ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ: ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ
ΤΆΚΟΝΙ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ
ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΤΟ ΚΕΡΙ

ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ
ΤΆΚΟΝΙ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ
ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΤΟ ΚΕΡΙ 

Ενθύμηση του Γιάννη Αλεξανδράτου, των ήχων , των χρωμάτων, της σιωπής

Scan 12Καλημέρα – καλησπέρα

με την κοφτερή μαχαίρα

καλησπέρα του παραμυθιού

η καρδιά να πάει αλλού

και το Βούι κάνει Μου…

το γουρούνι κάνει ούι

γιατί το΄χει αυτό το χούι

Μια φορά κι έναν καιρό

Μην πιστεύεις θα στο πω

Παραμύθι που κυλάει

Σαν ποτάμι που θα πάει

Στην θαλάσσης τα πελάη

Να μ´ ακούς και μην ζητάεις

Στο βυθό μην θες να πάεις

Είν´ Απρίλης ειναι Μάης

Μια φορά κι έναν καιρό

… μια κοπέλα ομορφονιά

από αρχοντική γενιά

καλοσυνάτη

σπίτι σκολειό καθημερινά

πλάκα κοντύλι διάβασμα

και στο κρεβάτι

Μια σκόλη και μια γιορτινή

μέρα λαμπρή ανοιξιάτικη

μπήκε πουλάκι

στο παραθύρι τ΄ ανοικτό

-”τον πεθαμένο που θα δεις α

υτόνε θα τον παντρευτείς

είπε και πέταξε μακριά …

εικόνες παραμυθιού
εικόνες παραμυθιού

Με κλάμα στον πατέρα της επήγε αλαφιασμένη

-”Αχ κύρη μου και το και το” του είπε φοβισμένη

-”πουλάκι είναι και κελαϊδεί πουλί είναι κι ας λέει”

την παρηγόρησε μ΄αυτή δεν έπαψε να κλαίει

… Μιαν άλλη μέρα ένα πρωί κένταγε στον οντάτης

τρία πουλάκιακια κάτσανε απάνω στην ποδιά της

-”Τι κάνεις σταυροβελονιά και τι χρυσοκεντάεις

νεκρό θα πάρεις άντρα σου στην εκκλησιά θα πάεις

Πάλι με κλάματα πολλά και παραπονεμένη

στην μάνα και τον κύρη της πηγαίνει δακρυσμένη

-”Πουλάκια είναι και λαλούν πουλιά είναι κι ας λένε”

της είπανε με μια φωνή μα μέσα τους να κλαίνε

Κάρτα της ζωγράφου Μαρίας Σταυρακάκη-κολάζ 1988
Μαρίας Σταυρακάκη-κολάζ 1988

Και κλείστηκε η κοπελιά δεν έβλεπε κανένα

Μα όταν πέρασε καιρός εβγήκε στο σοκάκι

να παίξει με τις φίλες της κουτσούνες και σκοινάκι

και μπήκαν σ΄έν΄αρχοντικό με κάγκελα σπασμένα

… σαν έφυγαν οι φίλες της κι είδε μια κάσα νεκρική

με ξύλο γυαλισμένο

Με στέμμα κάποιον άγνωστο

κίτρινο πεθαμένο

Ένα χαρτί έγραφε :

εσύ που θα περάσεις τώρα, σταμάτησε

κι αν κάνεις ότι πρέπει

στην κλίνη τη δική μου

– θα ΄ χεις μεγάλα δώρα

όχι μόνο χίλια φλουριά

μα αν είσαι άντρας Βεζύρη

θα σε κάνω εγώ κι πριν ο ήλιος γείρει

αν είσαι κόρη σύζυγος

στο θρόνο μου θα γίνεις

μα για να γίνουν όλα αυτά:

τρεις εβδομάδες ξυπνητή στο πλάϊ μου θα μείνεις

τρεις μέρες κι ακόμα ώρες τρεις

χωρίς να κλείσεις μάτι

έτσι πρέπει για να χαθεί

της μάγισσας να λύσεις

την άδικη κατάρα της

και μένα ν΄αναστήσεις!

Και το κορίτσι ανάσανε κι άρχισε να μετράει

και μια βδομάδα δυο και τρεις στο σπίτι της δεν πάει

και κλείνουνε τα μάτια της μ’ αντέχει δεν κοιμάται

και μια και δυο και μέρες τρεις κάθεται τυρανάται

Κι όταν της μείναν ώρες τρεις

Και πέρασεν η μια

Μια γύφτισσα πλησίασε

Που έβοσκε κοντά Τις χήνες της και κρύωνε

Κι ήρθε για ζητιανιά

-«Κάτσε λίγο στη θέση μου Γιατί άλλο δεν αντέχω

Και θα σου δώσω χρήματα Όσα στις τσέπες έχω»

Είπε κι αποκοιμήθηκε Κι γύφτισσα γαρίδα

Το μάτι της σαν ξύπνησε Ο βασιλιάς

-» Ναι σ´ είδα Εσύ ‘ σουν η άγρυπνη

και Άντεξες τρεις βδομάδες

Τρεις μέρες κι άλλες ώρες τρεις; Σου αξίζουν τεμενάδες!

Βασίλισσα και δίπλα μου Και στο διπλό κρεβάτι

Θα γίνεις αν καλοπλυθείς συγυριστείς κομμάτι;»

-» Και ποια ναι αυτή κοπελιά; Στο πάτωμα κοιμάται;

-Χηνοβοσκού που νύσταξε Κι έξω να βγει φοβάται »

Απάντησεν η γύφτισσα Χωρίς να την σηκώσει

Και την ρωτήσει ο βασιλιάς Και την ξεφανερώσει

 

Κι έγινε ο γάμος γρήγορα Σαν γύφτικο,σκεπάρνι

Καμάρωνε η βασίλισσα Τον <άθλο> που είχε κάνει!

… Σε πόλεμο ξεκίνησε να πάει ο βασιλιάς

Και ρώτησε τη γύφτισσα – τι θέλει να της φέρει

-”Φουστάνι με χρυσοκλωστή και κέντημα στο χέρι”

Και ρώτησε την κοπελιά : -«Πες μου κι εσύ τι θες»

-» Φέρε μου σφαγής μαχαίρι και τ΄ ακόνι υπομονής

Και κερί που φως τη νύχτα δίνει για να δει κανείς »

μην το ξεχάσεις όμως γιατί δεν θα μπορείς να κινηθείς

Και πήγε μα και γύρισε τον λέγαν τροπαιοφόρο

και πήρε χρυσοκέντητο φουστάνι για το δώρο

της γύφτισσας μα ξέχασε αυτήν που έβοσκε χήνες

… Και σαν πήγε να κινήσει το άλογο δεν κουνούσε

… θυμήθηκε κι έψαξε παντού ότι αυτή ζητούσε

Ο μαγαζάτορας που είχε μαχαίρι κι ακόνι και κερί του είπε να προσέξει,

τι θα τα κάνει η μικρή.

Και γύρισε ο βασιλιάς κι έβαλε ένα σαϊνι

να δει κρυφά και να του πει τι πρόκειται να γίνει

και κοίταζε προσεκτικά κρυμμένος στον οντά

Και το κορίτσι κλαίγοντας σήκωσε το μαχαίρι

για να κτυπήσει την καρδιά με τ΄άσπλαχνό της χέρι

-”Κουράστηκα δεν άκουσα τι μου’παν τα πουλιά

και για τρεις ώρες άφησα μόνο τον Βασιλιά!”

Μα πήδηξε πέτρα σκληρή τσ΄υπομονής τ΄ακόνι

και το μαχαίρι στόμωσε δεν κόβει δεν πληγώνει!

Και δεύτερη φορά ξανά η κόρη με μαχαίρι

μα είχε έρθει ο βασιλιάς, της κράτησε το χέρι

Και του΄πε αυτό το και το… και ξεκαθάρισέ(ν) του

κι έγινε αυτή βασίλισσα και δεν την άφησε ποτέ του

Κι η γύφτισσα εγύρισε τις χήνες να βοσκάει

και γύφτον επαντρεύτηκε πολύ καλά περνάει

Μα ούτε εγώ ήμουν εκεί ούτε σεις να το πιστέψετε…

ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ; (ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΕΝΙΝ…ΣΤΟΝ ΣΥΡΙΖΑ)

ΒΡΩΜΑ ΚΑΙ ΔΥΣΩΔΙΑ

Η Μάγισσα...δείχνει τι να κάνουν...
Η Μάγισσα…δείχνει τι να κάνουν( ο Διάβολος χαμογελάει)…

 

Ο ΑΛΚΜΑΝ αποφεύγει (όπως ο Διάβολος το λιβάνι) την πολιτικολογία .

μα όταν η πόρτα κρούεται, τόσο δυνατά τι να κάνουμε;

Πολλοί φίλοι μας, είναι ΣΥΡΙΖΑ, ούτε συζήτηση σηκώνουν τι να κάνουμε;

Δικαίωμα τους.

Πολλοί ήταν τα παιδιά που αντιστάθηκαν στην επάρατη, πρόσφεραν τα νιάτα τους,στο

βωμό της Δημοκρατίας…

Τι να κάνουμε;

Το ερώτημα επαναφέρει τον Λένιν, μα έχει περάσει ένας αιώνας:

Τι να κάνουμε;

Η πολιτική, αυτή η υψηλή υπόθεση των πολιτών,εκφυλλίζεται, καταλήγει

θέμα των λούμπεν και των καταδίκων του ποινικού δικαίου

. ‘ΕΛΕΟΣ φίλοι, άστε μας ήσυχους, κοιτάξτε κάτι να κάνετε!

Έλεος φίλοι παλαιοί, κάντε κάτι…

έλεος φίλοι,κάντε κάτι
έλεος φίλοι,κάντε κάτι

ΑΝΤΩΝΗΣ ΧΕΛΙΔΩΝΗΣ- ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑΤΑ

 

Αντώνης Χελιδώνης, ηρακλειώτης διανοούμενος κι άνθρωπος για πολλές εποχές
Αντώνης Χελιδώνης, ηρακλειώτης διανοούμενος κι άνθρωπος για πολλές εποχές

 

ΑΝΤΩΝΗΣ ΧΕΛΙΔΩΝΗΣ – ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑΤΑ

Συναπαντήματα, ένας χρόνος πέρασε, μα πως υπολογίζεται; Ο Αντώνης χαμογελάει από το παραθύρι του, γράψε μου τι λες ψιθυρίζει – είμαι αλλού τώρα, μόνο γραφτά μηνύματα φτάνουν ως εδώ.

20170610_210803

Γι αυτό οι φίλοι του τύπωσαν τα λόγια του συλλογίζομαι, τα παρουσίασαν χτες, μόλις έσβησε η δύση και φώτισε το ολοστρόγγυλο φεγγάρι την παλιά μας πόλη .

Ολοστρόγγυλο φεγγάρι πάνω απ την πόλη μας
Ολοστρόγγυλο φεγγάρι πάνω απ την πόλη μας 10.6.2017

Ο Αντώνης Ανηψιτάκης και η Παρή Στιβακτάκη, μιλούσαν για τον Αντώνη Χελιδώνη και το βιβλίο του ΚΙΒΩΤΙΑ ΣΧΗΜΑΤΑ (την εκδήλωση είχε προλογήσει ο εκδότης και φίλος του Ματθαίος Φρατζεσκάκης)…

Ο Α.Ανηψιτάκης και Παρή
Ο Αντώνης Ανηψιτάκης και Παρή Στιβακτάκη

Η εκλεκτή φιλόλογος έκανε παρατηρήσεις, ανέλυε στίχους που μπορεί να κρύβουν άλλα νοήματα, εκτιμούσε συσχετισμούς κι η φωνή της κάποιες στιγμές ράγιζε

20170612_131234
Η προσεγμένη έκδοση των ποιημάτων το Αντώνη Χελιδώνη, από τον Ματθαίο Φρατζεσκάκη

Ξεφύλιζα αργά το βιβλίο του, διαβαζα  : “Ζαρώνεις σαν ύφασμα λινό…

Είχες χρόνια αφεθεί σε μια περιπλάνηση.

Στην επανάσταση.”

δεν με μπέρδευαν οι συλλογισμοί του, με παραξένευαν, αυτός πολυνοιάζεται

για τους άλλους, σοβαρολογεί για μεγάλα θέματα..

Μιλούσε μέσα από τις σειρές των στίχων του :

Μικρά αποσπάσματα κρατάμε εμείς.

Μια ζωή πλανιέται γύρω ρυθμοί προκάτ, αδιάφορες πορείες πέρασαν.

Γυρνάμε μέσα μας. Τώρα.

Στην εσωτερική αναμέτρηση, αναζητάς συνεχώς.

Την αλήθεια και την απόρριψη.”

20170610_114614
Λίγο πριν αρχίσει η εκδήλωση στο ΠΟΛΥΚΕΝΤΡΟ του Δήμου Ηρακλείου

Ήθελα να του πω, πως οι άλλοι ίσως μπορούν να μας στηρίξουν κάποτε, μα καλύτερα να μας αφήσουν ήσυχους, να διαπράξουμε δικά μας λάθη να βρούμε ότι μας είναι απαραίτητο.

Είπε (έγραφε στη σελίδα 45):

“Με καταβάλλει η τραχύτητα των ανθρώπινων λαθών”

Του απάντησα με δικά του λόγια (σελίδα 48)

Γυρνώ στο καταφύγιο των ονείρων …

Γυρνώ να κρύψω τη θλίψη στη θύμηση

Η σκέψη χάνεται σε φθινοπωρινό απόβραδο

Η αίσθηση του κενού με συντροφεύει στην απόσταση”

Τον θυμάμαι, θα ήθελα να τον αποχαιρετήσω με δικά του λόγια:

εικόνες παραμυθιού
εικόνες παραμυθιού

(1) Τα όνειρα μας λαϊκά παραμύθια

Τα θυμάται κανείς ;

Μαζεύουμε ξανά το παρελθόν

Σε τυχαίες συναντήσεις και ανθρώπους

Τις νύχτες ξοδευόμαστε στο άπειρο χανόμαστε στην πρώτη ανάγνωση

Στην έσχατη γραφή

Μικρά αδιέξοδα

Να ξεχάσουμε το αύριο

Υπολογίζεται ο καιρός, η σκέψη τριβέλιζε, σαν να έβγαιναν γρέζα, στη Χανιόπορτα , στον τόρνο του Μπαλαμούτσου, μουρμούριζα :

Βαθιά ποντισμένο καράβι

τ΄άλπουρα σπάσανε και το πανί

σεντόνι σκισμένο που ράβει

μνήμης χαμένης η μηχανή

Συναπαντήματα, θυμόμαστε…

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

(1) Ποίημα της σελίδας 56 με τίτλο ΧΟΡΟΧΡΟΝΙΚΟΣ ΑΠΟΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ,με αλλαγή του ενικού σε πληθυντικό)

 

ΟΙ ΔΙΔΥΜΟΙ – ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

ΟΙ ΔΙΔΥΜΟΙ (ΤΖΙΜΠΡΑΓΟΙ)

αφιέρωση: στον Γιώργο & τον Μιχάλη Ρουκακιανάκη

που δεν ξεχωρίζουν στην προσφορά και την ανιδιοτέλεια

 

Η βάβω μας ήταν κοντή(*)

μα σπίθα το μυαλό της

και παραμύθια κένταγε

σαν το εργόχειρό της

και τα στιχάκια τα΄πλεκε

με τέχνη και με τρόπο

κι έκανε να δακρύζουνε

τα μάτια των ανθρώπω(ν)(**)

Κάποτε πήγε στο βουνό

κι έσπασε τον κόκκαλο

τονε δέσανε γερά

πέντε κόμπους στη σειρά

Κι άρχισε τα παραμύθια

τι΄ναι ψέμα τι΄ναι αλήθεια;

Μια φορά(ν)κι έναν καιρό…

Αν δεν με πιστέψετε έναν κόμπο δέσετε

για να το θυμόσαστε και να μην ξεχνιόσαστε:

Μια φορά(ν) κι έναν καιρό εζούσαν

ήσυχα στον μακρινό τους τόπο

ο γέροντας με την Κερά

με ιδρώτα και με κόπο

Πολύ καλά περνούσανε μα το’ χανε μαράζι

πως δεν εκάνανε παιδιά κι αυτό τους σκοτεινιάζει

Κι ένα πρωί μιαν Κυριακή πριν παν στην εκκλησία

μια γριά την πόρτα κτύπησε

δεν δώσαν σημασία μα μόνο ριάλια τρία

ευχαριστήθηκε πολύ τους είπε και σπολάτι

και ρώτησε αν θέλουνε μπορεί κάτι

Μα τίποτα δεν θέλανε ένα παιδί τους λείπει

να κάνει πιο χαρούμενο το φτωχικό τους σπίτι

Η Βάβω χαμογέλασε ξέρει κάτι να κάνει

μια σολωμονική γραφή τους άκληρους τους βάνει

να φάνε ψάρι απ΄ το γιαλό χρυσό μα κι ασημένιο

“-ψαρέψτε το και ψήστε το τους είπε σιδερένιο

μαχαίρι πάρετε μετά και κόψτε το να φάτε

εσείς κι ο σκύλος και τ΄άλογο

είναι πιστός κι αυτός δικός σας φίλος…”

Κι έγινε έτσι ακριβώς επιάσανε το ψάρι

το φάγανε και πέταξαν τα λέπια στο χορτάρι

Σε δυο μήνες εγέννησε η σκύλα δυο κουταβάκια

σε εννιά η κερά εγέννησε τα δίδυμα αγοράκια

 

 

 

Γέννησε διδυμάκια
Γέννησε διδυμάκια

 

 

έντεκα η φοράδα έκανε δίδυμα πουλαράκια

κι από τα λέπια φύτρωσαν δυο όμοια κυπαρίσσια

κι οι δυο γονείς τρελάθηκαν είχαν χαρά περίσσια

… Και πέρασε πολύς καιρός τα τέκνα τ΄αναθρέψαν

εμάθανε τέχνες πολλές και γράμματα περίσσια

να παίρνουν δρόμο και στρατί και να πηγαίνουν ίσια

Οι δυο νέοι εσκέφτηκαν να πάνε σ΄άλλους τόπους

για να γνωρίσουνε φυλές και άγνωστους ανθρώπους

Να φτάσουν στην Ανατολή στους Πέρσες στους Κινέζους

και στον Βορά στους Γερμανούς τους Ρώσους τους Εγγλέζους

Στη Δύση Αμερικανούς Ινδιάνους κι Αργεντίνους

Στο Νότο μαύρους, Άραβες και Νέγρους κι Αλγερίνους

… Να σκίσουνε τις θάλασσες να δούνε καρχαρίες

και φάλαινες και ναυτικούς που λένε ιστορίες

… Κι οι δυο θέλαν να φύγουνε μ´αρνήθηκαν οι γέροι

Αν θα χαθούνε και οι δυο μήνυμα ποιος θα φέρει;

Αν φύγει ο ένας , καρτερεί ο άλλος να γυρίσει

αν πληγωθεί , θα μαραθεί τό ένα το κυπαρίσσι!

Κι ίσως προλάβει να τον βρει ,κι αν είναι, να τον σώσει

αλλιώς όποιος τον κτύπησε θα πρέπει να πληρώσει

Κι ο ένας πήρε το λευκό το γρήγορο του το άτι

που αγαπούσε κι ήξερε κι αυτό τον αναβάτη

και το σκυλί το δυνατό – σαν λύκος που παλεύει

στις μάχες πάντα ανίκητο κι αντίπαλο γυρεύει

.. Και πήρε δρόμους μακρινούς δύσβατα μονοπάτια

Τρέχει σε χώρες άγνωστες κι εξωτικά παλάτια

Κι όταν κουράστηκε πολύ σταμάτησε σε σπίτι

σαν πύργος,ήτανε ψηλό κι είχε γυναικωνίτη

Παλιά το κάψαν πειρατές μα σώθηκε η Κυρία

Μια αρχόντισσα μ άσπρα μαλλιά κι αληθινή σοφία

 

Scan 1

 

Τι θέλεις και για που τραβάς ; πρέπει να τον ρωτήσει

Τον κόσμο είπε επιθυμεί να να μάθει να γνωρίσει

Φιλοξενία ζήτησε(ν) αυτός και του προσφέρει

ότι χρειάζεται ακριβώς το ευγενικό της χέρι

Κι όταν εξεκουράστηκε τον ταμπουρά θα πάρει

Να παίξει καθώς έβγαινε τ΄ ολόγιομο φεγγάρι

 

… Πρωί,πρωί την ξύπνησε του βασιλικά η κόρη

για να ρωτήσει αν ήξερε του ταμπουρά τ΄αγόρι …

Και τηνε παρακάλεσε να στείλει στο παλάτι

Τον νέον αυτόν τον άγνωστο αυτόν τον ξενομπάτη

Και ξύπνησε(ν) ο νεαρός και μόλις γάλα ήπιε

Η Κυρά εξήγησε τι η κοπελιά της είπε …

μα πρόσεξε αινίγματα σ όλους τους ξένους βάζει

κι αν χάσουνε τον Δήμιο αμέσως τον φωνάζει

και τα κεφάλια κάνουνε βουνό μες το παλάτι

τα συντηρούνε βάζοντας πολύ χοντρό τ΄αλάτι

Scan 7

Και πήγε αμέσως ο δίδυμος να δει την πριγκιπέσα

στα πούπουλα καθότανε και στο παλάτι μέσα

Του είπε :-”δεν θα σου βάλω στοίχημα κ αινίγματα κανένα

αν παίξεις με τον ταμπουρά και τραγουδάς για μένα

Και το΄κανε ακούστηκαν σκοποί πολλοί ταξίμια

κι ήρθανε και χορεύτριες με κόλπα και τσαλίμια

Κι όταν τελειώσαν είπε του να την ζητήσει τώρα

και πήγε στον πατέρα της για να μην χάσει κι ώρα

 

Scan 11

Κι ο βασιλιάς του ζήτησε να κόψει ένα δεντρό του

που ήταν και τεράστιο αλλιώς θα κόψει το λαιμό του

Και του΄δωσε η πριγκίπισσα μια τρίχα απ το μαλλί της

και στο σπαθί την τύλιξε – πήρε κι ένα φιλί της

με μια σπαθιά του το’ κοψε κι ήταν κορμός τρεις πήχες

μα ο βασιλιάς εθύμωσε κι΄ είπε βοήθεια θα είχες

Κι απαίτησε με τ΄άλογο να τρέξει πριν το γιόμα

με δυο γεμάτα κύπελα – νερό να μη χυθεί στο χώμα

τον είδε η νέα σκεφτικό και του΄πε μην τρομάζεις

πάρε δυο δακτυλίδια μου και στο νερό τα βάζεις

και θα παγώσει κι ύστερα σταγόνα δεν θα χάσεις

Το πέτυχε..

…μα βασιλιάς του λέει να κάνει κι άλλο

κατόρθωμα πιο δύσκολο κι ακόμα πιο μεγάλο

-” Τον μαύρο τον ιππότη μου πρέπει να τον νικήσεις

το χέρι της πριγκίπισσας αν θέλεις να κερδίσεις”

Τον νέο δεν τον ένοιαζε γιατί ναι παλικάρι

και τ΄άλογό του δυνατό χρυσό το χαλινάρι

Μα σαν τηνε συνάντησε με κλάματα η κοπέλα

του φανερώνει πως αυτή είν΄ο Μαύρος με τη σέλα

και τ΄άλογο γιατί της δίνουν μαγικό πιοτί

θέλει δεν θέλει να το πιει… -”

Γιαυτό με δέρματα να τυλιχτείς και συ και τ΄άτι

και πάρε το μαντήλι μου και σκούπιζε το μάτι

αν σε βαρέσω δυνατά – να κάνω λίγο πίσω

και να κτυπήσεις τ΄άλογο να πεις θα σε νικήσω!

Είπε η πριγκίπισσα σωστά: χωρίς άλογο ο χαμένος

κι έγινε έτσι κι ο δίδυμος εβγήκε κερδισμένος!

Και παντευτήκαν γλέντησαν με συγγενείς και φίλους..

. …

Και πέρασε πολύς καιρός κι ο νέος με τους σκύλους

για το κυνήγι κίνησε για πέρδικες τρυγώνια

… Εξέκοψε απ΄ τους δούλους του και βρέθηκε

σε πύργο με μπαλκόνια

μια γριά του άνοιξε άσχημη με σουβλερή τη μύτη

-”Τι θες μεσανυχτιάτικα στο αρχοντικό μου σπίτι;”

-¨Κουράστηκα τσ΄άπάντησε δος μου νερό να ζήσεις!”

Την παρακάλεσε θερμά…-”Να πάρεις ότι θελήσεις

μα πρώτα το σκυλί σου ησύχασε να το χαϊδέψω λίγο”

Ο σκύλος γάβγιζε πολύ ο νιος τον ηρεμίζει .

 

… Μόλις τον άγγιξε η γριά σαν μάρμαρο θ΄ασπρίζει

Μαρμάρωσε μετά το νιο κι ύστερα τ΄άλογό του…

Μα ας πάμε και στο σπίτι του κοντά στον αδερφό του

σαν είδε να μαραίνεται το ένα κυπαρίσσι

κακόβαλε …με τ΄άλογο γρήγορα θα κινήσει

να βρει τ αδέρφι που κακό ίσως θα΄χει κτυπήσει

και διάβηκε κάμπους και βουνά σ΄Ανατολή και Δύση

Scan 12

Σε κάποιαν πόλη(ν) έφτασε κι υποδοχή μεγάλη του

κάναν και του φώναζαν : τ΄όνομα τ΄αδερφού του

κατάλαβε και το έκανε οπως ήτανε στο νου του

κι ήρθε και η γυναίκα του μέσα στην αγκαλιά του

μα ξέφυγε το βράδυ της είπε θα΄ναι κοντά του

Και σαν νύχτωσε και ξάπλωσαν στο κρεβάτι

στη μέση έβαλε το σπαθί και γύρισε την πλάτη

κι όταν παραπονέθηκε πολύ η πριγκιπέσα

της είπε σφάχτης τον κρατά στα σπλάχνα του από μέσα

Ξεκίνησε πολύ πρωί σε κάμπους και σε δάση

να βρει τον αδερφό που χρόνια είχε χάσει

Τον κόσμο όλο γύρισε μα πουθενά δεν ξέρουν

τον αδερφό τον δίδυμο-ειδήσεις να του φέρουν

Λες κι άνοιξεν η μαύρη γης πήρε το παλικάρι

και πουθενά δεν άφησε πάτημα κι ούτε χνάρι

Κι όταν στ΄απάτητα έφτασε το μαύρο είδε χαγιάτι

Κι ένα πυργόσπιτο ψηλό που μοιάζει με παλάτι

Ξεπέζεψε και χτύπησε την πόρτα με το σκύλο

που γάβγιζε πάρα πολύ: εχθρός θα ταν ή φίλος;

Κι άνοιξε η μάγισσα η κακιά με τη γαμψή τη μύτη

-”Ποιος είσαι μα και τι ζητάς στ αρχοντικό μου σπίτι;”

Τον ρώτησε κι κι είπετον αδερφό μου και νεράκι

για μένα και τα ζωντανά διψούν κι αυτά λιγάκι”

Αυτή ΄θελε να χαϊδέψει το ζώο μα ο σκύλος

τηνε δαγκώνει δυνατά στο πάνω της το χείλος

Η μάγισσα φοβήθηκε κι έτρεμε σαν το φύλλο

το ζώο την κατάλαβε κι ας έκανε το φίλο

Και πιο πολύ την δάγκωνε – “Ήμαρτον παρ το ζώο

τον νέο παρακάλαγε…-”στον παραδίδω σώο

τον δίδυμο και τ άλογο τον σκύλο τον δικό του”

Πήγαν στ΄ άλλο δωμάτιο κι είδε τον αδρεφότου

και μόλις ζωντανέψανε όλοι αγκαλιαστήκαν

κι έκλαιγαν και γελούσανε τ αδέρφια που βρεθήκαν

UALORH-0012

Κι μάγισσα; μην τα ρωτάς την έφαγε(ν) ο σκύλος

γιατί κατάλαβε καλά  ότι δεν ήταν   φίλος

Και πήγανε και γρήγορα να βρουν πριγκιπέσα

κι έμαθε τα καθέκαστα κι είδε πως είχε μπέσα

ο αδερφός ο τσιμπραγός(1) και πως αλλιώς να γίνει;

Και ψάξανε και βρήκανε κορίτσι που να δίνει

αυτό που θέλει ο αδερφός ευγένεια –  καλοσύνη

κι όλοι μαζί  στους γέροντες επήγανε με γέλια

και με τις δυο γυναίκες τους και δίδυμα  κοπέλια

 

Και πέρασαν αυτοί καλά και μεις πολύ καλύτερα

τα πρώτα που  μας έλλειπαν μας περίσσευαν στα ύστερα 

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ (*)=Αναφέρεται στη γιαγιά Κατερίνη Παπαγεωργίου, το γένος Μαρκοπούλου,του Αντιδικτατορικού αγώνα – στο σπίτι της ( Κερκύρας 30/Κυψέλη) φιλοξένησε όλη την παράνομη Αθήνα

(**)Β.Κορνάρος, παραλλαγή

(1) Δίδυμος

ΕΙΡΗΝΗ ΠΡΑΔΕΙΣΑΝΟΥ – ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΕΝΔΕΙΑ

Στις 18 του τρέχοντος μηνός, έφτασαν στα χέρια μας δυο βιβλία, ήταν οι ποιητικές συλλογές της κ. Ειρήνης Παραδεισανού, που ζει και εργάζεται ως φιλόλογος στην πόλη μας. Εκδότης Vakxikon.gr , τίτλοι : ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΕΝΔΕΙΑ και ΤΑ ΓΥΑΛΙΝΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΨΑΡΙΩΝ (2013-2016).

 

Ξεχωρίσαμε για να παρουσιάσουμε  ένα από τα  ποιήματα που μας άρεσαν, για να ενημερωθούν οι αναγνώστες μας – στοιχεία για την συγγραφέα δεν έχουμε , θα συμπληρώσουμε αυτήν την παρουσίαση μόλις βρούμε.

Ο υπερρεαλισμός της κ. Ειρήνης Παραδεισανού είναι έκδηλος και ο ρωμαντισμός της κάτω από κάθε εικόνα ή φράση έντονος – όταν σταθεροποιεί το βήμα της και κάνει σαφέστερες τις προτιμήσεις της , ένας αθώος λυρισμός αυθεντικός και συγκινητικός προβάλλει. Σ΄έναν δρόμο καθόλου εύκολο που προχωράει δυστακτικά, θα βρίσκει ή  θα ανακαλύπτει  μιαν ποίηση που μας ενδιαφέρει, για να έρχεται πιο κοντά μας.

Από την συλλογή  ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΕΝΔΕΙΑ: 

Π Α Ρ Ε Ι Σ Α Κ Τ Η

 

Κάθε που γέρνω μέσα μου

νοιώθω χελώνα γέρικη

που απόμεινε χωρίς καβουκι

στη μέση δρόμου πολυσύχναστου.

Διαβάτες ριγμένοι στον τρόμο

με καρφώνουν με λέξεις – τρόπαια

μιας νίκης εύθραυστης κι αμφίσημης.

Τασυννεφα...
σύννεφο…

Σαν  τέχνασμα σιβυλλικό μοιάζει η σιωπή μου.

και το σκιαγμένο βλέμμα τους

σαν προσπερνούν την άθλια όψη μου

καρφώνεται στη γύμνια μου επιτακτικά.

 

«Δεν είσαι εδώ»

μοιάζει να λέει

«Ποτέ δεν ήσουν.

Πάντα παρείσακτη θα στέκεις».

 

Κι εγώ μια χαραμάδα ψάχνω

από φως

για να στριμώξω την παράξενή μου όψη

και μια ρωγμή σε σύννεφο θαμπό

την εμμονή μου να φυλάξω.

 

 

Σ Υ Μ Π Λ Η Ρ Ω Σ Η (μετά την ανάρτηση)

Από το  Block Παρείσακτη, συμπληρώνουμε την άποψη της Ειρήνης Παραδεισανού για το πως έφτασε στην ποίηση:

Ειρήνη Παραδεισανού, φωτογραφία διαδικτύου
Ειρήνη Παραδεισανού, φωτογραφία διαδικτύου

«Στην προτροπή των φίλων μου να γράψω επιτέλους πεζό, συνήθως χαμογελώ με αμηχανία. Δεν ξέρω τι να τους πω, πέρα από το τετριμμένο.
» Οποτε μου΄ρχεται να γράψω, μου βγαίνουν ποιήματα.»
Για καιρό δίσταζα να τα χαρακτηρίσω ποιήματα.
Το΄ξερα πως το ποίημα σκάβει. Αν δεν τα καταφέρει να σκάψει, δεν είναι ποίημα.
Σκάβει στην πέτρα για να βρει την αιώνια φλέβα.(…)

Εξώφυλλο, από το μπλογκ της
Εξώφυλλο, από το μπλογκ της

 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ:

Τα βιβλία της κ. Παραδεισανού, μας τα πρότεινε ο φίλος μας κ. Γιώργος Λεμπιδάκης, επειδή του άρεσαν – είναι και πολύ ενδιαφερόμενος για τη λογοτεχνία, έχει εκδόσει και μιαν ποιητική συλλογή , που έχουμε παρουσιάσει.

 

 

 

 

 

 

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ:ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ
 Τ ΆΚΟΝΙ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ
 ΤΗΣ …

ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ
 Τ ΆΚΟΝΙ ΤΗΣ

ΥΠΟΜΟΝΗΣ
 ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΤΟ ΚΕΡΙ

Ενθύμηση του Γιάννη Αλεξανδράτου

των ήχων των χρωμάτων της σιωπής

Καλημέρα – καλησπέρα

με την κοφτερή μαχαίρα

καλησπέρα του παραμυθιού

η καρδιά να πάει αλλού

και το Βούι κάνει Μου

το γουρούνι κάνει ούι

γιατί το΄χει αυτό το χούι

Μια φορά κι έναν καιρό

Μην πιστεύεις θα στο πω

 

Παραμύθι που κυλάει

Σαν ποτάμι που θα πάει

Στην θαλάσσης τα πελάη

Να μ´ ακούς και μην ζητάει

ς Στο βυθό μην θες να πάεις

Είν´ Απρίλης ειναι Μάης

Μια φορά κι έναν καιρό

 

Το σπίτι της Τύχης ήταν σαν παλάτι

μια κοπέλα ομορφονιά

από αρχοντική γενιά

καλοσυνάτη σπίτι σκολειό

καθημερινά πλάκα κοντύλι

διάβασμα και στο κρεβάτι

Μια σκόλη και μια γιορτινή

μέρα λαμπρή ανοιξιάτικη

μπήκε πουλάκι στο παραθύρι

τ΄ ανοικτό

-”τον πεθαμένο που θα δεις

αυτόνε θα τον παντρευτείς

είπε και πέταξε μακριά

… 

Με κλάμα στον πατέρα της

επήγε αλαφιασμένη

-”Αχ κύρη μου και το και το”

του είπε φοβισμένη

-”πουλάκι είναι και κελαϊδεί

πουλί είναι κι ας λέει”

την παρηγόρησε μ΄αυτή

δεν έπαψε να κλαίει

Μιαν άλλη μέρα ένα πρωί

κένταγε στον οντάτης

τρία πουλάκιακια κάτσανε

απάνω στην ποδιά της

-”Τι κάνεις σταυροβελονιά

και τι χρυσοκεντάεις

νεκρό θα πάρεις άντρα σου

στην εκκλησιά θα πάεις”

 

Πάλι με κλάματα πολλά

και παραπονεμένη

στην μάνα και τον κύρη της

πηγαίνει δακρυσμένη

-”Πουλάκια είναι και λαλούν

πουλιά είναι κι ας λένε”

της είπανε με μια φωνή

μα μέσα τους να κλαίνε

Scan 12

Και κλείστηκε η κοπελιά

δεν έβλεπε κανένα

Μα όταν πέρασε καιρός

εβγήκε στο σοκάκι

να παίξει με τις φίλες

της κουτσούνες και σκοινάκι

 

και μπήκαν σ΄έν΄αρχοντικό

με κάγκελα σπασμένα

σαν έφυγαν οι φίλες της

κι είδε μια κάσα νεκρική

με ξύλο γυαλισμένο

Με στέμμα κάποιον

άγνωστο κίτρινο πεθαμένο

 

Ένα χαρτί έγραφε :

εσύ που θα περάσεις τώρα

, σταμάτησε κι αν κάνεις

ότι πρέπει στην κλίνη τη δική μου

– θα ΄ χεις μεγάλα δώρα

όχι μόνο χίλια φλουριά

μα αν είσαι άντρας Βεζύρη

θα σε κάνω εγώ κι πριν ο ήλιος γείρει

 

αν είσαι κόρη σύζυγος στο θρόνο μου θα γίνεις

μα για να γίνουν όλα αυτά:

τρεις εβδομάδες ξυπνητή

στο πλάϊ μου θα μένεις

τρεις μέρες κι ακόμα ώρες τρεις

χωρίς να κλείσεις μάτι

έτσι πρέπει για να χαθεί

της μάγισσας να λύσεις την άδικη κατάρα της

και μένα ν΄αναστήσεις!

Και το κορίτσι ανάσανε

κι άρχισε να μετράει και

μια βδομάδα δυο και τρεις

στο σπίτι της δεν πάει

και κλείνουνε τα μάτια της

μ’ αντέχει δεν κοιμάται

και μια και δυο και μέρες τρεις

κάθεται τυρανάται

Κι όταν της μείναν ώρες τρεις

Και πέρασεν η μια – Μια γύφτισσα πλησίασε

Που έβοσκε κοντά Τις χήνες της και κρύωνε

Κι ήρθε για ζητιανιά

-«Κάτσε λίγο στη θέση μου

Γιατί άλλο δεν αντέχω

Και θα σου δώσω χρήματα

Όσα στις τσέπες έχω»

Είπε κι αποκοιμήθηκε

Κι γύφτισσα γαρίδα

Το μάτι της σαν ξύπνησε

Ο βασιλιάς -» Ναι σ´ είδα

Εσύ ‘ σουν η άγρυπνη

και Άντεξες τρεις βδομάδες

Τρεις μέρες κι άλλες ώρες τρεις;

Σου αξίζουν τεμενάδες!

Βασίλισσα και δίπλα μου

Και στο διπλό κρεβάτι

Θα γίνεις αν καλοπλυθείς

συγυριστείς κομμάτι;»

-» Και ποια ναι αυτή κοπελιά;

Στο πάτωμα κοιμάται;

-Χηνοβοσκού που νύσταξε

Κι έξω να βγει φοβάται »

Απάντησεν η γύφτισσα

Χωρίς να την σηκώσει

Και την ρωτήσει ο βασιλιάς

Και την ξεφανερώσει

 

Κι έγινε ο γάμος γρήγορα

Σαν γύφτικο,σκεπάρνι

Καμάρωνε η βασίλισσα

Τον <άθλο> που είχε κάνει!

Σε πόλεμο ξεκίνησε

να πάει ο βασιλιάς

Και ρώτησε τη γύφτισσα

– τι θέλει να της φέρει

-”Φουστάνι με χρυσοκλωστή

και κέντημα στο χέρι”

Και ρώτησε την κοπελιά :

-«Πες μου κι εσύ τι θες»

-» Φέρε μου μαχαίρι σφαγής

και τ΄ ακόνι υπομονής

Και κερί που φως τη νύχτα δίνει

για να δει κανείς »

μην το ξεχάσεις όμως γιατί

δεν θα μπορείς να κινηθείς

 

Και πήγε μα και γύρισε

τον λέγαν τροπαιοφόρο

και πήρε χρυσοκέντητο

φουστάνι για το δώρο

της γύφτισσας μα ξέχασε

αυτήν που έβοσκε χήνες

Και σαν πήγε να κινήσει

το άλογο δεν κουνούσε

θυμήθηκε κι έψαξε παντού

ότι αυτή ζητούσε

Ο μαγαζάτορας που είχε μαχαίρι

κι ακόνι και κερί

του είπε να προσέξει,

τι θα τα κάνει η μικρή.

Και γύρισε ο βασιλιάς

κι έβαλε ένα σαϊνι ν

α δει κρυφά και να του πει

τι πρόκειται να γίνει

 

και κοίταζε προσεκτικά

κρυμμένος στον οντά

Και το κορίτσι κλαίγοντας

σήκωσε το μαχαίρι

για να κτυπήσει την καρδιά

με τ΄άσπλαχνό της χέρι

-”Κουράστηκα δεν άκουσα

τι μου’παν τα πουλιά

και για τρεις ώρες άφησα

μόνο τον Βασιλιά!”

Μα πήδηξε πέτρα σκληρή

τσ΄υπομονής τ΄ακόνι

και το μαχαίρι στόμωσε

δεν κόβει δεν πληγώνει!

Και δεύτερη φορά ξανά

η κόρη με μαχαίρι

μα είχε έρθει ο βασιλιάς,

της κράτησε το χέρι

Και του΄πε αυτό το και το

και ξεκαθάρισέ(ν) του

κι έγινε αυτή βασίλισσα

και δεν την άφησε ποτέ του

Κι η γύφτισσα εγύρισε

τις χήνες να βοσκάει

και γύφτον επαντρεύτηκε

πολύ καλά περνάει

Μα ούτε εγώ ήμουν

εκεί ούτε σεις να το πιστέψετε…

ΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΙΚΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ…ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΦΙΛΟΛΟΓΩΝ

ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΥ ΚΡΙΤΗΡΙΟΥ ΣΗΜΕΡΑ

Εκδήλωση της Ένωσης Φιλολόγων & Εκδόσεων ΠΑΤΑΚΗ

Στις 27 Απριλίου, το βράδι, στην νέα αίθουσα των Ιδρυμάτων Καλοκαιρινού, εκεί ακριβώς που κάποτε στεγαζόταν η  ΕΡΓΑΝΗ, οι φιλόλογοι συζήτησαν για ένα θέμα που σχετίζεται με τα ενδιαφέροντά τους.

Η κ. Λίζα  Σκλάβου εκ μέρους του συνδέσμου,  παρουσίασε τους προσκαλεσμένους και διέγραψε με άνεση τα ασαφή όρια του εκτεταμένου θέματος.

Ο κ. ΚώσταςΣταμάτης εισηγήθηκε με πληρότητα και ενάργεια το θέμα, εξέπληξε με τις φιλολογικές αλλά και τις γλωσσολογικές γνώσεις του.

Κώστας Σταμάτης, επιμελητής εκδόσεων, κενρικός εισηγητής
Κώστας Σταμάτης, επιμελητής εκδόσεων, κενρικός εισηγητής

Ο Β. Ζεβελάκης, αρχιτέκτων – καθόλου γνωστός  για τις φιλολογικές γνώσεις του και τις λογοτεχνικές επιδόσεις του, έκανε μια συνοπτική αναδρομή, εξέφρασε την ανησυχία για την νεα επαναστατική ψηφιακή εποχή.

Η κ. Μαρία Φραγκιαδάκη, εξαίρετη φιλόλογος, αλλά και γνώστης, επί σειράς ετών,  της εκπαιδευτικής διαδικασίας και ειδικά της διδασκαλίας της λογοτεχίας στη Μέση Εκπαίδευση, εξέθεσε τις απόψεις της , τη δυνατότητα που παρέχει η  πολιτεία.

Εξαίρετη φιλόλογος, πρόεδρος κάποτε
Εξαίρετη φιλόλογος, πρόεδρος κάποτε της Ένωσης

Θ Α ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΟΥΜΕ ΤΗΝ παρέμβαση του Β.Ζεβελάκη:

Ένας αρχιτέκτονας, ας τον πούμε έτσι, σε μιαν φιλολογική συνάντηση δεν είναι κάτι αναμενόμενο, αγαπητοί φίλοι και φίλες – όμως συμβαίνει σήμερα, με την έμπνευση της Ένωσης Φιλολόγων του Ηρακλείου, που ξέρει το μεγάλο ενδιαφέρον του για την λογοτεχνία και την ποίηση.

Β. Ζεβελάκης, αρχιτέκτων αλλά και ενδιαφερόμενος για τις τέχνες του λόγου
Β. Ζεβελάκης, αρχιτέκτων αλλά και ενδιαφερόμενος για τις τέχνες του λόγου

Εξ άλλου όλες οι τέχνες, αποτελούν ένα σύνολο, μιαν ενότητα, είχαν από την αρχαιότητα συνδεθεί, με τις Θεότητες των Μουσών – που γεννήθηκαν από τον Δία και την Μνημοσύνη, αδελφές λοιπόν.

9mouses
Εννέα Μούσες, ενέπνευσαν τους καλλιτέχνες όλων των τεχνών:Κλειώ, Ευτέρπη, Θάλεια, Μελπομένη, Τερψιχόρη, Ερατώ, Πολυμνία, Ουρανία, Καλλιόπη.(οι εικαστικές Τέχνες λείπουν)

Η Λογοτεχνία και η πιο καθαρή έκφραση ίσως των Τεχνών και η Ποίηση, είναι η σημαντικότερη μορφή της – συνδεδεμένη άρρηκτα με την γλώσσα και την επικοινωνία των ανθρώπων, τις επιστήμες και την ζωή των ανθρώπων. Τι να συμβαίνει άραγε σήμερα;

Υπάρχουν λογοτεχνικά κριτήρια, που πάει η μεγάλη Τέχνη; Οι φιλόλογοι ανησυχούν, μα όλοι αναρωτιόμαστε. Ενδιαφερόμενος από τα νεανικά μου χρόνια, ως φανατικός αναγνώστης των λογοτεχνικών κειμένων , αλλά και ως συντάκτης κάποιων στίχων, για την τέχνη του λόγου παρακολουθώ με ανησυχία τις εξελίξεις, την εισβολή της σύγχρονης τεχνολογίας , την μεγάλη επανάσταση της ψηφιακής εποχής, που αλλάζει την την τυπογραφία και τη γλώσσα, την επικοινωνία, με απίθανους τρόπους, όνειρο που φαίνεται σε πολλούς εφιάλτης.

Σαρώνονται τα πάντα, η παραδοσιακή τυπογραφία το χαρτί και το μελάνι, όλα τα έντυπα και φυσικά δεν γίνεται εξαίρεση για την λογοτεχνία και την Ποίηση. Τι θα γίνει λοιπόν, δεν θα πάψουν να υπάρχουν κριτήρια αλλά θα εξαφανιστούν και οι τέχνες του λόγου; Ας αφήσουμε τις αμφίβολες επισημάνσεις

-ας πάμε πίσω στους αιώνες για λίγο: Κάποτε στην βαθιά προϊστορία σιγά σιγά, αρθρώθηκε ο Λόγος και διαμορφώθηκε η γλώσσα – ένα όργανο πλήρους (όσο γίνεται, εξελιγμένη, σύνθετη, όμορφη)επικοινωνίας ταν ανθρώπων. Η ανάγκη της εξύμνησης των θεών, δημιουργεί τον έμμετρο λόγο, οι Μούσες αρχίζουν να τραγουδούν και να εμπνέουν Θεούς και  ανθρώπους. Τα πρώτα μεγάλα ποιητικά έργα , δημιουργούνται: Η Iλιάδα και η Οδύσσεια , η βάση του Δυτικού κόσμου.

Δεν θα αργήσει πολύ να επινοηθεί η γραφή, που ανοίγει την σκηνή της Ιστορίας, μια μεγάλη επανάσταση , που θα αλλάξει τα πάντα – θα δημιουργήσει επιστήμες και νέες Τέχνες, θα πλουτίσει την ποίηση με την δραματική τέχνη – δεν θα αλλάξει όμως την μορφή και την ουσία της λογοτεχνίας.

Παρθενώνας, η κορυφή του Χρυσου αιώνα...
Παρθενώνας, η κορυφή του Χρυσού αιώνα…

Θα κτισθεί ο Παρθενώνας, πάνω στα θεμέλια της μεγάλης τέχνης του Ομήρου

… Και θα περάσουν ατέλειωτοι αιώνες

η Ανακάλυψη της τυπογραφίας, θα αναστατώσει πάλι τον κόσμο, η Επανάσταση τώρα θα αλλάξει πάλι την επικοινωνία, θα επεκτείνει τη γνώση, θα την καταστήσει κοινή για όλους. Οι τέχνες πλουτίζονται γίνονται παγκόσμιες, οι επιστήμες γνωρίζουν την πιο εκπληκτική άνθιση- η νέα Τέχνη της συμφωνικής Μουσικής θα υψώσει τον δικό της ναό, την 9η Συμφωνία του Μπετόβεν- πάνω στα θεμέλια της Ακρόπολης.

Ο Άγγελος Σικελιανός, σε ένα εξαιρετικό κείμενο του στα 1946(;)αναλύει τον Παρθενώνα και την 9η, θεωρώντας τα ταυτόσημα έργα δυο τεχνών και τις ψηλότερες κορυφές του ανθρωπίνου πνεύματος.

Θα περάσουν άλλα 500 χρόνια πάνω κάτω. Θα έρθει η ψηφιακή εποχή, μια γλώσσα νέας επικοινωνίας ή καλύτρερα μια νεα τυπογραφία αϋλη, η Επανάσταση θα σηκώσει ψηλά πάλι τις κατακόκκινες παντιέρες της. Έχουν περάσει σαράντα και παραπάνω χρόνια, από την ανακάλυψη των πρώτων Υπολογιστών, που ήταν κάτι τεράστια, τερατώδη μηχανήματα, τα Μαμούθ της νέας εποχής. Σήμερα οι καλοί υπολογιστές έχουν το μέγεθος μικρού κουτιού τσιγάρων και κάνουν τα πάντα. Γράφουν μιλούν και τραγουδούν, έχουν απερίγραπτες ικανότητες(δυνατότητες) – η απλότητα της αγγλικής γλώσσας δίνει τα σήματα και τις συντομογραφίες – οι μεταφράσεις από όλες τις γλώσσες της γης, σε λίγο θα ναι έγκυρες και κάποτε επαρκείς. Γράμματα-σήματα-εικόνες σιγά σιγά δημιουργούν τη νέα μέθοδο (τροπο)επικοινωνίας… δεν ξέρουμε που θα φτάσει που θα σταθεροποιηθεί .

Ο τελευταίος αιώνας, πριν την επέλαση των υπολογιστών, χαρακτηρίσθηκε από πολλά και αντιφατικά λογοτεχνικά ρεύματα και καλλιτεχνικές πρωτοπορίες και τεχνοτροπίες. Μερικά από αυτά, κατάργησαν κριτήρια και αρχές, μα οι μόδες ήταν περαστικές, η ποίηση και η λογοτεχνία ενσωμάτωσαν ότι ήταν απαραίτητο – δεν έπαψαν να υπάρχουν, και  να ανταποκρίνονται στις ψυχικέςκαι πνευματικές ανάγκες των ανθρώπων (και για ορισμένους και στην λατρεία του Θεού).

Η ψηφιακή εποχή, θα αλλάξει πολλά, στις τέχνες και την τεχνολογία, η λογοτεχνία θα τροποποιήσει τη γραφή και μέσα απεικόνισης, μα δεν θα αλλάξει ριζικά – ίσως όλα γίνουν ευκολότερα, απλούστερα και καλύτερα : διαφορετικά αλλά και όχι και τόσο από αυτά που ξέρουμε. Η μεγάλη αλλαγή ήταν η γραφή, η δεύτερη της τυπογραφίας, δεν άλλαξε την μορφή της απεικόνισης της γραφής, τα σύμβολα και τα γράμματα.

Η τρίτη η σημερινή μεγάλη ανατροπή, της ψηφιακής εποχής, άλλαξε ήδη την παραδοσιακή τυπογραφία, τον τρόπο απεικόνισης της γραφής, τα υλικά δεν έχουν πια στερεά μορφή, είναι άϋλα, και τρέχουν μεταφέροντας πληροφορίες και γνώσεις, με την ταχύτητα του φωτός(ακριβώς).

Θα παραμείνουν έτσι, θα μεταφέρουν τη γλώσσα που ξέρουμε ή θα δημιουργηθεί μια νέα γλώσσα, με άλλους κώδικες και άλλη μορφή; Αν δημιουργηθεί μια νέα γλώσσα, κανείς δεν μπορεί να κάνει προβλέψεις – ίσως ελλοχεύουν κίνδυνοι, ίσως τα ρομπότ περιμένουν, η ζωή θα έχει εξαντλήσει τα όριά της. Μα ας μην υπερβάλλουμε

Αν είναι απλώς μαι αλλαγή μέσων, αν επιβιώσουν οι γνωστές γλώσσες, με άλλη απολύτως σύγχρονη “τυπογραφία”, η λογοτεχνία θα προσαρμοσθεί, εύκολα νομίζω. Δεν θα αλλάξει σημαντικά τα κριτήρια της , την δομή και την οργάνωση της ύλης της.

Ως μίμηση, ως έκφραση και ως γλώσσα, θα παραμείνει στην καρδιά των ανθρώπων, να προσφέρει παρηγοριά και ελπίδα και βέβαια αισθητική απόλαυση.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

1.Τα κείμενα των άλλων ομιλητών , δεν μπορέσαμε ακόμα να τα απομαπομαγνητοφωνήσουμε.

2.Ο Κώστας Σταμάτης γεννήθηκε στα 1956. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα, έχοντας επαγγελματική πείρα και ειδίκευση 35 ετών στις σύνολες ή επιμέρους διαδικασίες έκδοσης ενός βιβλίου, καθώς επίσης και στις λειτουργίες μορφής και ουσίας κειμενικότητας στα είδη έκφρασης του γραπτού λόγου.
Συνεργάστηκε, επί σειρά ετών, ως συντάκτης (κριτική βιβλίου) και επιμελητής ύλης με τις εφημερίδες Ελευθεροτυπία, Βήμα κ.ά., με επίσημες περιοδικές εκδόσεις των υπουργείων Εθνικής Οικονομίας και Εσωτερικών και με διάφορους εκδοτικούς οίκους (Παπαζήση, Λιβάνη κ.ά.).
Από  1983 υπήρξε στενός και αποκλειστικός συνεργάτης των Εκδόσεων Πατάκη και του ιδρυτή τους Στέφ. Πατάκη, προσφέροντας επαγγελματικές υπηρεσίες στους τομείς
-υποδοχής, αξιολόγησης και επιμέλειας των προς έκδοση χειρογράφων
-σύστασης, καθορισμού και εποπτείας λογοτεχνικών και εκπαιδευτικών σειρών … έχει διαρκή ενασχόληση με γραμματολογικά θέματα των βόρειων ιδιωμάτων της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, τους φωνηεντισμούς των διαλέκτων της, τα συνθηματικά (επαγγελματικά) γλωσσάρια και τις κριτικές εκδόσεις έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

(αντιγραφή από το διαδίκτυο)

 

50 ΠΕΡΑΣΑΝ…ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Ας γυρίσουμε πίσω με ένα παραμύθι, η Φατα Μοργανα κι ο τερατώδης  ελειενής μορφής Δράκος – ταιριάζουν ίσως στην επέτειο της Δικτατορίας

αφιέρωση: στον Λευτέρη Τσίλογλου

Μια φορά κι ´έναν καιρό

( μια τσιγγάνα μάγισσα,
Θε μου πως λαχτάρησα)

Ακούσε με να σου πω…

Fata Morgana, μοιάζει με την Δικτατορία της 21ης
Fata Morgana, μοιάζει με την Δικτατορία της 21ης

(Fata Morgana. )

Στην πέτρα μέσα

Μια πριγκιπέσα

Σκουτιάμαζεύει

Και χουζουρεύει

Κάποτε χάθηκε

απ´το παλάτι

Μεγάλου βασιλιά

και στρατηλάτη

 

Η Fata Morgana

που την ζηλεύει

Την εφυλάκισε

και την παιδεύει

 

Ο ήλιος πέρασε

και τηνε βλέπει

Κόμπο της έδωσε
να

λύσει πρέπει 

 

Δράκος: κούει από τα κερατα και βλέπει από την πλάτη
Δράκος:ακούει από τα κέρατα και βλέπει από την πλάτη (θυμίζει κάποιους καιρούς)

Από τη τύχη της Άρχοντας, νέος 
καλοντυμένος

Από την Μοίρα της
 να ναι σταλμένος

 

Και φτάνει κάποτε
καλός καιρός
Όμορφος πρίγκιπας
και τυχερός

Στην πέτρα τη σκληρή την είδε μέσα

Διαμάντι που έλαμπε(ν)
η πριγκιπέσα

 

Στο στήθος του ένοιωσε
 πληγή μεγάλη

Ο έρωτας σαν στόχο
του τον είχε βάλει

«Λύσε τον κόμπο
του είπε η κόρη

Να ρθω μαζί σου
καλό μου αγόρι»

 

Έβγαλε το σπαθί 
πετά τη θήκη

σαν τον Αλεξαντρο
που θέλει νίκη

Πολύ προσπάθησε 
δεν τον αφήνει

Τον κόμπο κτύπησε
και τονε λύνει

Γυρίζουνε να παντρευτούν

Μα βλέπουν στο παλάτι

Φωτιές στις πόρτες και καπνούς

Και φλόγες στο χαγιάτι Κι ´ενα θεριό

Δράκος: ακούει από τα κέρατα

και βλέπει από την πλάτη

Μες τα ρουθούνια του

φωτιά και λάβρα

Με νύχια λιονταριού

Και λέπια μαύρα

Ακούει απο τα κέρατα

Και Βλέπει απο τη ράχη

Τηνκοσμοχαλασιά αγαπά

Και χαίρεται στη μάχη

Δίπλα του μάγισσα
Στα γονατά του

Μοργάνα τηνε λεν
Αρχόντισσά του

«Φάτα»την ξέρουνε
 και την φοβούνται

Όσοι την βλέπουνε
 σταυροκοπιούνται

Φάτα Μοργκάνα 
Κακή τη μέρα

Τις νύχτες άσχημη
Σαν τη χολέρα

….

Ο πρίγκιπας κατάλαβε
 Δράκος θα’χε νικήσει

Κι η Φάτα η μέγαιρα πολλά
 χρυσάφια είχε κερδίσει

Φοβήθηκεν ο πρίγκιπας 
κι ας ήταν παλικάρι

Στην Άρια την πιο καλή
 Νεράιδα πάει να πάρει

Βοήθεια μα και συμβουλές
, γιατί τον αγαπάει

Από μικρόν τον πρόσεχε 
«Εχω τον τρόπο «- του μιλάει

Μια τρύπα μαύρη τρομερή 
σου δίνω σαν τσουβάλ

ι
Ανοίγει και θα καταπιεί
Οτι κανεις της βάλει

Μα πάρε δυο σακιά γιατί 
ειναι κι η κακιασμένη

Η μάγισσα στο διπλανό
Δωμάτιο ξαπλωμένη

Θα πας σαν κοιμηθεί βαθειά 
στον τρομερό τον Δράκο

Τα ποδια του προσεκτικά 
θα βάλεις μες τον σάκκο

Κι ύστερα στην κακότροπη
 την Φάτα την Μοργκάνα

Το ίδιο θα κάνεις γρήγορα Δεν είναι αυτή σουλτάνα

Βασίλισσα μα κάλπικη
… Στις τρύπες θα χαθούνε

Κι οι δυο σαν μαύρα τέρατα
, στα τάρταρα θα ζούνε

 

Κι έγιναν έτσι κι ακριβώς
 οι τρύπες (τα τσουβάλια)

Κατάπιαν Δράκο – μάγισσα
 κι είχανε μαύρα χάλια!

Κι ο πρίγκιπας κι η όμορφη παντρεύτηκαν και ζήσαν

Ως τα βαθειά γεράματα 
παιδια κι εγγόνια αφήσαν

Κιαν πείτε για το Δράκο μας , την Φάτα την Μοργκάνα,

στο χάος καταστάλαξαν, κι ´εκαναν νέα «πλάνα»:

Οτι ήθελαν …το έβλεπαν
κι αληθινό φαινόταν

Κι ας ήταν αιθέρας και καπνός 
που γρήγορα χανόταν

Γι αυτό και λέμε σημερα τις ψεύτικες εικονες

«Φαταμοργάνα» στη δροσιά καλοκαιριού σ’ομίχλες τους χειμώνες

… Επίλογος: Αυτό το,παραμυθι μας πρεπει να το θυμαστε

Τηνμάγισσα που χάθηκε να μην τηνε φοβάστε

Κι ο δράκος ο πολύ κακός πάει κι αυτός καλιά του

Τα δόντια του όλα τ’ χασε μαζί και τη λαλιά του!

 

… Τέλος του παραμυθιού
Ας το νου να πάει αλλού

είναι η γνώση κουρελού
Η χαλί που πάει παντού;
…

Μα τα λόγια φέρνουν λόγια
 και κολλάνε τα ρολόγια

Κι ιστορίες μας τελειώνουν μα ποτέ τους δεν παλιώνουν

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Το παραμύθι προέρχεται , από την ανάπτυξη ενός στίχου του ποιητή  (και γιατρού)Τάκη Σινόπουλου : «στην πέτρα μέσα» Ο τίτλος από τό πασίγωστο, λόγω τραγουδιών,  όψιμο ποίημα του Νίκου Καββαδία (1974)»Φάτα Μοργάνα» (αφερωμένο στην αγαπημένη του Θ. Σ.) αλλά και από το  μεγάλο ποίημα (πολυσέλιδο) του πάπα των σουρεαλιστών Αντρέ Μπρετόν (Παρίσι 1942), που βρήκε και μας έστειλε εκλεκτη φίλη μας ( Μ.Κ.)