ΟΙ ΚΑΛYΤEΡEΣ ΜΑΣ ΦΙΛEΣ – ΟΙ ΑΞΕΧΑΣΤΟΙ ΜΑΣ ΦΙΛΟΙ

Μαρινα Κεφάκη Τριαντάφυλλο
μυρωμένο, πως να μεινει καιρό ;

ΟΙ καλύτεροι μας φίλοι

κουράστηκαν και φύγανε νωρίς

δέσαμε σαν κόμπο στο μαντήλι

στιγμές που δεν τις ξέχασε κανείς

Κώστας Καριωτάκης, πέρασε τις δοκιμασίες, άντεξε μα πλήρωσε πολύ ακριβά – χωρίς παράπονο

Τότε φυσική η αντίστασή μας

ανάσα μόνο για να να ζεις

μοχθηροί κι άθλιοι οι εχθροί μας

κι η βία μέσον επιβολής

Κώστας Μπαλαμούτσος, μας οδηγούσε σε βουνα και θάλασσες

Το αίσθημά μας μοιρασμένο

το εγώ μας το΄λεγαν εμείς

ήταν για μας το πεπρωμένο

αυτό που θέλεις και μπορείς

Ο Φεϋζαλ, στην πόλη των παραμυθιών

Κι οι καλυτερες μας φίλες

βαρέθηκαν και φύγανε νωρίς

δέσαμε σαν κόμπο στο μαντήλι

λέξεις που δεν λησμόνησε κανείς

Δημήτρης Ξηριτάκης, ηρωικός ως το τέλος

Στην άκρη ο Αλεκος να σωπαίνει

κι η Ντιάνα τους στίχους να μετρά

τη Μιμή τυλίγουν οι ανέμοι

κι ο Αντώνης φίλους να κερνά

Προσφερόμενος με ευγένεια και ανιδιοτέλεια


Κι έμειναν ονόματα κι οι άλλοι

αυτές που ξέρεις – θα τις δεις

Ρένα λέγανε τη μια για τον Μιχάλη

ρωτάς τον Κώστα να τον βρεις

Φώτης καφάτος, ο διασημότερος των καθηγητών του Παναεπιστημίου κέντρο του Ηρακλείου 18.11.2009)

Κάθε νύχτα που τον πάτο φτάνεις

και ψάχνεις κάποιο χέρι να πιαστείς

δίπλα σου θα΄ναι ο Γιάννης

χωρίς μια λέξη να του πεις

Μάνος Λουκάκης, έκφραση έντονων αισθημάτων, σε μια ποίηση χωρίς συμβάσεις

Οι καλύτερες οι φίλες μας κι οι φίλοι

εμείνανε στο βάθος του καιρού

κοκκινο με κρόσσια το μαντήλι

εδέσανε στην άκρη του λαιμού

Τελευταίες φωτογραφίες του Αριστείδη Βλάση , στα εγκαίνια της έκθεσης του 5.5.2015


Κι η επανάσταση με κόκκινη παντιέρα

κλεισμένη στην καρδιά μας και το νου

δεν θα περιμένει πια τη μέρα

ούτε το σημάδι τ΄ουρανού

Πόπη Καμάρη, το κόκκινο γαρούφαλο, δεν το μάρανε η πιο ανελέητη βία

ΟΙ φίλες κι οι καλύτεροι μας φίλοι

βιάστηκαν και φύγανε νωρίς

δέσαμε σαν κόμπο στο μαντήλι

στιγμές που δεν τις ξέχασε κανείς

Ελένη Στεφανάκη, φώτισε με το χαμόγελό της μιαν αξέχαστη εποχή (φωτ.1964)

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟΙ EΡΩΤΙΚΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

Αφιέρωση : στη Θεανώ Σ. και την Αρετή Μ.

Υπάρχουν άραγε σήμερα τέτοιοι στίχοι ; Ισως λέει ο Μύρων Μ. παλαίμαχος αισθηματίας, και επιμένων σε θέματα που έχουν από πολλούς ξεχαστεί οριστικά.

Σε μικρή συντροφιά κρητικών κυρίως, έγινε μικρή ανθολογία προσωπικών στίχων : έρωτας, αγάπη το θέμα . Δυο στιχουργοι, ένας από την μιαν άκρη της Κρήτης κι άλλος από άλλη , ανταλλάσουν τις εμπνευσεις τους.

Μανούσος Φούμης από Χανιά (Παλιόχωρα) και Μανόλης Δερμιτζάκης, από Σητεία (Σίτανος) γράφουν αυτές τι μέρες για τον ΑΛΚΜΑΝΑ. Αν θέλει κανείς να συμμετάσχει σ αυτήν την έμμετρη συζήτηση ας στείλει τους στίχους του ως σχόλιο, θα ναι καλοδεχούμενοι.

Μανούσος Φούμης :

(Μαντινάδα)

Ειν΄η αγάπη ποταμός που τρέχει και δεν σώνει (1)

κι ανε φουσκώσει χάθηκες κιανένας δεν γλυτώνει

Μανόλης Δερμιτζάκης :

Για την αγάπη λέγανε απ τα παλιά τα χρόνια

πως την ελπίδα ξεπερνα την πίστη την ομόνοια

Πως ειναι η βάση τςη ζωής -αυτή τηνε φροντίζει

τη θρέφει και την ευλογεί και την βαγιοκλαδίζει


Μανούσος Φούμης :

Τι ναι η αγάπη μη ρωτάς- τον έρωτ΄αναζήτα

αυτόν που τα βουνα κουνά – καλά να μάθεις κοίτα

Αυτόν που φέρνει τη χαρά και δεν του λείπει ο πόνος

κι όσο τον αποδιώχνουμε – τόσο του μένει χρόνος

Μανόλης Δερμιτζάκης:

Η αγάπη σαν ποτάμι κι η ζωή σου σαν λειβάδι

και τ΄αμπέλια κι οι ελιές του βγάζουνε κρασί και λάδι

Μανούσος Φούμης:

Η αγάπη σαν ποτάμι που τον κάμπο μας ποτίζει

μα καμιά φορά φουσκώνει και τα πάντα πλημμυρίζει

Κι όταν πλημμυρίζει τότε- τρέχουμε για να σωθούμε

μα σωσίβιο δεν έχει πουθενά- και δεν θα βρούμε

Κι αν δεν βρούμε μόνο η τύχη – η νεραϊδα η καλή μας

θα μπορούσε να μα σώσει μα δεν θα ναι πια μαζί μας

Μανόλης Δερμιτζάκης:

Η αγάπη κύμα μοιάζει που ψηλώνει και δεν σπάει

κι ο σεισμός που το΄χει φέρει μια στιγμή δεν σταματάει

(*)= τελειώνει, σταματά

ΛΕΩΝ ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ – ΠΕΡΑΣΕ ΚΑΙΡΟΣ

Δεν απέφευγε κι ο ίδιος τον φακό:μεταξύ των κρητικών- καλό κρασί και καλός λόγος..

Πέρασε καιρός, ο μεγάλος φίλος μας και όλοι οι άλλοι, (οι καλύτεροι μας φίλοι ) δεν έχουν χαθεί, ας λέει ο στίχος .

Τακτοποιώντας τα ακατάστατο γραφείο, έπεσα πάνω σ΄ ένα ταπεινό βιβλίο : “Μαργαριτάρια και αχινοί” που δεν είχε ούτε συγγραφέα ούτε εκδότη.

Μέσα στις σελίδες υπήρχαν, αποκόμματα εφημερίδων και γράμματα του ταχυδρομείου.

Πρώτα ξεχώρισα τμήμα σελίδας της “ΤΟΛΜΗΣ” (καθημερινής ηρακλειώτικης εφημερίδας, του Νίκου Βιδάκη) Τρίτης 4 Φεβρουαρίου 1997 με κείμενο παρουσίασης του βιβλίου που ανέφερα, το απέδιδε ο Β.Ζ. που υπέγραφε το κείμενο, στον Λ. Καραπαναγιώτη.

Μετά μια δακτυλογραφημένη επιστολή προς τον Λ. Καραπαναγιώτη που υπέγραφε ο Β. Ζεβ. Την αντιγράφω, σχεδόν ολόκληρη:

Ηράκλειο 29.1.1997

σας γράφω δυο λόγια μόλις πήρα το ωραίο βιβλίο σας.

Με ευχαρίστησε , περισσότερο από όλα τα δώρα (σημειωση:βιβλία) που κατά καιρούς στέλνετε και που δεν απαντάμε, με ένα τηλέφωνο ή ένα σημείωμα, όχι βέβια από τεμπελιά ή αδιαφορία αλλά γιατί τα θεωρούμε εγκάρδιους χαιρετισμούς που προμηνύουν τον ερχομό σας – συντηρούμε μάταιες ελπίδες.

Γνωρίζετε ασφαλώς πως τα αισθήματα δεν καθορίζονται από, συμβατικές παραμέτρους και κοινωνικές συντεταγμένες και έχω τη βεβαιότητα ότι ξέρετε καλά , πως εδώ στον περίεργο ομορφάσχημο χώρο μας , υπάρχει τόση συμπάθεια και αγάπη για σας που χρειάζεται…σθένος για να μας αντιμετωπίσετε.

Όμως είμαι σίγουρος πως όλα θα πηγαίνουν καλά, οι μικρές περιπέτειες θα περάσουν και θα βρεθεί η ευκαιρία και η διάθεση να συναντηθούμε στην Κρήτη, συγκταρατημένοι και ψύχραιμοι, όσο τουλάχιστον χρειάζεται,για να μην πάψουμε να αντιδρούμε , σ΄ότι μας συγκινεί και μας αρέσει.

Υπογραφή Β.Ζ.

Η απάντηση ήρθε αμέσως(από Τον Λ. Καραπαναγιώτη):

Φίλε μου Β. (Αθήνα Τετάρτη)

Αυτονόητα δεν υπάρχουν. Κάθομαι λοιπόν να σου γράψω πως οι λίγες μέρες που κάθε τόσο περνώ κοντά σας στο Ηράκλειο, είναι τούτα τα χρόνια, οι μεγάλες μου χαρές και πως μαζί σας, βγαίνω από τις τόσες μιζέριες που συνθέτουν , όλο και περισσότερο, την καθημερινή ζωή.

Ο Λέων στην Κρήτη

Κι όταν έρχεται η ώρα να θυμηθώ κάποιες μου ώρες για να νοιώσω ζεστασιά, αυτές τις ώρες φέρνω στο νου μου.

Στο σχόλιο μου αυτό , να προσθεσω, τώρα, ένα άλλο! Το γράμμα σου και το σχόλιο σου. Πως με συγκίνησαν και τα δυο, μπορείς ευκολα να το φανταστείς. Κι ενω τόσα είναι εκείνα , τα περιττά, που ρίχνεις κι αφήνεις , αυτά είναι στα λίγα που κρατώ – κι αυτά για να με ζεσταίνουν.

(…)

ΙΙ. Σάββατο

Να είναι καλά η Remington σου-μου θύμησε τα είκοσι μου τόσα χρόνια της ζωής μου, που πέρασα με μια (αγορασμένη με δόσεις) Hermes Baby – ως τη μέρα που δεν εύρισκα πια ανταλλακτιά για να την συντηρήσω σε ενεργό υπηρεσία. Τώρα γράφω όλο και λιγότερα γράμματα (Τη ζημιά του τηλεφώνου ποιος θα την πει; σκέψου πόσα πράγματα δεν καραγράφονται πια)κι έτσι όταν (όπως σήμερα κάθομαι να στείλω γράμμα επιστρατεύω και πέννα και μελάνι και τούτο το χαρτί που μου είχε φέρει κάποια φίλη (…)

υπογραφή Καραπαναγιώτης Λ.

Με Νίκο Βεριγάκη Ηράκλειο

.

ΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΙ ΜΑΣ ΦΙΛΟΙ

Νεανική πόζα, πρώτο πλάνο Μαν.Ρουσάκης- δεύτερο Μιχ.Κεφαλογιάννης

ΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΙ ΜΑΣ ΦΙΛΟΙ

(ΠΟΥ ΦΎΓΑΝΕ ΝΩΡΙΣ)

αφιέρωση: στον Νίκο Β.

Γιάννης Σακελλαράκης, 1965 φωτ. Ν.Κούνδουρος

ΟΙ καλύτεροι μας φίλοι

κουράστηκαν και φύγανε νωρίς

δέσαμε σαν κόμπο στο μαντήλι

στιγμές που δεν τις ξέχασε κανείς

Δημήτρης Ξηριτάκης -Βαγγελης Σκουλάς σε εκδήλωση στο Κηποθεατρο

Κι έμειναν ονόματα κι οι άλλοι

αυτούς που ξέρεις – θα τους δεις

Σίφη λέγανε τον έναν ή Μιχάλη

ρωτάς τον Κώστα να τους βρεις

Δίκη του ΡΗΓΑ ΦΕΡΑΙΟΥ 1968, διακρίνονται Γιανναδάκης Ν στο κεντρο.-Καρυωτακης Κ.αριστερά Γιανναδάκης

Κάθε νύχτα που τον πάτο φτάνεις

και ψάχνεις κάποιο χέρι να πιαστείς

δίπλα σου θα΄ναι ο Γιάννης

χωρίς μια λέξη να του πεις

Μάνος Λουκάκης, έκφραση έντονων αισθημάτων, σε μια ποίηση χωρίς συμβάσεις

Οι καλύτεροι μας φίλοι

εμείνανε στο βάθος του καιρού

κοκκινο με κρόσσια το μαντήλι

εδέσανε στην άκρη του λαιμού

Νίκος Λογοθέτης, πολύτιμος φίλος – δεν έφτασε στο νησί μας

Κι η επανάσταση με κόκκινη παντιέρα

κλεισμένη στην καρδιά μας και το νου

δεν θα περιμένει πια τη μέρα

ούτε το σημάδι τ΄ουρανού

Αντώνης Χελιδώνης, ηρακλειώτης διανοούμενος κι άνθρωπος για όλες τις εποχές

ΟΙ καλύτεροι μας φίλοι

κουράστηκαν και φύγανε νωρίς

δέσαμε σαν κόμπο στο μαντήλι

στιγμές που δεν τις ξέχασε κανείς

Βάνιας Γιγουρτσής, νεανική φωτογραφία

ΣΤΙΧΟΙ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ 1.9.2019

Πρώτη μέρα μέρα φθινοπώρου

Αχ και να΄τανε να εμπόρου

να σου στείλω ένα φιλάκι

κόκκινο τριανταφυλλάκι

Κι αν οι πρώτες οισταγόνες

το νοτίσουν, δεν πειράζει

τ΄άρωμά του που ζαλίζει

η βροχούλα δεν αλλάζει

Κι αν τα πρώτα συννεφάκια

σκοτεινιάζουνε την πλάση

η καρδιά που λαχταράει

γρήγορα θ ‘ αναγαλιάσει

Ανέμη, διασκευασμένη σε παιδικό μύλο(Α.Νικολαος, τα πρωτα συννεφάκια )

ΣΤΙΧΟΙ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

Η στίχοι στην Κρήτη επιμένουν, τόσο που να γίνονται και διαγωνισμοί μαντινάδας – πριν λίγα χρόνια στην Ανατολική Κρήτη , σήμερα στον οικισμό των Κορφών …(υποχρεωτική η λέξη αθιβολή=κουβέντα,συζήτηση αλλα και παλιότερα ομιλία περί απόντων και συμβάνων παλαιών, αναπόληση,ενθύμηση κλπ)

ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΥΜΕ ΤΙΣ ΜΑΝΤΙΝΆΔΕΣ ΠΟΥ ΞΕΧΏΡΙΣΑΝ ΟΙ ΟΡΓΑΝΩΤΕΣ

Με τονισμένα γράμματα είναι αυτές που μας άρεσαν (Αλκμαν) και υπογραμμισμένη η καλλύτερη για μας.

Καλόχαρη μου αθιβολή και ξομπλιαστή μου σκέψη

Μου λείπεις… Κι έχει η μοναξά, στο μπέτη μου κονέψει.

Πως ρέγομαι τσ’ αθιβολές, γι’ αμάλαγους αθρώπους

Π’ άλλοτες επλουμίσανε, τση Κρήτης μας τσι τόπους.

Εμίσεψες, μ’ από το νου, δε βγαίνει η μορφή σου,
κι έχω, σαφί, το διγαβρέ και την αθιβολή σου.

(διγαβρες=κουβέντα,συζητη-λογομαχια)

(Σαφί=συνεχως,αδιακοπα)

Τον ήλιο κάθε που θα δω το δειλινό να γέρνει,

ο νους μου την αθιβολή του μισεμού σου φέρνει.

Η αθιβολή σου, σαν πουλί,βαστά καιρό τ’ αντέτι 

  και βγαίνει και γλυκολαλεί στου νου το ματσιπέτι 

(αντέτι=έθιμο,συνήθεια)

Ηρθες γλυκιά μ’αθιβολή. Σ’τσι σκέψης τ’ακρογιάλι

Και τση χαράς σκουτελικό, έχει καρδιά μου πάλι

ΑΘΙΒΟΛΗ ΜΟΥ ΞΟΜΠΛΙΑΣΤΗ ΤΟΥ ΑΡΓΑΛΙΟΥ ΜΟΥ ΧΤΕΝΙ

———————————————————————————–

ΕΣΥ ΠΑΤΕΙΣ ΤΟ ΠΕΤΑΛΟ ΤΣΗ ΣΚΕΨΗΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΦΑΙΝΕΙ

Ονειροκαλεσμένη μου και χάδι του κορμιού μου

πόθος, σεβντάς, αθιβολή κι αροδαμός του νου μου

Με το φεγγάρι συντροφιά και την αθιβολή σου 

απόψε πάλι η σκέψη μου ξαγρύπνησε μαζί σου.

Η Αθιβολή σου ήρθενε κουβέντα στην κουβέντα-

και θάρουνα πώς μύρισε όλος ο κόσμος μέντα

Δίχως νερό και ασκιανό, στη(ν) κάψα της ερήμου,

με τη δική σου αθιβολή, δροσίζω το κορμί μου

ΤΣΗ ΜΑΝΑΣ ΤΗΝ ΑΘΙΒΟΛΗ ΦΕΡΝΩ ΤΗ ΚΑΘΑ ΜΕΡΑ

ΚΙ ΩΣΤΕ ΝΑ ΖΩ ΘΑ ΝΑ ‘ΡΧΕΤΕ ΣΤΟΥ ΝΟΥ ΜΟΥ ΤΗ ΒΕΓΓΕΡΑ.

Αζωντανό δα τ’όνειρο κι ένιωσα το φιλί σου

Μα ξύπνησα κι απόμεινα με την αθιβολή σου

Στο μονοπάτι τσ’ ανθρωπιάς θα πορπατώ όσο ζήσω.

Που σα’ μισέψω μια(ν) καλή αθιβολή ν’ αφήσω

Στην εδική σου αθιβολή, δακρύζω και λυπούμαι,
γιατί, μιας δυνατής φιλιάς, τα ξέτελα θυμούμαι.

ΑΠΟ ΒΙΒΛΙΑ:

ΚΡΥΦΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Σ ΑΓΑΠΩ ΚΙ ΟΠΟΙΟΣ ΓΚΙΑ ΜΕ ΡΩΤΗΣΕΙ

ΤΟΥ ΛΕΩ: ΤΕΘΟΙΑ ΑΘΙΒΟΛΗ ΝΑ ΤΗΝΕ ΠΑΡΑΙΤΗΣΕΙ

Είσαι όλον τον καιρό το φως, τα μάθια κι η ψυχή μου

και τση καρδιάς η αναπαψη γλυκειά αθιβολή μου


Συμμετείχαν 181 μαντιναδολόγοι, από το νησί μας κυρίως.













ΒΡΑΒΕΙΑαλόχαρή μου αθιβολή και ξομπλιαστή μου σκέψη

\λόχαρή μου αθιβολή και ξομπλιαστή μου σκέψη

λόχαρή μου αθιβολή και ξομπλιαστή μου σκέψη

Καλόχαρή μου αθιβολή και ξομπλιαστή μου σκέψη

1η θέση

ΜΑΝΟΛΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ – Ο ΝΕΟΤΕΡΟΣ (ΛΑΪΚΗ ΠΟΙΗΣΗ)

Πριν από μήνες ο εγγονός του Μανόλη Δερμιτζάκη, πό την Σητεία κι αυτός, μας έστειλε βιογραφικα στιχεία του παππού του και στίχους του άγνωστους σε μας.

Αντιγράφουμε ότι συνεχίζει το κειμενο για τον ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ, που αλλάζει την οπτική του και γίνεται πιο φιλοσοφικο πιά, αναδεικνύοντας την βαθιά γνώση του στειακού ποιητή, της αρχαίας γραμματείας.

” Τα μάθια δεν καλοθωρούν τ΄αυτιά μας δεν γροικούνε

ο νους μας μόνο κι η καρδια και βλέπουνε κι ακούνε ”

Ο Μανόλης Δερμιτζάκης ο νεότερος, θέλησε να συμμετάσχει στον διαγωνισμος των ΚΟΡΦΩΝ και μας έστειλε ένα διστιχο, που στείλαμε.

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΦΕΣΙ – ΣΑΤΙΡΙΚΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

Κ

Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΣΚΟΥΦΟΣ
αφιέ΄ρωση: Στον Μανόλη Στ.



Κι οταν επερασ  ο καιρός
Μειναμε πολυ λιγοι
Γιατι οι πιο καλυτεροι
Ειχανε πρωτοι φυγει

Στο τελος βαρεθηκαμε…
Μας κουραζε κι ο δρομος.
κι οταν κτυπησαν τυμπανα
Κι εφτασε ο ταχυδρομος

Το γραμμα δεν τ ανοιξαμε
ξεραμε το μαντατο
Εχασαμε τον πολεμο
Κι ηρθαν τα πανω κατω

Κι αλλαξαμε τα ρουχα μας
Βαλαμε μαυρο φεσι
Το κοκκινο του νικητη
Δωσαμε που τ αρεσει

Και τους υποδεχτηκαμε
Κι ήταν σαν μαύροι γατοι
Και βγαινανε χωρις ντροπη
Απανω στο κρεβατι

-“Χωριατες ειναι” δωσαμε
Και τοπο στην οργη μας
Ας μεινουν αφου θελουνε
Στο σπιτι και μαζι μας

Θα φυγουν δεν θαντεξουνε
Στο χωρο το δικο μας
Σκεφτηκαμε και πηγαμε
Στο καθημερινο μας

Κι οταν τα χρονια περασαν
Ρωτησαμε: ” ακόμα ;”
Απάντησαν ορθά κοφτα:
Ολοι τους μ ενα στομα:

“Εχασατε το ξερετε
Γι’αυτό να μην μιλατε
Μην  σας εξωπεταξουμε
Στους δρομους να γυρνατε!”

Τρομαξαμε σαν νοιωσαμε
Την αθλια μας τη θεση
Κι απ την ντροπη κοκκινησε
Ακομα και το φεσι

“-Μα ηταν δικοι μας καποτε
και φιλοι κι αδερφοι μας”
Ειπε ο πιο νεος συντροφος
Που ξομενε μαζι μας

-“Απ τους δικους και συγγενεις
Παθαίνεις τα χειρότερα
Μα το  μαθαινεις δυστυχως
Παρά πολυ αργοτερα”

Ενας παλιος του απαντησε
Κουνωντας το κεφαλι
Η κουτρα.μας συνηθισε
Και ψειρες βγαζει παλι

….

– Ποιοι  ‘ταν οι μεν και  ποιοι οι δε
Μην αναρωτηθείτε
Δικοι μας Ολοι κι αν καμια φορα στο σπίτι μας βρεθειτε

Δεν θα ξεκαθαρίσετε τους δουλους
Και τσ αφεντες
Πεταξανε τους σκουφους τους
Δεν λεν πικρες κουβεντες 

Οι μεν κι οι δε Έμοιασανε
Γινανε  σαν σταγόνες
Δεν ξεχωριζουν και ποτε
Δεν κανουν πια αγωνες

[  ]

ΑπάντησηΑπάντηση σε όλουςΠροώθηση