Η ΧΑΛΒΑΔΕΝΙΑ – ΕΝΑ ΛΑΪΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Φθινόπωρο, ο καιρός άρχισε να κρυώνει (ακόμα και στην Κρήτη) τα παιδιά γύρισαν στα θρανία…οι γιαγιάδες ετοιμάζουν τα παραμύθια τους.

Η  ΧΑΛΒΑΔΕΝΙΑ

                                   αφιέρωση: φωτογράφο -γεωπόνο Κώστα Φλέγκα,

                                                       των χρωμάτων μιας ιδανικής χώρας

Το γουρούνι κάνει ούι

Και μου …μου κάνει το βούι

Κι η γατούλα νιάου, νιάου…

 Το σκυλάκι γάου, γάου..

 Κι η γιαγιά μας η καλή

Κρύβει τ´άσπρο της μαλλί

Στο κατάμαυρο τσεμπέρι

Βάζει στο λαγό πιπέρι

Είναι τόσο ζαρωμενη

Σαν σταφίδα ξέραμένη

Και στιφάδο θα ετοιμάσει

Κύστερα θα μας διαβάσει

Η γιαγια μας τι και πως

Πριν να κλείσουμε το φως

 

Δεν θ΄ αργήσει να μας πει

Παραμύθι πι και φι

Αχ γιαγιά μου πάρε με

Στο κρεβάτι βάλε με

Και το παραμύθι πες μου …

18944956_10211106177043577_1374094883_n

 

 

 

 

Mιαν φορά κι έναν καιρό …

Σ΄ένα πανέμορφο νησί σε πόλη τειχισμένη

ο Γιώργης κι η Μαρίκα ζούσαν αγαπημένοι

όμως τους τρώει ο καημός το μαύρο το σαράκι

επέρασαν τα χρόνια τους μα δεν έχουν παιδάκι

 

Τι κι αν ταξίματα ακριβά σ΄αγιους έκαναν τόσα

κι αν ξόδεψαν στις μάγισσες πολλά ως χίλια γρόσα

ποτέ δεν ήρθε πελαργός στο φτωχικό τους σπίτι

δεν κτύπησε το τζάμι τους ούτε μικρό σπουργίτι

Κλαίει συχνά και κρύβεται στην κάμαρη η Μαρίκα

τη βλέπει και μαραίνεται απ΄τη μεγάλη πρίκα

Η Χαλβαδένια
Η Χαλβαδένια

Το νου του στίβει ψάχνοντας και θέλει να μπορέσει

να βρει κάτι όμορφο πολύ καλό να της αρέσει

Κι επειδή ξέρει από γλυκά είναι για το νησί του

αυτός που φτιάχνει τον χαλβά με συνταγή δική του

 

Επήρε την απόφαση να πλάσει μια κοπέλα

με σιμιγδάλι ζάχαρη μυρωδικά κανέλα

Σαν άρχισε δεν άργησε σαν κούκλα να την κάνει

κορίτσι που στην ομορφιά κανένα δεν το φτάνει

 

Την έντυσε τη στόλισε σαν να ταν πριγκιπέσα

κι ύστερα τη γυναίκα του φώναξε να΄ρθει μέσα

-”Γυναίκα να την κόρη μας για να ΄ χεις συντροφιά σου

μπορεί να ναι αμίλητη μα πήρε την ομορφιά σου

έτσι ήσουνα στα νιάτα μας έλαμπες σαν αστέρι

με θάμπωνες – στον ουρανό νόμιζα μ΄έχεις φέρει

Έτσι ήταν ο παράδεισος με χρώματα και φώτα

κι εγώ μονάχα ήθελα να σε κοιτάζω πρώτα”

Σαν μάνα από χαρά πολλή σαν να τανε αλήθεια

η κόρη που λαχτάρησε, την έσφιξε στα στήθια

 

Την χτένισε την έβαλε απάνω στο χαγιάτι

και κέντημα της έδωσε σαν για να κάνει κάτι

έτσι φαινόταν η μικρή σκυμμένη να κεντάει

και πέρασε ο πρίγκιπας και τηνε χαιρετάει

UALORH-0096

Αδιάφορη καθότανε μα τ΄άρεσε περίσσα

πανέμορφη του φάνηκε πως τύμπανα κτυπήσα(ν)

γιατί η καρδιά του έγινε ταμπούρλο και θα σπάσει

τη Χαλβαδένια δεν μπορεί καθόλου να ξεχάσει

 

Και ζήτησε απ τον βασιλιά να πάει να τη ζητήσει

γιατί δεν κάνει δίχως της δεν ημπορεί να ζήσει

-”Καλά να το σκεφτείς γιατί δεν είναι στη σειρά μας”

ο κύρης του είπε πως – καλοί ναι για Κολήγοι στη δουλειά μας”

Ο πρίγκιπας επέμεινε δεν τρώγει και δεν κοιμάται

στην κάμαρα του κλείνεται κι όλο παραπονάται

 

Φοβήθηκεν ο Βασιλιάς για τον μοναχογιό του

τον υπουργό του έστειλε σαν αντιπρόσωπό του

Και πήγε και τη γύρεψε – για νύφη τη ζητούσε

Του πρίγκιπα που δίχως της να κάνει δεν μπορούσε

 

Σαν είπεν ο πατέρας της πως είναι χαλβαδένια

εγύρισε άπρακτος μ΄ αυτός δεν έχει άλλην έγνοια

Αυτήν ο νέος σκέφτεται κλεισμένος στον όντα του

Ζητάει να του τη φέρουνε τη θέλει εκεί κοντά του

Ότι κι αν λέει ο κύρης του ,στο βρόντο στον αγέρα

Και καϊναντίζει καίγεται τη νύχτα και τη μέρα…

Scan 11

Η μάνα του δεν άντεξε στο βασιλιά, προσπέφτει

-”Έλεος άρχοντα μου πια, κι αν λόγος δεν μου πέφτει

Ωστόσο και δικός μου γιος είναι και στην οργή σου

Να δώσεις τόπο – την ευχή μονάχα στο παιδί σου!

Ας παντρευτεί όποια αγαπά – κι από χαλβά φτιαγμένη

Ας είναι , κι ας το μάθουνε σ όλην την οικουμένη:

Η αγάπη που όλα τα μπορεί κι ´ολα τα υπομένει

Θα βρει το δρόμο να γεννούν κι αυτοί ευτυχισμένοι”

Ο βασιλιάς σε συλλογή εμπήκε και δεν βγαίνει

θ΄ αργήσει μα τη διαταγή την είχε πια βγαλμένη

-«Ας φέρουνε την κοπελιά γρήγορα στο παλάτι»

Και , πήγαν να την φέρουνε με πλουμισμένο το άτι

Που’ χε τα γκέμια ολόχρυσα την ασημένια σέλα

Και μεταξένια κεντητά να κάτσει η κοπέλα.

horse-3317004__340

Κι όταν στον δρόμο πέρασαν ποτάμι θυμωμένο

ΕΦοβήθηκαν τ άλογα και τ’ άτι ξιπασμένο

Στα πόδια του σηκώθηκε το ΄ριξε στο ποτάμι

το κοριτσάκι, βράχηκε κι έτρεμε σαν καλάμι …

 

Το στοιχειό του ποταμού μίλησε σιγά

σιγά χωρίς ν’ακουστεί καλά

 -«Στο νερό που θα βρεθείς τη ζωή σου θα τη βρεις

Και θα παίζεις θα γελάς Μα ποτέ δεν θα μιλάς

Μέχρι κάποιος να βρεθεί και «νιζεστέ» για να σου πει»

Τη βγάλανε την σκούπισαν κι αποχασκώσαν όλοι

Γιατί ΄ταν τώρα ζωντανή κι έδενε το φακιόλι

Γελούσε και περπάταγε κι έλαμπε σαν αστέρι

Και λαχταρούσε να βρεθεί στου πρίγκιπα τα μέρη …

 

Της έκαναν υποδοχή σαν να’ ταν πριγκιπέσα

Και γρήγορα χωρίς μιλιά ταιριάξανε κι εδέσα(ν)

Κι οι γάμοι- που δεν άργησαν -κράτησαν δέκα μέρες

Γλέντια πολλά τρικούβερτα στους κήπους και τις σέρες

Και γίνηκε πριγκίπισσα η νύφη η χαλβαδένια

Μα δεν μιλεί στον άντρα της κι έχει μεγάλη έ(γ)νοια

20180612_111328

Και στη αρχή σκεφτότανε, πως έχει τόσες χάρες

Που δεν εχρειαζότανε τα λόγια κι οι φανφάρες

Μα η σιωπή δεν σταματά κι αυτός δεν την αντέχει

Δεν ήτανε κουφή κι αυτό εξήγηση δεν έχει

Κι ότι κι αν είπε ο πρίγκιπας αυτή δεν αντιδράει

Και λέξη δεν της ξέφυγε όσο κι αν λαχταράει

Γιατί της δένει το στοιχειό τη γλώσσα και τη σκέψη

Δεν την αφήνει μια στιγμή μονάχα να σαλέψει

 

Και δεν εμπόρεσαν να βρουν το δρόμο το δικό τους

κι εκλάψαν για τη μοίρα τους και για το ριζικό τους

Και κάποτε τους χώρισαν κι ας αγαπιούνται τόσο

Κι ο βασιλιάς εσκέφτηκε -«αρχόντισσα θα δώσω

Στον κανακάρη μου γιατί δεν γίνεται κολήγοι

Να παίρνουν και να χαίρονται τα πλούτη που ´εχουν λίγοι!

Νοιώθει γαλαζοαίματος και δεν θα καταλάβει

Κόκκινο αίμα έχουνε κι οι πρίγκιπες κι οι σκλάβοι

Και βρήκε μιαν πριγκίπισσα από σόι μεγάλο

Για ν´ αρραβωνιαστεί κι ο γιος αφού δεν έχει κι άλλο

Για ναποκτήσει διάδοχο κι αυτός να μην τελειώσει

Η δυναστεία του να αντέξει να στεριώσει

Οι πρίγκιπας αδιάφορος δέχτηκε να την πάρει

δεν ήταν πολύ όμορφη μα είχεν κάποια χάρη

 

Κι όταν αρραβωνιάστηκαν ζηλεύει η πριγκιπέσα

φοβόταν πως ο άντρας της είχε στο νου του μέσα

Την πρώτη τη γυναίκα του που λέγαν Χαλβαδένια

Και πήρε όλες τις δούλες της τη ρόκα και τα χτένια

Και πήγανε στης κοπελιάς το σπίτι στα Μπεντένια

Της πόλης της ήταν κοντά, και ζήτησε να κάνουν

Γνεψίματα μα και φαντά κι όλα να τα προκάνουν

Για να φανεί πως είναι αυτή αρχοντογεννημένη

Κι η Χαλβαδένια αδέξια και ταλαιπωρημένη

 

Και φτάσανε στο φτωχικό της πόλης το σπιτάκι

Τις υποδέχτηκε σεμνά στο χαμηλό ονταδάκι

Τους πρόσφερε γλυκά πολλά σερμπετια μυρωδάτα

Κι αρχίσανε γνεψίματα σαν αδειάσαν τα πιάτα

Αμίλητες δουλεύανε κλωστές κι ήτανε κρίμα

Κάποια στιγμή της κόπηκε της Χαλβαδένιας νήμα

Αμέσως αν δεν κόλλαγε, η άλλη θα γελούσε…

 

Μένα σουγιά τη μύτη της έκοψε και κολλούσε

Πολύ εύκολα το νήμα της, η πρώτη του γυναίκα

Κι όλες την εθαύμαζανε άριστα είπαν δέκα…

 

… Μια μέρα η πριγκίπισσα στην κάμερα κλεισμένη

να ξεπεράσει επιθυμεί την χαλβαδοπλασμένη

κι επήρε ρόκα και μαλλιά και γνέθει με μανία

της είπανε με τη δουλειά θα χει την ευκαιρία

της είπαν να εξασκηθεί κι όλες να τις κερδίσει

και προσπαθεί με κάθε τι το νήμα ν’ αβγατίσει

μα η κλωστή της κόπηκε και για να την κολλήσει

την έκοψε τη μύτη της  κι αυτή  να συνεχίσει

όπως η Χαλβαδένια- μα δεν θα τα καταφέρει

η δούλα της της έφερε τη στάχτη γιατί ξέρει

το αίμα μα και την πληγή πως να το σταματήσει

κι αυτή απ την τρομάρα της σαν να; χει κιτρινίσει

Σαν την εμαντηλόδεσαν στο βασιλιά πηγαίνει

Να κάνει τα παράπονα η κουτσοαυτισμένη

-«Η Χαλβαδένια μου ΄φταιξε «λέει μα ποιος ακούει

Τη ζήλια της κατάλαβαν -το άσχημο της χούι

Και βέβαια δεν έγινε η κουτσομύτα νύφη

Ο βασιλιάς εθύμωσε και την ευχή του αρνήθη

 

Kι ο πρίγκιπας εζήτησε ξανά τη Χαλβαδένια

πάντα την είχε στο μυαλό πάντα την είχε έγνοια

Και την παρακαλεί θερμά με δάκρυα στα μάτια

Μια λέξη μόνο να του πει κι ας γίνει δυο κομμάτια

Μα τίποτα δεν έγινε καθόλου δεν μιλάει

Στο βρόντο πάει ότι κι αν πει σαν την παρακαλάει

Μα δίπλα της πολύ κοντά συχνά παρακατσεύει

Να δει τι κάνει πως περνά τι θέλει τι γυρεύει

Και κάποια μέρα έστειλε η κόρη για τη βρύση

Τη χύτρα μ΄ένα μπρίκι της νερό για να γεμίσει

 

Στο δρόμο μάλωσαν πολύ κι είπανε χίλια λόγια

Και στην κυρά τους γύριζαν – μαζί ήτανε και χώρια

Ζητούσαν να τους πει αυτή ποια το λάθος έχει κάνει;

-«Πως όμως που το στόμα της ποτέ μίλια δεν βγάνει;

» Το μπρίκι ρώτησε κι αυτή η χύτρα η παινεμένη

Που τις μπουγάδες ήξερε πολύ καλά να πλένει

Απάντησε»- πως μέρες πριν, έπλεναν στο ποτάμι

Και ένα στοιχειό της ζήτησε μια πλύση να του κάμει

Τα,λερωμένα ρούχα του σιχάθηκε να βάνει

Κι όταν καθάρια γίνανε και για να την τιμήσει

της δίνει “λόγια”- σαν κλειδί τα μάγια που θα λύσει

Σε ποταμών δεσίματα μα και τη Βασκανία ….

-«ας πάμε τώρα ας δώσουμε καιρό στην ευκαιρία » …

Την κοπελιά πλησίασαν μίλησε η χύτρα δυνατά:

-«Το δίκιο κρίνε το και το πια ναι λάθη πια σωστά:

Μα τον παππού σου Νιζεστέ

και την γιαγιά Δαντέλα

Τον κύρη σου τον Χαλβατζή

τη μάνα την Κανέλλα «

Ο πρίγκιπας σαν τ άκουσε κρύφτηκε στην κουρτίνα

Και μόλις έφυγαν αυτά  Τα’ πε ωραία , φίνα:

-«Μα τον παππού σου Νιζεστέ

και την γιαγιά Δαντέλα

Τον κύρη σου τον Χαλβατζή

τη μάνα την Κανέλα

Το στόμα σου άνοιξε και πες

μες θέλεις πια η δεν με θες;»

-Σε θέλω πρίγκιπα καλέ μου

δεν σε ξέχασα ποτέ μου

Με μάγια μ’ είχανε δεμένη μα για σένανε πλασμένη

Κι ο ένας στου άλλου την αγκάλη -Έχουνε χαρά μεγάλη

Τραγουδούσαν κάθε στίχο – Στης αγάπης τους τον ήχο

Κι ο Βασιλιάς πίκρα γλυκά όλα τα τρώγει τελικά

Πάντρεύτηκαν και γέννησαν πολλά παιδιά

σαν τη μανα τους γλυκά

Κι είπε η γιαγιά σιγά

και κοιμήθηκε μετά:

<Είναι η ζήλεια ένα φιδάκι κι έχει κοφτερά δοντάκια

στήνει ξόβεργα και κόβει το μυαλό μας κομματάκια>

 

 

ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ : ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ Ν.ΧΑΓΕΡ -ΜΠΟΥΦΙΔΗ (ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ)

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ Ν.ΧΑΓΕΡ – ΜΠΟΥΦΙΔΗ

                                                Αφιέρωση: Στη  Mόνικα Καμάρη

 

Ν.Χ.αγιερ Μπουφίδης (1899-1950)ποιηση-θέατρο
Ν.Χ.αγιερ Μπουφίδης (1899-1950)ποιηση-θέατρο

Μες στην ανθολογία που μου δανείσατε

εχθές τα δάκτυλά μου όπως πλανιόταν

το πτώμα ενός ωραίου ναρκίσσου ανάσυραν,

στου Ρενιέ την κίτρινη Σελήνη καθόταν (*)

Νάρκισσος = μανουσάκι
Νάρκισσος = μανουσάκι (1)

Χλομός με τα κοκάλινα τα φύλλα του

δεν ευωδιάζει πια στο θάνατό του

σαν άνθινη μούμια ασάλευτος αναπαύεται

μέσα στη χάρτινη κιβωτό του

 

Ανάμεσα σε στίχους απαλότατους

-το πιο θλιμμένο ποίημα του βιβλίου-

των λουλουδιών ο πρίγκιπας παράδωσε

του ελεγειακού του μύρου το λοφίο

 

Κάποια ελαφρά άσπρα χέρια κοριτσίστικα

που άνθη μπορούν μονάχα να κρατήσουν

ίσως της αδερφής τ΄αβρά τα δάκτυλα

ή μιας ρωμαντικής που θ΄αγαπήσουν

 

Ίσως και τα δικά σας όταν θα΄σαστε

ο Ιππόλυτος των είκοσι Απριλίων –

ω τώρα πια στα βέβηλα τα χέρια μας

δεν ζουν, δεν ζουν οι ασφόδελοι των βιβλίων!

Πένθημο άνθος,
Ασφόδελος=φεντύλι(2)

Μιαν ώρα που αλητεύαν κρύα και ράθυμα

μες του βιβλίου τους σιωπηλούς τους ήχους

γιατί πια δεν ευωδίαζε, ίσως τον έθαψαν

ανάμεσα σε δάκρυα και σε στίχους…

Πανσέληνος πάνω από το Μεγάλο Κάστρο
Πανσέληνος πάνω από το Μεγάλο Κάστρο

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Ο Καίσαρ Εμμανουήλ, γνωστός ποιητής του Μεσοπολέμου, έφτασε ως τις μέρες μας με το ΜΑΡΑΜΠΟΥ, την γνωστή ποιητική συλλογή του Νίκου Καββαδία.

Ωστόσο είναι αυτός που σύστησε στο κοινό τον ποιητή της θάλασσας και του νόστου, αφού  προλόγησε την έκδοση του 1933,  του νεαρού ναύτη – δεν ήταν ακόμα ασυρματιστής ο ταλαντούχος Καββαδίας.

Το ποίημα που παρουσιάζουμε έδωσε ασφαλώς την ιδέα στον ναυτικό λογοτέχνη, για το δικό του αντίστοιχο :» Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ» –  που λόγω των μελλοποιήσεων είναι πασίγνωστο .

 

Scan

 

 

 

Νίκος Καββαδίας

(*)Πρόκειται γαι τον Γαλλο ποιητή :

Henri de Régnier (1864 – 1936), επηρεασμένο από το ρεύμα των «Συμβολιστών», και ιδιαίτερα από τον Μαλλαρμέ, διάσημος όταν ζούσε, και σήμερα μάλλον ξεχασμένος

και το έργο του  La lune jaune (η κίτρινη Σελήνη) που άρεσε κάποτε.

Απόσπασμα:

«Αυτή η μακριά μέρα τελείωσε με ένα κίτρινο φεγγάρι

Που ανεβαίνει νωχελικά ανάμεσα στις λεύκες,

Ενώ στον αέρα που ευωδιάζει, διεισδύει το άρωμα του νερού

Που κοιμάται ανάμεσα στις βρεγμένες καλαμιές.»

( πληροφορίες και πρόχειρη μετάφραση στίχων Μ.  Καμαρη )

 

(1) Λουλούδι της Αναγέννησης, της ελπίδας, της Ποίησης

(2) Πένθιμο λουλούδι: του  Άδη πίστευαν οι Αρχαίοι Έλληνες

ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ: ΙΨΕΝΙΚΟ ΕΛΕΓΕΙΟ (ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ)

Η προσκόλλησή μας σ έναν ποιητή ξεχασμένο, οφείλεται κυρίως στον Νίκο Καββαδία, που τον ανέσυρε από την αφάνεια – όταν ο ίδιος έγινε της «μόδας».  Τι να ταν ο Καίσαρ , που θαύμαζε ο νεαρός Μαραμπού,  τι να έγραψε στο σημείωμα στο πρώτο βιβλίο του 1933, πως ο κατά 8 έτη πρεσβύτερος Εμμανουήλ παρουσίασε τον νέο ναύτη που είχε το θάρρος να μπεί στον χώρο της Τέχνης, με μόνο εφόδιο της καθαρή, ευαίσθητη ματιά του;

Διαβάζοντας και ξανακοιτώντας τους στίχους του βιβλίου ΠΑΡΑΦΩΝΟΣ ΑΥΛΟΣ, αντιγράφουμε, για να κρίνουν οι φίλοι του ΑΛΚΜΑΝΑ, το ταλέντο και την αξία του Καίσαρα Εμμανουήλ.

__8                                  Πρώτο πλάνο , ο Όσβαλντ, στους Βρυκόλακες, ελληνι
                                 κό θέατρο, νέες παραστάσεις

ΙΨΕΝΙΚΗ. ΕΛΕΓΕΙΑ

Σαν κάποια τρομαγμένα ελάφια μοιάζουμε

Που αναρριγούν στου δάσους τους ψυθίρους

Σαν κρύα ερεβικά πουλιά είναι οι σκέψεις μας

Που η Θύελλα στο κρανίο μας κάνει γύρους

 

Τον θάνατο αγαπούμε, μα ακατάλυτα
σιμά της της μας τραβά η Ζωή, οδαλίσκη.

Έτσι χλωμοί,βραχνά τον ςς.ψςήλιο κράξουμε

Σαν άλλοι ιψενικοί τρισάθλιοι ίσκιοι.
Ναυαγοί εμείς χωρίς να ταξιδέψουμε

Χωρίς να πολεμήσουμε ηττημένοι
Ζούμε στη φρικτή μαγεία που δίνουνε
Το αλκοόλ, τοχασίς ενώ η κόκα μας προσμένει

Πρωτη έκδοση του έργου(γραφτηκε 1881)
Πρωτη έκδοση του έργου(γραφτηκε 1881)

 

Οι φίλοι οι συγγενείς δεν μας γνωρίζουνε

«Πως χάλασε! Τι ωραίο παιδί ήταν!»λένε

Μα Ποιος φταίει;- Ίσως ο χλωμός πατέρας μας

Κι ίσως πολλά βιβλία μας να φταίνε…

 

Γελούμε κλαίμε αναίτια πάντα κι άξαφνα

Σωπαίνουμε σαν τάφοι σε μιαν άκρη

´Ετσι παρανοημένοι  στην αρρώστια μας

Περνούμε  εμείς στης τρέλας μας τα μάκρη.

 

Τις νύχτες των δακρύων που ο απράυντος τρόμος μας

Στης πιο σκοτεινής αβύσσου μας τα μέρη
η αυτοκτονία τα κίτρινα  τα χείλη της
Με μια αμπούλα μορφίνης Μας προσφέρει

 

Τότε τα φέρετρα μας μόνοι ανέκκλητα Καρφώνουμε

και πάνω στα σανίδια απλώνουμε τις σάρκες και τα νεύρα μας

Σαν συντριμένα κι ανώφελα παιχνίδια

 

Έτσι στους κρύους τάφους τάφους κατεβαίνουμε

Φανταστικά μια νύχτα εκεί περνούμε

και την αυγή προσμένουμε ανυπόμονα
Να πάρουμε το δρομο και να βγούμε

 

Μετα μια ανάξια φίλη που τα μάτια της

Τα υγρά τα ποιητικά που ακόμα αγαπούμε

Να καρτερούμε πραοι να συγχωρήσουμε

για ότι κακό «άφες αυτήν» να πούμε

 

(Στο κρύο το φιλί του «Γκολτς» ερρίγησε

Τη νύχτα ο μεθυσμένος κρόταφός μας
Ω λίγο ακόμα ο δείκτης μας αν ήθελε
θά μαστε πια στο μνήμα το δικό μας)

 

Μα ως την χρυσήν η Αυγή σηκώνει αυλαία της

Για να φανεί η λαμπρή μέρα ανάντι

Τυφλοί απ´το τόσο φως, τον Ήλιο κράζουμε

Σαν άλλοι ιψενικοί τρισάθλιοι Οσβά(λ)ντι

Σκηνλη από το διεθνές θέατρο του έργου
Σκηνή από το διεθνές θέατρο του έργου(Οσβαλντ και η μάνα του)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Πικρή σάτιρα, ο Ίψεν προσφέρει τον γνωστό ήρωα των «Βρυκολάκων» που είναι πρωταγωνιστής στο ποίημα αυτό : ο  Όσβαλντ,  η θλιβερή ιστορία του, προσαρμόζεται

για την περίσταση, ο ίδιος ο ποιητής παίζει το ρόλο του, στη σκηνή που τροποίησε και μας είναι οικεία.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ : ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ

ΜΑΝΟΛΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ : ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ

Αφιέρωση: στην κ. Σοφία  Λιλιμπάκη, που της αρέσουν τα παλιά βιβλία

Στην ανακαίνιση του σπιτιού πριν μερικά χρόνια, του Μιχαήλου Χριστοδουλάκη (1888-1985)βρέθηκαν μεταξύ των άλλων, τρία μικρά βιβλιαράκια – ήταν συνηθισμένες λαϊκές εκδόσεις πριν μισόν αιώνα (μέγεθος 11Χ15 εκ. σελιδες 16):

Εξώφυλλο, με ένθετη εικόνα 1965
Εξώφυλλο, με ένθετη εικόνα 1965 

1.Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΟΥ ΛΟΥΚΑ

2.Η ΔΕΗΣΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, ΠΡΟΣ ΙΑΣΙΝ ΠΑΣΗΣ ΝΟΣΟΥ

3.ΟΙ ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ ΤΟΥ Μ.ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗ

Τα δυο πρώτα ήταν θρησκευτικά, το τρίτο αγνώστου σε μας συγγραφέα, σχετιζόταν με το κοσμοαγάπητο έργο του ΚΟΡΝΑΡΟΥ.

Το δεύτερο το αντιγράψαμε ολόκληρο πριν δυο τρεις μήνες, μπορεί εύκολα να το βρει κανείς στο alkman.gr, το τρίτο το μελετήσαμε και παρουσιάζουμε στίχους που ξεχωρίσαμε – ελπίζουμε να σας αρέσουν. …

<<Τα μάθια δεν καλοθωρού στο μάκρεμα του τόπου

Μα πιο καλά και πιο μακρά θωρεί η καρδιά τ΄ ανθρώπου

Και πιο πολύ δείχνει ο καιρός ο νους σαν χιαρχιντίζει(*)

Φωτίζει αυτός στη σκοτεινιά – το κάθε τι σταθμίζει>> …

Δερμιτζάκης Μανόλης/από την Σητεία ,από το βιβλίο του : <παραλλαγές στον Ερωτόκριτο> βιβλιοχαρτοπωλείο Μηνά Ε.Φουντουλάκη, ΕΝ ΗΡΑΚΛΕΙΩ 1965

Στην εισαγωγή γράφει:

<Μανόλης είναι ο ποιητής γιος του Δερμιτζογιάννη

Που να βρεθεί ακριμάτιστος οπότε κι αν ποθάνει

Στη Στείαν εγεννήθηκε στην Στείαν ανετράφει

κι εκεί κολυβογράμματα του μάθανε να γράφει

Όμως σαν εμεγάλωσε κι ίδρωσε το μουστάκι

Ρωτόκριτον εδιαβάζε με κέφι και μεράκι

Κι ογρήγορα συνήθισε το μέτρο και τη ρίμα

Κι απάγγελνε στον καφενέ κάποιο δικό του ποίημα

Ποτέ δεν επαντρεύτηκε δεν το ΄θελεν η Μοίρα

Μα τη ζωήν του εγλέντιζε με μαρουβά(2) και λύρα

 

Κι αν κάποιοι πουν κακότεχνους τους στίχους τους δικούς μου

Γιατί ο Κορνάρος είναι αψηλά όσο δεν βάζει ο νους μου

Κι άλλοι αν πουν αποκοτιά πως είναι αυτό που κάνω

Τον πιο μεγάλο ποιητή στο στόμα μου να πιάνω

Γιατί΄ ναι οι στίχοι του αψηλοί κι ο νους του πρώτο μπόϊ

Κι οι άλλοι όλοι μαραίνοται σαν λούλουδα στο απόϊ

 

Ας συμπαθήσουν, είναι αυτός ο πιο λαμπρός της Κρήτης μας ο φάρος

κι εγώ τους στίχους του κρατώ και παίρνω θάρρος

Να τραγουδώ Ρωτόκριτο να παίζω μαντολίνο

μετά με την βροντόλυρα (3) παντού κέφι να δίνω! >

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: το γνήσιο απόσπασμα του ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ: «Τα μάτια δεν καλοθωρού στο μάκρεμα του τόπου, μα πλια μακρά και πλια καλά θωρεί η καρδιά τ’ αθρώπου·»

Μότο στην πρώτη σελίδα του βιβλίου:

<Αν θες λοξά περπάτα μα ίσια να μιλάς

και καθαρά και ντρέτα αν θες μακριά να πας>

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

(*).Χιαρχιντίζω. : Μένω έκπληκτος, τα χάνω…

(2).Είδος, χαρακτηρισμός κρασιού

(3).Λύρα ειδική, της Σητείας

 

 

ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ: ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΣΕ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

´Ενα μικρο βιβλιαράκι: Καίσαρ Εμμανουήλ «Παράφωνος Αυλός»  ΈΚΔΟΣΗ 1924.      Ιδού πως διαβάζω και με σεβασμό μεγάλο παραφράζω…

Αφιέρωση : στην Σοφία Κολ.

ΠΟΙΗΤΕΣ

Πως μοιάζουμε με ωραία μυθιστορήματα
Σε αβρό papier velin, αρισθμημένα
Με cups-de-lamps, hors-texted, λεπτά στο γράψιμο
Είμαστε με τους λίγους τυπωμένα

Αιθέρια απλά, ερμηνεία δεν χρειαζόμαστε
Κι ωστόσο ακατανόητα εμείς περνούμε:
Μορφή κι ουσία γλιστρούν – άμμος σε δάκτυλα
Κι ανόητα φλυαρούν και μας ξεχνούμε

Με το ύφος ή μια σκέψη κάποιοι θέλγονται
Με μια γραμμή μας υπό σημειώνουν
Έτσι λαθραία μοιραία σε μιαν έκδοση
Μιλούμε και σαν μας ανατυπώνουν

Πως μοιάζουμε με ωραία μυθιστορήματα
Σε αβρό papier velin,αριθμημένα
Μεcups-de-lame,hors-texted,λεπτά στο γράψιμο
Είμαστε για τους λίγους τυπωμένα

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
Στο ποίημα ( όχι στο πρώτο τετράστιχο και το τελευταίο)έλειπαν ομοιοκαταληξίες, που προσπάθησα να βάλω). Πληροφορίες και φωτογραφια διαδικτύου

Καίσαρ Εμμανουήλ, ποιητής, 1902-1970
Καίσαρ Εμμανουήλ, ποιητής, 1902-1970`Ο Καίσαρ Εμμανουήλ πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1924 και συνεργάστηκε με τα λογοτεχνικά περιοδικά Μούσα, Κριτική και Τέχνη, Νέοι Βωμοί, Ελληνική Επιθεώρησις, Νέα Εστία, Λόγος, Κύκλος, Ρυθμός, Μπουκέτο, Οικογένεια, Αναγέννησις, Νέα Επιθεώρησις, Το τρίτο μάτι, Μακεδονικά Γράμματα και άλλα. Η πρώτη του ποιητική συλλογή είχε τίτλο Ο παράφωνος αυλός και εκδόθηκε το 1929. Ακολούθησαν τρεις ακόμη συλλογές, ενώ ο κύριος όγκος του έργου του αποτελείται από ποιητικές, πεζογραφικές, θεατρικές και άλλες μεταφράσεις και διασκευές.

 

 

 

 

Ο ΣΙΜΙΓΔΑΛΕΝΙΟΣ – ΛΑΪΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Ο ΣΙΜΙΓΔΑΛΕΝΙΟΣ

Αφιέρωση : Στην Κρήτη και τον Μιχάλη, του ρωμαντισμού και της πολιτικής

H γιαγιά μας η γριά

ξεματίζει τα κουκιά

Και στη χόβολη τα ψήνει

Κι ´ε έχουν σιδερένια γίνει

Μένα δόντι τα μασά

Κι όταν φάει τα μισά

Πίνει και κρασί γλυκό

Και θα φτάσει τα εκατό …

Και θ´ αρχίσει παραμύθι …

Ήτανε μια πριγκιπέσα όμορφη πολύ

μα δεν ήθελε κανέναν να την παντρευτεί

της εμύριζεν ο ένας κι άλλος της εβρώμαγε

όμορφος κανείς δεν ήταν της φαινότανε

τι κι αν έλαμπαν τα νέα πριγκιπόπουλα

δεν την νοιάζει που στενάζουν τα παλικαρόπουλα

δεν τσ΄αρέσουν έχει γούστο πολύ δύσκολο

κάποτε ζητά μια χάρη : “Μάνα σε παρακαλώ

φέρε μου τ΄ αμύγδαλα να ΄ναι μισό τσουβάλι

κι άλλο τόσο – πιο πολύ να ναι το σιμιγδάλι

Δέκα οκάδες ζάχαρι από την Μπραζιλία

κι άφησέ με μοναχή μέρες τριάντα μία…”

Scan 12

Και κλείστηκε στην κάμερα πήρε σφυρί να σπάσει

τ΄αμύγδαλα με ζάχαρη τη ζύμη να ετοιμάσει

πολύ εύκολα τον έπλασε καλόν και διωματάρη

που κάθε μια πριγκίπισσα θα΄θελε να τον πάρει …

Το γεγονός το μάθανε στη γη στην οικουμένη

σιμιγδαλένιον έφτιαξε και ζει ευτυχισμένη

Η δύσκολη πριγκίπισσα – γλυκός είναι σαν μέλι

τόσο κανείς δεν βρέθηκε στον κόσμο να τον θέλει

Κι εζούσανε χαρούμενοι μ αγάπη και ομόνοια

μα η μοίρα τους δεν έγραφε πως θα περάσουν χρόνια

Γιατί στην Άπω – Ανατολή πού άλλοι  την κυβερνούνε

Πριγκίπισσα κακόγνωμη που την πολυαγαπούνε

Γονέοι επιπόλαιοι που χατήρια δεν χαλούνε

Σαν άκουσε για τον γαμπρό ζηλεύει και μαραίνεται

20180612_111328

-”Αυτόνε θέλω γι άντρα μου,να πάτε να τον φέρετε!”

Κι ο Βασιλιάς ο κύρης της της πολύ στεναχωριέται

Κι όταν κιτρίνισε πολύ κι έγινε σαν λεμόνι

Κι απ την πολλήν αδυναμιά ο αγέρας τη σηκώνει

Η μάνα της γονάτισε στου βασιλιά τα πόδια -”

-«Έλεος άρχοντα μου και μην Φέρνεις τόσα εμπόδια

Καράβι να φορτώσουμε πλούσιο χρυσαφένιο

Να πάει σ΄ άλλα βασίλεια για τον σιμιγδαλένιο

Θα ναι γεμάτο θησαυρούς πολύτιμες πραμάτειες

Και θα πουλά πολύ φτηνά στους ξένους τους πελάτες

Θα ψάξει στην Ανατολή θα πάει και στη Δύση

και στο βοριά και τον Νότια για να τον συναντήσει

Και δεν μπορεί όσο μακριά κι αν είναι θα τον βρούμε

Θα πέσει στην παγίδα μας και θα λογαριαστούμε

… Στην πόλη όπου βρίσκεται σαν φτάσει το καράβι

όλοι θα τρέξουνε να δουν…ποιος θα πρωτοπρολάβει

Γιατί η φτήνια τον παρά τον τρώει και θα φάει

και τον Σιμιγδαλένιο μας γιατί κι αυτός θα πάει

Να πάρει δώρο στην κυρά κόσμημα διαμαντένιο

Και διάδημα ολόχρυσο και χτένι φιλντισένιο

Η κι άρωμα των λουλουδιών παραδεισένιας σέρας

Μια στάλα να μοσκοβολά η κλίνη τους κι ο αγέρας

ή φορεσιά μεταξωτή με πέρλες κεντημένη

Και ζώνη μ´ εκατό διαμάντια στολισμένη

Αν ο σιμιγδαλένιος ´ ρθει, κι ανέβει στο καράβι

Τις άγκυρες σηκώνουμε πριν να το καταλάβει

Και πριν να ξεκινήσουμε του δίνουμε Σουμάδα

Να΄χει και λίγο λάβδανο να κάνει μια βδομάδα

Για να συνέλθει μέχρι να – τον δει η πριγκιπέσα

για να του δώσει ένα ποτό που φίλτρο θα΄χει μέσα

μόλις το πιει θα την κοιτά σαν να΄ναι η Αφροδίτη

Θα παντρευτούν θα στήσουνε ευτυχισμένο σπίτι”

… Ντουχιούντισε ο βασιλιάς και φόρτωσε βαπόρι

Πολύτιμα εμπορεύματα, που δίνουν οι έμποροι

Κι όλον τον κόσμο γύρισαν και τέλος τον ευρήκαν

Μ´ άραξαν και περίμεναν, στην πόλη του σαν μπήκαν

Από τα καράβια του Σπύρου Βασιλείου
Από τα καράβια του Σπύρου Βασιλείου

Η πριγκιπέσα σαν πολλοί της είπανε να πάει

στο πλοίο της Ανατολής που πράγματα πουλάει

Ζήτησε απ τον άντρα να δει και να της πάρει

φόρεμα να΄χει κέντημα τον ήλιο το φεγγάρι

Κι ο “ζυμωμένος” σύζυγος αμέσως ξεκινάει

και στο καράβι ανέβηκε κι ενδύματα ζητάει

Τον είδαν κι όταν ζήτησε κέντημα με μετάξι

ο καπετάνιος πρόλαβε άγκυρες να πετάξει

 

και γρήγορα τον έφερε στην άλλη πριγκιπέσα

που τον επότισε νερό που΄ χεν αφιόνι μέσα

 

Κι αμέσως εξεχάστηκε δεν ξέρει δεν θυμάται

ποιος είναι και που βρίσκεται και τρώγει και κοιμάται

κι έτσι απ τη μια πριγκίπισσα ευρέθηκε στην άλλη

σύζυγος που τον έχουνε σ εκτίμηση μεγάλη

Σαν χάθηκεν ο πρίγκιπας που ήτανε πλασμένος

από την πρώτη σύντροφο ζαχαροζυμωμένος

Τον ψάξανε παντού χωρίς το ίχνος του να βρούνε

κι ο Βασιλιάς εζήτησε τελάληδες να βγούνε

πως δίνει χίλια τάληρα κι ολόχρυσά να πούνε

σ΄όσους τον εσυνάντησαν ή έτυχε τον δούνε

Κλαίει ο κι οδύρεται η μικρή δεν τρώγει και δεν πίνει

ούτε το γάλα του πουλιού που φέρνουνε για κείνη

-”Όφου και κακοντόπαθα και πως θα νταγιαντίσω

μου κλέψανε τον άντρα μου πως θα τον πάρω πίσω”

Όλη η χαρά μου είναι αυτός όσο καιρό κι αν ζήσω

παντού θα ψάξω να τον βρω τον κόσμο θα γυρίσω”

Κι όταν επέρασ ΄ ο καιρός χωρίς να μάθει κάτι

επήρε δρόμο και στρατί στρατί και μονοπάτι

Ρωτούσε μα δεν ήξεραν σε ξέφωτο σαν μπήκε

τη ρώτησε κάποια γρια καλόγνωμη που βρήκε

 

Κεραδοπούλα και Βάβω...

-«Ποιος δρόμος εδώ σ´ έβγαλε στα πέρατα του κόσμου;»

-«Ψάχνω τον άντρα μου γιατί χάθηκε από μπρος μου

Τον κλέψανε ζηλέψανε που ήταν σύντροφός μου!

Κι αφού άνθρωπος κανείς στη γη δεν είδε δεν τον ξέρει

Τον ´Ηλιο αν βρω όπου γυρνά παντού σ ´ όλα τα μέρη

Θα τον ρωτήσω αν είδε πουθενά και το δικό μου ταίρι»

-«Κόρη μου μην ανησυχείς θα ΄χεις καλό χαμπέρι

Ο Ήλιος είναι γιόκας μου, και θα ρθει σαν νυχτώσει

Για να δειπνήσει κι ύστερα στο δώμα να ξαπλώσει

Αμέσως μην πεις τίποτε πριν φάγει να χορτάσει

γιατί θυμώνει κι εύκολα σαν είναι πεινασμένος…”

 

Ήλιος, του Δ.Διαμαντόπουλου για την ¨Αλκηστη"του Κουν 1934

Περίμενε η κοπελιά σαν ήταν ξαπλωσμένος

μπροστά του πήγε θαρρετά “ Ω πολυχρονεμένε

Ήλιε μου λαμπροστόλιστε και λαμπρογεμισμένε

Που στα πολύ ψηλά πετάς κι όλα τα βλέπεις κάτω

Μήπως είδες τον άντρα μου άσπρο και ντελικάτο

Που ναι καλός που ναι γλυκός σαν το ψωμί τ΄ αφράτο;»

-«πως να τον δω που εκεί ψηλά τρέχω, δεν προλαβαίνω

Κι ιδρώνω και κουράζομαι τον κόσμο να ζεσταίνω

 

Στην αδερφή μου πήγαινε τη νύχτα που γυρίζει

Αυτή χαζεύει και κοιτά τον κόσμο όταν φωτίζει »

Της έδωσε ένα αμύγδαλο αφράτο είναι αθάλι

Το πήρε κλαίγοντας πολύ στους δρόμους τρέχει πάλι

Και όταν ξανά κουράστηκε σταμάτησε στη βρύση

Που μια καλή νοικοκυρά τη στάμνα θα γεμίσει

-«Που πας κορίτσι μου καλό κάτσε να ξαποστάσεις »

Της είπε και τσ΄ απάντησε πως ψάχνει το φεγγάρι

μήπως γνωρίζει που θα βρει τον άντρα που έχει πάρει.

“Η μάνα του είμαι ( είπε) και νερό παίρνει να το δροσίσει

Θα φτάσει μόλις η αυγή τα ρόδα ξεφυλλίσει”

Την πήρε για να φτιάξουνε το πρωινό στο αστέρι

Που κάθε νύχτα φώτιζε όλα της γης τα μέρη

Σαν ήρθε κρύφτηκε η μικρή περίμενε να φάει

Και ρώτησε τον άντρα της αν είδε όπου γυρνάει .

 

Άρχοντας καλοντυμένος...

-«Τη νύχτα τρέχω και ποτέ δεν στέκομαι μιαν ώρα

Πως να προσέξω πως να δω ; Στ΄ αστέρια τρέχα τώρα

Αυτά είναι τόσα πολλά που θα τον είδε κι ένα»

Της έδωσε δυο τζίτζιφα λιγάκι ξεραμένα

Στους δρόμους πάλι με λυγμούς και κοπετό κινάει

Και σε ποτάμι μακρινό δεν άργησε να πάει

Μια γριά μπουγάδα έστηνε σκουφάκια έπλενε χίλια

Την ρώτησε : -”που πας μικρή με σουφρωμένα χείλια ;”

-”Τ΄ αστέρια ψάχνω μήπως βρω γιαγιά, κανείς τα ξέρει;

-«Η μάνα τους είμαι κι εδώ θα΄ρθει το κάθε αστέρι

τους πλένω τα σκουφάκια τους, γιατί σαν κοιμηθούνε

Δεν Θέλουνε να΄ χουνε φως τη λάμψη δεν μπορούνε…»

-«Και τι τα θες τ´αστέρια μου μόνο το φως τους ´εχουν »

-«Μην είδανε τον άντρα μου ,από ψηλά που τρέχουν»

Της είπε το κορίτσι και περίμενε να φτάσουν

Κι όταν εφάγανε καλά…κι έπρεπε να χορτάσουν

Εβγήκε κι είπε : -«σας ζήτω συμπάθεια και συγνώμη

Για να ρωτήσω αν είδατε τον άντρα μου κι ακόμη

Πως είναι και που τριγυρνά τι πολεμά τι κάνει

πως να τον βρω; σ΄ αυτόν ποιος δρόμος θα με βγάνει; …

Ο Αυγερινός εθύμωσε λιγάκι και της λέει

-”κορίτσι μου κει πάνω δουλεύουμε φωτίζουμε

– το χρόνο μου δεν χάνω χαζεύοντας

– και πρόσθεσε κι η Πούλια η κουρασμένη

-«ποτέ μας δεν καθόμαστε και χρόνος δεν μας μένει

δεν ξέρουμε ανάπαυση καθημερνή και σκόλη

τον ουρανό φωτίζουμε με τη σειρά μας όλοι

Μα ένα αστεράκι τόσο δα -” τον είδα λίγο” λέει

κι απ την πολλή συγκίνηση άρχισε η μικρή να κλαίει…

Το σπίτι της Τύχης ήταν σαν παλάτι

-”Σε πύργο πολύ μακρινό και με μαρμαρένια σκάλα

-τον έχουν και του δίνουνε και του πουλιού το γάλα !”

και τ αστεράκι τσ΄ έδειξε το δρόμο που θα πάρει

αν δεν σ΄αναγνωρίσει να ένα σπυρί σιτάρι

κοπάνισε το κι ύστερα βάλε το στον καφέ του

αμέσως θα σε θυμηθεί, αν σε ξέχασε ποτέ του

Αν δεν μπορεί τ αμύγδαλο μα και το τζιτζιφάκι

να βοηθήσουνε πολύ κι ο σπόρος το σταράκι

Να πάρε κι ένα κάστανο – για να το καθαρίσεις

σαν βγάλεις τ΄αγκαθάκια του στο τζάκι να το ψήσεις

Αν τον ποτίσαν μαγικά ναρκωτικά – ματζούνια

μόλις το δοκιμάσει αυτός ξυπνά, σαν το μωρό στην κούνια

που πείνασε κι αναζητά το γάλα της μαμάς του

και θα βρεθείς στη ζεστασιά μέσα της αγκαλιάς του

Και πάλι στο δρόμο στο στρατί στρατί

και μονοπάτι και μέρα νύχτα περπατεί χωρίς να κλείσει μάτι

… και φτάνει στο πυργόσπιτο – με τη ψηλή τη σκάλα

και βρήκε και κατάλειμα ν΄αναπαυτεί μια στάλα

πρωί πρωί που ξύπνησε τ΄ αμύγδαλο της σπάει

κι αμέσως έλαμψε σταμνί χρυσό στη βρύση πάει

μα ήταν μαγικό σταμνί και το νερό παγώνει

κι ο όποιος περνούσε του δινε χωρίς να την πληρώνει

Το μάθαν όλοι κι ο καθείς -θαύμαζε κι απορούσε

κι η πριγκιπέσα έστειλε μια δούλα και ρωτούσε

Ποσό πουλάει το σταμνί, της δίνουν τόσα κι άλλα

Όσα ζητήσει δηλαδή, ποσά πολύ μεγάλα..

-Δεν σας το δίνω για φλουριά, μα τον σιμιγδαλένιο

Για μια βραδιά και πάρτε το κι ας είναι χρυσαφένιο…

Τους είπε και το σκέφτηκαν πολύ και τονε δώσαν

Αφού τον πότισαν της λησμονιάς ποτό και τον ξάπλωσαν…

… Ότι κι αν έκανε η μικρή δεν ξέρει δεν μιλάει

Κι ας μάλλιασεν η γλώσσα της να τον παρακαλάει

Τον πήραν πίσω ξύπνησε, σαν να χε πιεί λιγάκι …

Κι η κοπελιά τα τζίτζιφα τα επέταξε στο τζάκι

Κι απ τη φουνάρα μια στιγμή έβγήκεν <αργαστήρι>(1)

Τους στύλους έχει όλο χρυσούς περβάζια από μπακίρι

Το χτένι από φίλντισι και δυο αντιά ξυλένια

σαΐτα με πετράδια και Ποδάρια μεταξένια …

Το ´δανε κι απομείνανε το΄παν στην πριγκιπέσα Και τό θελε

Της έφεραν τον άντρα της- πάλι ήταν ποτισμένος

με φίλτρο λησμονιάς γλυκό – καθόλου δεν τον νοιάζει

κι ας κι ας κλαίει κι ας οδύρεται κι ας βαριαναστενάζει

 

Τον πήραν πίσω κι ύστερα έριξε το κορίτσι

στην παραστιά το κάστανο – και πριν το καλοψήσει

έναν φούρνο ολόχρυσο μπροστά της είχαν στήσει

κι ήταν γεμάτος με ψητά με μπαχάρια και πιπέρι

κι οι μυρωδιές τους έφταναν – στου παλατιού τα μέρη

Μόλις το καταλάβανε τους τρέξανε τα σάλια –

και τα πηρούνια ψάξανε και τα χρυσά κουτάλια

και πήγαν δούλοι- παραγιοί από την πριγκιπέσα

-που θέλει οπωσδήποτε ότι έχει ο φούρνος μέσα

και πάλι ζήτησε η μικρή τον άντρα της το βράδυ

τρίτη φορά λαχτάρησε ένα δικό του χάδι

Τον πήγαν πάλι σηκωτό και δεν καταλαβαίνει

-μα έλειωσε κι ένα σπυρί σταριού- και τον καφέ πηγαίνει

και με την πρώτη τη γουλιά κι εξύπνησε την βλέπει-

αμέσως τη θυμήθηκε στην αγκαλιά της πέφτει…

Την κοίταξε στα μάτια

και η καρδιά του ράγισε κι έγινε δυο κομμάτια

αγκαλιαστήκαν κι έτρεχαν τα μάτια τους ποτάμια

-”Ξύπνα καλέ μου μίλα μου άκουσε τη καρδιά μου…

σ’ έπλασα με τα χέρια μου και με τα όνειρα . μου..

Ολόσγουρε βασιλικέ θα σε βαγιοκλαδίζω

Θα στρώνω κλίνη ολόχρυση για να σε νανουρίζω…

ότι θελήσεις θα στο βρω ότι ζητάς θα γίνει

η αγάπη όλα τα Μπορεί- όλα ή καρδιά τα δίνει!” …

 

18944956_10211106177043577_1374094883_n

Ό νέος σαν να ξύπνησε,από τον λήθαργόν του

-” Στ΄όνειρο σου είμαι γλυκιά μου…

δες πως λάμπω απ΄ τη χαρά μου

με ΄πλασες μα ποιος να ξέρει

αν εζούσα σ΄άλλα μέρη

στων παραμυθιών τους τόπους

με παράξενα τελώνια

που είχαν σουβλερά σαγώνια …

 

Είμαι δίπλα και κοντά σου στων ονείρων μας τη χώρα

με τσ’ αγάπης μας τα δώρα

 

Κι η άλλη η πριγκίπισσα ; – άργησε μα θα μάθει

“ο ψεύτης κι ο κλέφτης

– τον πρώτο χρόνο χαίρονται”

γιατί αγαπά ο Θεός τον κλέφτη μα πιο πολύ τον νοικοκύρη

και κει που έστρωσε ο καθένας μας  θα γείρει…

Μα δεν ήμουνα εκεί,

κι η γριά τρώει κουκί

Και με δόντι σιδερένιο,

το Τσουκάλι μαντεμένιο …

κι είπε το το παραμύθι

κι έγειρε κι απεκοιμήθη

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

  1. Αργαλιός (για ύφανση )

Διωματάρης=εμφανισιμος , όμορφος (από την αρχαία ιδίωμα)

 

Αγ.Νικόλαος  καλοκαίρι  2017

 

ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟΎ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ

 

    Αργυράκης -Χατζιδάκης από την "ΟΔΟ ΟΝΕΙΡΩΝ"του ΄60 στον ΜΑΓΙΚΟ ΑΥΓΟΥΣΤΟ του ΄80

Αργυράκης -Χατζιδάκης από την «ΟΔΟ ΟΝΕΙΡΩΝ»του ΄60 στον ΜΑΓΙΚΟ ΑΥΓΟΥΣΤΟ του ΄81

ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟΎ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ
(ΜΗΝΥΜΑΤΑ)

ΔΕΥΤΕΡΑ

Βήματα μέσα μας ηχούν
ταξιδιών κι ερώτων

ΤΕΤΑΡΤΗ

Πουλιά στο πουκάμισο
συρίζουν
και αισθησιακές κινήσεις
καλπάζουν

ΠΕΜΠΤΗ

Φλογισμένη μέρα
σβησμένοι οι ανέμοι

Στη σκιά σου καταμεσήμερο
μαζεύονταν επιθυμίες
Ανάλαφρη
μ΄ένα σημάδι τσιγάρου
στις συλλαβές της αγάπης

ΣΑΒΒΑΤΟ

Στιγμή χαρούμενη
σαν χάδι που άργησε
Η μέρα αλλάζει
την κλεψύδρα του σώματος
κι η νύχτα μετρά και φυλάει
το πρόσωπό σου

ΚΥΡΙΑΚΗ

Το αγκάλιασμά σου μου ταιριάζει
όπως ο ουρανός
στον ορίζοντα της θαλάσσης…

ΗΜΕΡEΣ EΝΟΣ ΑΘΕΑΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟY

Τελευταία μέρα του καοκαιριού 20.9.2015
Τελευταίε ημέρες του καλοκαιριού του 2015

ημέρες ενός αθέατου καλοκαιριού

 

Περίμενα έναν άνεμο Ζέφυρο

στη σκοτοδίνη του μεσημεριού

να κατεβάσει τις γρύλιες

να δοκιμάσει τις χορδές

μιας  ξεχασμένης μελωδίας

 

Μια πνοή δροσερή

με το χορτάρι ενός μεθυσμένου κήπου

 

Δεν έφτασε –  δεν φύσηξε

κι όμως ζωντάνεψαν

τα χρώματα κι οι εικόνες

 

Και τα αισθήματα αμύνονται

στις επιθέσεις φωτός και φόβου

Σχοινούσα, το διαμαντάκι των Μικρών Κυκλάδων