Μαρία Σταυρακάκη, ζωγράφος:ευχές,κολαζ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΣΧΟΛΙΑ

  • louk: Μήπως είστε πολύ αυστηρός;Ειναι δυνατόν να μην σας αρέσει το τραγούδι(μουσική & στίχοι) με τίτλο «Ελα πάρε...
  • Π.Τζερμιάς: Ζυρίχη, 1/1/2012 Αγαπητέ μανώλη, Θερμότατα συγχαρτήρια για την έκθεσή Ξυλογλυπτικής! Δεν είσαι...
  • Αταλάντη Μιχελογιαννάκη-Καραβελάκη: Στις δημιουργίες του Μανώλη Στρατάκη συνυφαίνονται αρμονία ύλης και τέχνης,...
  • Μαριος: Ο Μανόλης ηταν η προσωποποίηση του τυχωδιοκτισμου και της οξύνοιας. Καλή του ώρα, ηταν ανεπανάλιπτος.
  • L.M.: Tον θυμάμαι τον περίφημο τύπο, λένε ότι αν και ανάπηρος, κατάφερε και βγήκε πρώτος με το καροτσάκι του από τον...

ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ, Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ ΚΩΣΤΗΣ ΦΡΑΓΓΟΥΛΗΣ

mark

Κωστής Φραγγούλης:"Στη Στείαν εγεννήθηκε, στη Στείαν ενεθράφη(...)"

(…) ήμουν ο πλησιέστερος συγγενής του στο Ηράκλειο. Και κάθε χρόνο τ’ Άη – Γιαννιού η κυρία Σοφία έφτιαχνε διπλή τη δόση των κουραμπιέδων και των πατούδων. Ο γιος του ο Γιάννης έφερνε τις κούτες στο σπίτι μου με ενεπίγραφες ή και εσώκλειστες τις έμμετρες ευχές.

Ιδού ένα δείγμα:
Χρόνια πολλά σου εύχομαι Λόγιε φίλε Γιάννη
και κάθε χρόνος που περνά πιο Νέο να σε κάνει.

(…)
Στα Δημοτολόγια της Λάστρου Σητείας υπάρχει η εγγραφή της ημερομηνίας γέννησης του Κωστή Φραγκούλη:

7 Νοεμβρίου 1905, του Στυλιανού και της Ζαμπίας – τέταρτο παιδί της οικογένειας.

Στη Λάστρο λειτουργούσε τότε ένα μοναδικό τετραθέσιο σχολείο, όπου έμαθε τα πρώτα γράμματα.

(… στο Γυμνάσιο Σητείας και φοίτησε στην πρώτη τάξη μέχρι τα Χριστούγεννα.

(…) – διέκοψε τη φοίτηση.

Έμεινε στη Λάστρο βοηθώντας τον πατέρα του στις γεωργικές εργασίες και τους δύο θείους του, που ήσαν οργανωμένοι βοσκοί.

Κι όπως λέει ο χωριανός του και συμμαθητής μου Γιάννης Μαρουκλής(3): «ανάμεσα στη σκληρή πέτρα και το στεγνό χώμα· είδε, άκουσε, αιστάνθηκε: Τη Δύση και την Ανατολή, το θρόισμα των δένδρων, το κελάρυσμα της πηγής, τις συννεφιές, και τ’ αστραπόβροντα;
τις μικρές και μεγάλες χιονιές, τα κουδούνια και τα βελάσματα των κοπαδιών, το θιαμπόλι του βοσκού, τους ψιθύρους των ανέμων, τις πορφύρες του δειλινού, τον καταπραϋντικό και ειρηνοφόρο ήχο της καμπάνας, το κελάηδημα των πουλιών, τις οιμωγές των αγριμιών, το κλάμα της κουκουβάγιας, τον κοασμό των βατράχων, το κακάρισμα των περδίκων, την ευωδιά του θυμαριού, του σκίνου, της αλαδανιάς· το μύρο της φασκομηλιάς, του βάρσαμου, του φλισκουνιού· την ανάσα της γης στα πρωτοβρόχια, τη σπορά, το θερισμό, τα λιομαζώματα, τη φάμπρικα, τα τρυγοπατήματα, τα καζάνια, το διάσιμο, το περιμάτισμα και τ’ αργαστήρι, το κέντημα της κοπελιάς, το φούρνισμα της κουλούρας, του φτάζυμου την πεθυμιά, το φτωχό τραπέζι τις καματερής, το πλούσιο της σκόλης, τις πράξεις των ανθρώπων, τις κουβέντες τους, τα ήθη, τις ενδυμασίες τους, τα επαγγέλματα, που ευδοκιμούσαν τότε όλα στο χωριό μας, τους χορούς, τα πανηγύρια, τα μαύρα μάτια τσ’ όμορφης, τα γαλανά της ξανθιάς, το χαμόγελο της κόρης, το χτυποκάρδι των νέων, την κρυφή αγάπη, τη γλύκα της νιότης, τη χαρά της ζωής, το θρήνο του πόνου».

"τις πράξεις των ανθρώπων, τις κουβέντες τους, τα ήθη, τις ενδυμασίες τους(είδε και αισθάνθηκε)

(…)

Ο ίδιος γνωρίζει τις πηγές του και καμαρώνει γι’ αυτές:

Λάθη θα βρούνε μερικοί, τα γράμματά μου λίγα
η οξοχή με σπούδαξε και στο σκολειό δεν πήγα.
Οι κάμποι, τα ψηλά βουνά, Σητεία μέχρι Σπάθα
γενήκανε δασκάλοι μου και γράμματα μου μάθα…

Κι αντί μολύβι να βαστώ, φτερό και καλαμάρι,
τση φύσης τ’ ανοιχτό χαρτί εκαμ’ αλφαβητάρι.
Κι ότι μου λέγαν τα πουλιά, τα έχνη, κι ότι εγροίκου,
στην ερημιά που γύριζα, τα μάθαινα ξεστήθου.

Και μέσα μου τα στέρευγα με τάξη, ένα ένα,
και τάγραψα να μη χαθούν κι αυτά μαζί μ’ εμένα.
Με το συμπάθειο το λοιπόν, ανέ βρεθούνε λάθη,
όπου ‘φτανε η χέρα μου κρέμασα το καλάθι.

Όλα αυτά κατάγραψε στα βάθη της ψυχής του· και τα πήρε μαζί του, όταν στις αρχές του 1920 αποφάσισε, με την ευχή των γονέων του, να φύγει για το Ηράκλειο, αναζητώντας καλύτερη τύχη. Κι όπως έλεγε:
«Με δίχως δεύτερη αλλαξά ήφυγα από τη Λάστρο
και πορπατάρης ήφταξα εις το Μεγάλο Κάστρο».

Η Πύλη των Τριών Καμαρών στο Ηράκλειο - πριν κατεδαφισθεί /

(…)
Χαμένος μέσα στη βουερή πολυκοσμία και τις παγίδες της πόλης, με 26.000 κατοίκους (τότε), μισοί χριστιανοί και μισοί Οθωμανοί, με τζαμιά και μιναρέδες, εδώ κι εκεί· μεγαλούπολη με τα μέτρα του καιρού εκείνου, φυσικό ήτανε «να αισθάνομαι ανασφάλεια σαν το πουλί που πέφτει από τη φωλιά του» – έλεγε.

Στη πρώτη του εξερεύνηση αγοράζει, αντί μιας πεντάρας, το έκτακτο παράρτημα της εφημερίδας «ΙΔΗ», με τα μικρασιατικά γεγονότα του 1920, και διαβάζει στο κάτω μέρος ότι «ζητείται μικρός δια το τυπογραφείον».

Με σύσταση του συγχωριανού του Μανόλη Κωνσταντουράκη – πατέρα του ποιητή Άρη Δικταίου – στο φούρνο του οποίου διανυκτέρευε, προσλαμβάνεται ως καλλιγράφος, με αρμοδιότητα, την αναγραφή του ονοματεπωνύμου και της διεύθυνσης των συνδρομητών της εφημερίδας, σε μικρά ταινιάκια, και την ταχυδρομική διεκπεραίωσή τους.

Λόγω της αντιλήψεως που διέθετε και του ζήλου που επέδειξε, ο εκδότης τον πήρε βοηθό στο τυπογραφείο, κι όπως ομολογεί ο ίδιος σ’ ένα αυτοβιογραφικό ποίημά του:

Αν τύχει και ρωτήξετε το που ‘μαι και τι κάνω
που ταίριασα και που ‘γραψα τα όσ’ αναθιβάνω,
στη Στείαν εγεννήθηκα, εις το χωρίο Λάστρο
και στα δεκάξε χρόνια μου ήφυγα για το Κάστρο.

Γράμματα σαν δεν ήμαθα, μικρότερος σαν ήμου,
τέχνη καλή να μάθω σκιάς να βγάνω το ψωμί μου.
Ράφτης, τσαγκάρης, μαραγκός, νταμπάκης γη σγουράφος
μ’ αλλιώς η τύχη τά ‘φερε κι έγινα τυπογράφος.

Έτσι, στο συνθετήριο, ψηφίο το ψηφίο,
ήμαθα πέντε γράμματα σα να ‘μουν σε σχολείο.

(…)
Ως στοιχειοθέτης στην εφημερίδα «ΙΔΗ» έγραφε ανωνύμως στήλη – με τίτλο «Στα πεταχτά» – χρονογραφικές σημειώσεις και χρήσιμες πληροφορίες, πολλές φορές συναρπαστικές.

Φίλος του θεάτρου, παρακολούθησε παράσταση του θιάσου της Μαρίκας Κοτοπούλη, κι’ έγραψε τις εντυπώσεις του ως «ο κύριος της γαλαρίας».

Το σημείωμα έκαμε εξαιρετική εντύπωση στην Κοτοπούλη, που αναζήτησε τον κύριο και μαζί με το ευχαριστήριο φιλί του εξασφάλισε θέση στην πρώτη σειρά της πλατείας.

(…) Την ίδια εποχή τον πήρε στο τυπογραφείο της «Νέας Εφημερίδας» ο Γιάννης Μουρέλλος, κοντά στον οποίο βρήκε στέγη και τροφή, θαλπωρή και ήθος.

Τη δεκαετία του 1930 εργάζεται στην Αθήνα ως τυπογράφος -(…) τυπώνει και την πρώτη ποιητική συλλογή «Μ’ ανοιχτά φτερά» – . Νοσταλγικά ποιήματα σε ποικίλες στιχουργικές μορφές. Μετά βυθίζεται σε ποιητική σιγή μέχρι το 1961 που εκδίδει τα πρώτα «ΔΙΦΟΡΑ».

Το 1937 γνωρίζεται και παντρεύεται τη Σοφία Τριανταφύλλου, από τη Σαντορίνη, κι όπως λέει αυτοσαρκαζόμενος :

Άσοφος εγεννήθηκα, μεγάλη αμαρτία,
την είδε ο Θιός και μούδωκε γυναίκα τη… Σοφία!

Για 66 ολόκληρα χρόνια συμπορεύτηκαν αρμονικά. Απόκτησαν δύο γιούς, τον Στέλιο και τον Γιάννη.

(…)

Σύντομα χρονικά από τη Μάχη της Κρήτης και την κατοχή δίδει στο βιβλίο του «Η ΚΑΤΣΙΦΑΡΑ» (1974).

(…) από το 1945 οριστικά στο Ηράκλειο.

Δεξιά της κρήνης το φαρμακείο του Γ.Χλουβεράκη-στέκι των επιστημόνων και καλλιτεχνών του Ηρακλείου

Ο Ανδρέας Καλοκαιρινός τον προσλαμβάνει ως τυπογράφο στο περιοδικό «Κρητικά χρονικά» και η γνωριμία του με τους επιστήμονες της επιτροπής επί της συντάξεως(…) ήταν καθοριστική για την περαιτέρω πορεία του.

Ταφος της οικογένειας των Σάλομον, σε εκκλησία της Βόιλα (Σητεία), από εδώ έλκει την καταγωγή ο Εθνικός ποιητής μας Διονύσιος Σολωμός.

Όπως σημειώνει ο Ηρακλής Καλλέργης: «Ο Φραγκούλης αποτελεί μια από τις σπάνιες περιπτώσεις στα κρητικά γράμματα. Χωρίς σπουδαία εφόδια «σχολικής παιδείας» πέτυχε, με συνεχή μελέτη και προσπάθεια, να αξιοποιήσει τις έμφυτες ικανότητές του: Την ευφυΐα, τη συνδυαστική φαντασία και την αναμφισβήτητη ευαισθησία, που τον κάνει να γίνεται ηχηρό όργανο όλων των συγκινήσεων της ζωής· κατορθώνει πάντα να λέει κάτι πρωτότυπο και αναρριπίζει διαρκώς το ενδιαφέρον μας… Η πνευματική του νεότης του επέτρεψε να εισέλθει (δικαιωματικά) «εις των ιδεών την πόλιν», να επιβληθεί δηλαδή στη συνείδηση όλων μας σαν ένας αξιόλογος πνευματικός άνθρωπος».
(…)

Το 1971 δημοσιεύει 13 διηγήματα με τον τίτλο «Στον κύκλο του μαχαιριού», που του υποδείχθηκε από τον Μενέλαο Παρλαμά, αντί του δικού του «Στα Φαζά Χαράκια» – τοπωνύμιο της Λάστρου. Διπλή συντεκνιά, γιατί ο Μενέλαος ήταν ο ανάδοχος και για τα «ΔΙΦΟΡΑ».

Το 1980 εκδόθηκε η συλλογή με 14 διηγήματα «Οργισμένα στάχυα» και το 1982 «Η Ρούσικη καμπάνα» με 19 διηγήματα. Όλα τα βιβλία του τα στοιχειοθέτησε και τα εκτύπωσε ο ίδιος – τελευταίος μάστορας της παλαιάς καλής τυπογραφίας.

Διηγήματά του μεταφράστηκαν στα Γερμανικά και πολλά μετέδωσε το Μπι-Μπι-Σι (B.B.C.).

Από το 1946, που εξέδωσε το βραχύβιο περιοδικό «Κρητικά Γράμματα», η παρουσία του Φραγκούλη στην πνευματική ζωή της Κρήτης ήταν συνεχής, με άρθρα, διαλέξεις και χαριτωμένα χρονογραφήματα, στον κρητικό τύπο, με τα ψευδώνυμα Ανταίος, Επαρχιώτης, Ετεόκρης κ.α.
(…)
Στους αναγνώστες μετέδιδε τις ανησυχίες του, τις καίριες διαπιστώσεις του, τους δίκαιους επαίνους, τις πιπεράτες ιστορίες.
Από το 1985 παρουσίαζε ραδιοφωνική εκπομπή. Με αγωνία πρωτόβγαλτου, θαλερός και ακμαίος, κοντά στα εκατό – ο γηραιότερος ραδιοσχολιαστής του κόσμου – έψαχνε το ερέθισμα για το καθημερινό ραδιοχρονογράφημα, που το ήθελε κάθε μέρα ξεχωριστό, φρέσκο, επίκαιρο, γαργαλιστικό.

(…)
Με την πένα και τη μιλιά του κέρδισε μια θέση στις καρδιές χιλιάδων ανθρώπων· κι ήταν ζωτική ανάγκη για τον Φραγκούλη ν’ αγαπά και να τον αγαπούν, όπως σε άλλους να έχουν ισχύ για να τους υπολογίζουν.

Μια λέξη μόνο: ΑΓΑΠΩ εκείνη με εκφράζει
ήλιος που βγαίνει το πρωί και τ’ άστρα σκοτεινιάζει.

Γιατί τσ’ αγάπης το κρασί ποτέ του δεν τελειώνει,
μα γίνεται πιο δυνατό όσο περνούν οι χρόνοι.

Η σκληρή ζωή των αγροτών, εδώ η φάμπρικα - φωτογραφία JOHN DONAT, 1960-Πανειστημιακές Εκδόσεις

Οι ευνοϊκές κριτικές, τα βραβεία και οι τιμητικές διακρίσεις που είχε αποσπάσει είναι αδιάψευστοι μάρτυρες της απήχησής του.

Ήταν από τους ελάχιστους που ευτύχησε να δει όσο ζούσε τόσες τιμές: Από την Ακαδημία Αθηνών, το Υπουργείο Πολιτισμού, την Αρχιεπισκοπή Αυστραλίας, πολλούς Δήμους και πλήθος Συλλόγων και Σωματείων· και των τιμών τα διάσπαρτα φύλλα δάφνης συμπλέκουν το αμάραντο στέφανο που τον περιβάλλει.

Αλλά ο Κωστής με το γλυκό του χαμόγελο, αντέλεγε:

Όσο κι αν με παινεύουνε κανείς δεν θα με κάμει
να καβαλήσω, ζάβαλε, σαν άλλους το καλάμι!

Ο Δήμος Σητείας τιμώντας τον και μετά θάνατον, όπως του άξιζε, έδωσε τ’ όνομά του στην πλατεία εισόδου στην πόλη, που δεν χόρταινε να εξυμνεί:

Νάξερα ο παράδεισος πως είναι σαν τη Στεία,
χαλάλι και οι προσευχές, χαλάλι κι η νηστεία.
Στον κάτω κόσμο αν έχουνε λύρες για να γλεντούμε
ωσάν τση Στείας τα χωριά, Χάρε, δε σε φοβούμαι.

Η Στεία είναι όμορφη, αθρώποι, πέτρα, χώμα·
όλα χαρούμενα, ζεστά, και το φεγγάρι ακόμα.

Μέσα στου κόρφου τα νερά σιγαρονοροζανάρου:
η θάλασσα με τη στεριά, η Στεία του Κορνάρου.

Αν έχεις πράμα ντουχιουλμέ και θέλεις να ξεσκάσεις,
ένα Σαββατοκύριακο στη Στεία να περάσεις.

Και ο Θεός που ‘ναι ψηλά και όπου θέλει πιαίνει
Σα θέλει να ξεκουραστεί στη Στεία κατεβαίνει.

Χαμέζι, δίπλα στα πανάρχαια ερείπια λαϊκές (αρχιτεκτονικες) ζωγραφιές.

(…)
Λίγο νερό, πέτρα πολλή, το χώμα κατά τόπους,
η Στεία μονοκοντυλιάς, με τσ’ ήμερους αθρώπους.

Έχει όμως το χάρισμα να σκιρτά και να πάλλεται από ζωή και σαν πέτρινη Κίρκη να αιχμαλωτίζει και να μαγεύει, δικούς μας και ξένους:
Να ξέρει όποιος έρχεται στη Στεία του Κορνάρου
ότι το χώμα τραγουδεί κι οι πέτρες ροζονάρου.

Κι όπως έλεγε :
«Σε τέτοιο τόπο που οι πέτρες έχουνε φωνή και τα χαράκια γλώσσα, ο ποιητής δεν έχει παρά ν’ ακροαστεί και να καταγράψει τα στιχάκια που φυτρώνουνε μοναχά τους, αυτοφυή, σαν βραχολούλουδα. (Κρητάνθεμα τα ονόμασε), στις ρωγμές, με το λιγοστό χώμα… Εύκολα όλα, φτάνει να ξέρεις τη γλώσσα των βράχων, τη φωνή της πέτρας, τον ήχο του νερού, το φλοίσβο της θάλασσας, το θρόισμα των δένδρων, τον ψίθυρο της χλόης, το κελάιδισμα των πουλιών. Γιατί αυτή είναι η γλώσσα των Κρητικών». Η γλώσσα της Κρήτης, με την οποία έχτισε τον Παρθενώνα του ο πρωτομάστορας Βιτσέντζος Κορνάρος».

Τύχη αγαθή, ο Κωστής Φραγκούλης επί μισό αιώνα ήταν αχώριστος φίλος μου. Κάθε πρωί ερχόταν στο φαρμακείο μου, με το αυγό της ημέρας: μια μαντινιάδα.

Μια ρίμα κάθε ταχινή έχω γι’ αντίντερό μου
κι αν δεν την πω, σα να ξεχνώ να κάμω το σταυρό μου.

Μέρα που δεν ακούγεται στην Κρήτη μαντινιάδα
συννεφιασμένη φαίνεται κι ας είναι και λιακάδα.

Ελευθέριος Πλατάκης, σημαντικός κρητολόγος και εκδότης περιοδικού /φωτογρ.διαδικτύου

Στο φαρμακείο μου μαζευόντουσαν σχεδόν κάθε μέρα σημαντικά ονόματα της πνευματικής ζωής του τόπου – Μουρέλλος, Σπανάκης, Σταυρινίδης, Πλατάκης, Παρλαμάς, Γιανναδάκης, Αλεξίου κ.α.

Ώσπου νάρθει ο Φραγκούλης τ’ όνομά του έπαιρνε κι έδινε. Ήταν περιζήτητος στην παρέα, πρόσχαρος, ευφυολόγος και χωρατατζής. Όλοι μαζί σχολιάζαμε την επικαιρότητα και παίρναμε μια δόση αρκετού γέλιου.

Γευόσουν τον στίχο του, σαν μέλι, σαν σταρένιο ψωμί, σαν «δώρημα τέλειον». Στιχουργούσε με την ευκολία που ανέπνεε και λέει:

Στη νοσοκόμα:
Εφτά γιατροί βασιλικοί καθηγητές μεγάλοι,
μου ‘δώκαν παραπεμπτικό για τη δική σου αγκάλη.

Και συνταγή μου δώσανε να σ’ έχω νοσοκόμα
κι αντί να πίνω φάρμακα να σε φιλιώ στο στόμα.

(…)
Στην κοπελιά που του προσφέρει το ξεροτήγανο:

Ωσάν το ξεροτήγανο το πολυμελωμένο
ετσά ‘ναι τοκορμάκι σου ζαχαροζυμωμένο.

(…)

Στην κυρία που συναντά στην παραλία – τότε που υπήρχαν αλμυρίκια:

Άμα σε δω να κατεβείς το βράδυ στ’ αλμυρίκια
λάμπει ο γιαλός και γίνονται πετράδια τα χαλίκια.

Και στη φιλενάδα της με τον ανοιχτό μπέτη – που του ζήτησε μια μαντινιάδα:

Έχεις ωραίο πρόσωπο, λαμπάδα το κορμί σου
κι ο κόρφος σου μισάνοιχτη πόρτα του παραδείσου.

(…)

«Ο μόνος που κατέχει τα μυστικά του κρητικού ιδιώματος, συνεχιστής της μεγάλης κρητικής παράδοσης του λόγου και του στίχου· βαθύ και γνήσιο αίσθημα, σωστή σκέψη και κρίση, εκφραστική ακρίβεια και λιτότητα (που δένει με τη σπάνια αλλά όχι βεβιασμένη έκφραση), όλα αυτά υπάρχουν στα κρητικά ποιήματα του Φραγκούλη (…)», τονίζει ο Στέλιος Αλεξίου· ενώ η Τατιάνα Μιλλιέξ (…) εισηγήτρια του Υπουργείου Πολιτισμού, για την απονομή της τιμητικής σύνταξης (το 1988) σημειώνει: «Είναι τόση η γοητεία που αποπνέει ο ρυθμός, ο γλωσσικός πλούτος και οι ζωγραφιές, που ο αναγνώστης έχει την εντύπωση ότι διαβάζει κάποιο απόσπασμα του Ερωτόκριτου.(…)».(4)

Αυτός για το συμφέρον του τα κουλαντρίζει όλα,
φιλιά και με τον καντηφέ, φιλιά και με τη βιόλα.

Μια μαντινιάδα ήκουσα να λένε στο ντουκιάνι,
άλλα ο δούλος μελετά κι άλλα ο αφέντης κάνει.

Με το στόμα του Φραγκούλη μιλάει ο Στειακός λαός, ο Κρητικός λαός.
Η ποίησή του είναι «δροσερή κληματαριά» σ’ αυλή κρητικού σπιτιού. Χαρακτηρίζεται από πνοή υγείας κι ένα κλίμα αισιοδοξίας:

Ετσά θα το λαλιώ εγώ, τα εκατό να φτάσω
και ύστερα θα το σκεφτώ αν πρέπει να γεράσω.

Όση μπορώ παράταση στο βίο μου θα δώσω,
ίσως τ’ αθάνατο νερό να ευρεθεί ωστόσο.

Κι ένας λαϊκός ριμαδόρος του παρατήρησε:

Εγώ κατέχω φίλε μου, κι είναι τιμή για σένα
πως το αθάνατο νερό το βρήκες με την πένα!

Η γλώσσα του Κωστή Φραγκούλη μπορεί να χρησιμεύσει ως «λυδία λίθος» για την εξακρίβωση εκφράσεων, που υπήρχαν στον Ερωτόκριτο, γιατί και ο Φραγκούλης «στην Στείαν εγεννήθηκε, στην Στείαν ενεθράφει» παρατηρεί ο Στέλιος Αλεξίου.

Η ποιητική του γλώσσα βγαίνει μέσα από την ψυχή του, όμορφη και πάνοπλη, σαν την Αθηνά, χυμώδης και ζωντανή, έτοιμη να εκφράσει τις πιο ζεστές αποχρώσεις των βιωμάτων του.

Πολλοί μου λένε δεύτερος πως έγινα Κορνάρος,
μα εκείνος ήταν στρατηγός κι εγώ απλός φαντάρος.

Δάσκαλο με φωνιάζουμε τιμητικά οι φίλοι
μα ‘γω ‘μαι ακόμη μαθητής με πλάκα και κοντύλι.

Δάσκαλος είναι ολονών στην Κρήτη ο Κορνάρος
κι όχι εγώ καθώς με λεν’, γιατί ‘ναι μέγα βάρος.

Ο Κωστής Φραγκούλης κρίνει αυστηρά όσους κακοποιούν το περιβάλλον, αδιάλακτος στα ξένα πρότυπα.

Λαθροκυνήγι, μπαλωτιές, ζωοκλοπή, χασίσι,
το νάμι και τη λεβεντιά τση Κρήτης έχουν σβήσει.

Υποφέρει όταν σύγχρονοι μαντινιαδολόγοι κόβουν τα φτερά της μαντινιάδας και χαμοπετά σαν πληγωμένη πετροπέρδικα. Γιατί:

Η μαντινιάδα η καλή, πέρδικα πλουμισμένη
που ρέγεσαι να τη θωρείς και στην καρδιά σου μπαίνει.

Η μαντινιάδα η καλή δε χτίζεται στο λάχει,
πέτρα και χώμα και νερό τση Κρήτης πρέπει νάχει.

(…)

Οι μαντινιάδες οι καλές πουλάκια που πετούνε
και χαίρεσαι να τα γροικάς να γλυκοκελαηδούνε.

Η μαντινιάδα η καλή ανθεί και λουλουδίζει
σαν το σγουρό βασιλικό, που και ξερός μυρίζει.

(…)

Εξώφυλλο του βραβευμένου ποιητικού εργου του-από το περιοδικο της Σητείας "Εν Σητεία" τεύχος 1/Μάιος 1991

Μια μαντινιάδα του Θεού θα πω σαν θα με πάρει
κι ίσως στις αμαρτίες μου θα βάλει ‘να σφουγγάρι.

Όπως έλεγε ο ίδιος, «μαζί με τις πέτρες, το χώμα και το νερό έβαλα και τη γλώσσα τη μητρική της Κρήτης, γιατί χωρίς αυτά το ταπεινό έργο μου θα ήταν «ηχών χαλκός και κύμβαλον αλαλάζον». Κτίζει από τα υλικά η Κρήτη, που μόνο αυτός ξέρει να χρησιμοποιεί και να βγάζει «ύδωρ εκ πέτρας».
Ο λόγος του Κωστή Φραγκούλη βγαίνει μέσα από την παράδοση και τις ρίζες της γλώσσας και καρποφορεί σε γόνιμη γη.
Ο Φραγκούλης παραμένει αιώνιος νοσταλγός μιας μακρινής και αόριστης ποθητής ευτυχίας, όλου εκείνου του κόσμου που δέθηκε με τα παιδικά του χρόνια κι έμεινε στη σκέψη του σαν παραμύθι:

Διψούν οι κάμποι για νερό και τα βουνά για χιόνια
κι εγώ τα περασμένα μου, -ε, τα παντέρμα χρόνια!

Όπως τ’ αλάτσι στο φαί ετσά ‘ναι οι αναμνήσεις
μ’ αυτές αρτείς το σήμερο για να το νοστιμίσεις.

Με λυρικότητα νοσταλγική και παραστατικότητα απαράμιλλη περιγράφει τα τοπία της πατρίδας του, τα ήθη και τα έθιμα, τους ανθρώπους, ενώ πολλά σημεία είναι αυτοχαρακτηρισμοί.

Ο Φραγκούλης ήταν περιζήτητος στην παρέα, ως καλόκαρδος συμποσιαστής και καλοφαγάς – από τον καιρό που υπηρέτησε στο στρατό, ως βοηθός σιτιστού και γραφέας της ημερήσιας διαταγής, γιατί «καλλιγράφος μεν ουδενός ήττων, επιμελεία δε πάντας υπερβάλλων». Συχνά τιμήσαμε μαζί εκλεκτά εδέσματα σε δεξιώσεις και ξένα σπίτια, ακολουθώντας τη συμβουλή του Χρύσιππου στους «Δειπνοσοφιστές» του Αθήναιου: «απλήρωτο μεθύσι ποτέ σου μη περιφρονείς…».

Βέβαια, όπως οι Δειπνοσοφιστές, ο Φραγκούλης ως «συμβολή» στη δαπάνη του συμποσίου έβγαζε χειρόγραφα από την τσέπη του και μας επιτροφοδοτούσε με χωρατάδες και ρίμες σατιρικές.

Οι ώρες έφευγαν γρήγορα στο φαρμακείο μου, στους περιπάτους, στις εκδρομές και τα φιλικά γεύματα με τους Πλατάκη, Σταυρινίδη, Σπανάκη, Τσεβά, με το αδιάπτωτο κέφι και τα πειράγματα.

Ιδιαίτερα ανήμερα της ονομαστικής εορτής του Λευτέρη Πλατάκη, στο Σίσι, με την ευχετήρια πρόσρηση του Θεοχάρη Δετοράκη και το σατιρικό στίχο του Φραγκούλη.

Αξέχαστες παραμένουν οι παρέες με τους Μενέλαο Παρλαμά, Νίκο Γιανναδάκη, Γιάννη Τσαμπαρλάκη, Κώστα Προχεράρη, Λάμπη Γιαμαλάκη, Μανούσο Παναγιωτάκη και τους επιζώντες Ανδρέα Ανηψητάκη, Νίκο Πετράκη, Μανόλη Μιαουδάκη, Γιάννη Μπουρμπουράκη καθώς και οι ποιητικές περιγραφές των εξορμήσεων στη θρυλική Μονοκαρά:

Στις πρασινάδες του βουνού στον καθαρό αέρα
όλοι να ξανακλέψομε του Χάρου μιάν ημέρα.
Και τσ’ έγνοιες μας ν’ αφήσουμε και τσι πονοκεφάλους
σαν το φιδοποκάμισο απάνω στσι τροχάλους.

Εις του Ζερβάκη το γνωστό του Νίκου το μετόχι
παντ’ ανοιχτό και πρόσχαρο κι η τάβλα του στρωμένη.
Με τα ελέη του Θεού παντοτινά γεμάτο
ζεστό κονάκι τση φιλιάς και τσ’ αρχοντιάς πρωτάτο.

Τι φαγητό, τι όρεξη και τι κρασί, τι κέφι,
τι φρούτα, τι διάθεση! Πετούσαμε στα νέφη!

(…)
Εξάλλου ο ερωτικός Φραγκούλης, ανεξάντλητος σε επινοήσεις, όταν παρουσιάζει τα καμώματα του έρωτα σε αιχμαλωτίζει και σε κάνει να γελάς αβίαστα.

Θα το έχετε διαπιστώσει όσοι έχετε διαβάσει το τελευταίο βιβλίο του, το στεροβύζι του, όπως έλεγε, «Το προξενιό του Πολύδωρου» (2000).

(…)

Κατά τον Φραγκούλη:
Τα κάλλη κάστρα καταλυούν, τα μαύρα μάτια χώρες
κι οι τραχηλιές των γυναικών πύργους ξεθεμελιώνουν·
τσ’ άντρες τσι ξαρματώνουνε, τσ’ αδυνατούς λυγίζου
και πελελούς τσι φρόνιμους κι άγνωστους κατασταίνουν.
(Απόσπασμα ΤΑ ΔΙΦΟΡΑ βιβλίο δεύτερο: ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ»
Κι όταν η όμορφη ΚΟΡΑΣΟΠΟΥΛΑ μπαίνει στην εκκλησά:
«Θα χαμηλώσουν τα κεριά, θα σβήσουν τα καντήλια,
κι ο ‘γούμενος που λειτουργά την προσκομή θα χάσει.
Και τ’ άγιο δισκοπότηρο, με του Χριστού το αίμα,
θα πέσει από τα χέρια του κι ο κόσμος θα χαλάσει!»
(Β 25 Η ΚΟΡΑΣΟΠΟΥΛΑ)

Γεννημένος και γαλουχημένος ο Κωστής Φραγκούλης από «γυναίκες που βυζαίνονταν με τα βυζιά στον ήλιο» δεν μπορούσε να συγκρατήσει την οργή του διαπιστώνοντας ότι ο θηλασμός κατάντησε προνόμιο των ζώων! Και μάλιστα όταν το γυναικείο γάλα προσφέρεται στην πιο χαριτωμένη συσκευασία! Τύφλα νάχουν οι συσκευασίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης!

Το χιούμορ του Φραγκούλη είναι μοναδικό και τα στιγμιότυπα άπειρα. Αλλά ο χρόνος με λοιδορεί και αισθάνομαι να με περιβάλλει ο οίκτος σας – και θα σας δώσω ένα μικρό δείγμα.
(…)

Γιάννης Χλουβεράκης , ένας διανοούμενος Ηρακλειώτης περιπατητής της παλιάς πόλης(από τη Στεία)

Άλλοτε στο προγραμματισμένο με το Δήμαρχο Ηρακλείου ραντεβού καθυστέρησε, ροζονάροντας με τις κοπέλες της Γραμματείας.
Βγαίνει ο Δήμαρχος: «Ελάτε κύριε Φραγκούλη. Εσάς περιμένω». Και η ατάκα:
Έρχομαι κύριε Δήμαρχε, αλλά προτού δεις το Θεό, πρέπει να κουβεντιάσεις με τους αγγέλους!

Άλλο στιγμιότυπο έξω από το φαρμακείο μου, όταν βραβευμένος από την Ακαδημία, το 1990, συναντά μια παλαιά καλλονή «τ’ ανδρών όμματα θέλγουσα».
Συγχαρητήρια! Κύριε Φραγκούλη μ’ αυτά που γράφετε θα γίνετε Σαίξπηρ!… και η ατάκα
Σεξ είμαι. Το πυρ μου λείπει!

Μα εσύ δεν τρώγεσαι, κύριε Φραγκούλη.
Μα εσύ τρώεσαι και καλοτρώεσαι.

Κι έπρεπε να σε γνώριζα στα είκοσί μου χρόνια
τότε που κελαηδούσανε τσ’ νιότης μου τ’ αηδόνια.
(…)
Ασκητικός στη διαβίωση, λαίμαργος των αισθήσεων και των αισθημάτων, στάθηκε νέος και ερωτικός ως τα γηρατειά του· και αυτοσαρκαζόμενος, λέει, ξεκάθαρα – με περίσσιο θάρρος.

Οι πέρδικες μερώσανε και βγαίνουν στην ποδιά μου
ποιος να τωσε τελάλησε για την ανημποριά μου.

Σαν διπλοπαίρνει ο τσιφτές και σφέλνει το καψούλι
χαιρέτα μου τον πλάτανο, αγαπητέ Φραγκούλη.

Εγώ ‘μαι σαν ηφαίστειο απούχει απάνω χιόνια
μα μέσα ντου ανεκυλεί η λάβα ντου αιώνια.
(…)
Αλίμονο! Τα νιάτα μας οπίσω δεν γυρνούνε
γιατί ‘ναι μόνο μια φορά, Θέ μου, καημός απού ‘ναι.

Κι όλοι ζητούνε του Θεού Ευρώ σακιά γεμάτα
κι εγώ του κάνω δέηση, για μιας πεντάρας νιάτα!
Κι αν τύχει και ρωτήσετε τι κάνει ο Ανταίος,
στο δρόμο έχασε το Αν κι έμεινε σ’ όλα… Τέως!

Ο Κωστής Φραγκούλης στις 11 Φεβρουαρίου 2005 έφυγε χωρίς σπίτι, σαν το φτωχό τζιτζίκι, κι ήφηκε κληρονόμους του τα πουλιά «τα δε μπορεί να λέει μπλιο εκείνα να τα λένε».

Ο Κωστής Φραγκούλης πλανάται απόψε σ’ αυτή την αίθουσα, όπως ζει άφθαρτος στις σκέψεις μας.

Η μορφή του «επάνω όρους κειμένη» είναι αφ’ εαυτής ευδιάκριτη, όπως όλων των επιφανών ανθρώπων.

Ο Δήμος Σητείας έδωσε τ’ όνομά του στην πλατεία εισόδου στην πόλη

Με δικαιολογημένη υπερηφάνεια ο Σύνδεσμος Φιλολόγων του Νομού Λασιθίου και ο Δήμος Σητείας τιμούν σήμερο τον υμνωδό της Στειακής Γης, «της τεκούσης και θρεψάσης», της Σητείας που «βύζαξε» με το γάλα της παράδοσης κι αγκάλιαζε σαν το κορμί της γυναίκας, για να πάρει δυνάμεις, όπως ο μυθικός Ανταίος.

Ευχαριστώ και συγχαίρω τους οργανωτές της εκδήλωσης και όλους εσάς για την προσοχή και την υπομονή σας.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ :
(1) Το φαρμακείο του Γιάννη Χλουβεράκη λειτούργησε για δεκαετίες στο κέντρο της πλατείας των Λιονταριών του Ηρακλείου

(2) Από ομιλία του Γιάννη Χλουβεράκη στην Σητεία, έγιναν μικρές περικοπές του κειμένου, για να είναι πιο εύκολη η ανάγνωσή του στο διαδίκτυο
(3) Στειακός σην καταγωγή Ηρακλειώτης δάσκαλος
(4) Πιο πολύ έχει δίκιο ο καθηγητής κ. Στ.Αλεξίου, ο Φραγγούλης δεν μπορεί να μπερδευτεί με τον Κορνάρο, όπως γραφει η εκλεκτή συγγραφέας Τ. Μιλιέξ – είναι τελείως διαφορετικοί ποιητές, ο ένας (ο παλιός) ποταμός μεγάλος με βαθειά νερά και όχθες κατάφυτες και γέφυρες περίτεχνες και δύσκολες στροφές – ο άλλος (ο νεότερος) ποτάμι γρήγορο και χαρούμενο, χωρίς δύσκολα περάσματα και περίπλοκες διαδρομές δεν χρειάζεται γέφυρες και κατασκευές για να το περάσεις, είναι πλωτός για όλους. Ο πρώτος είναι λόγιος, μιλάει με μεγάλες προτάσεις, έχει προγραμματισμένο λόγο και κοπιαστικές σύνθέσεις και ψάχνει στιχουργικές τεχνικές, ο δεύτερος χωρίς να είναι λαϊκός, χρησιμοποιεί το δημοτικό τρόπο της παράδοσης με συνέπεια, είναι τελείως αυθόρμητος και αυθεντικός, απλός και ουσιαστικός και πηγαίος, μπορεί (συμβαίνει) να θεωρηθεί από τους αμύητους (και είναι μεγάλο λάθος) λαϊκός μαντιναδολόγος- ενώ απλώς είναι ένας αισθαντικός ποιητής.
ΥΣΤ: Το κείμενο παρουσιάζεται για να τιμηθέι ο ποιητής, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 7 χρόνων από το μεγάλο του ταξίδι ( Φεβρουάριος 2005)

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ – Η ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ

mark

Πασίγνωστοι πρωταγωνιστές του Ελληνικού τραγουδιού

Είμαι ραδιοφωνικός τύπος, έτσι ας συγχωρηθεί η παρέμβασή μου, σε ένα θέμα που δεν έχω καθόλου αρμοδιότητα ή γνώσεις. Ακούγοντας εκπομπές λόγου (που είναι πολύ περιορισμένες στην επαρχία και παρά τη σύνδεση με το διαδίκτυο)αναγκαστικά πέφτω σε εκτεταμένα μουσικά διαλείμματα, με ελληνικό συνήθως τραγούδι. Ακούω μικρό τμήμα εκπομπών, αλλά και αυτό είναι αρκετό να αντιληφθώ, ότι η πτώση της ποιότητας του είναι τόσο μεγάλη, ώστε να πρέπει να κλείσω το δέκτη. Επειδή ο υποκειμενισμός είναι φυσικός στις μουσικες προτιμήσεις (και σε όλες τις τέχνες) άρχισα να ρωτάω τριγύρω.

Εξώφυλλο συλλογής ρεμπέτικου Α.Κουνάδη (ΝΕΑ)

Όλοι συμφωνούσαν στην εκτίμηση ότι η ποιότητα του τραγουδιού στη χώρα μας, έχει πάρει την «κάτω βολτα», χωρίς ελπίδα ανάκαμψης. Άρχισα να προσέχω τους στίχους, να σημειώνω που και που κανένα ρεφρέν ενοχλητικό. Δεν άργησα να διαπιστώσω ότι στα δέκα κάθε είδους άσματα , μπορούσε ίσως να ακουστεί ευχάριστα ένα. Ενώ υπήρχαν μελωδίες κοινότυπες, οι στίχοι ήταν αμήχανοι και άτεχνοι και όχι σπάνια κάτι παραπάνω από κακόγουστοι.

Νίκος Γκάτσος, ο σημαντικότερος στιχουργός μας του 20ου αιώνα, δάσκαλος και πρότυπο αξεπέραστο

Η άνθιση του τραγουδιού μετά το 1960, που επηρέασε όλα τα είδη (ελαφρό, λαϊκό, δημοτικό, ρεμπετικο, αρχοντορεμπέτικο κλπ) εδώ και καιρό, σταμάτησε – μετά την απομάκρυνση των μεγάλων συνθετών από το προσκήνιο, οι εξαιρετικά ταλαντούχοι στιχουργοί βάλτωσαν (στασιμοποιήθηκαν) ή έχασαν την επαφή με τους καινούργιους συνθέτες και οι νέοι δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν στη ζήτηση, που δεν έθετε καμιά προδιαγραφή και (ως φαίνεται)δεν είχε ιδιαίτερη ποιητική(αισθητική) παιδεία.
Η λύπη είναι αναπόφευκτη, στην Ελλάδα της οικονομικής δυσπραγίας, η μουσική (αυτού του είδους) θα πρόσφερε μιαν ανάσα, η πιο λαϊκη και κοσμαγάπητη τέχνη δεν μπορεί πια να ανταποκριθεί στις (μεγάλες) προσδοκίες μας.

Ο Μάνος στο "απόψε αυτοσχεδιάζουμε"( με Μυράτ), στιχουργός και μουσικός που επηρέσε τους πάντες

Μα σέ συνθήκες οικονομικής κρίσης τι περίμενες , παρατήρησε φίλος αισθαντικός – που έχει τη μεγαλύτερη δισκοθήκη. Δεν έχει σχέση και δεν εξαρτάται απο αυτό σκέφτηκα, οι συνθήκες οι οικονομικές το 60 ήταν χειρότρες. Φταίει η οικονομικη «ανάπτυξη» της Μεταπολίτευσης που οδήγησε στην παρακμή όλων των τομέων της καθημερινής μας ζωής. Φταίει «η διαφθορά που έγινε στοιχείο της Εθνικής συνοχής»(1). Το ελληνικο τραγούδι πέταξε χαμηλά εδώ και χρόνια, για να μας προειδοποιήσει ότι ο δρόμος μας δεν βγάζει πουθενά. Οι μέτριοι ή κοινότυποι στίχοι ( με φανερή την έλλειψη πρωτοτυπίας και ταλέντου) αντανακλούν δικές μας καταστάσεις και «δείχνουν» το πρόσωπό μας. Στην αδράνεια και την αδιαφορία και τον άκρατο καταναλωτισμό που τον δοκιμάζει σκληρά η οικονομική κρίση, ο Νότης Σφακιανάκης βρήκε τραγούδι ιδού :

«(…)Δε χρειάζονται λόγια
Μιλάει η αγάπη μας
Και για τους δυο

Αγάλματα, να γινόμασταν αγάλματα
Αυτή την άγια ώρα
Τούτη τη στιγμή….(…)»

Νίκος Παπάζογλου, ένα αστέρι της Μεταπολίτευσης, στηρίχθηκε σε στίχους του Μανόλη Ρασούλη

Έψαξα λίγο στο διαδίκτυο για να ένα μικρό ανθολόγιο, με τελείως τυχαία επιλογή στιχων και καλλιτεχνών, ακόμα και οι λεγόμενοι «έντεχνοι» (απίθανη ορολογία) βρίσκουν στίχους αμφίβολους (εδώ Θ.Μικρούτσικος)
«(…)
Μα πού να`ναι κι εκείνοι οι άγιοι απόστολοι
Ντυμένοι με στιχάρια κι ιερά,
Ζωσμένοι πετραχήλια, που οι διαόλοι
Τους τρέμανε, οι φτωχοί, γιατί γερά
Τους πιάναν απ`το σβέρκο σα γατιά;
Κι ο αφέντης σαν το δούλο του πεθαίνει
μ`όμοια τους τρώει ο Χάρος λαιμαργία
Πρόσκαιρα είν`όλα,τίποτα δε μένει.(…) »

Ας ξεφυλλίσει κανείς στιχουργικά μπλογκ στο ιντερνέτ, η δική μας συνέχεια είναι ατελέσφορη…

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Απόφθεγμα Ιταλού διανοούμενου, για τη χώρα του στη δεκαετία 1980-90 ότνα βρέθηκε στο κεντρο μιας ανάλογης με τη δική μας κρίση

  ΜΑΝΟΛΗΣ ΣΤΡΑΤΑΚΗΣ, ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ (ΞΥΛΟ)ΓΛΥΠΤΙΚH

mark

Έγιναν στις 3-1-2012 τα εγκαίνια της έκθεσης ξυλογλυπτικής του κ. Μανόλη Στρατάκη, στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου. Παρουσιάζει μια μεγάλη συλλογή αντικειμένων από ξύλο που προέρχεται από τα βουνά και την ύπαιθρο της Κρήτης. Το υλικό που επιλέχθηκε από κορμούς δέντρων, ή ρίζες (ή – σπανίως- σανίδες που εκβράζει η θάλασσα) διατηρεί στις πιο πολλές περιπτώσεις τη μορφή του, το χρώμα και την υφή του, για να υποστεί μια επεξεργασία γλυπτική, που θα αποδώσει μορφές ανθρώπων ή καταστάσεις ή αισθήματα .

Όταν χρησιμοποιεί την αυθεντική μορφή με λιγες επεμβ
άσεις τα αποτελέσματα είναι πάρα πολύ ενδιαφέροντα

Η πρώτη εντύπωση είναι ότι πρόκειται για έναν λαϊκό καλλιτέχνη σαν τον Α. Σκουλά, η τη Μ. Φιοράκη, μα πιο προσεκτική εξέταση μας απομακρύνει αρκετά από τέτοιες σκέψεις. Ο Μ. Στρατάκης, δεν είναι άνθρωπος του χωριού όπως ο αξέχαστος Ανωγιανός καλλιτέχνης, ούτε κλεισμένος στα στενά της παλιάς πόλης του Ηρακλείου όπως η Μαρία Φιοράκη.

Ο καταπιεσμένος ερωτισμός της εφηβείας, μπορεί να κραυγάζει-χωρίς φόβο

Είναι επιστήμων με περγαμηνές, καθηγητής της βιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης ευρωπαϊκών προδιαγραφών και άφησε τα ακαδημαϊκά έδρανα (όταν έφτασε το πλήρωμα του χρόνου) για συνεχίσει απερίσπαστος τις ατέλειωτες περιηγήσεις στην Κρήτης. Όχι δευτερεύον στοιχείο των διαδρομών του ήταν η εξέταση και επιλογή των υλικών της ξυλογλυπτικής του, ο εντοπισμός δεν ήταν, δεν είχε σχέση με επιστημονικές έρευνες και κατατάξεις αλλά μόνο με μορφολογικές και καλλιτεχνικές επιδιώξεις.
Λίγο ενδιέφεραν τα λατινικά ονόματα των δέντρων, είχαν σημασία οι καθιερωμένες ονομασίες: “αγκρίνακας”, “αμπελιτσά”, “ασφένταμος” κλπ που ξυπνούσαν τις παιδικές μνήμες , όταν σκάλιζε με το σουγιαδάκι κάθε τι προσφερόμενο κι ο αυστηρός πατέρας του φώναζε (άνοιξε το βιβλίο ! μάθε γράμματα) κι η οργιαστική φύση του ξυπνούσε ανησυχίες και συγκινήσεις .

Σε μερικά έργα , η φαντασία του πετάει, τίποτα δεν τον κρατά στη γη

Περνώντας από τα έργα και εξετάζοντας τις μορφές και τις εξηγήσεις (τίτλους) μπορούσα να ακολουθήσω τον καθηγητή της βιολογίας, στις άπειρες διαδρομές του, στο ενδιαφέρον πολυποίκιλο τοπίο του νησιού μας, να αντιληφθώ τις σκέψεις και τους στοχασμούς του, που δεν είχαν πια σχέση με την επιστήμη μα με την καλλιτεχνική δημιουργία.

Ο ρεαλισμός υποχωρεί σε συμβολισμούς σκοτεινούς

Απέφυγε τις εικαστικές σπουδές (αν και είχε την δυνατότητα) δεν θέλησε να “ μάθει” (να εκπαιδευθεί)τους κώδικες των πλαστικών τεχνών και ειδικά της γλυπτικής. Προτίμησε να ακολουθήσει το ένστικτό του, να ξεφύγει από την δέσμευση των “προθέσεων” να επιστρέψει στα παιγνίδια της παιδικής ηλικίας.

Εγκαταλείποντας την επιστήμη και τις αναλύσεις και τις αποδείξεις -τη μέγκενη της λογικής – βρέθηκε στο χώρο της τέχνης κι ένοιωσε βολικά και οικεία αναζητώντας με τα πιο ταπεινά απτά υλικά, την έκφραση τω πιο προσωπικών αισθημάτων και των μύχιων σκέψεών του.

Οι συνδιασμοί κάποτε μπερδεύουν και πρέπει να ψάξουμε εξηγήσεις

Ο έκδηλος πριμιτιβισμός είναι επακόλουθο της επεξεργασίας του ξύλου με αυθόρμητο και καθόλου σχεδιασμένο τρόπο αλλά και βαθύτερων αιτίων που συνδέονται με τις ψυχικές τάσεις και τις αρχαίγονες τελετουργίες, αλλά η λαϊκότητα παραπλανά, ο ξυλογλύπτης είναι άνθρωπος του κόσμου και των γραμμάτων καθόλου κοινός.

Πρέπει να επισημάνουμε ότι χρησιμοποιεί το ξύλο αξιοποιώντας την ποιότητα του, το είδος του δέντρου, την μορφή του, τη δομή του υλικού την υφή αλλά και τα ιδιαίτερα τυχόν χαρακτηριστικά του(νερά ρόζους κλπ).

Δεν μπορούμε να επιχειρήσουμε μια πληρέστερη αισθητική αξιολόγηση των έργων του εκλεκτού βιολόγου, δεν έχει και σημασία να προσθέσουμε επαίνους και δάφνες για τις εργασίες του, έχει αρκετές ακαδημαϊκές, για να αναπαύεται.
Θα συνιστούσαμε στους συμπολίτες μας να προλάβουν να επισκεφθούν την έκθεσή του Μανόλη Στρατάκη, είναι μια περιήγηση σε σκέψεις και αισθήματα αλλά και πιο πολύ είναι ένας ύμνος στην κρητική φύση, ενός αμετανόητου φυσιολάτρη.

Ο ΛΑΒΥΡΥΝΘΟΣ (ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ)

mark

Η Πρωτοχρονιά του 196.. μας βρήκε πανί με πανί. Τι είχε συμβεί; Μετά από ολονύκτια ζαροπαιξία στο υμιυπόγειο του Νίκου Β. όλοι -δεν ήταν σύμπτωση-τα χάσαμε όλα, μέχρι την τελευταία μας δεκάρα. Μόλις είχε χαράξει, (δεν γινόταν τότε αλλαγές ώρας)ήταν σχεδόν 7 π.μ.και η πόλη (Αθήνα)κοιμόταν ακόμα, τα πάντα ήταν κλειστά. Περιορισμένη η στεναχώρια για την χασούρα γιατί είχαν περισέψει τσιγάρα που αρκούσαν για την απόλαυση των πρωινών καφέδων που ετοίμαζε χωρίς να γκρινιάζει (καθόλου) ο πιο κατάλληλος γι αυτό («στον Γιώργο τούρκικο καφέ όπως θες» – έγραφε σε χαρτί κολλημένο στον τοίχο). Οι συζητήσεις δεν σταματούσαν η ατυχία μπορούσε κάπως να εξηγηθεί, αφού κανένας δεν θεωρούσε τον εαυτό του τυχερό μα η γκαντεμιά δεν ήταν βέβαια κάτι καλοδεχούμενo. Τα θέματα ήταν ατέλειωτα και μόνο το μεσημέρι καταλάβαμε ότι υπήρχε πρόβλημα, από την πείνα που άρχισε να ενοχλεί τους πιο καλομαθημένους και δεν άργησε να μας θερίζει όλους.

Στις γιορτές, αφήναμε τις μεγάλες διαδηλώσεις της εποχής, για τις πιο ανόητες "διασκεδάσεις"

Ψάξαμε στην πιάτσα, τα καφενεία και τα εστιατόρια ήταν κλειστά, δεν υπήρχαν όμως και χρήματα για καμιά προμήθεια. Μαύρα φίδια άρχισαν να μας ζώνουν, κι όταν ο πιο ευτραφής από όλους μας Κώστας Α. κόντευε να βάλει τα κλάματα από την πείνα, ο ψυχραιμότερος Μονόλης Χρ. είπε πολύ δυνατά:
«όταν η τύχη δεν βοηθά
ο νους ίντα θα κάνει
αν τρέχεις φτάνεις τον καζά (1)
κι ανέ σταθείς σε φτάνει»
Η μαντινάδα λειτούργησε σαν καταπραϋντικό, αν και δεν ήταν αισιόδοξη μας έδωσε κουράγιο.

Μετά από πολλές προσπάθειες (και χιλιόμετρα) φτάσαμε στο κέντρο, άνοιξε αργά μετά τις 2 μ.μ. το εστιατόριο του ΝΤΟΒΑ έτσι νομίζω λεγόταν και σ΄ αυτό είχε βιβλιαράκι (δηλαδή τεφτέρι για πίστωση) ο Μανόλης Χ. κι έτσι βολευτήκαμε όλοι.

Πέρασε καιρός, ο Μανόλης Χρ. που είχαμε συνηθίσει να μας βγάζει από δύσκολες περιστάσεις, απομακρύνθηκε από την παρέα, εγκατέλειψε τις σπουδές του και προσπάθησε να μπει στο χώρο των επιχειρήσεων, χωρίς επιτυχία. Ήταν πανέξυπνος ευπροσάρμοστος, αισιόδοξος και πειστικός τίποτα δεν μπορούσε να τον κάμψει. Όταν η πρώτη προσπάθεια απέτυχε, αντί να υποχωρήσει παντρεύτηκε και προχώρησε στο δεύτερο μεγαλύτερο βήμα. Νέα εταιρεία, γραφεία πολυτελή στην ακριβή περιοχή της πόλης, διαφημίσεις και προβολή. Πριν σταθεροποιηθεί τον κτύπησε μια επάρατη ασθένεια. Η είδηση έπεσε σαν βόμβα στον κύκλο μας, οι»γιατροί»(φοιτητές ιατρικών και παραϊατρικών σχολών) μας εξήγησαν την τρομερή πάθηση : νόσος Μπέργκερ (Buerger)- ανίατη (αποφρακτική) θρομβοπάθεια. Η επιχειρηματική του προσπάθεια φυσικά έληξε άδοξα, μόνο κάπου στην Αγγλία υπήρχε νοσοκομείο ειδικευμένο στην τρομερή πάθηση, που οδηγούσε αναπόφευκτα σε συνεχείς ακρωτηριασμούς .
Το κρητικό του δίστιχο ερχόταν στο νου μου :
«…αν τρέχεις φτάνεις τον καζά
κι ανέ σταθείς σε φτάνει»

Λαβύρινθος, στη σύγχρονη εποχή επηρέασε λογοτέχνες όπως ο Μπόρχες (επισκλεφτηκε την Κρήτη τυφλός, αναζητώντας το μύθο του)

Ο Μανόλης Χρ. πήγε στο εξωτερικό, χωρίς χρήματα (το μυαλό του πήρε άπειρες στροφές) βρήκε και όχι μόνο αυτό, στο κρεβάτι του πόνου, εκεί που του αφαίρεσαν το ένα του πόδι, δεν γονάτισε, κράτησε όλο το κουράγιο του. Στη διπλανή κλίνη θεραπευόταν κάποια κοπέλα από ένα ατύχημα, της έδινε κουράγιο και δεν άργησε να τον ερωτευθεί. Μας την έστειλε στην Ελλάδα για φιλοξενία ήταν η Ηelen Hath., ακόμα παίρνουμε κάρτες και ευχαριστίες. Μετακόμισε λίγο αργότερα στην Αμερική( ΗΠΑ), εκεί ήταν και το πιο μεγάλο ειδικευμένο ίδρυμα για την αρρώστια του. Πήρε μαζί την οικογένεια του, τη γυναίκα και τα δυο παιδιά του και δημιούργησε μιαν επιτυχημένη αυτήν τη φορά επιχείρηση, την εφημερίδα (περιοδικό)»ΕΛΛΗΝΙΚA NEA»(Greek News) που γρήγορα έγινε το όργανο των απανταχού Αποδήμων (Ελλήνων). Ήξερε το δρόμο της απαίσιας πάθησης του, όταν οδηγήθηκε ξανά στο χειρουργικό τραπέζι για την αποκοπή του άλλου ποδιού του, άντεξε πάλι την πιο τρομερή(αυτήν τη φορά) δοκιμασία. Ήταν τόσο δυνατός; Σίγουρο είναι ότι ήταν ατρόμητος, άνθρωπος από ατσάλι, μπορούσε να σπάσει μα δε λύγιζε με τίποτα. Χρησιμοποίησε την αναπηρία του σαν εφόδιο στη νέα δουλειά του(δημοσιογραφία), με το καροτσάκι γύριζε τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, από αεροπλάνο σε ελικόπτερο από πλοίο σε σιδηρόδρομο, έτρεχε ακούραστος, συνάντησε όλους τους επίσημους και επιφανείς της γης (κανείς δεν μπορούσε να του αρνηθεί μια συνέντευξη). Κάποτε ενώ έβγαινε από τα γραφεία του στη Νέα Υόρκη με το αναπηρικό καροτσάκι που το έσπρωχνε ένα νέος συνοδός του, τον σταμάτησε ένοπλος ληστής: «τα λεφτά σου(το πορτοφόλι σου) ή τη ζωή σου», ο Μανόλης πρότεινε το στήθος του «ρίξε» είπε, ο ένοπλος πυροβόλησε ενοχλημένος τον νέο που έσπρωχνε το καρότσι.
….
Επισκέφτηκε επισήμως την Αθήνα και τους παλιούς του φίλους στη δεκαετία του 1980, είχε αγοράσει και ένα κεντρικό διαμέρισμα για την οικογένειά του, κατάφερνε να κινείται μόνος του, να περνάει όλα τα εμπόδια της αφιλόξενης (για ανάπηρους τουλάχιστον ) πόλη και της δύσκολες εισόδους (λόγω πολλών σκαλοπατιών) των πολυκατοικιών. Η αισιοδοξία του ήταν φανερή, αν και ήξερε το ζοφερό του μέλλον, μόνο το τσιγάρο δεν έλεγε να κόψει, δεν είχε καμιά σημασία να καθυστερήσει λίγο την εξέλιξη της νόσου.
Γύριζε συνεχώς στο μυαλό μου
«όταν η τύχη δεν βοηθά
ο νους ίντα θα κάνει…»

Τον Δεκέμβριο του 1989 έφτασε στην ιδιαίτερη πατρίδα του την Κρήτη και το χωριό του. Με επισκέφτηκε και μου ζήτησε λόγω των επαγγελματικών μου δυνατοτήτων βοήθεια. Ήθελε χάρτες και στοιχεία μιας περιοχής της Μεσσαράς κοντά στο Χωριό Χουστουλιανά, μου εξήγησε ότι επιχειρούσε μιας μεγάλης κλίμακας δημοσιογραφική έρευνα που χρηματοδοτούσε και το αμερικανικό περιοδικό το NAΤΙONAL GEΟGRAFIC. Έμεινα έκπληκτος όταν κατάλαβα ότι συνδεόταν με την πιο ενδιαφέρουσα υπόθεση όλων των εποχών, τον Μινωϊκό Λαβύρινθο. Ίσως είμαστε κοντά στην πιο συνταρακτική ανακάλυψη των αιώνων, είπε ο Μανόλης Χρ. Σαν να βρισκόταν σε πυρετό, η μεγάλη αναπηρία του δεν υπήρχε πια, ήταν ένας ερευνητής που πλησίαζε το εκπληκτικό, το πιο φανταστικό εύρημα όλων των αιώνων.
Προσπάθησα να εκφράσω επιφυλάξεις μα ήταν αδύνατο, είχε έλθει σε επαφή με του πιο σημαντικούς αρχαιοκάπηλους που λυμαίνονται το νησί μας, είχε προσφέρει ένα τεράστιο ποσό (το είχε συγκεντρώσει από προσφορές Αμερικανών και αρχαιοφίλων από παντού)για να έχει την δημοσιογραφική αποκλειστικότητα της πληροφορίας. Μου εξήγησε ότι δεν τον ενδιέφεραν καθόλου τα τυχόν πολύτιμα αρχαιολογικά ευρήματα και αυτό το είχε καταστήσει σαφές στους παράνομους ανασκαφείς(και το είχαν καταλάβει) ούτε οι δάφνες της αρχαιολογίας, του αρκούσε να είναι ο πρώτος στον κόσμο που θα δημοσιοποιούσε την πρωτοφανή είδηση. Ήξερα τους θρύλους και τις λαϊκές παραδόσεις που μιλούν για κρυμμένους θησαυρούς στον μεγάλο κάμπο, περιγραφές για απίθανα χρυσά αγάλματα και ταύρους και αμύθητης αξίας κοσμήματα και σκεύη.

Ιωσήφ Χατζηδάκης, ερευνητής της περιοχής Μεσσαράς, από λεύκωμα της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολ'ης

Ο αρχαιολόγος Ιωσήφ Χατζηδάκης (“Περιήγησις της Κρήτης”)από τον 19ο αιώνα ανέφερε τοποθεσίες με την ονομασία “χατζινέδες, τουτέστιν Θησαυρούς”. Μα ότι μου έλεγε δεν μπορούσα να το πιστέψω. Μήπως είχε πέσει θύμα απατεώνων, αυτός ο πανέξυπνος άντρας, που έπιανε πουλιά στον αγέρα και ποτέ δεν μπόρεσε να τον γελάσει (κοροϊδέψει) κανείς. Έθεσα πλήθος προφανών ερωτημάτων, μου εξήγησε αρκετά αλλά όχι πλήρως το τι συνέβη. Είχε καλές συνδέσεις για πληροφορίες ( επαγγελματικοί λόγοι) με κύκλους του υποκόσμου της Μεγαλούπολης (Νέας Υόρκης) και από εκεί ήρθε σε επαφή με τους εμπόρους αρχαίων αντικειμένων, νόμιμους και μη. Ο ίδιος ήταν γνωστός ως άνθρωπος εμπιστοσύνης, τον είχαν εγγυηθεί πολλοί και διάφοροι κάθε κατεύθυνσης «παραβατικοί», άσπροι μαύροι και κάθε φυλής τύποι. Η συμφωνία ήταν να επισκεφτεί μόνος και να φωτογραφήσει το σπήλαιο (Λαβύρινθο) να αντλήσει τα απαραίτητα στοιχεία και να κάνει ανακοινώσεις σχετικές, σε χρόνο που θα συμφωνούσαν – πριν(2) Ο τρόπος πληρωμής μου φάνηκε επικίνδυνος, μα δεν έλαβε υπ όψη τις εκτιμήσεις μου: «δεν έχω πολλά να χάσω, σε κάθε περίπτωση»παρατήρησε. Το ραντεβού είχε κλειστεί για την τρίτη μέρα μετά τα Χριστούγεννα. Φορτώθηκε Χάρτες και φωτογραφικές μηχανές και ξεκίνησε το πρωϊ της Τετάρτης, 28 Δεκεμβρίου. Αν δεν γυρίσω σε δυο μέρες, μην ανησυχήσετε μου είπε, θέλω οπωσδήποτε η είδηση να δημοσιευθείτην Τρίτη την Πρωτοχρονιά. Ίσως φύγω λοιπόν αμέσως, αν είναι καλά τα αποτελέσματα. Δεν δέχθηκε αντιρρήσεις. Το ότι υποτιμούσε τους κινδύνους της μαφίας των αρχαιοκαπήλων ήταν φανερό, μα και κάθε επιμονή έμοιαζε μάταια, ήταν πολύ έμπειρος σε δύσκολες δουλειές για να δεχθεί συμβουλές από άσχετους.

H εμφάνιση του λαβυρίνθου στο έργο του Μπόρχες έγινε σε μια σχετικά όψιμη περίοδο της ζωής του, αν και η ιδέα υπήρχε πίσω από πολλά μυθοπλαστικά δημιουργήματά του. Στο «υποθετικό ποίημά» του το 1942 διαπιστώνει ότι ο λαβύρινθος οδηγούσε τα βήματά του από κάποια ημέρα της παιδικής του ηλικίας (NEA 28.7.2007


Δεν ήρθε την επομένη, χάθηκε για μέρες. Τηλεφωνήσαμε στη γυναίκα του, στην εφημερίδα του στις ΗΠΑ. Δεν ήταν εκεί αυτός, μα δεν φάνηκε να ανησυχεί.» Μου έστειλε τηλεγράφημα ότι βρίσκεται καθ΄οδόν προς Νέο Δελχί» είπε πολύ βέβαιη ότι δεν υπάρχει κάτι έκτακτο. Ρώτησα πλαγίως για την υπόθεση του Λαβυρίνθου, μα δεν ήξερε κάτι, δεν θέλησε να την ανακατέψει σκεφτήκαμε. Όταν μετά από 20 μέρες έφτασε μια κάρτα από τις Ινδίες, ησυχάσαμε τελείως ”σας φιλώ, από τη χώρα των Μαχαραγιάδων και των ελεφάντων έγραφε- Ο Λαβύρινθος απέτυχε, αλλά πάντα υπάρχουν περιθώρια – θα ξανάρθω”.
Σε μένα υπήρχαν αμφιβολίες ακόμα και όταν έφτασε η επόμενη κάρτα του από την Νορβηγία : «καθ’ οδόν προς Βόρρειον Πόλον, πρέπει να σταματήσουμε την καταστροφή» σημείωνε με έμφαση.

Οι ευχέ ςγια το 2012 συνοδευόταν από την έκκληση για προσπασία του περιβάλλοντος

Οι πληροφορίες από τους δικούς του (από Αμερική) ήταν καλές, γυρίζει στους πάγους, σε αποστολές απίθανες με παγοθραυστικά , έλεγαν, αλλά κανένα στοιχείο δεν αποδείκνυε πλήρως αυτόν τον ισχυρισμό, οι συγγενεις του στο χωριό δεν ήξεραν κάτι περισσότερο.
Έχουν περάσει είκοσι χρόνια (και περισσότερα )από τις γιοτρές του 1990, η Πρωτοχρονιά «έπεφτε» Τρίτη τότε που προγραμμάτιζε ο Μανόλης Χρ. την ανακοίνωση της μεγάλης είδησης – δεν υπήρξε μέχρι σήμερα κανένα απτό ίχνος του.
Το έντυπο της Νέας Υόρκης με την διεύθυνση των παιδιών του υπάρχει ακόμα, ο ίδιος έχει ξεχαστεί- κάποιες εξηγήσεις από τους δικούς του δεν ήταν (σε μένα) πειστικές. Όταν έφτασε η οικολογική κάρτα του Σπ. και της Σαρ.από το Λονδίνο, η μορφή του ήρθε μπροστα μου, το ανοικτόκαρδο πρόσωπό του και τα γαλάζια σπινθηροβόλα μάτια του, σαν να τον άκουγα να λέει :» Προσέξτε οι πάγοι λειώνουν, ο κόσμος θα χαθεί…»
Αυτός σκηνοθέτησε τα πάντα σκεφτόμουν, σαν να τραγουδούσε κάποιος κοροϊδευτικά :
«..αν τρέχεις δεν σε φτάνει ο καζάς
μ΄ανε σταθείς σε φτάνει»

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
(1)Καζάς=διοικητική διαίρεση επί Τουρκοκρατίας-αραβική λέξη, σημαίνει και την φασαρία, ταλαιπωρία , μπλέξιμο, ατύχημα,συμφορά “Ωφου καζάς” =κρητική έκφραση = Ώφου μπελάδες
Ίσως προέρχεται( άλλη εκδοχή) από την τουρκική λέξη
kazah=τρομακτικό
Δεν αποκκλείεται να έχει ιταλικη προέλευση,καζάς= κάζο (συμβάν)
(2)Είναι γνωστό ότι πολλές σπουδαίες αρχαιολογικές ανακαλύψεις είχαν υποδειχθεί με έμμεσο τρόπο από αρχαιοκάπηλους – που άφηναν εντελώς ακάλυπτες τις τομές του εδάφους και τα υπόλοιπα των “εργασιών” τους ( άχρηστα γι αυτούς κομμάτια)