μάγισσα; μην τα ρωτάς την έφαγε(ν) ο σκύλος

γιατί κατάλαβε καλά  ότι δεν ήταν   φίλος

Και πήγανε και γρήγορα να βρουν πριγκιπέσα

κι έμαθε τα καθέκαστα κι είδε πως είχε μπέσα

ο αδερφός ο τσιμπραγός(1) και πως αλλιώς να γίνει;

Και ψάξανε και βρήκανε κορίτσι που να δίνει

αυτό που θέλει ο αδερφός ευγένεια –  καλοσύνη

κι όλοι μαζί  στους γέροντες επήγανε με γέλια

και με τις δυο γυναίκες τους και δίδυμα  κοπέλια

 

Και πέρασαν αυτοί καλά και μεις πολύ καλύτερα

τα πρώτα που  μας έλλειπαν μας περίσσευαν στα ύστερα 

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ (*)=Αναφέρεται στη γιαγιά Κατερίνη Παπαγεωργίου, το γένος Μαρκοπούλου,του Αντιδικτατορικού αγώνα – στο σπίτι της ( Κερκύρας 30/Κυψέλη) φιλοξένησε όλη την παράνομη Αθήνα

(**)Β.Κορνάρος, παραλλαγή

(1) Δίδυμος